Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

Μαρία Χίου: Η σιωπή του ποταμού

Στην πιο στενή μεριά του ποταμού. Παφλασμός από κοριτσίστικα πόδια. Η Διαμάντω κι η Μαρίνα, κάπου στη δεκαετία του τριάντα. Σγουρά και ίσια μαλλιά και στα χέρια τους κρατούν τις κούκλες που έχει καμωμένες γι’ αυτές ο καπετάνιος. Τα παιδικά μάτια βλέπουν το ποτάμι παιχνίδι τους μέχρι που θα τα αλλάξει όλα ο αγέρας που κουβαλάει μαζί του ο Θωμάς. Κι ο παφλασμός θα πετάξει νερά που θα παγώσουν τις καρδιές. Τα μάγια θα ενωθούν με τον αχνό που σηκώνει το ποτάμι. Θα καλύψουν τις γλυκές αναμνήσεις, θα αποτραβήξουν τις σκέψεις.
Τη διάλεξε άραγε η Διαμάντω τη ζωή της; Τι σημασία έχει η απάντηση αλήθεια; Πού πήγαν τα όνειρα; Στα δικά της παιδιά, την Αμαλία και την Αντιγόνη. Ένα μελαχρινό κι ένα ξανθό κεφάλι σκυμμένα πάνω από το ποτάμι. Αγάπη; Αχώριστες, σιαμαίες μέχρι που ο μάγος έρχεται ξανά κι ας κατηγορεί άλλη για μάγισσα. Ζωές με δανεικά. Κι ας είναι μια ζακέτα κι ας είναι ένα παιδί.
Ποιος θα σπρώξει άραγε τα πλατανόφυλλα στο ποτάμι; Ποιος θα παρακολουθήσει τα μυρμήγκια πειθαρχημένη στρατιά στην όχθη; Πάντα κάτι υπάρχει που αγριεύει τα νερά, μυστικά και κρίματα, χαμένα όνειρα, ζωές μέσα στη σιωπή, γεμάτες ψυχαναγκασμό.
Για άλλους τα πράγματα μένουν όπως τα βρήκαν. Η Φιλιώ, εγγονή της Διαμάντως, τόσο όμοια εξωτερικά με αυτήν, θα βρει το θάρρος να επαναστατήσει. Αφορμή κάποιες πολυκαιρισμένες ιατρικές εξετάσεις.
Πώς είναι να χάνεις τη ζωή μέσα από τα χέρια σου; Πώς είναι να σου δίνεται η ευκαιρία κι εσύ να γυρίζεις την πλάτη, να χάνεις τη μία και μοναδική στιγμή, γιατί δεν είπες μία λέξη, γιατί παρανόησες αυτό που κρυβόταν πίσω από ένα βλέμμα;
Η Μαρία Χίου μάς μεταφέρει σε ένα νησί του Αιγαίου διανύοντας μια χρονική περίοδο εβδομήντα χρόνων. Λόγος στρωτός, καμωμένος από συναίσθημα και ανθρωπιά, αναδεικνύει τον ψυχισμό των ηρώων σε αυτό το κεντίδι των λέξεων όπου οι φωνές μπλέκονται με τις σκέψεις, εκεί που τα άψυχα προσωποποιούνται, κρίνουν και κατακρίνουν. Κι αν η ζωή είναι δύσκολη, γι’ αυτό γεννιέται κανείς. Για να αρπάξει χρώματα και να βάψει τις καρέκλες ενός καφενείου, για να δει πως ακόμη κι οι αλεπούδες φέρονται έτσι, γιατί φοβούνται και πονούν κι αυτές.
Μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση η γραφή της Μαρίας Χίου κι αυτό όχι μόνο για τον τρόπο που έπλασε τον μύθο της, αλλά και γιατί ανέδειξε την πραγματική τέχνη του να γράφεις, το να μπορείς δηλαδή να κατανοήσεις και να μεταφέρεις ατόφιο τον ψυχισμό των ηρώων σου, κάνοντάς τους υπαρκτές φιγούρες. Γιατί η ζωή δεν είναι σαν μυθιστόρημα, αλλά το μυθιστόρημα είναι η ίδια η ζωή.
Μη μπορώντας να αντισταθώ στη μαγεία των λέξεων και σκέψεων που ρέουν μέσα στη "σιωπή του ποταμού", παραθέτω ένα σύντομο κομμάτι, από τα πολλά που με εντυπωσίασαν, μερικές προτάσεις σαν απόσταγμα σοφίας.
Οι άνθρωποι περνούσαν και ξαναπερνούσαν το ρυάκι και τίποτα δεν τους χώριζε πια! Νεράκι γάργαρο, δροσιστικό. Και το ποτάμι ήταν πια μακριά, είχε χαθεί ολόκληρο στη θάλασσα. Θυσιάστηκε για χάρη τους, γέμισε με αμαρτίες, κακίες, μυστικά, μολύνθηκε τόσο που σκέφτηκε να φύγει από κείνα τα μέρη! Ποιος να το κατηγορήσει; Χρόνια και χρόνια ξέπλενε την ανοησία τους!

«Η σιωπή του ποταμού» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μίνωας. 

Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Έρωτας στον καθρέφτη

Κάθε φορά που ένα νέο μου δημιούργημα παίρνει τον δρόμο της δημοσιότητας, έχω να αντιμετωπίσω αντιφατικά συναισθήματα. Από τη μία η ίδια συγκίνηση, αυτό το καρδιοχτύπι που θυμίζει έρωτα, κι από την άλλη η ανησυχία, όπως εκείνη τη στιγμή που ο γονιός αποχωρίζεται το παιδί του. Σαν παιδί μου βλέπω κάθε τι που δημιουργώ, θα χαρώ με τις χαρές του, θα στεναχωρηθώ αν κακοπέσει. Μπορεί να στηριχτεί όμως στα πόδια του, εγώ απλά θα βρίσκομαι δίπλα του, σαν φύλακας-άγγελος πάντα.
Για το "έρωτας στον καθρέφτη" είμαι ιδιαίτερα χαρούμενη. Για μία ακόμη φορά η συνεννόηση και η συνεργασία με τις εκδόσεις Μίνωας ήταν άψογη. Εξάλλου, είναι το τέταρτο μυθιστόρημά μου που βγάζει ο συγκεκριμένος εκδοτικός οίκος και δεν υπερβάλλω όταν κάθε φορά λέω πως είναι το εκδοτικό μου σπίτι. Γιατί αυτή την οικειότητα σού δημιουργούν οι άνθρωποι του Μίνωα. Φροντίζουν για τη λεπτομέρεια, συζητούν μαζί σου κάθε τι που σε απασχολεί. Και φτάνει η στιγμή που το χειρόγραφο παίρνει την όψη ενός πανέμορφου δεμένου βιβλίου. Αυτή είναι η εικόνα που έχω για τον δικό μου έρωτα στον καθρέφτη με ένα εξώφυλλο που βγάζει προς τα έξω αυτό που ήθελα να δώσω καθώς τοποθετούσα τις σκέψεις μου σε μια σειρά στην οθόνη του υπολογιστή. Ναι, το χαίρομαι και δεν το κρύβω. Εύχομαι να κάνει καλά και πολλά ταξίδια. Καλοτάξιδα να είναι όλα τα βιβλία, διευρύνουν τον κόσμο μας, δίνουν τη δυνατότητα για νοερές περιπλανήσεις που όλες κάτι έχουν να προσφέρουν με τον τρόπο τους.

Ευχαριστώ τις εκδόσεις Μίνωα, τον Γιάννη Κωνστανταρόπουλο που δυναμικά συνεχίζει την παράδοση δεκαετιών, τον καταπληκτικό επιμελητή μου Θοδωρή Τσώλη, την υπεύθυνη του ελληνικού εκδοτικού τμήματος Αθηνά Λυρώνη για την καλοσύνη και την υπομονή της, τον Ιάκωβο Ψαρίδη για τον σχεδιασμό του εξωφύλλου και τη σελιδοποίηση. 

Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2014

Δημήτρης Νίκου: Ονείρωξη

Έρωτας, θάνατος και λύτρωση μαζί. Απελπισία και χάρισμα. Ηδονή και σπαραγμός. Έρωτας εγωιστής ή βήμα κοινωνικότητας. Έρωτας απόλυτος, κορυφαίος, έρωτας πάθος, πόθος, πειθώ και εξαναγκασμός.
Για κάθε γράμμα του αλφαβήτου πολλοί θα μπορούσαν να είναι οι χαρακτηρισμοί του έρωτα. Κι αν οι ποιητές, οι λόγιοι, οι απλοί καθημερινοί άνθρωποι τον ύμνησαν κι αν γράφτηκαν ωδές και παρωδίες, διθύραμβοι αλλά και λόγοι συντριπτικοί, υπάρχει επίμονος και επίπονος. Γιατί αυτό που αγαπάμε παιδεύει. Ή μαζοχιστικά, αυτό που μας παιδεύει το αγαπάμε.
Ο Δημήτρης Νίκου έχει γράψει κι άλλες φορές για τον έρωτα, είναι όμως σίγουρα η πρώτη φορά που «εκθέτει» τη γραφή του στον εγωισμό του έρωτα. Γιατί μήπως αυτό δεν είναι τελικά που βιώνουμε; Το κέντρο του κόσμου μας αλλάζει ή με άλλοθι την εξιδανίκευση, πονάμε τον εαυτό μας τηρώντας το πρόσχημα του εξιδανικευμένου. Κάθε λέξη, πρόταση, παράγραφος, σίγουρα θα διαβαστεί κάτω από διαφορετικά πρίσματα. Ίσως γιατί το κείμενο παίρνει έναν πιο προσωπικό χαρακτήρα, κι αυτό το κάνει από μόνο του μαγικό. Σίγουρα, η διάθεση περνάει από όλα τα πάθη που συμβολίζουν και αυτά ακόμη τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Τα χρώματα που βλέπουμε σαν ταπεινές φιγούρες εμείς στον αχανή κόσμο, αυτά που παραπέμπουν στην ελπίδα, την ηρεμία, τη θεότητα, το πάθος, την αγνότητα, μέχρι την απόλυτη ματαιότητα. Μα είναι πάντα θέμα πεδίων αυτό που μας απασχολεί ή μάλλον ένα παιχνίδι εξουσίας. Αν θα μείνουμε στο λευκό που αντανακλά όλα τα άλλα χρώματα ή στο μαύρο που απορροφά τα πάντα, σαν χοάνη αχόρταγη.
Μα και ο ήρωας του Δημήτρη Νίκου παλεύει με τα χρώματα, τους ήχους, τις μυρωδιές, γίνεται ένας ναρκομανής των αισθήσεων μέχρι να φτάσει στο σημείο να πάρει την απόφασή του. Ποια θα είναι αυτή; Νομίζω πως επίτηδες ο συγγραφέας αφήνει να πλανάται, να αιωρείται, να την κατευθύνει ως νέα ερώτηση στον αναγνώστη του, σαν εκείνο το απάντημα στο μονοπάτι της Αρετής και της Κακίας.
Έρωτας είναι ο ίδιος ο άνθρωπος κι όλες οι στιγμές του. Έρωτας κι αυτό το αφήγημα που στροβιλίζει σε πάθη, πλασματικά ή πραγματικά.

Η «Ονείρωξη» πετάει ελεύθερα από τις εκδόσεις Σαΐτα και μπορείτε να την κατεβάσετε στον υπολογιστή σας από εδώ

Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2014

Κατερίνα Μαλακατέ: Κανείς δεν θέλει να πεθάνει

Ακόμη κι αν έχεις ζήσει μια ζωή όπως τη θέλεις, έρχεται η ώρα του τέλους. Έρχεται αλήθεια; Κι εδώ ξεκινάει ο μύθος που στήνει η Κατερίνα Μαλακατέ στη νουβέλα της «Κανείς δεν θέλει να πεθάνει» που κυκλοφόρησε άρτι από τις εκδόσεις Ο Κήπος με τις λέξεις.
Η ογδοντάχρονη Ελίζα βρίσκεται σε κώμα. Το ελεύθερο πνεύμα της δεν θέλει να εγκαταλείψει τη ματαιότητα του κόσμου -μα είναι και ο μόνος χαρακτήρας της νουβέλας που έχει ζήσει τη ζωή που ήθελε εξάλλου- και ως εκ θαύματος ή μιας υπερφυσικής ή μεταφυσικής συγκυρίας, το αδάμαστο και πείσμον αυτό πνεύμα θα εγκατασταθεί στο σώμα της τριαντάχρονης Τάνιας, της Ουκρανής που την προσέχει. Κι ενώ το γερασμένο και άψυχο πλέον κορμί βάζει τη δική του τελεία σε αυτή τη ζωή, η αναγεννημένη Ελίζα ξεκινάει ένα νέο ταξίδι. Έχει κάνει όμως ένα λάθος. Γιατί ζωές δεν χαρίζονται τόσο άκοπα και το σαρκίο της Τάνιας κουβαλάει λάθη, πάθη, μιζέρια, κόπωση.
Η Ελίζα μαθαίνει και ξαναμαθαίνει τον κόσμο ενώ το κόσμημα φυλαχτό που φοράει στον λαιμό της ξετυλίγει με τη δική του λάμψη αρχέγονους μύθους κάνοντας όλο και πιο έντονη την επιθυμία της να εγκαταστήσει το πνεύμα της στο κορμί της Λένας, της εγγονής της, καθώς τώρα περισσότερο από ποτέ πιστεύει πως αυτές οι δυο είναι στην ουσία ένα και αδιαίρετο.
Το συναρπαστικό ταξίδι στις ζωές των άλλων ή καλύτερα στα σώματα των άλλων, που στήνει η συγγραφέας, γίνεται μυστηριώδες και πολύπλοκο, καθώς παρακολουθούμε σε παράλληλη εξέλιξη την ιστορία ενός μαύρου άντρα που δουλεύει στα φανάρια και που το μενταγιόν της Ελίζας είναι η δική του ενεργοποίηση.
Χρησιμοποιώντας στοιχεία μαγικού ρεαλισμού, η συγγραφέας μιλάει για τη ζωή και τον θάνατο, τον έρωτα, την ύπαρξη, την ανυπαρξία, αλλά και την έννοια της αθανασίας. Οι ήρωες περιδιαβαίνουν μια λούμπεν Αθήνα ή βρίσκονται σε απομονωμένα σπίτια στην εξοχή. Στα πέριξ μιας πλατείας που σηματοδοτεί την οικονομική εξαθλίωση ή κάπου στα βάθη και τα μυστήρια της αφρικανικής ζούγκλας. Σε ένα κοριτσίστικο δωμάτιο μιας ελιτίστικης κατοικίας ή πάνω σε έναν λόφο με θέα όνειρα ζωής υφασμένα με τα στημόνια της τρέλας.
Δεν θέλω να πεθάνω. Τελικά μπορεί και να μην πεθάνω ή ακόμη και να μην υπάρχει θάνατος. Κανείς δεν ξέρει.

Καλοτάξιδο το βιβλίο σου Κατερίνα! 

Παρασκευή, 10 Ιανουαρίου 2014

Simon Mawer: Γυάλινες ζωές

Μιέστο Τσεχοσλοβακίας, 1929. Οι νιόπαντροι Λαντάουερ μπαίνουν στο καινούριο τους σπίτι. Η υλοποίηση των επιθυμιών τους, ένα αριστούργημα κατ’ αυτούς, φέρνει σχόλια θετικά και μη. Αυτό που κάνει το σπίτι να ξεχωρίζει είναι το καθιστικό του. Οι τοίχοι του είναι γυάλινοι, ο χώρος αποπνέει ψυχρότητα, για το ζευγάρι όμως είναι το σημείο όπου θα εκφράζονται θεωρίες και ιδεολογίες. Τα πρώτα χρόνια είναι ανέμελα, ανέφελα σχεδόν, αν και το πολιτικό σκηνικό αλλάζει, με τη χιτλερική προπαγάνδα να αφιονίζει. Με το ξέσπασμα του πολέμου, η οικογένεια Λαντάουερ θα καταφύγει στην ουδέτερη Ελβετία. Το σπίτι θα μετατραπεί σε εργαστήριο βιολογικών μετρήσεων των Ναζί μέχρι να περάσει στην τρίτη περίοδο της ζωής του και να χρησιμοποιηθεί μεταπολεμικά σαν νοσοκομειακό κέντρο επανένταξης παιδιών με κινητικά προβλήματα ώσπου το 1969 θα γίνει μουσείο.
Σαράντα χρόνια ζωής του σπιτιού, των κατοίκων του, της ίδιας της πρώην Τσεχοσλοβακίας. Το γυάλινο σπίτι γίνεται αυτό ακριβώς που φαντάστηκαν οι δημιουργοί του, χώρος έκφρασης ιδεολογιών, σημείο που αντικατοπτρίζει αλλά και όπου αντικατοπτρίζεται η ψυχρή λογική, αλλά και η ζεστασιά, η πάλη ανάμεσα στα πιστεύω και τα συναισθήματα.
Μια μελέτη του ανθρώπου και της πορείας του μέσα στο ιστορικοπολιτικό γίγνεσθαι, αλλά και ένα νοσταλγικό μυθιστόρημα για τις ζωές μέσα από την αλληγορία της ψυχρότητας και της διαφάνειας του γυαλιού.

Από τις εκδόσεις Μοντέρνοι Καιροί.

Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2014

Η επιφοίτηση

Εμένα μου λες πως η ζωή στην επαρχία είναι ωραία; Αυτά είναι παραμύθια που ξεφουρνίζουν οι πρωτευουσιάνοι. Και τι να το κάνω εγώ το οξυγόνο και την πρασινάδα; Σάμπως είναι οι γυναίκες σκαρφαλωμένες στα δέντρα και περιμένουν να τις μαζέψεις ή σάμπως διασκεδάζουμε με τον καθαρό αέρα;
Αυτά κι άλλα πολλά συνέθεταν τις απόψεις του Χρυσόστομου περί της ζωής στην επαρχία. Αποσπάσματα διατριβής του εικοσιπενταετούς βίου του με αποδέκτες τα γερόντια που γέμιζαν τα τραπεζάκια του επαρχιακού καφενείου.
Το πρόβλημα του Χρυσόστομου, πρόβλημα τόσων νέων ανθρώπων που κατέληξαν να βράζουν στο καζάνι της πρωτεύουσας. Ο ίδιος, παρά τα παράπονά του, έμενε πιστός οπαδός της βουκολικής ζωής. Και ίσως ενδόμυχα έψαχνε για ένα ειδύλλιο σαν αυτό του Τάσου με την Γκόλφω. Η βοσκοπούλα του όμως δεν έλεγε να φανεί. Κι αν, αραιά και πού εμφανιζόταν καμιά, ούτε που γύριζε να τον κοιτάξει. Γιατί οι εν λόγω κόρες ήταν φοιτήτριες που επέστρεφαν Χριστούγεννα και Πάσχα για να τηρήσουν τα ήθη και τα έθιμα της πατρίδας ή πάλι κάτι καταξιωμένες επαγγελματίες που περιέφεραν το κοινωνικό τους γίγνεσθαι στη γη των προγόνων για τυπικούς και μόνο λόγους.
Ο Χρυσόστομος δεν ήταν και κανένας παίδαρος, δεν του έλειπε όμως το κάτι τις του. Άλλο ήταν το πρόβλημά του: του έλειπαν οι παρέες της ηλικίας του. Όλοι σχεδόν οι συνομήλικοί του είχαν φύγει για την Αθήνα, ενώ αυτός είχε μείνει πίσω να μιλάει στα γίδια του. Α, ξέχασα! Και στην οθόνη της τηλεόρασης. Γιατί, σαν σύγχρονος βοσκός διέθετε και βίντεο κι έπνιγε τον πόνο του στις ταινίες. Ειδικά ο ελληνικός κινηματογράφος του πενήντα κι εξήντα ήταν η μεγάλη του αδυναμία. Κι εκείνο το “Κορίτσια στον ήλιο” η αγαπημένη του ταινία. Είχε αγοράσει μια κόπια, άσε που την είχε βάλει και σε περίοπτη θέση απ’ όπου την έβγαζε τρις εβδομαδιαίως για να εντρυφήσει στο περιεχόμενό της.
Καμιά λεπτομέρεια του έπους του δεν του είχε ξεφύγει και μπορούσε να σου επαναλάβει όλους τους διαλόγους χωρίς να χάσει ατάκα. Καθώς κοίταζε τον ήλιο που χανόταν στη δύση του, έπαιρνε την Άναμπελ από το χέρι και την πήγαινε στο ποτάμι να της δείξει τις καβουρομάνες και τα βατράχια ή τα κατακίτρινα σπάρτα που φύτρωναν μέχρι κάτω τις όχθες.
Κι ύστερα το όνειρο έσκαζε σαν σαπουνόφουσκα κι ερχόταν αντιμέτωπος με τη ζοφερή πραγματικότητα.
«Δεν υπάρχει Άναμπελ ούτε καν Γκόλφω» μονολογούσε κι αναστέναζε.
Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Χρυσόστομος συλλογιζόταν τα χρόνια που τον περίμεναν. Αν δεν έπαιρνε δραστικά μέτρα, η ζωή του όλη θα περνούσε με τα όνειρα, το βίντεο και τους δεκάρικους λόγους του καφενέ. Σε λίγο έμπαινε ο χειμώνας, ένας χειμώνας για ψυχές μοναχικές, για ανθρώπους κυκλοθυμικούς. Αυτός όμως ήταν ζωντανός, γερός και περήφανος για τον εαυτό του.
Ορφανός από μικρός, δεν κάθισε να γράψει το δράμα της ζωής του. Δούλεψε σκληρά κι έτσι είχε σήμερα μια μικρή περιουσία. Κι ό,τι έμαθε, δεν το χρωστούσε στην κρατική θαλπωρή. Από κει πήρε τα βασικά. Αγαπούσε όμως τα βιβλία και διάβαζε ό,τι του τύχαινε. Έτσι, για να πηγαίνει κι ο νους παραπέρα, όπως έλεγε.
Εκείνο το φθινόπωρο λοιπόν, ο Χρυσόστομος πήρε μια μεγάλη και συνάμα παράξενη απόφαση. Να μάθει κολύμπι. Ντροπή του να μη ξέρει! Θα έκανε όμως εξάσκηση στο ποτάμι, σάμπως και γίνει ρεζίλι αν κατέβαινε με την πρώτη στην παραλία της γειτονικής πόλης. Και μετά, μέσα στο καλοκαίρι, όλο και κάποια θα τον πρόσεχε! Δηλαδή, οι άλλοι τι παραπάνω είχαν από αυτόν; Τίποτα! Κι από αυτοπεποίθηση, μπόλικη.
Στην αρχή, όλα φαινόντουσαν εύκολα. Το ζήτημα είναι να συνηθίσεις, έλεγε. Αρχές Οκτωβρίου κι ο καιρός ακόμα γλυκός. Το ποταμίσιο νερό βέβαια δεν είχε καμιά σχέση με αυτό της θάλασσας. Σε ορισμένα σημεία του, εκεί που τα δέντρα σχημάτιζαν πυκνή συστάδα, ήλιος δεν έφτανε σχεδόν. Είχε να υπολογίσει και τα ρεύματα. Παρά τις όποιες ταλαιπωρίες του όμως, όσο το φθινόπωρο κρατούσε, δεν υπήρχε τίποτα καλύτερο από το να ξαπλώνει στις μπλεγμένες ρίζες του τεράστιου πλάτανου με τα πόδια του να βυθίζονται στην ψιλή άσπρη άμμο.
Με το που μπήκε ο Νοέμβριος, τα πράγματα άλλαξαν. Έπιασε απότομο κρύο και η επιφάνεια του νερού κρυστάλλωσε τόπους-τόπους. Παρ’ όλα αυτά ο Χρυσόστομος δεν το έβαλε κάτω. Συνέχιζε το κολύμπι καθημερινά σχεδόν. Τον Δεκέμβριο όμως το νερό είχε πια παγώσει. Κι εσκιμώος να ήταν δεν θα μπορούσε να αντέξει!
Έφτασαν κι οι μέρες των Χριστουγέννων κι έφεραν μαζί το κοπάδι των παλιών συμμαθητριών. Ο Χρυσόστομος το σκέφτηκε καλά το πράγμα. Αυτή τη φορά θα εντυπωσίαζε. Αφού οι βοσκοί δεν είχαν πέραση, θα ακολουθούσε κι αυτός τη μόδα. Άμ’ έπος, άμ’ έργον! Γύρισε από την πόλη φορτωμένος. Άλλαξε ρούχα, άλλαξε παπούτσια, άλλαξε μαλλί. Γενικά, έγινε ένας σοφιστικέ κτηνοτρόφος. Αγόρασε και κινητό.
Παραμονή Χριστουγέννων και να σου τον στο πιο πολυσύχναστο καφέ της αρκαδικής μεγαλούπολης. Βρήκε τις συμμαθήτριες στριμωγμένες στον γωνιακό καναπέ, να ανταλλάσσουν τα τελευταία κουτσομπολιά. Κάθισε σ’ ένα κοντινό τραπέζι, ασφαλής πίσω από γυαλιά ηλίου. Με την καπαρντίνα, το κινητό αφημένο ανέμελα πάνω στο τραπεζάκι δίπλα στην ασημένια θήκη των τσιγάρων του, μόνο μια οικονομική εφημερίδα τού έλειπε για να ολοκληρώσει την εικόνα του επιτυχημένου σύγχρονου επιχειρηματία. Οικονομική εφημερίδα δεν είχε, έπινε όμως δήθεν αδιάφορα τον εσπρέσσο του ενώ παράλληλα είχε στήσει αυτί. Έμαθε για τον Σάκη, τον Μάκη, τον Τάκη της κάθε μιας, για το Βαρελάδικο, το Σκυλάδικο και όλα τα συναφή κέντρα υψηλόβαθμης διασκέδασης. Από τη μια ζήλεψε, από την άλλη συγχύστηκε. Ζήλεψε για τη ζωή που έκαναν, και για τον ίδιο λόγο συγχύστηκε.
Μ’ εκείνα και με τούτα, ούτε που κατάλαβε για πότε έφτασαν τα Φώτα. Οι γιορτές ήρθαν κι έφυγαν.
«Παραμονή Θεοφανίων» σκέφτηκε ο Χρυσόστομος. «Αύριο θα ρίξουν τον σταυρό». Κι αυτό του έγινε έμμονη ιδέα. Η ώρα που ο σταυρός θα χανόταν στο νερό του ποταμού και κάποιοι θαρραλέοι θα βούταγαν να τον πιάσουν. Η μέρα που μαζευόταν τόσος κόσμος που δεν είχες τόπο να σταθείς.
Στα πιο πολλά μέρη, έριχναν το σταυρό δεμένο με σκοινί και τον τραβούσαν ξανά. Στα μέρη του Χρυσόστομου όμως, το έθιμο έμενε αναλλοίωτο. Κι όσο κι αν αυτό φαινόταν παράξενο και για πολλούς αναχρονιστικό, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αψηφούσαν το κρύο και, υπό τις ιαχές της μαρίδας, προσπαθούσαν να ανασύρουν το αγιασμένο σύμβολο.
Ανήμερα Φώτα. Επιτέλους! Ο Χρυσόστομος το είχε πάρει πια απόφαση, θα έπεφτε να πιάσει τον σταυρό. Τι το μάθαινε το κολύμπι; Τι βούταγε βδομάδες ολόκληρες στα παγωμένα νερά; Το γνώριζε πια απ’ έξω κι ανακατωτά το ποτάμι. Μπορούσε να συναγωνιστεί ως κι εκείνον τον Αλέξη, το γιο του δάσκαλου -μικρά παιδιά ήτανε φίλοι κολλητοί- εκείνον ντε που είχε πάρει και χάλκινο μετάλλιο στους περσινούς πανελλήνιους αγώνες.
«Εσύ πιο γρήγορος, εγώ πιο έξυπνος» σκεφτόταν καθώς πίσω από ένα δέντρο έβλεπε τον κόσμο να μαζεύεται μυρμηγκομάνι στο ποτάμι, ενώ οι υποψήφιοι βουτηχτές είχαν φορέσει τα μαγιό τους και περίμεναν με το δέρμα τσιτωμένο σαν του κοτόπουλου, το παράγγελμα για να πέσουν στα νερά.
Ο Χρυσόστομος, αθέατος στην κρυψώνα του, άρχισε να ξεντύνεται όλο φούρια. Τον είχε ζώσει η αγωνία κι ένοιωθε το στομάχι του στο στόμα. Η φωνή του αρχιμανδρίτη ενωνόταν με αυτές των τριών παπάδων κι έφτανε μπερδεμένη στα αυτιά του. Ολόγυμνος με το μαγιό στο χέρι, κάνει να σηκώσει το πόδι του να το φορέσει κι εκεί γίνεται το κακό! Παραπατάει στις κροκάλες της όχθης και πέφτει μονομιάς στο νερό.
«Αμάν, ρεζίλι θα γίνω» ήταν ό,τι πρόλαβε να σκεφτεί ο Χρυσόστομος, καθώς άκουσε τον παφλασμό του σταυρού που χανόταν μέσα στο ποταμίσιο νερό.
Και μετά δεν σκέφτηκε τίποτα άλλο, καθώς βούταγε και ξαναβούταγε μέχρι τον αμμουδερό βυθό, καθώς ξέμπλεκε τις ρίζες των αιωνόβιων δέντρων που ξεπρόβαλλαν εδώ κι εκεί.
«Κάτι γυαλίζει! Θεέ μου, κάνε να είναι ο σταυρός!» χιλιοπαρακάλεσε ο Χρυσόστομος μέχρι που βεβαιώθηκε πως τα χέρια του άγγιξαν το γνώριμο σχήμα, μέχρι που αναδύθηκε στην επιφάνεια κι ένιωσε όλες τις αχτίνες του ήλιου που μόλις είχε ξεπροβάλει από τα σύννεφα, να στραφταλίζουν πάνω στο χρυσάφι του σταυρού.
«Τον βρήκα! Τον βρήκα!» φώναξε να τον ακούσουν όλοι καθώς φίλαγε τον σταυρό.
Το πλήθος αναταράχτηκε, πολλοί έσκιασαν τα μάτια να δουν καλύτερα.
«Ποιος είναι;» ρωτούσαν ο ένας τον άλλο.
«Ο Χρυσόστομος! Ο Χρυσόστομος της Παναγούλας!»
Ο Χρυσόστομος είχε φτάσει πια το πλήθος κι ετοιμαζόταν να βγει. Είχε ξεχάσει ως και τη γύμνια του, έβλεπε μόνο τον παπα Φώτη, τον παιδικό του εξομολογητή που με δάκρυα στα μάτια τού φώναζε: «Ευλογημένο να είσαι τέκνο μου!»
Τότε ακούστηκε η πρώτη φωνή που σκεπάστηκε από άλλες αντρικές, γυναικείες, παιδικές.
«Είναι γυμνός!»
«Καλέ, αυτός είναι τσίτσιδος!»
«Μπράβο σώμα ο Χρυσόστομος!» θαύμασαν οι παλιές συμμαθήτριες. «Κοίτα γραμμώσεις, κοίτα κοιλιακούς!»
 Ο Αλέξης ο κολυμβητής τον κοίταζε σκυλιασμένος από το κακό του.
«Μια πετσέτα, χριστιανοί!» φώναξε ο παπα Φώτης.
Σχεδόν αμέσως, ο Χρυσόστομος αισθάνθηκε ένα χνουδάτο ρούχο να τον σκεπάζει, ενώ ο αρχιμανδρίτης ξεπερνώντας την έκπληξή του τον ευλογούσε.
Κανένας δεν ρώτησε ποτέ πώς ο Χρυσόστομος βρέθηκε γυμνός στο ποτάμι. Αυτός που έπιανε τον σταυρό έχαιρε γενικής και αναμφισβήτητης εκτίμησης. Και σαν η επιφοίτηση να ήρθε ξαφνικά να φωλιάσει στα κεφάλια και την καρδιά των μέχρι πρότινος αδιάφορων εκπροσώπων του γυναικείου φύλου, ο Χρυσόστομος έγινε το μήλο της έριδος στα χέρια των παλιών συμμαθητριών.

Τώρα που τελειώνω αυτές τις γραμμές, ο ταχυδρόμος μού χτύπησε την πόρτα. Μέσα στα γράμματα βρήκα κι ένα προσκλητήριο. Ο Χρυσόστομος παντρεύεται στα μέσα του ερχόμενου μήνα μια κοντοχωριανή του που ζούσε χρόνια στην πρωτεύουσα. Το αξιομνημόνευτο είναι πως η μέλλουσα νύφη, που δεν ήθελε ούτε να ακούσει για επιστροφή στις ρίζες της, μαζί με τους όρκους αιώνιας πίστης και αφοσίωσης που θα ανταλλάξει με τον Χρυσόστομο, δέχτηκε να ανταλλάξει και τη ζωή στην Αθήνα με την επάνοδο στη γη των προγόνων. Άβυσσος η γυναικεία ψυχή!