Τρίτη, 25 Ιουνίου 2019

Φράνσις Χότζον Μπαρνέτ: Ο μυστικός κήπος (Εικοστό έκτο κεφάλαιο)






ΕΙΚΟΣΤΟ ΕΚΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

«Η ΜΗΤΕΡΑ ΕΙΝΑΙ!»

Η πίστη στη Μαγεία συνεχιζόταν. Μετά τους πρωινούς ψαλμούς, καμιά φορά ο Κόλιν έκανε διαλέξεις για τη Μαγεία.
«Μου αρέσει να το κάνω» εξήγησε «γιατί όταν μεγαλώσω και κάνω μεγάλες επιστημονικές ανακαλύψεις, θα πρέπει να δίνω διαλέξεις, οπότε κάνω πρακτική από τώρα. Για την ώρα μπορώ να κάνω μόνο σύντομες διαλέξεις γιατί είμαι πολύ μικρός και εξάλλου ο Μπεν Γουέδερσταφ θα ένιωθε σαν να ήταν στην εκκλησία και θα τον έπαιρνε ο ύπνος».
«Το καλύτερο με το κήρυγμα» είπε ο Μπεν «είναι πως κάποιος σαν του λόγου μου μπορεί να σηκωθεί και να πει ό,τι του αρέσει και κανένας δεν θα φέρει αντίρρηση. Δεν θα μου έπεφτε άσχημα να έκανα ένα κηρυγματάκι πότε πότε».
Μα όταν ο Κόλιν στάθηκε όρθιος κάτω από το δέντρο του, ο Μπεν κάρφωσε το αδηφάγο βλέμμα του επάνω του και συνέχισε να τον κοιτάζει. Τον κοίταζε εξεταστικά με επικριτική στοργή. Δεν τον ένοιαζε τόσο το κήρυγμα όσο τα πόδια του αγοριού που έμοιαζαν να ισιώνουν και να δυναμώνουν καθημερινά, το κεφάλι του που έστεκε περήφανο, το άλλοτε γωνιώδες σαγόνι του και τα άλλοτε βαθουλωμένα μάγουλα που γέμιζαν και τα μάτια που είχαν αρχίσει να φαίνονται τόσο φωτεινά όσο κάποιας άλλης. Μερικές φορές όταν ο Κόλιν ένιωθε πως το ειλικρινές βλέμμα του Μπεν σήμαινε πως είχε εντυπωσιαστεί πολύ, αναρωτιόταν τι να του θύμιζε και μια φορά, όταν εκείνος έμοιαζε πολύ συνεπαρμένος, τον ρώτησε.
«Τι σκέφτεσαι, Μπεν Γουέδερσταφ;» ρώτησε.
«Σκεφτόμουν» απάντησε ο Μπεν «πως θα έβαζα στοίχημα πως πήρες πάνω σου κοντά δυο κιλά μέσα στη βδομάδα. Κοιτούσα τις γάμπες και τους ώμους σου. Πολύ θα το’ θελα να σε ζυγίσω».
«Η Μαγεία φταίει και τα τσουρεκάκια και το γάλα και όλα αυτά που στέλνει η κυρία Σόουερμπάι» είπε ο Κόλιν. «Βλέπεις, το επιστημονικό πείραμα πέτυχε».
Εκείνο το πρωινό ο Ντίκον άργησε στη διάλεξη. Κι όταν εμφανίστηκε, ήταν αναψοκοκκινισμένος από το τρέξιμο και το αστείο του πρόσωπο ακτινοβολούσε περισσότερο από ό,τι συνήθως. Μια και μετά τις βροχές είχαν πολύ ξεβοτάνισμα να κάνουν, έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά. Πάντα είχαν πολλή δουλειά μετά από μια ευεργετική βροχή. Η υγρασία έκανε καλό στα λουλούδια, αλλά θέριευε και τα ζιζάνια, που ξεπέταγαν μικρές λεπίδες γρασιδιού και φυλλαράκια που έπρεπε να ξεριζωθούν προτού οι ρίζες τους πιάσουν για τα καλά στο χώμα. Ο Κόλιν είχε γίνει πια τόσο καλός στο ξεβοτάνισμα όσο και οι υπόλοιποι και μπορούσε να κάνει τη διάλεξή του όση ώρα δούλευε.
«Η Μαγεία κάνει καλύτερη δουλειά όταν δουλεύεις» έλεγε εκείνο το πρωινό. «Τη νιώθεις στα κόκκαλα και στα μούσκουλά σου. Θα διαβάσω βιβλία για τα κόκκαλα και για τα μούσκουλα, αλλά θα γράψω ένα βιβλίο για τη Μαγεία. Το σχεδιάζω από τώρα. Όλο ανακαλύπτω πράγματα».
Δεν είχε περάσει πολλή ώρα από αυτά του τα λόγια όταν άφησε το φτυαράκι του και στάθηκε στα πόδια του. Είχε απομείνει κάμποσο σιωπηλός και οι άλλοι είχαν καταλάβει πως σκεφτόταν τις διαλέξεις, ως συνήθως. Όταν άφησε το φτυαράκι του και στάθηκε όρθιος, στη Μαίρη και τον Ντίκον φάνηκε πως μια ισχυρή σκέψη τον έσπρωξε να το κάνει. Ο Κόλιν τεντώθηκε και άνοιξε διάπλατα τα χέρια του. Το πρόσωπό του είχε πάρει ένα υγιές αστραφτερό χρώμα και τα παράξενά του μάτια είχαν ανοίξει διάπλατα από τη χαρά του. Μόλις εκείνη τη στιγμή είχε καταλάβει απόλυτα κάτι.
«Μαίρη! Ντίκον!» φώναξε. «Κοιτάξτε με!»
Τα δυο παιδιά σταμάτησαν το ξεβοτάνισμα και τον κοίταξαν.
«Θυμόσαστε εκείνο το πρώτο πρωινό που με φέρατε εδώ;» ρώτησε ο Κόλιν.
Ο Ντίκον τον κοιτούσε καλά καλά. Επειδή γήτευε τα ζώα, μπορούσε να καταλάβει περισσότερα πράγματα από τους υπόλοιπους ανθρώπους, και για πολλά από αυτά τα πράγματα δεν μιλούσε ποτέ. Κι εκείνη τη στιγμή έβλεπε στο αγόρι κάποια από αυτά τα πράγματα.
«Αμέ, πώς δε θυμόμαστε!» του απάντησε.
Η Μαίρη τον κοίταζε κι εκείνη καλά καλά, δεν έβγαλε όμως κουβέντα.
«Μόλις τώρα το θυμήθηκα στα ξαφνικά καθώς κοίταξα το χέρι μου όσο έσκαβα, και στάθηκα στα πόδια μου για να βεβαιωθώ» είπε ο Κόλιν. «Και είναι αλήθεια! Είμαι καλά, είμαι καλά!»
«Αμ πώς και δεν είσαι!» είπε ο Ντίκον.
«Είμαι καλά! Είμαι καλά!» είπε ξανά ο Κόλιν και το πρόσωπό του αναψοκοκκίνισε.
Κατά κάποιον τρόπο το ήξερε και πιο πριν, το έλπιζε, το ένιωθε και το σκεφτόταν, μα μόλις εκείνη τη στιγμή κάτι τον διαπέρασε, ένα είδος εκστατικής πίστης και συνειδητοποίησης, κι αυτό το κάτι ήταν τόσο δυνατό που δεν μπόρεσε παρά να το διατυμπανίσει.
«Θα ζήσω παντοτινά!» κραύγασε μεγαλόπρεπα. «Θα ανακαλύψω χιλιάδες πράγματα. Θα κάνω ανακαλύψεις σχετικά με τους ανθρώπους, τα πλάσματα και οτιδήποτε μεγαλώνει, σαν τον Ντίκον, και ποτέ μου δεν θα σταματήσω να κάνω Μαγικά. Είμαι καλά! Είμαι καλά! Νιώθω, νιώθω σαν να θέλω να βροντοφωνάξω κάτι, κάτι που να δείχνει ευγνωμοσύνη και χαρά!»
Ο Μπεν Γουέδερσταφ, που δούλευε εκεί δίπλα σε μια τριανταφυλλιά, γύρισε και τον κοίταξε.
«Μπορείς να ψάλλεις τη Δοξολογία» πρότεινε ξινισμένα. Δεν είχε γνώμη για τη Δοξολογία και ούτε έκανε αυτή την πρόταση έχοντας κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό του.
Ο Κόλιν όμως είχε ερευνητικό μυαλό και δεν ήξερε τίποτα για τη Δοξολογία.
«Τι είναι αυτό;» θέλησε να μάθει.
«Βάζω στοίχημα πως ο Ντίκον μπορεί να σου την τραγουδήσει» απάντησε ο Μπεν Γουέδερσταφ.
Ο Ντίκον απάντησε με το γεμάτο κατανόηση χαμόγελο γητευτή που τον διέκρινε.
«Την τραγουδάνε στην εκκλησία» είπε. « Η μητέρα πιστεύει πως την τραγουδάνε οι κορυδαλλοί όταν ξυπνάνε το πρωί».
«Αν το λέει η μητέρα σου, τότε θα είναι όμορφο τραγούδι» είπε ο Κόλιν. «Δεν έχω πάει ποτέ μου στην εκκλησία. Ήμουν πάντα πολύ άρρωστος. Τραγούδησέ την, Ντίκον. Θέλω να την ακούσω».
Ο Ντίκον τα έβλεπε απλά και ψύχραιμα τα πράγματα. Είχε καταλάβει τι ένιωθε ο Κόλιν καλύτερα από εκείνον. Είχε καταλάβει γιατί είχε ένστικτο, κι ήταν κάτι τόσο φυσικό που το θεώρησε δεδομένο. Έβγαλε το καπέλο του και κοίταξε γύρω χαμογελώντας.
«Πρέπει να βγάλεις το καπέλο σου» είπε στον Κόλιν. «Κι εσύ, Μπεν, πρέπει να βγάλεις το καπέλο σου και να σηκωθείς, το ξέρεις».
Ο Κόλιν έβγαλε το καπέλο του και ο ήλιος έλαμψε και ζέστανε τα πυκνά του μαλλιά καθώς παρακολουθούσε με προσοχή τον Ντίκον. Ο Μπεν Γουέδερσταφ σηκώθηκε κι έβγαλε κι εκείνος το καπέλο του κι είχε ένα βλέμμα σαστισμένο και κάπως πικρόχολο, σαν να μην ήξερε για ποιο λόγο ακριβώς έπρεπε να τα κάνει όλα αυτά.
Ο Ντίκον στάθηκε ανάμεσα στα δέντρα και τις τριανταφυλλιές και άρχισε να τραγουδάει με απλότητα και μια καθαρή αγορίστικη φωνή:
«Υμνείστε τον Κύριο εσείς, όλη η ανθρωπότης
Υμνείστε τον Κύριο, που είναι ουράνιος δεσπότης
Υμνείστε τον Κύριο που ευλογία δίνει με ένα νεύμα
Υμνείστε τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα
Αμήν».
Όταν τελείωσε τον ύμνο, ο Μπεν Γουέδερσταφ στεκόταν ακίνητος με σφιγμένα σαγόνια, το βλέμμα του όμως, γεμάτο ταραχή, ήταν στραμμένο στον Κόλιν. Το πρόσωπο του Κόλιν ήταν σοβαρό, γεμάτο ευγνωμοσύνη.
«Πολύ όμορφο τραγούδι» είπε. «Μου αρέσει. Ίσως θέλει να πει αυτό που εννοώ όταν θέλω να φωνάξω δυνατά πως ευχαριστώ τη Μαγεία». Σταμάτησε και σκέφτηκε κάπως προβληματισμένος. «Μπορεί να είναι το ίδιο πράγμα και τα δύο. Πώς να ξέρουμε ποιο είναι το σωστό όνομα για το καθετί; Τραγούδησε ξανά, Ντίκον. Ας προσπαθήσουμε κι εμείς, Μαίρη. Θέλω να τραγουδήσω. Πώς ξεκινάει; “ Υμνείστε τον Κύριο εσείς, όλη η ανθρωπότης”».
Και το τραγούδησαν ξανά και ξανά, και η Μαίρη με τον Κόλιν προσπάθησαν να είναι μέσα στον ρυθμό, και η φωνή του Ντίκον ακουγόταν δυνατή και όμορφη. Και στον δεύτερο στίχο, ο Μπεν Γουέδερσταφ καθάρισε τον λαιμό του και στον τρίτο η φωνή του ήρθε να ενωθεί με των υπολοίπων και ακούστηκε τόσο σθεναρή που έμοιαζε πρωτόγονη σχεδόν, και όταν ειπώθηκε το “Αμήν”, η Μαίρη παρατήρησε πως ο Μπεν έπαθε ό,τι και τότε που κατάλαβε πως ο Κόλιν δεν ήταν ανάπηρος: τα μάγουλά του τρεμούλιασαν και τα μάτια του ανοιγόκλειναν και τα γερασμένα του μάγουλα ήταν υγρά.
«Ποτές μου δεν κατάλαβα τη Δοξολογία μέχρι τα τώρα» είπε βραχνά ο Μπεν «μπορεί όμως και να αλλάξω γνώμη από δω και πέρα. Σαν να πήρες και δυόμιση κιλά μέσα στη βδομάδα, Αφέντη Κόλιν, δυόμιση ολάκερα κιλά!»
Ο Κόλιν κοιτούσε κάτι που είχε αποσπάσει την προσοχή του στην άλλη μεριά του κήπου, και η έκφρασή του ήταν ξαφνιασμένη.
«Ποιος έρχεται;» είπε ανήσυχα. «Ποιος είναι;»
Η πόρτα στον τοίχο με τον κισσό είχε ανοίξει αργά και μια γυναίκα είχε μπει στον κήπο. Είχε μπει την ώρα που ακουγόταν ο τελευταίος στίχος του ύμνου και είχε σταθεί ακίνητη ακούγοντας και κοιτώντας τους όλους. Με τον κισσό ακριβώς πίσω της, το φως του ήλιου να περνάει ανάμεσα από τα δέντρα και να απλώνεται στον μακρύ μπλε της μανδύα και με το όμορφο νεανικό της πρόσωπο να χαμογελάει μέσα σε όλη αυτή την πρασινάδα, έμοιαζε με αυτές τις χαριτωμένες έγχρωμες εικόνες στα βιβλία του Κόλιν. Είχε υπέροχα στοργικά μάτια που ήταν σαν να αγκάλιαζαν τα πάντα, ακόμα και τον Μπεν Γουέδερσταφ και τα πλασματάκια και κάθε ανθισμένο λουλούδι. Παρόλο που φάνηκε αναπάντεχα, κανένας δεν την είδε σαν εισβολέα. Τα μάτια του Ντίκον έλαμψαν.
«Η Μητέρα είναι!» φώναξε και πήγε τρέχοντας κοντά της.
Ο Κόλιν άρχισε να προχωράει προς το μέρος της και η Μαίρη τον ακολούθησε. Και τα δυο παιδιά ένιωθαν τον σφυγμό τους να χτυπάει πιο δυνατά.
«Η Μητέρα είναι!» είπε ξανά ο Ντίκον όταν συναντήθηκαν στη μέση του κήπου. «Ήξερα πως ήθελες να τη δεις και της είπα πού ήταν κρυμμένη η πόρτα».
Ο Κόλιν της άπλωσε το χέρι του με ένα είδος βασιλικής ντροπαλότητας, τα μάτια του όμως δεν χόρταιναν να την κοιτάζουν.
«Ακόμα και τον καιρό που ήμουν άρρωστος, ήθελα να σας δω» είπε ο Κόλιν. «Κι εσάς και τον Ντίκον και τον μυστικό κήπο. Πιο πριν ποτέ μου δεν θέλησα να δω κανέναν και τίποτα».
Το θέαμα του χαρούμενου προσώπου άλλαξε και το δικό της. Αναψοκοκκίνισε και οι γωνίες του στόματός της ταράχτηκαν και μια αχλή φάνηκε να διαπερνάει τα μάτια της.
«Αχ! Καλό μου παιδί!» είπε με σπασμένη φωνή. «Αχ! Καλό μου παιδί!» σαν μόλις εκείνη τη στιγμή να της ήρθαν οι λέξεις στο στόμα. Δεν είπε “Αφέντη Κόλιν”, αλλά μόνο “καλό μου παιδί”, έτσι στα ξαφνικά. Τα ίδια λόγια θα μπορούσε να πει και στον Ντίκον αν έβλεπε στο πρόσωπό του κάτι που θα τη συγκινούσε. Του άρεσε αυτό του Κόλιν.
«Σας έκανε έκπληξη που με βλέπετε τόσο καλά;» τη ρώτησε.
Εκείνη έβαλε το χέρι της στον ώμο του και χαμογέλασε διώχνοντας την καταχνιά από το βλέμμα της.
«Αμ δε μου έκανε!» είπε. «Είσαι όμως φτυστός η μάνα σου κι αυτό έκανε την καρδιά μου να πεταρίσει».
«Λέτε αυτό να κάνει τον πατέρα μου να με συμπαθήσει;» ρώτησε αμήχανα ο Κόλιν.
«Στα σίγουρα, καλό μου παιδί» του απάντησε και τον χάιδεψε στον ώμο. «Πρέπει να γυρίσει, πρέπει να γυρίσει».
«Σούζαν Σόουερμπάι» είπε ο Μπεν Γουέδερσταφ πλησιάζοντάς την. «Για δες τα πόδια του αγοριού, για κοίτα! Σαν ξυλαράκια μέσα σε κάλτσες ήταν δυο μήνες πριν, κι άκουγα κάτι νοματαίους που έλεγαν πως ήταν στραβά, κι άλλοι έλεγαν πως στράβωναν έξω κι άλλοι μέσα. Κοίτα τώρα!»
Η Σούζαν Σόουερμπάι άφησε ένα ήσυχο γέλιο.
«Σε λιγάκι θα γίνουν μια χαρά γερά ποδάρια» είπε. «Άστον να παίζει και να δουλεύει στον κήπο και να τρώει με την καρδιά του και να πίνει καλό γλυκό γάλα και δεν θα έχεις ματαδεί καλύτερο ζευγάρι πόδια σε όλο το Γιορκσάιρ, δόξα στον Κύριο».
Έβαλε και τα δυο της χέρια στους ώμους της αφέντρας της Μαίρης και κοίταξε το προσωπάκι της με μητρικό ύφος.
«Αχ! Κι εσύ το ίδιο!» της είπε. «Έγινες σχεδόν το ίδιο καλόκαρδη με τη Λίζμπεθ Έλεν μας. Βάζω στοίχημα πως κι εσύ στη μητέρα σου μοιάζεις. Η Μάρθα μας μου είπε πως η κυρία Μέντλοκ άκουσε πως ήταν όμορφη γυναίκα. Σαν το κόκκινο τριαντάφυλλο θα γίνεις σα μεγαλώσεις, κοριτσάκι μου, να ζήσεις».
Δεν ανέφερε πως όταν η Μάρθα στη μέρα της σχόλης της είχε γυρίσει σπίτι και της είχε περιγράψει το άχαρο κιτρινιάρικο κοριτσάκι, δεν είχε δώσει καμία βάση στα όσα είχε ακούσει η κυρία Μέντλοκ. «Δεν έχει λόγο μια όμορφη γυναίκα να έχει τέτοιο απαίσιο παιδί» είχε προσθέσει πεισμωμένα.
Η Μαίρη δεν είχε χρόνο να παρατηρήσει τις αλλαγές στο πρόσωπό της. Το μόνο που ήξερε ήταν πως έδειχνε “διαφορετική” και πως τα μαλλιά της είχαν πυκνώσει και μεγάλωναν γρήγορα. Καθώς θυμήθηκε όμως πόσο της άρεσε να κοιτάζει τη Λευκή Κυρία παλιά, χαιρόταν που άκουγε πως μπορεί μια μέρα να της έμοιαζε.
Η Σούζαν Σόουερμπάι περιδιάβηκε τον κήπο μαζί τους κι έμαθε όλη την ιστορία του, και της έδειξαν όλους τους θάμνους και τα δέντρα που είχαν ζωντανέψει. Ο Κόλιν περπατούσε δίπλα της από τη μια μεριά και η Μαίρη από την άλλη. Και οι δυο τους κοιτούσαν όλη την ώρα το ήρεμο ροδαλό πρόσωπο κι από μέσα τους ήταν γεμάτοι περιέργεια για όσα ευχάριστα συναισθήματα τους προκαλούσε, σαν ένα είδος θαλπωρής. Τους φαινόταν πως τους καταλάβαινε, όπως καταλάβαινε ο Ντίκον τα πλασματάκια του. Η κυρία Σόουερμπάι έσκυβε πάνω από τα λουλούδια και τους μιλούσε σαν να ήταν παιδιά. Ο Καπνιάς την ακολουθούσε και μια δυο φορές της μίλησε με κρωξίματα και πήγε και κάθισε στον ώμο της όπως έκανε και με τον Ντίκον. Όταν της είπαν για τον κοκκινολαίμη και την πρώτη πτήση των νεογνών του, γέλασε γλυκά.
«Μου φαίνεται πώς το να τα μαθαίνει να πετάνε είναι σαν να μαθαίνεις παιδιά να περπατάνε, αλλίμονό μου όμως αν τα δικά μου παιδιά είχαν φτερά αντί για ποδάρια» είπε.
Και στο τέλος της είπαν για τη Μαγεία, γιατί ήταν μια καλή γυναίκα με απλούς τρόπους.
«Πιστεύετε στη Μαγεία;» ρώτησε ο Κόλιν αφού της είχε εξηγήσει για τους Ινδούς φακίρηδες. «Ελπίζω να πιστεύετε».
«Βέβαια, παιδί μου» απάντησε. «Δεν την ήξερα με αυτό το όνομα, μα και τι πειράζει; Στα σίγουρα άλλο όνομα έχει στη Γαλλία κι άλλο στη Γερμανία. Αυτό που κάνει τους σπόρους να φουσκώνουν και τον ήλιο να λάμπει έκανε κι εσένα γερό και είναι Καλό Πράγμα. Κι εμείς οι ανόητοι του δίνουμε ονόματα, λες κι έχει σημασία. Το Μεγάλο Καλό δεν σταματάει να δουλεύει, βοήθειά μας. Φτιάχνει εκατομμύρια κόσμους σαν τον δικό μας. Να μη σταματήσετε ποτέ να πιστεύετε στο Μεγάλο Καλό και να ξέρετε πως ο κόσμος είναι γεμάτος από αυτό κι ας το λέτε όπως θέλετε. Όταν μπήκα στον κήπο, του τραγουδούσατε.
«Είχα τόση χαρά!» είπε ο Κόλιν κοιτώντας την με τα όμορφα παράξενά του μάτια. «Ξαφνικά κατάλαβα πόσο διαφορετικός ήμουν, πόσο δυνατά ήταν τα χέρια και τα πόδια μου, πώς μπορούσα να σκάβω και να στέκομαι όρθιος, και τότε ξεσηκώθηκα και θέλησα να φωνάξω κάτι σε οτιδήποτε με άκουγε».
«Η Μαγεία σε άκουσε όταν τραγούδησες τη Δοξολογία. Θα άκουγε ό,τι κι αν της τραγουδούσες. Αυτό που είχε σημασία ήταν η χαρά. Αχ! παιδί μου, τι σημασία έχουν τα ονόματα για Αυτόν που φτιάχνει τη Χαρά;» είπε και του χάιδεψε ξανά τον ώμο.
Είχε φέρει μαζί της ένα καλάθι γεμάτο καλούδια, κι όταν ήρθε η ώρα κι ο Ντίκον το κουβάλησε από την κρυψώνα του, η κυρία Σόουερμπάι κάθισε κάτω από ένα δέντρο και παρακολουθούσε τα παιδιά να καταβροχθίζουν τα φαγητά γελώντας και καμαρώνοντας για την όρεξη που είχαν. Η διάθεσή της ήταν πολύ εύθυμη και έκανε τα παιδιά να γελάνε με λογιών λογιών παράξενα πράγματα. Τους είπε ιστορίες στη διάλεκτο του Γιορκσάιρ και τους έμαθε καινούριες λέξεις. Γέλασε με την καρδιά της όταν της είπαν για το πόσο δυσκολευόντουσαν πια να παριστάνουν πως ο Κόλιν ήταν ένας φοβιτσιάρης ανάπηρος.
«Βλέπετε, δεν μπορούμε να κρατήσουμε τα γέλια μας όταν είμαστε όλοι μαζί» εξήγησε ο Κόλιν. «Κι ας μην το θέλουμε να γελάμε. Προσπαθούμε να πνίξουμε το γέλιο, δεν τα καταφέρνουμε όμως, κι αυτό είναι χειρότερο».
«Είναι κάτι που μου έρχεται συχνά στο μυαλό και δεν μπορώ να συγκρατηθώ όταν το σκέφτομαι στα ξαφνικά» είπε η Μαίρη. «Σκέφτομαι, για φαντάσου το πρόσωπο του Κόλιν να γινόταν ολοστρόγγυλο σαν το φεγγάρι. Δεν είναι τόσο στρογγυλό, κάθε μέρα όμως όλο και παχαίνει από λίγο. Φαντάσου λοιπόν ένα πρωί να έμοιαζε έτσι, τότε τι θα κάναμε!»
«Βοήθειά μας! Σαν να έχετε σκοπό να παίξετε πολύ θέατρο ακόμα» είπε η κυρία Σόουερμπάι. «Αυτό όμως δεν πρέπει να τραβήξει πολύ. Ο Αφέντης Κρέιβεν θα γυρίσει».
«Το πιστεύετε;» ρώτησε ο Κόλιν. «Γιατί;»
Η Σούζαν Σόουερμπάι κρυφογέλασε.
«Λέω πως θα στενοχωριόσουν αν το μάθαινε από άλλους, γιατί θέλεις να το πεις με το δικό σου τρόπο» είπε. «Νύχτες έμεινες ξάγρυπνος να το σχεδιάζεις».
«Δεν θα άντεχα να του το πει κάποιος άλλος» είπε ο Κόλιν. «Κάθε μέρα σκέφτομαι καινούριους τρόπους για να του το πω. Τώρα πια νομίζω πως το μόνο που θέλω είναι να πάω τρέχοντας στο δωμάτιό του».
«Καλή αρχή το βρίσκω» είπε η Σούζαν Σόουερμπάι. «Θα θελα να δω το πρόσωπό του, παιδί μου. Πώς και θα θελα! Πρέπει να γυρίσει, πρέπει».
Ένα από τα πράγματα για τα οποία κουβέντιασαν ήταν η επίσκεψη των παιδιών στο αγροτόσπιτο της κυρίας Σόουερμπάι. Είχαν κάνει λεπτομερές σχέδιο. Θα πήγαιναν με άμαξα στον χερσότοπο και θα έτρωγαν ανάμεσα στα ρείκια. Θα έβλεπαν και τα δώδεκα παιδιά και τον κήπο του Ντίκον και δεν θα γύριζαν πίσω παρά μόνο όταν θα είχαν κουραστεί.
Τελικά, η κυρία Σόουερμπάι σηκώθηκε να πάει να βρει την κυρία Μέντλοκ. Και ο Κόλιν έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι με το καροτσάκι του. Προτού όμως καθίσει σε αυτό, πλησίασε τη Σούζαν κοιτώντας τη με λατρεία κι έβαλε το χέρι του στις πτυχές του μπλε μανδύα της.
«Είσαστε αυτό ακριβώς που ήθελα. Μακάρι να ήσασταν και δική μου μητέρα εκτός από του Ντίκον!» είπε.
Μεμιάς η Σούζαν Σοόυερμπάι έσκυψε και τον σήκωσε και τον έσφιξε στην αγκαλιά της σαν να ήταν ο αδελφός του Ντίκον. Τα μάτια της έγιναν υγρά.
«Αχ! Καλό μου παιδί!» είπε. «Η μητέρα σου είναι μέσα σε αυτόν τον κήπο, το πιστεύω αυτό. Δεν θα μπορούσε να μείνει μακριά του. Κι ο πατέρας σου πρέπει να γυρίσει, πρέπει!»

Τρίτη, 18 Ιουνίου 2019

Φράνσις Χότζον Μπαρνέτ: Ο μυστικός κήπος (Εικοστό πέμπτο κεφάλαιο)



ΕΙΚΟΣΤΟ ΠΕΜΠΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Η ΚΟΥΡΤΙΝΑ

Κι ο μυστικός κήπος άνθιζε κι όλο άνθιζε, και κάθε πρωί όλο κι ένα καινούριο θαύμα συνέβαινε. Στη φωλιά του κοκκινολαίμη υπήρχαν Αυγά και το ταίρι του καθόταν πάνω τους για να τα ζεσταίνει με το φτερωτό της στήθος και τις στοργικές της φτερούγες. Στην αρχή ήταν πολύ νευρική και ο κοκκινολαίμης παρατηρούσε επιφυλακτικά το καθετί. Εκείνες τις μέρες ακόμα και ο Ντίκον δεν πλησίαζε τη συστάδα που βρισκόταν η φωλιά παρά περίμενε μέχρι που, λες κι έκανε κάποιο μυστηριώδες ξόρκι, κατάφερε την καρδιά του μικρού φτερωτού ζευγαριού να καταλάβει πως όλα στον κήπο ήταν σαν και αυτά, πως όλα καταλάβαιναν το θαυμαστό που τους συνέβαινε, την ύψιστη, τρυφερή, τρομακτική, σπαραξικάρδια ομορφιά και τη σπουδαιότητα των Αυγών. Αν υπήρχε έστω κι ένας στον κήπο που δεν ήξερε βαθιά μέσα του πως αν ένα Αυγό αποχωριζόταν από τη φωλιά ή πάθαινε κάτι, τότε όλος ο κόσμος θα στροβιλιζόταν και θα καταστρεφόταν, αν υπήρχε έστω κι ένας που δεν το ένιωθε και δεν έπραττε ανάλογα, τότε δεν θα υπήρχε ευτυχία ούτε και σε αυτή την ηλιόλουστη ανοιξιάτικη ατμόσφαιρα. Όλοι τους όμως το ήξεραν και το ένιωθαν, κι αυτό το γνώριζαν και ο κοκκινολαίμης και το ταίρι του.
Στην αρχή ο κοκκινολαίμης παρατηρούσε τη Μαίρη και τον Κόλιν νευρικά. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο ήξερε πως δεν ήταν ανάγκη να προσέχει τον Ντίκον. Με το που τα χάντρινα μάτια του πρωτοκοίταξαν τον Ντίκον, ήξερε πως δεν ήταν ένας ξένος, αλλά ένα είδος κοκκινολαίμη χωρίς ράμφος και φτερά. Ήξερε να μιλάει σαν κοκκινολαίμης (κι αυτή είναι μια πολύ ιδιαίτερη διάλεκτος που ξεχωρίζει από τις άλλες). Το να μιλάς κοκκινολαιμίστικα σε έναν κοκκινολαίμη είναι σαν να μιλάς Γαλλικά σε έναν Γάλλο. Ο Ντίκον πάντα έτσι μιλούσε στον κοκκινολαίμη, κι έτσι τον κοκκινολαίμη δεν τον πείραζαν τα ακαταλαβίστικα που έλεγε όταν μιλούσε στους άλλους ανθρώπους. Ο κοκκινολαίμης πίστευε πως ο Ντίκον μιλούσε ακαταλαβίστικα στους άλλους, γιατί εκείνοι δεν ήταν τόσο έξυπνοι ώστε να καταλάβουν τη γλώσσα του πουλιού. Οι κινήσεις του Ντίκον ήταν κι αυτές σαν του κοκκινολαίμη. Δεν προκαλούσαν ταραχή, γιατί δεν έκρυβαν ούτε κίνδυνο ούτε απειλή. Όλοι οι κοκκινολαίμηδες μπορούσαν να καταλάβουν τον Ντίκον, κι έτσι η παρουσία του δεν δημιουργούσε καμία ενόχληση.
Στην αρχή όμως ο κοκκινολαίμης έκρινε απαραίτητο να έχει το νου του στους άλλους δύο. Καταρχήν, το αγόρι δεν ερχόταν στον κήπο με τα πόδια. Τον έσπρωχναν πάνω σε ένα πράγμα με ρόδες και ήταν σκεπασμένος με δέρματα ζώων. Κι αυτό από μόνο του δημιουργούσε αμφιβολίες. Μετά, όταν άρχισε να σηκώνεται στα πόδια και να κυκλοφορεί, το έκανε με έναν παράξενο ασυνήθιστο τρόπο, και οι άλλοι μάλλον τον βοηθούσαν. Ο κοκκινολαίμης συνήθιζε να τρυπώνει σε έναν θάμνο και να τα παρατηρεί όλα αυτά ανήσυχος, με το κεφάλι του να γέρνει πότε από τη μία και πότε από την άλλη. Πίστευε πως οι αργές κινήσεις ίσως σήμαιναν πως ετοιμαζόταν να χιμήξει, όπως κάνουν οι γάτες. Όταν οι γάτες ετοιμάζονται να χιμήξουν, σέρνονται πολύ αργά στο έδαφος. Ο κοκκινολαίμης το συζήτησε με το ταίρι του για αρκετές μέρες, μετά όμως αποφάσισε να μην ξαναμιλήσει για το θέμα, γιατί το ταίρι του τρομοκρατήθηκε τόσο που ο κοκκινολαίμης φοβήθηκε πως αυτό θα έκανε κακό στα Αυγά.
Όταν το αγόρι άρχισε να περπατάει χωρίς βοήθεια και να κινείται πιο γρήγορα, η ανακούφιση στη φωλιά ήταν μεγάλη. Για ένα μεγάλο διάστημα, ή έτσι φάνηκε στον κοκκινολαίμη, το αγόρι ήταν πηγή ανησυχίας. Δεν φερόταν όπως οι άλλοι άνθρωποι. Του άρεσε να κάνει περιπάτους, είχε όμως τη συνήθεια να κάθεται για λίγο και μετά να σηκώνεται αφηρημένα και να ξαναπερπατάει.
Μια μέρα ο κοκκινολαίμης θυμήθηκε πως όταν κι αυτός ήταν μικρός και του μάθαιναν οι γονείς του να πετάει, έκανε κάτι παρόμοιο. Πετούσε κάτι λίγα μέτρα και μετά καθόταν να ξαποστάσει. Κι έτσι σκέφτηκε πως το αγόρι μάθαινε να πετάει ή μάλλον να περπατάει. Αυτή τη σκέψη του τη μετέφερε στο ταίρι του και όταν της είπε πως τα Αυγά ήταν πολύ πιθανόν να συμπεριφερθούν με τον ίδιο τρόπο όταν θα έβγαζαν φτερά, εκείνη έδειξε να ανακουφίζεται και μάλιστα φάνηκε να δείχνει ενδιαφέρον και της άρεσε να παρατηρεί το αγόρι από εκεί που καθόταν στη φωλιά, αν και πάντα της πίστευε πως τα Αυγά θα ήταν πολύ πιο έξυπνα και θα μάθαιναν πολύ πιο γρήγορα. Μετά όμως είπε με επιείκεια πως οι άνθρωποι πάντα ήταν πιο ατσούμπαλοι και αργοί από τα Αυγά και πως οι περισσότεροι ποτέ δεν μάθαιναν να πετάνε. Δεν τους συναντούσες ποτέ σου ούτε στον αέρα ούτε στις κορυφές των δέντρων.
Μετά από λίγο καιρό το αγόρι άρχισε να κινείται όπως οι υπόλοιποι, μα και τα τρία παιδιά έκαναν περίεργα πράγματα ώρες-ώρες. Ήταν φορές που στεκόντουσαν κάτω από τα δέντρα και κουνούσαν τα χέρια, τα πόδια και τα κεφάλια τους με ένα τρόπο που ούτε περπάτημα ούτε τρέξιμο ούτε κάθισμα ήταν. Έκαναν τις ίδιες κινήσεις ανά διαστήματα κάθε μέρα, και ο κοκκινολαίμης δεν κατάφερε να εξηγήσει στο ταίρι του τι έκαναν ή τι προσπαθούσαν να κάνουν. Για το μόνο που μπορούσε να μιλήσει με σιγουριά ο κοκκινολαίμης ήταν το ότι τα Αυγά δεν θα τριγύριζαν φτερουγίζοντας με αυτόν τον παράξενο τρόπο. Επειδή όμως το αγόρι που μιλούσε τόσο καλά τη γλώσσα του κοκκινολαίμη έκανε τα ίδια, τα δυο πουλιά σιγουρεύτηκαν πως αυτές οι κινήσεις δεν ήταν επικίνδυνες. Φυσικά ούτε ο κοκκινολαίμης ούτε το ταίρι του άκουσαν ποτέ τους για τον πρωταθλητή της πυγμαχίας τον Μπομπ Χάουαρθ, ούτε για τις ασκήσεις του που δυνάμωναν τα μούσκουλα. Οι κοκκινολαίμηδες δεν είναι σαν τους ανθρώπους. Τα μούσκουλά τους είναι εξασκημένα από γεννησιμιού τους κι έτσι δυναμώνουν φυσιολογικά. Αν είναι ανάγκη να πετάς από δω κι από κει για να βρεις τροφή, τα μούσκουλά σου δεν ατροφούν, δηλαδή δεν εξασθενίζουν από την έλλειψη άσκησης.
Όταν πια το αγόρι περπατούσε, έτρεχε, έσκαβε και ξεβοτάνιζε σαν τους υπόλοιπους, η φωλιά στη γωνιά του κήπου βρήκε πια την ηρεμία της. Ο φόβος για τα Αυγά ανήκε πια στο παρελθόν. Το κλώσσημα γίνεται διασκεδαστικό όταν ξέρεις πως τα Αυγά σου είναι τόσο ασφαλή σαν να τα είχες σε τραπεζική θυρίδα κι ακόμα όταν ξέρεις πως έχεις την ευκαιρία να παρακολουθήσεις τόσα και τόσα παράξενα να συμβαίνουν. Τις βροχερές μέρες η μητέρα των Αυγών ένιωθε κάτι σαν πλήξη, γιατί τα παιδιά δεν ερχόντουσαν στον κήπο.
Ακόμα όμως και τις βροχερές μέρες δεν μπορούμε να πούμε πως ο Κόλιν και η Μαίρη έμεναν αδρανείς. Ένα πρωί που η βροχή δεν έλεγε να σταματήσει και ο Κόλιν ένιωθε σαν να καθόταν στα αναμμένα κάρβουνα αφού ήταν υποχρεωμένος να μείνει στον καναπέ του, μια και δεν ήταν και πολύ ασφαλές να πάρει τους δρόμους, η Μαίρη είχε μια έμπνευση.
«Τώρα που είμαι ένα κανονικό παιδί» είχε πει ο Κόλιν «τα πόδια, τα χέρια και όλο μου το σώμα είναι τόσο γεμάτα από τη Μαγεία που δεν μπορώ να κάτσω σε ένα σημείο. Όλη την ώρα θέλω κάτι να κάνω. Μαίρη, όταν ξύπνησα σήμερα πρωί πρωί με τα πουλιά να κελαηδάνε έξω και όλα να μοιάζουν να ξεφωνίζουν από τη χαρά τους, ακόμα και τα δέντρα και τα λουλούδια, αν κι εμείς δεν τα ακούμε, ένιωσα πως έπρεπε να πεταχτώ από το κρεβάτι και να φωνάξω από τη χαρά μου κι εγώ. Φαντάσου τι θα γινόταν αν το έκανα!»
Η Μαίρη πνίγηκε στα γέλια.
«Η νοσοκόμα και η κυρία Μέντλοκ θα ερχόντουσαν τρέχοντας και θα ήταν κι οι δυο τους σίγουρες πως τρελάθηκες και θα φώναζαν τον γιατρό» είπε η Μαίρη.
Ο Κόλιν πνίγηκε κι αυτός στα γέλια. Με τη φαντασία του έβλεπε το ύφος που θα είχαν όλοι τους, πόσο τρομαγμένοι θα ήταν από το ξέσπασμά του, αλλά και πόσο έκπληκτοι που θα τον έβλεπαν να στέκεται όρθιος.
«Μακάρι να επέστρεφε ο πατέρας μου» είπε ο Κόλιν. «Θέλω να είμαι εγώ αυτός που θα του το πει. Το σκέφτομαι όλη την ώρα, έτσι κι αλλιώς δεν μπορούμε να το τραβήξουμε για πολύ. Δεν μπορώ να κάθομαι ξαπλωμένος και να προσποιούμαι, κι εξάλλου φαίνομαι εντελώς διαφορετικός. Μακάρι να μην έβρεχε σήμερα!»
Και πάνω εκεί η Αφέντρα η Μαίρη είχε την έμπνευση.
«Κόλιν» άρχισε να λέει με μυστηριώδες ύφος. «Ξέρεις πόσα δωμάτια έχει αυτό το σπίτι;»
«Κάπου χίλια, υποθέτω» της απάντησε.
«Έχει καμιά εκατοστή που κανένας ποτέ του δεν πατάει εκεί μέσα» είπε η Μαίρη. «Μια βροχερή μέρα πήγα στα περισσότερα. Δεν με πήρε χαμπάρι κανένας, αν και παραλίγο να με πιάσει στα πράσα η κυρία Μέντλοκ. Έχασα τον δρόμο μου όταν επέστρεφα στο δωμάτιό μου και σταμάτησα στο τέλος του δικού σου διαδρόμου. Εκείνη ήταν η δεύτερη φορά που σε άκουσα να κλαις».
Ο Κόλιν ανακάθισε με έξαψη στον καναπέ.
«Καμιά εκατοστή δωμάτια που δεν πατάει κανένας εκεί μέσα» είπε. «Ακούγεται σχεδόν σαν ένας μυστικός κήπος. Υποθέτω πως μπορούμε να πάμε και να ρίξουμε μια ματιά. Μπορείς να με πας με το καροτσάκι μου και κανένας δεν θα καταλάβει πού είμαστε».
«Αυτό σκεφτόμουν κι εγώ» είπε η Μαίρη. «Κανένας δεν θα τολμούσε να μας ακολουθήσει. Υπάρχουν διάδρομοι όπου μπορείς να τρέξεις Μπορούμε να κάνουμε τις ασκήσεις μας. Υπάρχει ένα μικρό Ινδικό δωμάτιο και μέσα έχει ένα ντουλάπι γεμάτο φιλντισένιους ελέφαντες. Υπάρχουν όλων των ειδών τα δωμάτια».
«Χτύπα το κουδούνι» είπε ο Κόλιν.
Όταν εμφανίστηκε η νοσοκόμα, της ανακοίνωσε τις διαταγές του.
«Θέλω το καροτσάκι μου» είπε. «Η Δεσποινίς Μαίρη κι εγώ θα πάμε να κοιτάξουμε τα μέρη του σπιτιού που δεν χρησιμοποιούνται. Ο Τζον μπορεί να σπρώξει το καροτσάκι μου μέχρι την πινακοθήκη, γιατί έχει πολλά σκαλιά μέχρι εκεί. Μετά θα μας αφήσει και θα φύγει, μέχρις ότου τον ξαναχρειαστώ».
Εκείνο το πρωινό οι βροχερές μέρες έπαψαν να είναι τρομακτικές. Όταν ο υπηρέτης τσούλησε το καροτσάκι μέχρι την πινακοθήκη και άφησε τα παιδιά υπακούοντας στις διαταγές, ο Κόλιν και η Μαίρη κοιτάχτηκαν ενθουσιασμένοι. Μόλις η Μαίρη βεβαιώθηκε ότι ο Τζον είχε φύγει, ο Κόλιν βγήκε από το καροτσάκι του.
«Θα τρέξω από τη μια άκρη στην άλλη» είπε. «Και μετά θα κάνω πηδηματάκια και μετά θα κάνουμε τις ασκήσεις του Μπομπ Χάουαρθ».
Και τα έκαναν όλα αυτά και πολλά άλλα. Κοίταξαν τα πορτρέτα και βρήκαν αυτό με το άχαρο κοριτσάκι, που ήταν ντυμένο με πράσινο μπροκάρ και κρατούσε έναν παπαγάλο.
«Όλοι ετούτοι εδώ είναι μάλλον συγγενείς μου» είπε ο Κόλιν. «Έζησαν πριν πολλά χρόνια. Εκείνο εκεί το κορίτσι με τον παπαγάλο, νομίζω πως είναι μια πολύ μακρινή μου θεία. Σου μοιάζει κάπως Μαίρη, όχι όπως είσαι τώρα αλλά όπως ήσουν όταν πρωτοήρθες. Τώρα είσαι πιο παχουλή και πιο όμορφη».
«Κι εσύ» είπε η Μαίρη και γέλασαν κι οι δυο τους.
Πήγαν στο Ινδικό δωμάτιο και έπαιξαν με τους ελέφαντες. Βρήκαν το καναπεδάκι με το τριανταφυλλένιο μπροκάρ και την τρύπα που είχε κάνει το ποντίκι στο μαξιλάρι, τα ποντικάκια όμως είχαν μεγαλώσει πια και το είχαν σκάσει και η τρύπα ήταν άδεια. Είδαν κι άλλα δωμάτια και έκαναν περισσότερες ανακαλύψεις από όσες είχε κάνει η Μαίρη στην πρώτη της εξερεύνηση. Βρήκαν νέους διαδρόμους και γωνίες και σκάλες κι άλλους πίνακες εποχής που τους άρεσαν και παράξενα παλιά πράγματα που δεν μπορούσαν να καταλάβουν σε τι χρησίμευαν. Εκείνο το πρωινό αποδείχτηκε παράδοξα διασκεδαστικό και η αίσθηση της περιπλάνησης σε ένα σπίτι όπου ζούσαν κι άλλοι άνθρωποι ενώ ταυτόχρονα τους ένιωθες χιλιόμετρα μακριά σου ήταν συναρπαστική.
«Χαίρομαι που ήρθαμε μέχρι εδώ» είπε ο Κόλιν. «Ούτε που ήξερα πως ζούσα σε ένα τόσο μεγάλο και παράξενο παλιό σπίτι. Μου αρέσει. Θα το σεργιανίζουμε κάθε βροχερή μέρα και όλο και θα βρίσκουμε νέες παράξενες κρυψώνες και πράγματα».
Εκείνο το πρωί εκτός από τις παράξενες εμπειρίες βρέθηκαν να έχουν τέτοια όρεξη για φαγητό που όταν γύρισαν στο δωμάτιο του Κόλιν ήταν αδύνατον να μην φάνε το κολατσιό τους.
Όταν η νοσοκόμα κατέβασε τον δίσκο στην κουζίνα, τον άφησε με δύναμη στον μπουφέ ώστε η κυρία Λούμις, η μαγείρισσα, να μπορέσει να δει τα πιάτα που δεν είχαν ίχνος φαγητού.
«Για δες εδώ!» είπε. «Σκέτο μυστήριο είναι αυτό το σπίτι, κι ετούτα τα δυο παιδιά είναι το πιο μυστήριο από όλα».
«Αν συνεχίσουν σε αυτόν τον ρυθμό κάθε μέρα» είπε ο δυνατός νεαρός υπηρέτης, ο Τζον, «στα σίγουρα το αγόρι θα ζυγίζει το διπλάσιο από όσο ήταν ένα μήνα πριν. Θα πρέπει να παραιτηθώ από τη δουλειά μου έγκαιρα, αλλιώς φοβάμαι πως θα τραυματίσω τα μούσκουλά μου».
Εκείνο το απόγευμα, η Μαίρη παρατήρησε πως κάτι καινούριο είχε συμβεί στο δωμάτιο του Κόλιν. Το είχε παρατηρήσει από την προηγούμενη μέρα, δεν είχε πει όμως τίποτα, γιατί νόμισε πως η αλλαγή ήταν τυχαία. Δεν είπε τίποτα ούτε και εκείνη τη μέρα, παρά καθόταν και κοιτούσε επίμονα τον πίνακα πάνω από το τζάκι. Μπορούσε να τον κοιτάζει γιατί η κουρτίνα που τον κάλυπτε ήταν τραβηγμένη. Αυτή ήταν η αλλαγή που είχε παρατηρήσει.
«Ξέρω τι θέλεις να σου πω» είπε ο Κόλιν, αφού η Μαίρη είχε κοιτάξει κάμποσο τον πίνακα. «Πάντα ξέρω πότε θέλεις να σου πω κάτι. Αναρωτιέσαι γιατί είναι τραβηγμένη η κουρτίνα. Θα την αφήσω έτσι».
«Γιατί;» ρώτησε η Μαίρη.
«Γιατί δεν με θυμώνει πια το γέλιο της. Ξύπνησα μέσα στο φως του φεγγαριού δυο νύχτες πριν και ένιωσα λες και η Μαγεία είχε γεμίσει το δωμάτιο και τα έκανε όλα τόσο λαμπερά που δεν μπορούσα να ησυχάσω. Σηκώθηκα και κοίταξα έξω από το παράθυρο. Το δωμάτιο ήταν αρκετά φωτεινό και το φεγγάρι έριχνε φως πάνω στην κουρτίνα. Αυτό με έκανε να πάω και να τραβήξω το κορδόνι. Την είδα να με κοιτάζει και ήταν σαν να γελούσε, γιατί χαιρόταν που στεκόμουν εκεί μπροστά της, κι αυτό με έκανε να θέλω να την κοιτάζω κι εγώ. Θέλω να τη βλέπω να γελάει έτσι συνέχεια. Μπορεί και να ήταν κι αυτή Μαγική».
«Της μοιάζεις τόσο τώρα» είπε η Μαίρη «που ώρες ώρες νομίζω πως είσαι το φάντασμά της μεταμορφωμένο σε αγόρι».
Αυτή η ιδέα μάλλον εντυπωσίασε τον Κόλιν. Το σκέφτηκε κάμποσο και μετά απάντησε αργά.
«Αν ήμουν το φάντασμά της, ο πατέρας μου θα με αγαπούσε» είπε.
«Θέλεις να σε αγαπάει;» ρώτησε η Μαίρη.
«Δεν μου άρεσε που δεν με αγαπούσε. Αν αρχίσει να με αγαπάει, θα του πω για τη Μαγεία. Μπορεί και να τον κάνει πιο χαρούμενο».




Τρίτη, 11 Ιουνίου 2019

Φράνσις Χότζον Μπαρνέτ: Ο μυστικός κήπος (Εικοστό τέταρτο κεφάλαιο)



ΕΙΚΟΣΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

“ΑΦΗΣΤΕ ΤΑ ΝΑ ΓΕΛΑΝΕ”

Ο Ντίκον δεν δούλευε μόνο στον μυστικό κήπο. Γύρω από το αγροτόσπιτο στον χερσότοπο υπήρχε ένα κομμάτι γης περικλεισμένο από έναν χαμηλό τοίχο από τραχιά πέτρα. Νωρίς το πρωί και αργά το σούρουπο και όλες τις μέρες που δεν τον έβλεπαν ο Κόλιν και η Μαίρη, ο Ντίκον δούλευε εκεί φυτεύοντας ή φροντίζοντας πατάτες και λάχανα, γογγύλια, καρότα και μυρωδικά για τη μητέρα του. Παρέα με τα ζωάκια του έκανε θαύματα εκεί πέρα και, όπως έδειχνε, ποτέ του δεν κουραζόταν να δουλεύει. Όσο έσκαβε ή ξεβοτάνιζε, σφύριζε ή τραγουδούσε τραγούδια του χερσότοπου του Γιορκσάιρ ή μιλούσε με τον Καπνιά ή τον Καπετάνιο ή με τους αδελφούς και τις αδελφές του που τους είχε μάθει να τον βοηθάνε.
«Δεν θα τα βγάζαμε πέρα χωρίς τον κήπο του Ντίκον» έλεγε η κυρία Σόουερμπάι. «Κάνει τα πάντα να μεγαλώνουν. Οι πατάτες και τα λάχανά του είναι δυο φορές μεγαλύτερα από όλων των άλλων και η γεύση τους δεν συγκρίνεται».
Όταν είχε μια στιγμή ελεύθερη, πήγαινε να τον βρει και να του μιλήσει. Μετά το δείπνο είχε ακόμα αρκετό φως, και αυτή ήταν η καλή της ώρα. Καθόταν στον χαμηλό τοίχο και άκουγε τα νέα της ημέρας. Της άρεσε αυτή η ώρα. Δεν είχε μόνο λαχανικά ο κήπος. Ο Ντίκον από καιρό σε καιρό αγόραζε φτηνούς σπόρους λουλουδιών και φύτευε διάφορα μοσχομυριστά λουλουδάκια ανάμεσα στα λαγοκέρασα και τα λάχανα. Κι ακόμα έφτιαχνε παρτέρια με ρεζεντά, γαρύφαλλα, πανσέδες και άλλα που μπορούσε να φυλάξει τους σπόρους τους για την επόμενη χρονιά ή που οι ρίζες τους ξανάνιωναν κάθε άνοιξη και πολλαπλασιάζονταν. Ο χαμηλός τοίχος ήταν ένα από τα πιο όμορφα σημεία στο Γιορκσάιρ, γιατί σε κάθε βαθούλωμά του ο Ντίκον είχε χωρέσει δακτυλίτιδες του χερσότοπου, φτέρες, κάρδαμα και θαμνάκια κι ήταν όλα τόσο πυκνά που δύσκολα κατάφερνες να δεις τις πέτρες ανάμεσά τους.
«Το μόνο που έχεις να κάνεις για να μεγαλώσουν, είναι να είσαι φίλος τους» έλεγε ο Ντίκον. «Είναι σαν τα ζωάκια. Αν διψάνε, τους δίνεις να πιουν, κι αν πεινάνε, τους δίνεις κάτι τις να φάνε. Θέλουν να ζήσουν, όπως θέλουμε κι εμείς. Κι αν πεθάνουν, θα το ‘χω βάρος, σαν να ήμουνα κακός και σκληρόκαρδος».
Ήταν μια τέτοια ώρα του σούρουπου που η κυρία Σόουερμπάι άκουσε για όλα όσα έγιναν στην Έπαυλη Μίσελθουέιτ. Στην αρχή έμαθε μόνο πως ο “Αφέντης Κόλιν” θέλησε να βγει έξω με τη Δεσποινίδα Μαίρη και πως αυτό του έκανε καλό. Λίγο μετά όμως τα δυο παιδιά συμφώνησαν πως μπορούσε να “μάθει το μυστικό” και η μητέρα του Ντίκον. Δεν είχαν καμία αμφιβολία πως μπορούσαν να την εμπιστευτούν.
Κι έτσι ένα όμορφο απογευματάκι ο Ντίκον τής είπε όλη την ιστορία, με όλες τις συναρπαστικές λεπτομέρειες για το θαμμένο κλειδί και τον κοκκινολαίμη και το γκρίζο πέπλο που κάλυπτε τον κήπο και έμοιαζε ξερό και για το μυστικό που η Αφέντρα η Μαίρη δεν είχε σκοπό να φανερώσει. Κι ακόμη για τον ερχομό του Ντίκον στον κήπο και το πώς η Μαίρη τού φανέρωσε το μυστικό, για τον δισταγμό του Αφέντη Κόλιν και για την τελική σκηνή του δράματος όταν τον έμπασαν στο κρυφό βασίλειο. Κι όλα αυτά, σε συνδυασμό με το στιγμιότυπο όπου το θυμωμένο πρόσωπο του Μπεν Γουέδερσταφ έκανε την εμφάνισή του πάνω από τον τοίχο του κήπου και την ξαφνική ορμητική δύναμη του Αφέντη Κόλιν, έκαναν το όμορφο πρόσωπο της κυρίας Σόουερμπάι να αλλάξει χρώμα αρκετές φορές.
«Τι μου λες! Ευτυχώς που η μικρούλα ήρθε στην Έπαυλη» είπε η κυρία Σόουερμπάι. «Κι εκείνη έγινε καλύτερη, κι εκείνος σώθηκε. Μα να σταθεί στα πόδια του! Κι όλοι μας να νομίζουμε πως το καημένο το παιδί ήταν μισότρελο και ανάπηρο!»
Έκανε πολλές ερωτήσεις και τα μπλε της μάτια ήταν πολύ σκεφτικά.
«Και τι λένε στην Έπαυλη που είναι τόσο καλά κι είναι χαρούμενος και δεν παραπονιέται ποτέ του;» ζήτησε να μάθει.
«Δε βρίσκουν άκρη» απάντησε ο Ντίκον. «Κάθε μέρα που περνάει, το πρόσωπό του δείχνει διαφορετικό. Γεμίζει και δεν δείχνει πια να έχει τόσες γωνίες. Φεύγει και η χλομάδα του. Παραπονιέται όμως κάτι λίγο» είπε χαμογελώντας.
«Για όνομα του Θεού! Για ποιο πράγμα;» ρώτησε η κυρία Σόουερμπάι.
Ο Ντίκον χασκογέλασε.
«Το κάνει για να μην μαντέψουν οι άλλοι τι έχει συμβεί. Αν ο γιατρός ήξερε πως μπορεί να σταθεί στα πόδια του, θα το έγραφε στον Αφέντη Κρέιβεν. Ο Αφέντης Κόλιν το κρατάει μυστικό να το πει αυτός στον πατέρα του. Θα κάνει Μαγικά στα πόδια του κάθε μέρα μέχρι που να γυρίσει ο πατέρας του, και τότε θα ορμήξει στο δωμάτιό του και θα του δείξει πως είναι ολόισιος σαν όλα τα άλλα παιδιά. Και αυτός όμως και η Δεσποινίς Μαίρη λένε πως καλύτερα είναι να κάνει πως παραπονιέται και να μουρμουρίζει καμιά φορά για να μην τον μυριστούν οι άλλοι».
Προτού καν ο Ντίκον αποσώσει τα λόγια του, η κυρία Σόουερμπάι γελούσε με την ψυχή της.
«Α!» είπε. «Ετούτοι οι δυο έχουν βρει το ταίρι τους, στο λέω στα σίγουρα. Καλά το διασκεδάζουν με το θέατρο που παίζουν, και δεν υπάρχει κάτι καλύτερο για τα παιδιά από αυτό το παιχνίδι. Για να ακούσουμε τι κάνουν, Ντίκον μου».
Ο Ντίκον σταμάτησε το ξεβοτάνισμα και κάθισε στις φτέρνες του για να της διηγηθεί. Το βλέμμα του έδειχνε πως το διασκέδαζε.
«Ο Αφέντης Κόλιν πηγαίνει με το καροτσάκι του κάθε φορά που βγαίνει έξω» εξήγησε. «Και τα ψέλνει στον Τζον, τον υπηρέτη, όταν δεν τον κουβαλάει αρκετά προσεκτικά. Παριστάνει όσο πιο πολύ μπορεί πως είναι αδύναμος και δεν σηκώνει το κεφάλι του παρά μόνο όταν δεν φαινόμαστε πια από το σπίτι. Και μουγκρίζει και είναι όσο πιο ανήσυχος μπορεί όταν τον βάζουν στο καροτσάκι του. Και αυτός και η Δεσποινίς Μαίρη το καταδιασκεδάζουν κι όταν γκρινιάζει και παραπονιέται, η Μαίρη λέει: “Καημένε Κόλιν! Τόσο πολύ πονάει; Τόσο αδύναμος νιώθεις, καημένε Κόλιν;” Το πρόβλημα είναι που μερικές φορές μόλις που συγκρατούν τα γέλια τους. ¨Όταν βρισκόμαστε πια ασφαλείς στον κήπο, γελάνε μέχρι να τους κοπεί η ανάσα. Και πρέπει να κρύψουν τα πρόσωπά τους στα μαξιλάρια του Αφέντη Κόλιν για να μην τους ακούσουν οι κηπουροί, αν είναι κανείς τους εκεί γύρω».
«Όσο πιο πολύ γελάνε, τόσο το καλύτερο για τα παιδιά!» είπε η κυρία Σόουερμπάι, γελώντας ακόμα κι αυτή. «Ένα γερό παιδικό γέλιο είναι πάντα το καλύτερο φάρμακο. Εκείνοι οι δυο θα αφρατέψουν στα σίγουρα».
«Όλο και αφρατεύουν» είπε ο Ντίκον. «Έχουν τέτοια πείνα που δεν ξέρουν πώς να την κρύψουν για να μην αρχίσουν τα κουτσομπολιά. Ο Αφέντης Κόλιν λέει πως αν συνεχίσει να ζητάει κι άλλο φαγητό, κανένας δεν θα πιστεύει πια πως είναι ανήμπορος. Η Δεσποινίς Μαίρη λέει πως θα τον αφήνει να τρώει το μερτικό της, εκείνος όμως λέει πως αν πεινάσει, θα αδυνατίσει και πρέπει να παχύνουν κι οι δυο τους τον ίδιο καιρό».
Η κυρία Σόουερμπάι γέλασε τόσο πολύ όταν έμαθε το πρόβλημα των παιδιών που η μπλε της κάπα πήγαινε πέρα δώθε, και ο Ντίκον γέλασε κι αυτός.
«Θα σου πω τι θα γίνει, παιδί μου» είπε η κυρία Σόουερμπάι όταν βρήκε τη φωνή της. «Βρήκα έναν τρόπο να βοηθήσω. Όταν πας να τους συναντήσεις το πρωί, θα πάρεις μια καρδάρα φρεσκοαρμεγμένο γάλα και μια ξεροψημένη φρατζόλα ή μερικά τσουρεκάκια με σταφίδες, σαν αυτά που σας αρέσουν. Τίποτα δεν είναι καλύτερο από το φρέσκο γάλα και το ψωμί. Κι έτσι θα καταλαγιάσουν την πείνα τους όσο είναι στον κήπο και όταν πάνε στο σπίτι, το καλό φαγητό θα γεμίσει το στομάχι τους».
«Α, μητέρα!» είπε με θαυμασμό ο Ντίκον. «Είσαι αστέρι! Πάντα βρίσκεις λύση σε όλα. Εκείνοι οι δυο είχαν ανησυχήσει πολύ χθες. Δεν μπορούσαν να βγάλουν άκρη πώς να παραγγείλουν να τους φέρουν κι άλλο φαγητό, τόσο που πεινούσαν ακόμη».
«Είναι μικρά και τα δυο τους και μεγαλώνουν γρήγορα. Το σώμα τους ξαναδυναμώνει. Στην ηλικία τους τα παιδιά είναι σαν τα λυκάκια, και το φαγητό είναι απαραίτητο» είπε η κυρία Σόουερμπάι. Μετά χαμογέλασε ολόιδια με τον Ντίκον. «Μα πολύ το διασκεδάζουν, στα σίγουρα» πρόσθεσε.
Δίκιο είχε η υπέροχη μητέρα και ειδικά στο σημείο που είπε πως η χαρά των παιδιών ήταν που έπαιζαν ένα συγκεκριμένο ρόλο. Ο Κόλιν και η Μαίρη πραγματικά το έβρισκαν μια από τις καλύτερες διασκεδάσεις τους. Η ιδέα να μη κινήσουν υποψίες γεννήθηκε από τα λόγια της προβληματισμένης νοσοκόμας και μετά από τον ίδιο τον γιατρό Κρέιβεν.
«Η όρεξή σας μεγάλωσε, Αφέντη Κόλιν» είπε μια μέρα η νοσοκόμα. «Δεν τρώγατε τίποτα πιο παλιά και πολλά πράγματα σας πείραζαν».
«Τίποτα δεν με πειράζει πια» απάντησε ο Κόλιν, καθώς όμως είδε τη νοσοκόμα να τον κοιτάζει παραξενεμένη, θυμήθηκε ξαφνικά πως ίσως και να μην έπρεπε να φανεί από τώρα υγιής. «Δηλαδή δεν με πειράζει κάτι τόσο συχνά. Φταίει ο καθαρός αέρας».
«Μάλλον» είπε η νοσοκόμα έχοντας ακόμα μια παραξενεμένη έκφραση. «Πρέπει όμως να το πω στον γιατρό Κρέιβεν».
«Πώς σε κοίταζε!» του είπε η Μαίρη όταν η νοσοκόμα έφυγε. «Σαν να υπήρχε κάτι που έπρεπε να το ανακαλύψει».
«Δεν έχει να ανακαλύψει τίποτα» είπε ο Κόλιν. «Κανένας δεν πρέπει να καταλάβει κάτι από τώρα».
Εκείνο το πρωί, όταν ήρθε ο γιατρός Κρέιβεν, κι εκείνος φάνηκε προβληματισμένος. Έκανε ένα σωρό ερωτήσεις κι αυτό ενόχλησε πολύ τον Κόλιν.
«Περνάς πολύ χρόνο στον κήπο» υπαινίχτηκε. «Πού πηγαίνεις;»
Ο Κόλιν πήρε το συνηθισμένο του ύφος που δήλωνε αξιοπρεπή αδιαφορία.
«Δεν θα μάθει κανείς πού πηγαίνω» απάντησε. «Πηγαίνω κάπου που μου αρέσει. Όλοι έχουν εντολές να μη με ενοχλούν. Δεν θα κάτσω να με παρακολουθούν και να με κοιτάζουν. Το ξέρεις!»
«Φαίνεται να λείπεις όλη μέρα, δεν βλέπω όμως να σε βλάπτει. Η νοσοκόμα λέει πως τώρα τρως περισσότερο από πριν».
«Μπορεί…» είπε ο Κόλιν με ξαφνική έμπνευση «μπορεί να είναι αφύσικη όρεξη».
«Δεν νομίζω, γιατί το φαγητό δεν σε πειράζει» είπε ο γιατρός Κρέιβεν. «Παίρνεις βάρος και το χρώμα σου είναι καλύτερο».
«Ίσως έχω φούσκωμα και πυρετό» είπε ο Κόλιν με μια δήθεν κατήφεια. «Οι άνθρωποι που θα πεθάνουν είναι συχνά διαφορετικοί».
Ο γιατρός Κρέιβεν κούνησε το κεφάλι του. Κρατούσε τον καρπό του Κόλιν και του σήκωσε το μανίκι για να ψηλαφίσει το χέρι του.
“Δεν έχεις πυρετό» είπε σκεφτικά «και το λίπος στο σώμα σου δείχνει υγεία. Αν συνεχίσουμε έτσι, αγόρι μου, δεν θα ξαναπούμε για θανάτους. Ο πατέρας σου θα χαρεί πολύ να μάθει αυτή την αξιοσημείωτη καλυτέρευση».
«Δεν θέλω να του το πουν!» ξέσπασε έντονα ο Κόλιν. «Θα τον κάνει να απογοητευτεί αν χειροτερέψω ξανά. Μπορεί να χειροτερέψω απόψε το βράδυ. Μπορεί να έχω ψηλό πυρετό. Νιώθω σαν να με πιάνει τώρα. Δεν θέλω να πάρει γράμματα ο πατέρας μου, δεν θέλω, δεν θέλω! Με κάνεις να θυμώνω και ξέρεις πως αυτό δεν μου κάνει καλό. Νιώθω ήδη ζεστός. Μισώ να γράφουν γράμματα και να μιλάνε για μένα όσο μισώ και το να με κοιτάζουν!»
«Ησύχασε, αγόρι μου!» προσπάθησε να τον ηρεμήσει ο γιατρός Κρέιβεν. «Κανείς δεν θα γράψει γράμμα αν δεν το θέλεις εσύ. Είσαι πολύ ευαίσθητος σε κάποια πράγματα. Δεν πρέπει να γκρεμίσεις ό,τι καλό έχει γίνει πάνω σου».
Δεν είπε τίποτα άλλο σχετικά με το γράμμα στον κύριο Κρέιβεν και όταν είδε τη νοσοκόμα, την προειδοποίησε στα κρυφά να μην ξανααναφερθεί κάτι για γράμματα στον ασθενή.
«Το αγόρι είναι απροσδόκητα καλύτερα» είπε. «Η πρόοδός του μοιάζει αφύσικη. Βέβαια τώρα κάνει με τη θέλησή του αυτά που εμείς δεν μπορούσαμε να τον καταφέρουμε να κάνει νωρίτερα. Πάντως ερεθίζεται ακόμα πολύ εύκολα, γι’ αυτό να μη του λέτε τίποτα που να του φέρνει ενόχληση».
Η Μαίρη και ο Κόλιν θορυβήθηκαν αρκετά και όλο το κουβέντιαζαν ανήσυχα. Και από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησαν να “παίζουν θέατρο”.
«Ίσως και να πρέπει να παραστήσω πως με πιάνει ένα από τα ξεσπάσματά μου» είπε ο Κόλιν στενοχωρημένος. «Δεν το θέλω και δεν νιώθω τόσο στενόχωρα ώστε να τα καταφέρω να το παραστήσω αρκετά πιστευτά. Ίσως και να μην το κάνω. Δεν με πιάνει πια εκείνος ο κόμπος στον λαιμό και σκέφτομαι συνέχεια ευχάριστα και όχι θλιβερά πράγματα. Όμως αν πουν πάλι για γράμματα στον πατέρα μου, πρέπει κάτι να κάνω».
Αποφάσισε να τρώει λιγότερο, δυστυχώς όμως δεν γινόταν να βάλει σε εφαρμογή αυτή τη λαμπρή ιδέα αφού κάθε πρωί ξυπνούσε με αχαλίνωτη όρεξη και το τραπεζάκι δίπλα στον καναπέ του είχε σερβιρισμένο πρωινό με σπιτικό ψωμί, φρέσκο βούτυρο, κάτασπρα αυγά, μαρμελάδα βατόμουρο και κρέμα γάλακτος. Η Μαίρη έπαιρνε πάντα το πρωινό της μαζί του και όταν καθόντουσαν στο τραπέζι, ειδικά όταν υπήρχαν και λεπτές φέτες τσιγαριστού χοιρομεριού, που κάτω από το ζεστό ασημένιο τους κάλυμμα ανέδιδαν δελεαστικές μυρωδιές, τα παιδιά κοιτιόντουσαν με απελπισμένο βλέμμα.
«Νομίζω πως πρέπει να τα φάμε όλα σήμερα, Μαίρη» κατέληγε πάντα να λέει ο Κόλιν. «Μπορούμε να στείλουμε πίσω στην κουζίνα λίγο από το μεσημεριανό και κάτι παραπάνω από το βραδινό φαγητό».
Δεν τα κατάφερναν όμως ποτέ να στείλουν πίσω στην κουζίνα το παραμικρό και τα πιάτα τους, που τα είχαν γλύψει στην κυριολεξία, προκαλούσαν πολλά σχόλια.
«Τι καλά να ήταν πιο παχιές οι φέτες του χοιρομεριού… και ένα μικρό κέικ για τον καθένα μας δεν φτάνει» έλεγε επίσης ο Κόλιν.
«Είναι αρκετά για κάποιον του θανατά, όχι όμως για κάποιον που σκοπεύσει να ζήσει» απάντησε η Μαίρη όταν το πρωτάκουσε. «Είναι φορές που νιώθω πως μπορώ να φάω τρία μαζί όταν μπαίνουν από το παράθυρο αυτές οι υπέροχες φρέσκες μυρωδιές από τα ρείκια και τα σκίνα του χερσότοπου».
Ένα πρωί που χαιρόντουσαν τον κήπο επί δύο ώρες, ο Ντίκον πήγε πίσω από μια τριανταφυλλιά κι έφερε δύο τενεκεδένια κουβαδάκια. Το ένα ήταν γεμάτο παχύ γάλα με κρούστα επάνω του και το άλλο είχε σπιτικά τσουρεκάκια με σταφίδες, τυλιγμένα σε μια ασπρογάλαζη πετσέτα τόσο προσεκτικά που κρατιόντουσαν ακόμα ζεστά. Το θέαμα προκάλεσε ένα ξέσπασμα ευχάριστης έκπληξης. Τι καλά που το σκέφτηκε η κυρία Σόουερμπάι! Τι καλή κι έξυπνη γυναίκα! Πόσο καλά ήταν τα τσουρεκάκια! Τι νόστιμο φρέσκο γάλα!
«Έχει Μαγεία μέσα της όπως έχει και ο Ντίκον» είπε ο Κόλιν. «Την κάνει να σκέφτεται τρόπους για να καταφέρει καλά πράγματα. Είναι ένας Μαγικός άνθρωπος. Πες της, Ντίκον, πως είμαστε υποχρεωμένοι, καταϋποχρεωμένοι».
Ο Κόλιν το συνήθιζε να χρησιμοποιεί πολύ μεγαλίστικες εκφράσεις ώρες-ώρες. Του άρεσε. Του άρεσε τόσο που το τραβούσε όλο και πιο πολύ.
«Να της πεις πως υπήρξε πολύ μεγαλόκαρδη και πως η ευγνωμοσύνη μας είναι τεράστια».
Και μετά, λησμονώντας τη μεγαλοπρέπεια, έπεσε με τα μούτρα στα τσουρεκάκια και μπουκώθηκε και ήπιε το γάλα από το κουβαδάκι με μεγάλες γουλιές με τον τρόπο κάθε πεινασμένου μικρού που δούλεψε πολύ και ανάσανε τον αέρα του χερσότοπου και που είχε να φάει πάνω από δύο ώρες.
Αυτό ήταν η αρχή μιας σειράς παρόμοιων ευχάριστων περιστατικών. Πάντως τα παιδιά κατάλαβαν πως μια και η κυρία Σόουερμπάι είχε να θρέψει δεκατέσσερα άτομα, μπορεί και να μην της έφταναν τα λεφτά για να χορτάσει δύο ακόμα στόματα καθημερινά. Έτσι της ζήτησαν να τους αφήσει να της στείλουν μερικά από τα σελίνια τους για να κάνει ψώνια.
Ο Ντίκον έκανε μια ενδιαφέρουσα ανακάλυψη, ότι δηλαδή στο δάσος του πάρκου έξω από τον κήπο, εκεί που η Μαίρη τον είχε πρωτοβρεί να παίζει φλογέρα στα ζωάκια του, υπήρχε ένα βαθούλωμα όπου μπορούσες να φτιάξεις κάτι σαν μικρό φούρνο με πέτρες και να ψήσεις πατάτες και αυγά. Τα ψητά αυγά ήταν μια πολυτέλεια άγνωστη μέχρι εκείνη τη στιγμή και οι καυτές πατάτες με αλάτι και φρέσκο βούτυρο ταίριαζαν σε ένα βασιλιά του δάσους, κι εξάλλου ήταν μια χορταστική νοστιμιά. Μπορούσες να αγοράσεις και τις πατάτες και τα αυγά και να φας όσο τραβούσε η ψυχή σου χωρίς να νιώθεις πως έπαιρνες την μπουκιά από το στόμα δεκατεσσάρων νοματαίων.
Κάθε όμορφο πρωινό η Μαγεία συνέχιζε τη δουλειά της στον μυσταγωγικό κύκλο κάτω από τη δαμασκηνιά που εξασφάλιζε σκιά καθώς τα φύλλα της είχαν πυκνώσει με το τέλος της ανθοφορίας. Μετά την τελετουργία ο Κόλιν έκανε πάντα την περιπατητική του άσκηση και στη διάρκεια της μέρας δοκίμαζε ανά διαστήματα τη δύναμη που είχε αποκτήσει. Κάθε μέρα γινόταν όλο και πιο δυνατός και μπορούσε να περπατήσει πιο σταθερά και για περισσότερη ώρα. Και κάθε μέρα η πίστη του στη Μαγεία δυνάμωνε και αυτή. Ο Κόλιν δοκίμαζε το ένα πείραμα μετά το άλλο καθώς αποκτούσε όλο και περισσότερη δύναμη, μέχρι που ο Ντίκον τού έδειξε το καλύτερο απ’ όλα.
«Χθες» είπε ο Ντίκον, που είχε λείψει μια μέρα, «πήγα στο Θουάιτ για θελήματα της μητέρας και κοντά στο Πανδοχείο της Μπλε Γελάδας απάντησα τον Μπομπ Χάουαρθ. Είναι ο πιο δυνατός τύπος στον χερσότοπο. Είναι πρωταθλητής στην πάλη και μπορεί να πηδήξει πιο ψηλά από τον καθένα και να πετάξει μακρύτερα από τον καθένα το σφυρί. Χρόνια γύριζε όλη τη Σκωτία για τα αθλητικά. Με ξέρει από τα μικράτα μου και είναι φιλικός τύπος, οπότε και τον τάραξα στις ερωτήσεις. Ο καλός κόσμος τον λέει αθλητή, και σε σκέφτηκα, αφέντη Κόλιν, και του λέω: “Πώς κατάφερες κι έχεις τόσο μεγάλα μούσκουλα, Μπομπ; Τι παραπάνω έκανες για να δυναμώσεις τόσο πολύ;” Και μου λέει: “Λοιπόν, παλικάρι μου, κάτι έκανα. Ένας δυνατός άντρας που ήρθε στο Θουάιτ για μια επίδειξη κάποτε μου έδειξε πώς να εξασκώ τα χέρια και τα πόδια μου και όλα μου τα μούσκουλα”. Και του λέω εγώ: “Μπορεί ένας αδύναμος να δυναμώσει με αυτές τις ασκήσεις, Μπομπ;” Γέλασε και μου λέει: “Εσύ είσαι ο αδύναμος;” Και του λέω: “Όχι, ξέρω όμως έναν νεαρό κύριο που πέρασε μεγάλη αρρώστια και μακάρι να είχα να του πω κάποια κόλπα”. Δεν είπα ονόματα ούτε και με ρώτησε. Στο είπα που είναι φιλικός, γι’ αυτό και στάθηκε και μου έδειξε με καλή διάθεση, κι εγώ έκανα ό,τι μου έδειχνε μέχρι που τα έμαθα νεράκι».
Ο Κόλιν άκουγε συνεπαρμένος.
«Θα μου δείξεις;» είπε δυνατά.
«Στα σίγουρα» απάντησε ο Ντίκον και σηκώθηκε. «Λέει όμως πως πρέπει στην αρχή να μη ζοριστείς και να προσέξεις να μη κουραστείς. Να σταματάς στο ενδιάμεσο και να παίρνεις βαθιές ανάσες και να μην το παρακάνεις».
«Θα προσέχω» είπε ο Κόλιν. «Δείξε μου! Δείξε μου! Ντίκον, είσαι το πιο Μαγικό αγόρι στον κόσμο!»
Ο Ντίκον στάθηκε στα πόδια του στο γρασίδι και του έδειξε αργά μια σειρά από πρακτικές αλλά εύκολες ασκήσεις για τα μούσκουλα. Ο Κόλιν παρακολουθούσε με διάπλατα μάτια. Μπορούσε να κάνει κάποιες καθιστός. Για την ώρα έκανε μερικές σε αργό ρυθμό όρθιος στα πόδια του, που ήταν πια αρκετά σταθερά. Η Μαίρη άρχισε να τις κάνει κι εκείνη. Ο Καπνιάς, που παρακολουθούσε το θέαμα, ενοχλήθηκε, άφησε το κλαδί του κι άρχισε να χοροπηδάει ανήσυχος, γιατί δεν μπορούσε να κάνει τις ασκήσεις.
Από εκείνη τη στιγμή οι ασκήσεις έγιναν μέρος των καθηκόντων της ημέρας, όπως ήταν και η Μαγεία. Ο Κόλιν και η Μαίρη έκαναν όλο και πιο πολλές ασκήσεις κάθε φορά, και η όρεξη για φαγητό που είχαν μετά ήταν τόση που δεν θα ήξεραν πώς να χορτάσουν αν δεν υπήρχε το καλάθι που ο Ντίκον έβαζε πίσω από τον θάμνο κάθε πρωί. Όμως ο μικρός φούρνος στο βαθούλωμα στο δασάκι και τα καλούδια της κυρίας Σόουερμπάι χόρταιναν τόσο τα δυο παιδιά που η κυρία Μέντλοκ, η νοσοκόμα και ο γιατρός Κρέιβεν άρχισαν ξανά να απορούν. Αν το στομάχι σου πάει να σκάσει γεμάτο από ψητά αυγά και πατάτες και πλούσιο σε κρέμα γάλα και κεκάκια βρώμης και τσουρεκάκια και ρεικόμελο και κρέμα γάλακτος, τότε χασομεράς μη θέλοντας να φας το πρωινό σου και αποδιώχνεις το βραδινό σου
«Δεν τρώνε τίποτα σχεδόν» είπε η νοσοκόμα. «Θα πεθάνουν από την ασιτία αν δεν φάνε κάτι δυναμωτικό. Κι όμως, για δειτε την όψη τους».
«Μα πια!» φώναξε αγανακτισμένη η κυρία Μέντλοκ. «Με έχουν σκάσει. Είναι ένα ζευγάρι διαβολάκια. Τη μια μέρα τρώνε του σκασμού και την άλλη ξινίζουν τη μύτη στα καλύτερα φαγητά που φτιάχνει η Μαγείρισσα για να τα δελεάσει. Χθες δεν έφαγαν ούτε μια μπουκιά από το νόστιμο κυνήγι με τη σάλτσα. Και η καημένη η γυναίκα έφτιαξε μια καινούρια συνταγή πουτίγκας και τη γύρισαν στην κουζίνα αφάγωτη. Μόνο που δεν έκλαιγε. Φοβάται πως εκείνη θα κατηγορήσουν αν τα παιδιά πεθάνουν από ασιτία».
Ήρθε ο γιατρός Κρέιβεν και κοίταξε τον Κόλιν αργά και προσεκτικά. Η έκφρασή του έγινε πολύ ανήσυχη όταν του μίλησε η νοσοκόμα και του έδειξε τον σχεδόν ανέγγιχτο δίσκο του πρωινού, που είχε βάλει στην άκρη για να τον δει ο γιατρός. Η έκφρασή του έγινε όμως ακόμα πιο ανήσυχη όταν κάθισε στον καναπέ κι εξέτασε τον Κόλιν. Ο γιατρός έλειπε για δουλειές στο Λονδίνο και είχε δύο βδομάδες να δει το αγόρι. Όταν τα μικρά παιδιά καλυτερεύουν στην υγεία τους, το κάνουν πολύ γρήγορα. Το δέρμα του Κόλιν δεν είχε πια κερένιο χρώμα, αντίθετα είχε μια όμορφη ροδαλή όψη. Τα όμορφά του μάτια ήταν καθάρια και τα βαθουλώματα κάτω από αυτά όπως και στα μάγουλα είχαν γεμίσει. Οι κάποτε σκούρες βαριές του μπούκλες έμοιαζαν να απλώνονται υγιείς στο μέτωπό του και ήταν απαλές και ολοζώντανες. Τα χείλη του είχαν γεμίσει και είχαν ένα φυσιολογικό χρώμα. Η αλήθεια είναι πως αποτελούσε μια καθόλου πειστική απομίμηση ασθενικού παιδιού. Ο γιατρός Κρέιβεν έμεινε σκεφτικός με το χέρι στο πηγούνι.
«Λυπάμαι που μαθαίνω πως δεν τρως τίποτα» είπε. «Δεν πρέπει. Θα χάσεις όλο το βάρος που κέρδισες, και η αλήθεια είναι πως κέρδισες αρκετό. Έτρωγες τόσο καλά λίγο καιρό πριν!»
«Στο είπα πως ήταν μια εντελώς αφύσικη όρεξη» απάντησε ο Κόλιν.
Η Μαίρη καθόταν στο σκαμνάκι της παραδίπλα και έβγαλε ξαφνικά έναν πολύ παράξενο ήχο, που προσπάθησε τόσο βιαστικά να καλύψει ώστε παραλίγο να πνιγεί.
«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο γιατρός Κρέιβεν γυρίζοντας να την κοιτάξει.
Η Μαίρη σοβάρεψε.
«Με έπιασε κάτι ανάμεσα σε φτάρνισμα και βήχα» απάντησε απαξιωτικά. «Σαν να μου κάθισε κάτι στον λαιμό».
«Όμως» είπε αργότερα στον Κόλιν «δεν μπορούσα να κρατηθώ. Μου ξέφυγε, γιατί εκείνη ακριβώς τη στιγμή θυμήθηκα την τελευταία μεγάλη πατάτα που έφαγες και πώς μασούλαγες καθώς δάγκωνες εκείνη τη μεγάλη φέτα ψωμί με τη μαρμελάδα και την κρέμα από πάνω».
«Υπάρχει κάποιος τρόπος να βρίσκουν φαγητό αυτά τα παιδιά χωρίς να το καταλάβουμε;» ζήτησε να μάθει από την κυρία Μέντλοκ ο γιατρός Κρέιβεν.
«Απολύτως κανένας, εκτός κι αν το ξεθάβουν από το χώμα ή το μαζεύουν από τα δέντρα» απάντησε η κυρία Μέντλοκ. «Κάθονται έξω όλη τη μέρα μοναχά τους. Κι αν θέλουν να φάνε κάτι διαφορετικό, δεν έχουν παρά να το ζητήσουν».
«Τότε» είπε ο γιατρός Κρέιβεν «όσο δεν έχουν πρόβλημα που δεν τρώνε, δεν χρειάζεται να ανησυχούμε. Το αγόρι μοιάζει άλλος άνθρωπος».
«Και το κορίτσι» είπε η κυρία Μέντλοκ. «Άρχισε να ομορφαίνει με το που πήρε βάρος κι έχασε εκείνη την ξινισμένη όψη που είχε. Τα μαλλιά της πύκνωσαν και δυνάμωσαν και το χρώμα της ζωήρεψε. Ήταν το πιο σκυθρωπό κακότροπο πλάσμα και τώρα αυτή και ο Αφέντης Κόλιν γελάνε μαζί σαν ένα ζευγαράκι τρελών. Ίσως αυτό είναι που τα παχαίνει».
«Μπορεί» είπε ο γιατρός Κρέιβεν. «Αφήστε τα να γελάνε».

Χάρης Γαντζούδης: Τραύματα

Μου αρέσουν τα λόγια τα απλά και ουσιώδη. Μου αρέσουν οι ανεπιτήδευτοι άνθρωποι, αυτοί που αποφεύγουν τα στολίδια και τον βερμπαλισμό, που ό...