Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2019

Μουσείο Χρήστου Καπράλου, συνομιλία με το φως

Άλλη μια Κυριακή στην Αίγινα και η προγραμματισμένη επίσκεψη είναι στο Μουσείο Χρήστου Καπράλου. Από το λιμάνι ακολουθείτε τον δρόμο που πηγαίνει προς το Αρχαιολογικό Μουσείο. Εγώ επέλεξα να περπατήσω παραλιακά, γιατί το τοπίο είναι υπέροχο και γιατί ο δυνατός βόρειος άνεμος δίνει στη θάλασσα μια όψη άγρια μεν, πολύ συναρπαστική όμως.
Λίγο έξω από το Μουσείο. Φαίνεται και το άγαλμα της Μάνας. 
Στο μουσείο έφτασα μετά από περπάτημα τριών τετάρτων. Έξω ακριβώς από το μουσείο βλέπουμε το άγαλμα της Μάνας, κατασκευασμένο από χαλκό, το οποίο φιλοτέχνησε ο Χρήστος Καπράλος, τιμή στο πρόσωπο της μητέρας του, αποδίδοντας τη στοργή και την αγάπη του σε αυτήν.
Περνώντας την είσοδο, αυτό που πρωτοαντικρίζουμε είναι μια σειρά δωματίων και το πλακόστρωτο μονοπάτι μάς φέρνει στον περιποιημένο κήπο με τις συνθέσεις του καλλιτέχνη. Το κτήμα αγοράστηκε από τον Χρήστο Καπράλο το 1963 και εκεί έστησε το καλοκαιρινό του εργαστήρι, επεκτείνοντας με τον καιρό τα δωμάτιά στον χώρο.
Ο Χρήστος Καπράλος (1909-1993) γεννήθηκε στο Παναιτώλιο Αγρινίου, μέσα σε μια αγροτική οικογένεια. Έχοντας χάσει τον πατέρα του σε μικρή ηλικία, είχε ως στήριγμα τη μητέρα του, που, αναγνωρίζοντας το ταλέντο του, έκανε ό,τι μπορούσε για να τον βοηθήσει στον δρόμο του. Με όπλα τη θέλησή του, τη μητρική αγάπη αλλά και τη βοήθεια συντοπιτών του (οι Παπαστράτοι της καπνοβιομηχανίας) σπουδάζει ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και κατόπιν γλυπτική στο Παρίσι. Θα επιστρέψει στην Ελλάδα και θα δουλέψει με πάθος και αγάπη το υλικό του για να μετουσιώσει το όραμά του. Θα γίνει παγκόσμια γνωστός μετά τη συμμετοχή του στη Μπιενάλε το 1962. Δουλεύει στο χωριό του, στην Αθήνα (Κουκάκι) και από το 1963 μέχρι τον θάνατό του το 1993, μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στην Αίγινα και την Αθήνα. Η φιλοσοφία του είναι ο συγκερασμός του χθες με το σήμερα, ακολουθώντας όμως έναν ολότελα δικό του δρόμο και όχι την πεπατημένη. Το φως της Αίγινας τον έκανε ακόμη πιο παραγωγικό. Δουλεύοντας από το πρωί μέχρι το βράδυ, σκάλισε το ξύλο (προτιμώντας τον ευκάλυπτο) και το πουρί (τον πωρόλιθο της Αίγινας). Ορισμένα από αυτά τα έργα εκτίθενται σε τρεις συνεχόμενες αίθουσες του μουσείου, το οποίο από το 2006 αποτελεί παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης). Και ο επισκέπτης έχει την ευκαιρία να θαυμάσει ανάμεσα στα άλλα την μεγαλειώδη Σταύρωση, αλλά και την παρωδία από το αέτωμα της Ολυμπίας, σύνθεση αποτελούμενη από δέκα φιγούρες, με αγαπημένο μου τον εντυπωσιακό Αλφειό ποταμό. Οι ξύλινες και χάλκινες μορφές του Καπράλου έχουν ως κέντρο τους τον άνθρωπο, όχι όμως τη φυσική απεικόνισή του, αλλά την έκφραση του είναι του. Αυτό που βγάζουν και μεταδίδουν είναι ατόφιο συναίσθημα, αυτό που πήρε και ο ίδιος ο καλλιτέχνης δουλεύοντας την πέτρα, το ξύλο, τον χαλκό, τον γύψο, τον πηλό, ακόμα και τα βότσαλα της θάλασσας, όπως φαίνεται και στα σχέδιά του στα  καμωμένα από τον ίδιον πλακάκια της αυλής.
Στην αίθουσα με τους πίνακες ζωγραφικής βλέπουμε κυρίως τη δουλειά του ως ζωγράφου στη δεκαετία του ογδόντα, όταν πλέον λόγω της έλλειψης χώρου και της φυσικής αδυναμίας εγκατέλειψε τη γλυπτική και ασχολήθηκε  με τη ζωγραφική, αυτό που είχε σπουδάσει αρχικά. Τα έργα του, ακολουθώντας την τεχνοτροπία του καλλιτέχνη στα άλλα υλικά, απεικονίζουν μορφές αφαιρετικές, αλλά και πάλι παλλόμενες από συναίσθημα. Αρκετά από αυτά αποτελούν έναν συγκερασμό ζωγραφικής και γλυπτικής καθώς αποδίδουν τις τρεις διαστάσεις των συνθέσεών του.
Άφησα τελευταία την αίθουσα της ζωφόρου της Πίνδου, όπου εκτίθεται το αντίγραφό της καθώς το πρωτότυπο βρίσκεται στη Βουλή των Ελλήνων. Πρόκειται για μια μνημειώδη απεικόνιση σε πουρί, με μάκρος σαράντα μέτρα και ύψος ένα μέτρο και είκοσι εκατοστά. Το μνημείο της Μάχης της Πίνδου αποτελείται από επτά ενότητες. Η πρώτη απεικονίζει την ειρηνική ζωή πριν τον πόλεμο του '40, η δεύτερη την κήρυξη του πολέμου, η τρίτη τις μάχες και τη νίκη, η τέταρτη την επιστροφή, η πέμπτη την περίοδο της Κατοχής, η έκτη την Αντίσταση και η έβδομη, η "λατέρνα" απεικονίζει την επιστροφή στην ειρηνική ζωή. Η ζωφόρος αποτελεί άλλον έναν φόρο τιμής στον άνθρωπο, προκαλώντας δέος και συγκίνηση. Δεν μπορεί κανείς να μην παρατηρήσει τη λεπτομέρεια μέσα από την αφαιρετικότητα. Για μια ακόμη φορά ο γλύπτης Καπράλος ως στόχο είχε να αποδώσει τα ως όφειλε στον άνθρωπο και την ιστορία, με στοιχεία από την αρχαιότητα, σαν τα επιτύμβια, αλλά και με τον παραστατικό τρόπο της λαϊκής μας παράδοσης.  Πόσο συγκινητικό αυτό που έχει χαράξει ο καλλιτέχνης στην πέμπτη ενότητα, αυτή της Κατοχής. Ο επισκέπτης έχει την ευκαιρία να το συλλαβίσει και στο αυτόνομο κομμάτι που εκτίθεται στην αίθουσα με τα γλυπτά. Το χαραγμένο κείμενο είναι το εξής: "ΓΛΥΚΟΣ Ο ΠΟΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΣΚΛΗΡΟΣ Ο ΜΟΧΘΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΓΕΩΡΓΟΙ ΣΚΑΦΤΙΑΔΕΣ ΑΜΠΕΛΟΥΡΓΟΙ ΜΑΝΑΔΕΣ ΧΑΡΟΚΑΜΕΝΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΛΥΠΗΜΕΝΕΣ ΤΙ ΟΜΟΡΦΗ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ, ΑΙΓΙΝΑ 1953".
Η εξαιρετική κυρία Αρετή Πηγιαδίτη, ιστορικός τέχνης, είναι πρόθυμη να κατατοπίσει τον επισκέπτη για το μουσείο και το έργο του Χρήστου Καπράλου. Η είσοδος είναι δωρεάν, φωτογραφίες επιτρέπονται μόνο στον εξωτερικό χώρο και αξίζει να το επισκεφτείτε, εξάλλου απέχει ελάχιστα από το λιμάνι της Αίγινας.
Τραπέζι και κάθισμα, μάρμαρο
Πάρου

τραπέζι με δύο ανθρωπόμορφα καθίσματα, πωρόλιθος
τραπέζι και κάθισμα, μάρμαρο Πάρου

Σύνθεση, μάρμαρο και πωρόλιθος

Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2019

Τριζόνια, το ησυχαστήριο του Κορινθιακού




Τα Τριζόνια έχουν έκταση μόλις 2,5 τετραγωνικά χιλιόμετρα και οι μόνιμοι κάτοικοί τους είναι κάτω από 50. Το λιλιπούτειο αυτό νησί είναι το μόνο κατοικημένο στον Κορινθιακό κόλπο και μπορεί κανείς να το προσεγγίσει από τη μεριά της Φωκίδας, από τη θέση Χάνια. Βρέθηκα εκεί λίγες μέρες πριν με την ευκαιρία μιας μονοήμερης εκδρομής. Τα Τριζόνια δεν χρωστούν το όνομά τους στο ομώνυμο έντομο, αλλά κατά την επικρατέστερη άποψη σε παραφθορά της λέξης τριονήσια (Τα τρία κυριότερα νησιά του συμπλέγματος είναι τα Τριζόνια, ο Άγιος Ιωάννης και το Πρασούδι). Αν θέλει κανείς να ηρεμήσει μέσα στο πράσινο  ατενίζοντας τη μαγευτική εικόνα της στεριάς απέναντι και του Κορινθιακού κόλπου, τότε τα Τριζόνια είναι ο προορισμός του. Τα νερά, ειδικά στα Άσπρα Χαλίκια, που κολύμπησα, είναι πεντακάθαρα και δε σου κάνει διάθεση να βγεις από τη θάλασσα. Στις δύο παραλίες που βρίσκονται έξω από τον οικισμό, δηλαδή στην Πούντα και στα Άσπρα Χαλίκια οδηγεί χωμάτινο μονοπάτι πάνω από τη Μαρίνα. 


Παρά την ανηφόρα, το τοπίο ξεγελάει το σώμα και χωρίς να το καταλάβεις, φτάνεις στις παραλίες. Η θέα και η διαδρομή αποζημιώνουν για το από 20 έως 30 λεπτά περπάτημα. Μπάνιο βέβαια μπορεί να κάνει κανείς και σε οποιοδήποτε σημείο του μονοπατιού 2 (υπάρχουν τρία περιπατητικά μονοπάτια στο νησί. Το 1 ξεκινάει από τον Άγιο Γεώργιο και καταλήγει στο ακρωτήριο Κόχειλας. Το 2 ξεκινάει από την πλατεία του χωριού και βγάζει στη Μαρίνα και το 3 συνεχίζει πάνω από τη Μαρίνα και βγάζει στη θέση Πύργος ή Παλιόκαστρο).



Πολύ γραφικό είναι και το σημείο όπου βρίσκεται ο Άγιος Γεώργιος. Φυσάει ένα δροσερό αεράκι και τα νερά (αν εξαιρέσεις τους αχινούς) προσφέρονται για βουτιές και χαλάρωση.


Καλό φαγητό, υπέροχη θέα, γαλήνη σε ένα καταπράσινο νησάκι. Τι άλλο θέλει κανείς; Για αποτοξίνωση από την πόλη, το συνιστώ ανεπιφύλακτα.



















Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2019

Παληαχώρα, ο Μυστράς του Σαρωνικού


Πόση ομορφιά κρύβεται τόσο κοντά μας; Την Παληαχώρα την είδα πρώτη φορά στο Youtube και μαγεύτηκα. Σάββατο βράδυ μελέτησα τα δρομολόγια των πλοίων και του Κτελ της Αίγινας και Κυριακή πρωί έφτασα στο λιμάνι του όμορφου νησιού. Παίρνοντας το λεωφορείο για τον Άγιο Νεκτάριο, σε δέκα λεπτά περίπου βρισκόμουν έξω από το μοναστήρι. Προχώρησα 200 μέτρα και στη διακλάδωση, έστριψα αριστερά περπατώντας μέχρι να φτάσω στο εκκλησάκι του Τίμιου Σταυρού. Από εκεί ξεκινάει το μονοπάτι για την Παληαχώρα και τα  εκκλησάκια που είναι σπαρμένα κυριολεκτικά στο χείλος του γκρεμού. Λέγεται πως οι εκκλησίες στην Παληαχώρα ήταν 365, μία για κάθε ημέρα του χρόνου. Αμφιβάλλω κατά πόσον είναι αληθινό αυτό, όμως στις μέρες μας, παρότι οι πληροφορίες που πήρα ανέφεραν 39 σωζόμενες εκκλησίες, εγώ πέρασα από τις 33 που είδα στο κατατοπιστικό σχεδιάγραμμα της πλατείας του Σταυρού. Πριν ξεκινήσω την ανάβαση, φωτογράφισα το σχεδιάγραμμα και φυσικά άνοιξα το gps στο κινητό. Βλέπετε, ίσως η εποχή, ίσως η ζέστη, ίσως ότι ο κόσμος πηγαίνει κοπάδι στον Άγιο Νεκτάριο, αλλά μάλλον αγνοεί τη μυσταγωγία στον ακριβώς απέναντι λόφο, εκτός από εμένα και ένα ζευγάρι ξένων, δεν υπήρχε ψυχή ζώσα. Το καλοκαίρι δεν είναι η ιδανική εποχή  για τα κακοτράχαλα μονοπάτια και τη διαρκή ανάβαση, το τοπίο όμως είναι πάντα μαγευτικό.  
Η Παληαχώρα χτίστηκε τον ένατο μετά Χριστόν αιώνα και η ζωή της πόλης υπήρξε ταραχώδης. Ο λόγος της κατοίκησης του σημείου αυτού ήταν η στρατηγική του θέση. Καθώς το νησί μαστιζόταν από πειρατές, ο λόφος πρόσφερε ορατότητα στους κατοίκους, τα σπίτια τους όμως δεν φαίνονταν από τη θάλασσα, λόγω της έξυπνης δόμησης. Κι έτσι οχυρώθηκε και κατοικήθηκε, υπήρξε μάλιστα και η πρωτεύουσα της Αίγινας μέχρις ότου εγκαταλείφθηκε στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα. Τους πειρατές τελικά δεν μπόρεσε να τους αποφύγει και μάλιστα τον τρομερό Μπαρμπαρόσα, που την αφάνισε. Η πόλη όμως αναστηλώθηκε και τα τείχη ενισχύθηκαν από τους Ενετούς. Τούρκοι, Ισπανοί, Ενετοί, όλοι πέρασαν από εδώ, μα αυτό που βλέπεις σήμερα είναι το ανεξίτηλο ίχνος της Ορθοδοξίας. Τα 600 ή κατά άλλους 800 σπίτια δεν υπάρχουν πια, καθώς τα σάρωσε ο χρόνος και το ανθρώπινο χέρι, οι εκκλησίες επιμένουν όμως να στέκουν στη θέση τους, έστω και τραυματισμένες.

 
Επιλέγοντας να περπατήσω τη διαδρομή από το τέλος προς την αρχή, η πρώτη μου στάση είναι ο Άγιος Στέφανος, ένα μονόχωρο εκκλησάκι που στέκει κάτω από τη σκιά ενός μεγάλου πεύκου. Κατάνυξη νιώθεις καθώς ανοίγεις την ξύλινη πόρτα, για να μπεις και να σταθείς, είτε προσευχηθείς είτε όχι. Πανέμορφος μέσα στην ταπεινότητα και τη λιτότητά του, ο χώρος μοιάζει να καθαρίζει μυαλό και ψυχή. Η μαρμάρινη πλάκα έξω γράφει το όνομα της εκκλησίας και η πεζούλα καλεί τον περιπατητή να καθίσει αναπαυτικά και να ατενίσει το μεγαλείο της φύσης γύρω του. Λίγο παρακάτω είναι ο Άγιος Γεώργιος στα αριστερά και ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος στα δεξιά με καθηλωτικές τοιχογραφίες, παρά τη φθορά του χρόνου και της οργής πειρατών και αλλότριων. Τα απομεινάρια του ζωηρού χρώματος σε λουλακί απόχρωση στους τοίχους σου δίνουν μια καλή ιδέα της φαντασμαγορίας των παραστάσεων κάποιους αιώνες πριν.  Λίγο πιο κάτω συναντάς στον δρόμο σου τον Άγιο Ευθύμιο κυριολεκτικά πάνω στον γκρεμό.


Τα επόμενα φιδογυρίσματα του μονοπατιού βγάζουν στη Μεταμόρφωση, την Κοίμηση της Θεοτόκου,με τους ρόδακες στο υπέρθυρο, όπως φαίνεται και στη φωτογραφία, τον Άγιο Δημήτριο, και  στη διχάλα αριστερά βρίσκονται η Κοίμηση της Αγίας Άννας και η Αγία Αικατερίνη. Η ανηφόρα συνεχίζει και από τα ανατολικά προς τα βόρεια συναντάω τους Αγίους Αναργύρους, τον Άγιο Νικόλαο, τον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο και τον Άγιο Σπυρίδωνα.

 Χαρακτηριστικό της παλαιότητας των εκκλησιών (πολλές χρονολογούνται από τον 13ο αιώνα) είναι και η ύπαρξη, ως διακοσμητικών ή ακόμη και ως δομικών στοιχείων, παλαιοχριστιανικών μαρμάρων, μαρτυρία της ύπαρξης κάποιας βασιλικής του πέμπτου ή έκτου μετά Χριστόν αιώνα. (Στη δεξιά φωτογραφία, η είσοδος του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου).
Γυρίζω προς τα πίσω και παίρνω το κατηφορικό καλντερίμι συναντώντας μπροστά μου τον Ταξιάρχη Μιχαήλ και πιο πέρα τον Άγιο Ζαχαρία.
Στρίβω αριστερά, στο μοναστηριακό συγκρότημα της Αγίας Κυριακής και της Ζωοδόχου Πηγής αντικρίζοντας την καμπάνα που κρέμεται από το κλαδί του πεύκου. Συνεχίζω το περπάτημα ανηφορίζοντας και πάλι και βρίσκω στον δρόμο μου την Αγία Μακρίνα, τον Άγιο Μηνά και τον Άγιο Ελευθέριο, ενώ το βλέμμα μου έχει ήδη εστιάσει στους δίδυμους ναούς του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Δημητρίου στο Κάστρο. Βρίσκομαι πια στο πιο ψηλό σημείο της Παληαχώρας, στα 350 περίπου μέτρα υψόμετρο.  Η θέα είναι μαγευτική με το αστραφτερό μπλε της θάλασσας της Σουβάλας. Εδώ είναι διακριτά απομεινάρια των τειχών της πόλης, της οποίας η οχύρωση είχε γίνει με χρήματα των Ενετών, για να έρθουν δύο αιώνες μετά  και να καταστρέψουν τελικά ό,τι είχε απομείνει από τη λαίλαπα του Μπαρμπαρόσα.



 Καιρός όμως να κατηφορίσω ξανά (ο ήλιος είναι δυνατός, ευτυχώς φυσάει ένα δροσερό αεράκι). Παίρνω το μονοπάτι προς την Επισκοπή όπως δείχνει και η σήμανση και συναντάω τον ναό τον Αγίων Θεοδώρων με αυτό το πολύ όμορφο σχέδιο στο δάπεδο (φωτογραφία δεξιά) και αμέσως μετά τον Ταξιάρχη. Κατηφορίζοντας θα βρεθώ στη σκήτη του Αγίου Διονυσίου όπου η επιγραφή στο υπέρθυρο γράφει "προς τιμή Αγίου Διονυσίου ανακινούμε το σπίτι του" καθώς το ασκητήριο αναστηλώθηκε από την Ένωση Ζακυνθίων Αθηνών προς τιμή του πολιούχου της Αίγινας, Αγίου Διονυσίου. Αφήνω πίσω μου τη σκήτη και στο αριστερό μου χέρι στέκει η Αγία Άννα ενώ στο δεξί είναι η Επισκοπή του Αγίου Διονυσίου με τα όμορφα εγχάρακτα στο υπέρθυρο.

Ο ναός ήταν αρχικά αφιερωμένος στην Παναγία, τον 18ο αιώνα όμως αφιερώθηκε στον από το 1576-1579 Μητροπολίτη Αιγίνης  Διονύσιο, που αγιοποιήθηκε από την Εκκλησία το 1703. Πολύ κοντά στην Επισκοπή του Αγίου Διονυσίου είναι ο Άγιος Νικόλαος της Επισκοπής, ενώ σε δυσπρόσιτο σημείο βρίσκονται ο Άγιος Στυλιανός και ο Άγιος Κήρυκος.


Κατεβαίνοντας το καλντερίμι πάντα στη δυτική πλευρά του λόφου φτάνω στο Φόρο, την πλατεία της Παληαχώρας και βρίσκομαι έξω από τον Άγιο Γεώργιο τον Καθολικό ή, κατά την άλλη ονομασία του, της Παναγίας της Φορίτισσας ή Μεσοπορίτισσας.  Ο ναός αυτός χρονολογείται, ως αρχική κατασκευή,γύρω στον 13ο ή 14 μετά Χριστόν αιώνα. Στο υπέρθυρό του υπάρχει εντοιχισμένη λατινική επιγραφή που αναφέρεται στην τελευταία επιθεώρηση του Ενετού Διοικητή του Ναυπλίου Antonio Barbaro, την 1η Απριλίου του 1533, τέσσερα χρόνια πριν την καταστροφή της Παληαχώρας από τον Μπαρμπαρόσσα. Η ιστορία του ναού έχει συνδεθεί και με την εκεί μεταφορά της κάρας του Αγίου Γεωργίου από τη Λειβαδιά στην Αίγινα το 1393, όπου και θεωρείται ότι παρέμεινε μέχρι τη μεταφορά της στη Βενετία, σε αντάλλαγμα για το χτίσιμο του Κάστρου τον 15ο αιώνα από τους Ενετούς.  Οι πανέμορφες τοιχογραφίες είναι του 17ου και 18ου αιώνα. Το ιερό είναι προσανατολισμένο στην ανατολική πλευρά, προς το φαρδύτερο τμήμα του ναού.

 Αφήνοντας πίσω μου τον Άγιο Γεώργιο, κατεβαίνω τα σκαλιά και περνάω από την ερειπωμένη Αγία Βαρβάρα και από την Παναγία του Γιαννούλη (η αριστερή φωτογραφία). Κατηφορίζω και τα τελευταία σκαλιά και  από κάτω προς τον γκρεμό είναι ο Άγιος Αθανάσιος. Έχω φτάσει ξανά στον Τίμιο Σταυρό, για να πάρω τον δρόμο της επιστροφής για το λιμάνι της Αίγινας. Καθώς περνάω έξω από τον Άγιο Χαράλαμπο, που στην ουσία είναι η πρώτη εκκλησία της μεσαιωνικής αυτής Καστροπολιτείας, αφού βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο της βάσης της, κοιτάζω μια τελευταία φορά τον λόφο της μεσαιωνικής καστροπολιτείας. Τα λευκά εκκλησάκια μοιάζουν ακοίμητοι παραστάτες, επίμονοι φρουροί ενός τόπου ερημωμένου πια, ανάμνηση όμως της ανθρώπινης παρουσίας. Συνεχίζω τον δρόμο μου με την ευχή και την ελπίδα να υπάρξει κρατική μέριμνα και οικονομική δυνατότητα ώστε να διατηρηθεί αυτό το τόσο σημαντικό μνημείο της ιστορίας μας. Υ.Γ. Πολλές πόρτες των εκκλησιών δεν κλείνουν, είτε γιατί δεν υπάρχουν πόμολα, είτε γιατί οι κλειδαριές έχουν χαλάσει, με αποτέλεσμα να μένουν ανοιχτές, και η βροχή και ο αέρας να επικουρούν τη φθορά που έχει φέρει ο χρόνος.







Ο κύκνος της Elizabeth Egloff επί σκηνής

Η Ντόρα, νοσηλεύτρια, είναι απογοητευμένη από τη ζωή της. Καθώς οι άνδρες έρχονται και φεύγουν, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το ανδρικό...