Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2019

Μήδεια του Μποστ επί σκηνής


Δεκαέξι ολόκληρα χρόνια από τη συγγραφή της, η Μήδεια του Μποστ παραμένει ζωντανή, ξεκαρδιστική, πλανεύτρα. Πόσο μάλλον όταν σκηνοθετεί ο Νικορέστης Χανιωτάκης και έχεις να απολαύσεις τους τόσο ταλαντούχους ηθοποιούς.
Η Μήδεια του Μποστ είναι μια φιγούρα κωμικοτραγική και τα παιδιά της δεν θα τα σφάξει από τη ζήλεια της για τον Ιάσονα, αλλά γιατί ήταν παλιόπαιδα, που τεμπέλιαζαν και δεν μελετούσαν τα μαθήματά τους. Μπορεί λοιπόν το έργο να ξεφεύγει από την τραγωδία του Ευριπίδη, έλα όμως που ο ίδιος ο Ευριπίδης θα εμφανιστεί στο παλάτι της Μήδειας και του Ιάσονα, από το οποίο παρελαύνουν ψαράδες, καλόγριες, καρδινάλιοι και ο τυφλός Οιδίποδας με την κόρη του, την Αντιγόνη.
Δεν αφήνει τίποτα όρθιο ο Μποστ, αποδομεί, καυτηριάζει τα παντού και πάντα κακώς κείμενα, και σίγουρα χαρίζει ένα μέχρι δακρύων γέλιο.
Ο θίασος αεικίνητος, ευρηματικός, παρασύρει το κοινό. Η αλήθεια είναι ότι δεν σε αφήνει να μην μαγευτείς από την παράσταση, που από μόνη της είναι μια πανδαισία χρωμάτων και ήχων.
Όλοι, μα όλοι οι ηθοποιοί δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό, ο καθένας ιδανικός στον και για τον ρόλο του. Φαίνεται ότι και οι ίδιοι το διασκεδάζουν, ακάματοι σε αυτό το πήγαινε έλα της σχεδόν δίωρης παράστασης. Ο χώρος του θεάτρου ιδανικός για τις σκηνοθετικές παρεμβάσεις εντός και εκτός σκηνής (η παράσταση ξεκινάει έξω από τη σκηνή και φτάνει έως τον δρόμο). Τα κοστούμια παραπέμπουν στην ελληνική παραδοσιακή φορεσιά. Η μουσική, που σημειωτέον παίζεται ζωντανά επί σκηνής από τους ίδιους τους ηθοποιούς, κουμπώνει απόλυτα με το έργο.

Συντελεστές:
Διασκευή - Απόδοση στίχων - Σκηνοθεσία:Νικορέστης Χανιωτάκης
Πρωτότυπη μουσική:Monika
Σκηνικά:Αρετή Μουστάκα
Κοστούμια:Χριστίνα Πανοπούλου
Χορογραφίες-Επιμέλεια κίνησης:Ειρήνη - Ερωφίλη Κλέπκου
Φωτισμοί:Χριστίνα Θανάσουλα
Βοηθός σκηνοθέτη:Μαριάννα Παπασάββα
Οργάνωση παραγωγής:Αναστασία Γεωργοπούλου
Εκτέλεση παραγωγής:Μαριάννα Κολυβοδιάκου
Φωτογραφίες:Αγγελική Κοκκοβέ
Ζωντανή απόδοση μουσικών θεμάτων:Γιάννης Μαθές
Παραγωγή:Μυθωδία
Επικοινωνία:BrainCo
Διανομή:
Μήδεια: Μάκης Παπαδημητρίου
Οιδίποδας: Κώστας Τριανταφυλλόπουλος
Ευριπίδης: Γιάννης Δρακόπουλος
Ιάσωνας: Νίκος Πουρσανίδης
Τροφός: Γεράσιμος Σκαφίδας
Αντιγόνη: Μπέτυ Αποστόλου
Κορυφαία Χορού: Άννα Κλάδα
Καλόγρια Πόλυ: Μίνα Αδαμάκη
Η παράσταση παίζεται στο «Θησείον, ένα θέατρο για τις τέχνες» επί της οδού Τουρναβίτου 7, στο Θησείο.

Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2019

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Κάτι σαν το αυτί του Βαν Γκογκ


Μια δυστυχία η ζωή μου όλη. Ξέρετε τι είναι να σε λένε Αυτή; Βιργινία Αυτή είναι το ονοματεπώνυμό μου. Απελπισία σκέτη. Όχι ότι Μαρία, Ελένη, Κλεοπάτρα θα ακουγόταν καλύτερο, αφού μόνιμα θα συνοδευόταν από το τραγικό επίθετο.
Τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς μου δεν φαίνεται να συμμερίζονται την άποψή μου, και μάλιστα με λένε από υπερβολική έως υποχόνδρια. Πώς να μην καταντήσω υποχόνδρια, όταν από μικρή νόμιζα πως όλοι με εμένα ασχολιόντουσαν; Πηγαδάκι στην άκρη της αυλής οι συμμαθήτριες στο Δημοτικό κι εγώ να περνάω και να τις ακούω να ψιθυρίζουν και να γίνομαι ταύρος. Εσείς πώς θα αντιδρούσατε αν ακούγατε Αυτή το ένα, Αυτή το άλλο… Εκείνες φυσικά ισχυριζόντουσαν ότι δεν έλεγαν το επίθετό μου, παρά την αντωνυμία. Κι εγώ, επειδή βέβαια τις είχαμε κάνει τις δεικτικές αντωνυμίες στο μάθημα, τους θύμιζα μαινόμενη ότι υπήρχε και το εκείνη και το ετούτη, για να μην μπερδευόμαστε. Και τι έφταιγα εγώ που μυαλό δεν βάζανε και καταλήγαμε στο μαλλιοτράβηγμα και κάθε λίγο και λιγάκι κουβαλάγανε τους γονείς μου στο σχολείο να με συνετίσουν;
Στο Γυμνάσιο, έκανα την κουφή. “Αυτή!” φώναζε η Φιλόλογος στον κατάλογο, εγώ όμως πέρα έβρεχε. Αφού ωρυόταν κάμποσο, της χαμογελούσα ταπεινά και της εξηγούσα πως νόμιζα ότι αναφερόταν στην αντωνυμία. Τον θυμό του Δημοτικού τον είχα γυρίσει σε ειρωνεία στα χρόνια του Γυμνασίου.
Στο Πανεπιστήμιο δεν είχα και μεγάλο πρόβλημα, γιατί ούτε παρέες έκανα ούτε στα μαθήματα πολυεμφανιζόμουν. Το πτυχίο, έτσι κι αλλιώς, άχρηστο πήγε, γιατί έπεσε η χώρα σε κρίση και δουλειές λίγες, υποψήφιοι πολλοί.
«Να παντρευτείς, να νοικοκυρευτείς!» λέει όλη την ώρα η μάνα μου. «Θα αλλάξεις και επίθετο, οπότε θα ησυχάσεις».
Τι να της εξηγήσεις τώρα πως ο νόμος έχει αλλάξει δεκαετίες πριν και η γυναίκα κρατάει το δικό της επίθετο, τιμή της και καμάρι της; Τις σουφραζέτες θα τις είχε σουβλίσει η μάνα μου, που δεν εννοεί να το χωνέψει, ευτυχώς που αυτή πρόλαβε κι έδεσε τον γαμπρό προ νέου Οικογενειακού Δικαίου.
«Θα ησυχάσω αν κουφαθώ και δεν ακούω το επίθετό μου όλη την ώρα» αποφάνθηκα στωικά.
Δεν ωφελούσε να το πολεμάω, αυτό ήταν το επίθετό μου, πάει και τελείωσε. Βέβαια, οι παρεξηγήσεις και οι εντάσεις συνεχιζόντουσαν, γιατί άντε να ξεχωρίσει κανείς πότε τον καλούν με το επίθετό του και πότε αοριστολογούν. Φανταστείτε ότι μια μέρα εκεί που πέρναγα έναν πολυσύχναστο δρόμο, ακούω μια κραυγή. «Αυτή! Αυτή!» ούρλιαζε μια γυναίκα κι όλοι άρχισαν να τρέχουν κατά το μέρος μου. Κοντοστάθηκα έκπληκτη νομίζοντας ότι από κάπου με ξέρει. Μέχρι να καταλάβω τι συνέβαινε, με τραβολόγαγαν στο τμήμα. «Όχι αυτή, αυτή!» ούρλιαζε η γυναίκα κι έδειχνε κάπου στην άλλη μεριά του δρόμου. Κάποια της είχε κλέψει το πορτοφόλι και μέσα στην αναμπουμπούλα οι καλοθελητές περαστικοί με είδαν που σταμάτησα κοιτώντας εναγωνίως, έτσι το κατάλαβαν εκείνοι, και θεώρησαν πως εγώ ήμουν η ύποπτη.
Το πάθημα έγινε μάθημα κι από εκείνη τη στιγμή δεν έδινα πια σημασία ούτε στην αντωνυμία ούτε σε οποιοδήποτε ομόηχο ή εμπεριέχον τους φθόγγους όνομα. Ο κόσμος ήταν πολύ μεγάλος για να ασχολείται συνέχεια μαζί μου, στο κάτω κάτω δεν ήμουν σκέτη Αυτή, ήμουν μια Βιργινία Αυτή, οπότε γιατί να σκοτίζομαι;
Το πρόβλημα όμως της ανεργίας παρέμενε. Να είσαι τριάντα δύο χρονών και να ψάχνεις να βρεις δουλειά όπως πολύς κόσμος έψαχνε τους κάδους των σκουπιδιών για οτιδήποτε χρήσιμο, ούτε στον εχθρό μου δεν το εύχομαι. Η φίλη μου η Νικόλ προσπαθούσε να με παρηγορήσει, έχοντας πάντα τεράστια αποθέματα αισιοδοξίας να μοιράζεται.
Είμαστε σε ένα καφέ σε έναν πεζόδρομο του Θησείου. Χαρά Θεού η μέρα, μια ομορφιά όλα γύρω, χαριτωμένο το καφέ, με χρώματα κι αρώματα.
«Μια χαρά κοπέλα είσαι, την υγεία σου την έχεις, τι άλλο θέλεις;» λέει η Νικόλ.
«Δουλειά!» απαντάω και ρουφάω με μανία τον καφέ με το καλαμάκι.
Κάποιος από δίπλα με αγριοκοιτάζει που χαλάω την ειδυλλιακή ατμόσφαιρα με τόσο άκομψους ήχους κι εγώ λουφάζω παίζοντας εκνευρισμένη με τα μαλλιά μου.
Η Νικόλ με κοιτάει καλά καλά.
«Τι έγινε πάλι;» ρωτάω εκνευρισμένη.
«Για να δω το αυτί σου».
«Πας καλά;»
Εκείνη όμως έχει σκύψει ήδη και μελετάει το αυτί μου σαν παλαιολιθικό εύρημα.
«Μα έχεις πολύ όμορφο αυτί!»
«Πάψε να παίζεις με τον πόνο μου. Και δεν θέλω να ακούω για αυτιά και οτιδήποτε σχετικό. Ξέρεις πόσο με εκνευρίζει».
«Μιλάω σοβαρά. Είναι τόσο αρμονικό. Το πτερύγιο, ο λοβός, μα κοίταξέ το, βρε παιδί μου».
«Πού να το δω, καλό μου κορίτσι;»
«Καθρέφτη δεν έχεις στο σπίτι σου; Το πρωί δεν βλέπεις το αυτί σου;»
«Άλλη όρεξη δεν είχα. Δεν μου φτάνει το επίθετο, θα έχω και το αυτί τώρα! Η Αυτή με το αυτί!»
«Βλακείες. Κάτσε να το βγάλω μια φωτογραφία».
«Πας καλά; Ρεζίλι θα γίνουμε!» εξανίσταμαι εγώ κοιτώντας αμήχανα δεξιά κι αριστερά. Εκείνος ο κύριος που θορυβήθηκε από το ρούφηγμα του καφέ μου, πάλι με κοιτάζει. Κοιτάζει επίμονα.
«Ορίστε, είδες τι έκανες: Τι κατάλαβες;» λέω στη Νικόλ, γιατί βλέπω τον κύριο να σηκώνεται και να έρχεται προς το μέρος μας αποφασισμένος.
«Ε, δεν κάναμε και κανένα έγκλημα» λέει η Νικόλ. «Πολύ καλημέρα σας!» απευθύνεται στον κύριο χαρίζοντάς του το φωτεινό της χαμόγελο, σήμα-κατατεθέν της.
«Κυρίες μου, καλημέρα και συγγνώμη για την ενόχληση» λέει ο νεοφερμένος.
«…μέρα» πετάω εγώ μέσα από τα δόντια μου, γιατί η καλή φαίνεται από το πρωί, και μέχρι στιγμής καλοσύνη δεν είδα.
«Άθελά μου άκουσα τη συζήτησή σας» λέει ο τύπος. «Μου επιτρέπετε;»
Βασικά δεν του επιτρέπω, αλλά αυτός τραβάει τη διπλανή καρέκλα και στρογγυλοκάθεται.
«Ονομάζομαι Ιωσήφ Ιωβηλαίος» ανακοινώνει και μου δίνει μια κάρτα. “Jubillee constellations» γράφει με καλλιγραφικά στοιχεία.
Τον κοιτάζω χωρίς να καταλαβαίνω. Ή μάλλον κατάλαβα. Είναι από τους τύπους που ψάχνουν να βρουν πελάτες όπου τους κάτσει. Τώρα έδεσε. Ετοιμάζομαι να τον στείλω κομψά.
«Μου επιτρέπετε;» λέει ξανά ο κύριος Ιωβηλαίος και σκύβει προς το μέρος μου.
Δεν του επιτρέπω, αλλά πού να προλάβω; Τώρα κοιτάζει εμβριθώς το αυτί μου. Μήπως είναι ωτορινολαρυγγολόγος;
«Τέλεια! Τέλεια! Αυτό ακριβώς έψαχνα!» αναφωνεί κι εγώ είμαι έτοιμη να του απαντήσω ότι δωρητής οργάνων εν ζωή δεν γίνομαι, γιατί τον κόβω για λίγο Βαν Γκογκ τον τύπο.
Ποιος ξέρει τι ύφος έχω, γιατί ο άνθρωπος βάζει τα γέλια.
«Μη με παρεξηγείτε. Είμαι κοσμηματοποιός και λανσάρω μια νέα συλλογή. Θα έχετε ακούσει για το constellation piercing».
Προφανώς δεν περιμένει απάντηση, ούτε εγώ ούτε η Νικόλ έχουμε κάτι να συνεισφέρουμε εξάλλου.
«Είναι η νέα τάση της μόδας στα σκουλαρίκια. Πολλά διαφορετικά σκουλαρίκια όχι μόνο στον λοβό του αυτιού, αλλά και σε όλη την επιφάνειά του. Έχω δημιουργήσει σχέδια που θα ξετρελάνουν όλες τις ηλικίες. Το μόνο που θέλω είναι το ιδανικό αυτί που θα τα αναδείξει».
Δεν ιδρώνει πλέον το αυτί μου καθώς ακούω το ομόηχο του επιθέτου μου, αντίθετα είμαι όλη αυτιά.
«Και εσείς έχετε αυτό που ζητώ. Κυρία μου…»
«Βιργινία» χαμογελάω, αποσιωπώντας το επίθετό μου. Άστο καλύτερα, μην μπερδευτούμε και χαλάσουμε και την ειδυλλιακή στιγμή.
«Βιργινία» συνεχίζει ακάθεκτος ο κύριος Ιωβηλαίος «το αυτί σας θα γίνει το πρότυπό μου. Το μοντέλο μου».
«Τι να το κάνετε το αυτί μου;» ρωτάω έκπληκτη, μπερδεμένη είμαι ακόμα.
«Μα φυσικά. Η Βιργινία μας δεν θα έχει καμία αντίρρηση να δουλέψει μαζί σας» με προλαβαίνει η Νικόλ, που έχει μπει στο νόημα, αφού δεν διυλίζει τον κώνωπα όπως συνηθίζω να κάνω εγώ.
Αντιλαμβάνομαι κι εγώ πλέον τις αγνές και όχι δολοφονικές προθέσεις του κυρίου κοσμηματοποιού και συγκατανεύω χαμογελώντας. Ο κύριος Ιωβηλαίος με ενημερώνει λεπτομερώς για τα έργα τέχνης του όπως τα αποκαλεί και κανονίζουμε ένα ραντεβού για την επόμενη κιόλας ημέρα. Μετά από αυτά μας αφήνει να απολαύσουμε τον καφέ μας με την ησυχία μας.
«Τι σου έλεγα;» μου κλείνει το μάτι η Νικόλ.
«Δεν πιστεύω στα αυτιά μου ότι βρήκα δουλειά. Δεν πιστεύω στα αυτιά μου!»
«Να το πιστέψεις. Αφού γελάνε και τ’ αυτιά σου!»
Την κοιτάζω, με κοιτάζει, και ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια.

Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2019

Τάσος Μαντζαβίνος: Εγώ και ο Δράκος


Ίσως και να νομίσεις πως βρέθηκες στη σπηλιά του Αλαντίν. Αυτή τουλάχιστον ήταν η πρώτη εντύπωσή μου μπαίνοντας στη μικρή αίθουσα του ισογείου στην Πινακοθήκη Χατζηκυριάκου Γκίκα, που στεγάζει την έκθεση του Τάσου Μανταβίνου «Εγώ και ο δράκος».
Κατασκευές που θέλεις να απλώσεις το χέρι σου και να τις ψηλαφίσεις, να σκύψεις να δεις καλύτερα τα χρώματα, τόσο έντονα που κάθεσαι ακίνητος μπας και τα ξεγελάσεις και ζωντανέψουν. Να ζωντανέψει ο δράκος, για φαντάσου! Αυτό είναι το κύριο και κυρίαρχο στοιχείο της έκθεσης, όπου η γόνιμη δημιουργικότητα του Τάσου Μαντζαβίνου βάζει τις πινελιές της σε παλιά και ξεχασμένα, ξορκίζοντας τη λήθη, μετουσιώνοντας μέταλλο, ξύλο, τσίγκο. Έντονα χρώματα, τολμηροί συνδυασμοί, φιγούρες από τις παιδικές μας αναμνήσεις, φως και σκιά, ο μπερντές του Καραγκιόζη.

Θα μαγευτείς με το επιτραπέζιο φιδάκι και τα τέσσερα πιόνια- φιγούρες, θα σταθείς να περιεργαστείς το κουτί του καλλιτέχνη και τα κηροπήγια με τον δράκο, τα πουλιά, τις πεταλούδες, θα κοιτάξεις προσεκτικά τον ισορροπιστή, θα χαζέψεις το καραγκιοζοθέατρο, θα μπεις στον πειρασμό να διαβάσεις τα πολύ μικρά γράμματα στο τετράπτυχο Γυμνός Δρακοκτόνος, Φύλακας, Λούνα παρκ, Άγιος Φανούριος. 
Πρόσωπα που θυμίζουν βυζαντινές τοιχογραφίες έρχονται σε αντιπαράθεση με τον δράκο, τη δύναμη της εξουσίας ή μήπως του κακού που κρύβουμε μέσα μας; Οι απεικονίσεις σε καμβά και ξύλο με λάδι ή ακρυλικό μοιάζουν ψηφιδωτά, όπως ένα μεγάλο σαν ψηφιδωτό χαλί είναι το δάπεδο της αίθουσας που το καλύπτει η αναπαράσταση από το φιδάκι.
Ο ιστορικός τέχνης Γιώργος Μυλωνάς, που έχει και την επιμέλεια της έκθεσης, λέει: “Σε μια μεταβατική εποχή όπως η δική μας, ο Μαντζαβίνος μάς δείχνει πως η αληθινή τέχνη είναι πέρα από τα όμορφα σχήματα και τα αρμονικά χρώματα. Πως σκοπό της έχει πάντα να ανασυνθέσει μια οντότητα: τον άνθρωπο”.
Η έκθεση στεγάζεται στην Πινακοθήκη Χατζηκυριάκου Γκίκα επί της οδού Κριεζώτου 3 μέχρι τις 4/1/2020.

Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2019

Ο κύκνος της Elizabeth Egloff επί σκηνής


Η Ντόρα, νοσηλεύτρια, είναι απογοητευμένη από τη ζωή της. Καθώς οι άνδρες έρχονται και φεύγουν, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το ανδρικό φύλο μάλλον προέρχεται από τον Πλούτωνα κι έχοντας διακτινιστεί στη Γη, δεν μπορεί να προσαρμοστεί. Τώρα είναι με τον Κέβιν, έναν παντρεμένο γαλατά, που όλο υπόσχεται να αφήσει τη γυναίκα του για χάρη της. Οι μέρες της είναι η ίδια χαυνωτική ρουτίνα μέχρι που ένας μαύρος κύκνος θα εισβάλει στη ζωή της. Η Ντόρα τον φροντίζει. Ο κύκνος μεταμορφώνεται σε άντρα, μαθαίνοντας την ανθρώπινη συμπεριφορά και φτάνοντας να διεκδικήσει τη Ντόρα από τον Κέβιν.
Ένα πολλά υποσχόμενο θεατρικό κείμενο που κινείται ανάμεσα στον ρεαλισμό και τη φαντασία, αλληγορία της σύγχρονης εποχής, αλλά και αναφορά στον μύθο του Δία και της Λήδας. Η επιδίωξη του ανέφικτου ή άπιαστου ονείρου, οι κρυφοί πόθοι, η αποξένωση, η δυσλειτουργία των σχέσεων, η έλλειψη επικοινωνίας ή οι διαφορετικοί κώδικες επικοινωνίας είναι μερικοί από τους άξονες του έργου.
Επί σκηνής, ξεχωρίζει ο εντυπωσιακός Συμεών Κωστάκογλου στον ρόλο του Κύκνου, σαγηνευτικός τόσο στην αθωότητα όσο και στην πανουργία του, αποδίδοντας μοναδικά τις κινήσεις του πληγωμένου πουλιού, αλλά και τη μετάβασή του από τη ζωώδη στην ανθρώπινη φύση περνώντας εν τάχει από τη βρεφική στην πιο ώριμη συμπεριφορά. Η Υρώ Λούπη, ως Ντόρα, σπαρακτική στην ονειρική αντιπαράθεση άσπρου μαύρου στην τελευταία σκηνή του έργου. Ο Κώστας Ανταλόπουλος ενσαρκώνει επαρκώς τον ταλαιπωρημένο Κέβιν, που αναγκάζεται να δεχτεί το οτιδήποτε, αρκεί να μην απορρυθμιστεί η ζωή του.
Σε ένα λιτό σκηνικό, ο σκηνοθέτης κατάφερε να ξεπεράσει τον σκόπελο των πολλών μικρών σκηνών του έργου. Σε αυτό πιστεύω πως βοήθησε ο μικρός χώρος του θεάτρου. Το κοστούμι και το μακιγιάζ του κύκνου λίαν εντυπωσιακά. Η μουσική επένδυση της Violet Louise είναι σίγουρα το must της παράστασης. Εξαιρετική η μετάφραση της Μαργαρίτας Δαλαμάγκα-Καλογήρου.
Συντελεστές:
Μετάφραση: Μαργαρίτα Δαλαμάγκα-Καλογήρου
Σκηνοθεσία: Σταύρος Στάγκος
Σκηνικά - Κοστούμια: Κατερίνα Χατζοπούλου
Κίνηση: Στέλλα Κρούσκα
Μουσική:Violet Louise
Φωτισμοί: Γιώργος Αγιαννίτης
Βοηθός Σκηνοθέτη: Αιμιλιάνα Σοφιά
Παίζουν: Υρώ Λούπη, Κώστας Ανταλόπουλος, Συμεών Κωστάκογλου
Το έργο παίζεται στο θέατρο «Αγγέλων Βήμα», Σατωβριάνδου 36, Αθήνα, στα πλαίσια της θεματικής ενότητας «Ζούμε στις φαντασιώσεις μας;»

Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2019

Μιχάλης Σπέγγος: Χώρα από Χαλκό

Πήρα στα χέρια μου το νέο μυθιστόρημα του Μιχάλη Σπέγγου «Χώρα από χαλκό» και το διάβασα με πολλή αγάπη όπως προείπα στον συγγραφέα του. Η δική μου αγάπη ήταν η ανταπόδοση της δικής του στον κάθε αναγνώστη του, κι αυτό γιατί η γραφή του έχει την τιμιότητα και την ηθική που χαρακτηρίζει συγγραφείς που έχουμε κατατάξει στους κλασικούς.
Η «Χώρα από χαλκό» είναι ένα μυθιστόρημα με πολλαπλές αναγνώσεις. Εξάλλου είναι γνωστό σε όσους έχουν παρακολουθήσει το έργο του Μιχάλη Σπέγγου ότι η στρωτή του γλώσσα και η χαρισματική του αφήγηση είναι που κάνουν τα βαθύτερα νοήματα να μας συντροφεύουν όχι μόνο κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, αλλά και μετά το τέλος της αφυπνίζοντας το μυαλό και την καρδιά μας.
Γιατί όμως χώρα από χαλκό, αλήθεια; Ο χαλκός είναι μέταλλο ελατό και όλκιμο, που σημαίνει ότι μπορεί να επιδεχτεί διάφορους τρόπους μορφοποίησης χωρίς να καταστραφεί. Αυτό λοιπόν να είναι η χώρα από χαλκό; Πάμε να δούμε, όπως θα μας έλεγε και ο ίδιος ο συγγραφέας χαμογελώντας με νόημα, μια και η Φυσική είναι οι σπουδές του.
Ο τόπος και ο χρόνος δεν προσδιορίζονται ακριβώς, με την πρώτη αναφορά όμως στη Βασιλεύουσα, καταλαβαίνουμε πως πρόκειται για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Μία είναι η Βασιλεύουσα, το ξέρουμε όλοι. Κι έπειτα είναι τα νησιά, όπως αυτό του κρασιού και του ηφαιστείου, δηλαδή η Σαντορίνη, και το άλλο του χαλκού, που είναι η Σέριφος. Η χώρα είναι σε παρακμή, έχοντας απομείνει με πέντε επαρχίες. Γίνεται πιο συγκεκριμένος ο χρόνος λοιπόν, είτε κάτι θυμόμαστε από τη Βυζαντινή Ιστορία των σχολικών μας χρόνων ή με μια ματιά στο διαδίκτυο. Εδώ να πω την αμαρτία μου πως με αφορμή την ανάγνωση του μυθιστορήματος πέρασα ώρες στο διαδίκτυο ψάχνοντας τα ιστορικά γεγονότα της εποχής των Παλαιολόγων.
Το αδιαμφισβήτητο ιστορικό γεγονός είναι η Άλωση, από την αρχή αυτό περιμένουμε, το γνωρίζουμε το αναπόφευκτο. Κι εδώ μπαίνει το ταλέντο και η φαντασία του συγγραφέα για να δημιουργήσει ένα πραγματικό έπος και να συμπυκνώσει αιώνες βυζαντινής ιστορίας μέσα στις 670 σελίδες του μυθιστορήματος δίνοντάς μας μια ιστορία παράλληλη με την ιστορία, γεμάτη ίντριγκες και σκακιστικές κινήσεις, πόλεμο ιερό και πόλεμο συμφερόντων, μια ιστορία όπου τα ανθρώπινα πάθη έρχονται στην επιφάνεια μέσα από τον έρωτα, τη φιλία, τη συντροφικότητα, μα πάνω από όλα τη δίψα (με όποιο κίνητρο κι αν έχει αυτή) για την εξουσία.
Τρεις είναι οι πρωταγωνιστές και ο συγγραφέας τούς ονοματίζει από τους πρώτους φθόγγους της ιδιότητάς τους. Είναι ο Νεπήρ (νεαρός πειρατής), ο Διάρχων (διάδοχος άρχοντας) και ο Μέταλ (σκλάβος στα μεταλλωρυχεία). Τι κοινό έχουν; Ένα λευκό σημάδι στον λαιμό. Γιατί κι οι τρεις τους είναι απόγονοι του Αυτοκράτορα που άλλοι είπαν Μέγα, αυτός όμως έμεινε στην ιστορία με το όνομα Ολετήρας (αυτός που σαρώνει προκαλώντας καταστροφή), του Αυτοκράτορα που τράβηξε σε εκστρατεία στο βασίλειο του φεγγαριού με την ιδέα να ενώσει τη σοφία της Δύσης με αυτή της Ανατολής. Και τώρα, σε αυτή την κρίσιμη στιγμή της χώρας, ο καθένας από τους τρεις διεκδικεί το στέμμα. Ο Μέταλ, που ποτέ του δεν ασχολήθηκε με την πολιτική, πιστεύει ότι η κατάσταση της χώρας οφείλεται στη διαφθορά και πως πρέπει να υπάρξει τιμιότητα και δικαιοσύνη. Ο Διάρχων, μια και το νησί του, το νησί του χαλκού, απολαμβάνει μια ιδιαίτερη αυτονομία, θεωρεί ότι η ύπαρξη πολλών κυψελών σε ένα κράτος, θα φέρει τα καλύτερα διοικητικά αποτελέσματα. Ο Νεπήρ πιστεύει πως όλα πρέπει να γκρεμιστούν και να κτιστούν από την αρχή. Τρεις διαφορετικές θεωρίες, τρεις διαφορετικοί τρόποι διακυβέρνησης και ένα μυστικό όπλο. Ποιος είναι αυτός που θα επικρατήσει;
Δια πυρός και σιδήρου περνούν οι ήρωες ενώ γύρω τους ο κόσμος αλλάζει καθημερινά. Ο κίνδυνος είναι ορατός και αόρατος μαζί, τα βέλη χτυπούν τη χώρα από παντού. Αυτός που θα πάρει την εξουσία αγωνίζεται με νύχια και με δόντια.
Για την πλοκή του μύθου δεν θα αποκαλύψω κάτι άλλο, σας αφήνω με την προσμονή μιας αναγνωστικής απόλαυσης. Αυτό που έχω να επισημάνω είναι το μέγιστο κατόρθωμα του Μιχάλη Σπέγγου να μπορεί να σε κρατήσει στο κείμενό του, αλλά όχι μόνο αυτό, μπαίνεις μέσα, γίνεσαι ένα με τους πειρατές, τους κατοίκους του νησιού του χαλκού, τον κόσμο της Βασιλεύουσας. Θα ερωτευτείς, θα πολεμήσεις, θα κλάψεις και θα μισήσεις κι εσύ μαζί τους, θα νιώσεις την απελπισία και την αγωνία καθώς οι εκκλήσεις δεν βρίσκουν ανταπόκριση, θα αισθανθείς το δέος και τον φόβο, το μεγαλείο αλλά και την πτώση, τον εξευτελισμό της ανθρώπινης υπόστασης, τα πισώπλατα χτυπήματα, θα μυρίσεις τη σκόνη και την πυρίτιδα μα και τη μυρωδιά του πελάγους, θα ακούσεις τον ήχο τον σπαθιών, τα ουρλιαχτά, τα μάτια σου θα γεμίσουν από τον κουρνιαχτό της μάχης.
Καθηλωτικές οι περιγραφές της μάχης και της ναυμαχίας. Πλήρες το ψυχολογικό πορτρέτο των τριών πρωταγωνιστών. Η αφήγηση κατά κύριο λόγο σε ενεστωτικό χρόνο, κοφτές προτάσεις σεναριακού τύπου, σαν να ακούς έναν ρυθμό στακάτο, που δεν σε αφήνει να αποσπαστείς, δεν σε αφήνει να αφήσεις την ανάγνωση.
Διατρέχοντας ξανά τις σελίδες του «Χώρα από χαλκό», φτάνω να απαντήσω ότι ναι, έτσι είναι καμωμένος το τόπος. Για να μπορεί να αντέχει, ό,τι κι αν συμβεί, όσα κι αν περάσει. Διατρέχοντας ξανά τις σελίδες, πονάω για τα παρελθοντικά δεινά, με την ευχή να μάθουμε κάτι όλοι εμείς, όχι μόνο οι κάτοικοι της χώρας του χαλκού, αλλά και όλου του κόσμου.
Ένα ακόμα μεγάλο μπράβο στον Μιχάλη Σπέγγο για τον τρόπο που ενέταξε στην αφήγηση και τον μύθο του στιγμές που οφείλουν να προβληματίσουν και να μην επαναληφθούν, αλλά και στιγμές ένδοξες και ηρωικές. Μικρά και μεγάλα, γνωστά ή λιγότερα γνωστά περιστατικά μπήκαν σαν μικρά λιθαράκια στο μεγάλο οικοδόμημα αυτού του μυθιστορήματος. Κι αν κρυφοκοιτάξεις, κι εσύ φίλε αναγνώστη, πίσω από τα παράθυρα θα δεις τον όχλο που αυτόν που επευφημεί σε λίγο θα χλευάσει, θα δεις τον μέγιστο να ταπεινώνεται, θα δεις την διαμάχη ομόθρησκων και αλλόθρησκων στο όνομα του ενός και αληθινού θεού, κι ανθρώπους με το ίδιο αίμα να σκορπίζουν όλεθρο, κι άλλους που σχήμα δεν σεβάστηκαν, κι αρνήθηκαν να δώσουν το έλεός τους.
«Τα αγρίμια παραμόνευαν, οι καθημερινοί άνθρωποι που βλέπουν το παράπτωμα κατά την κρίση τους και τα ειωθότα της εποχής. Αυτά είναι τα αγρίμια. Και τα αγρίμια είναι στη φύση τους να κατασπαράζουν» (Χώρα από χαλκό, σελίδα 42)
Το μυθιστόρημα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα».


Μήδεια του Μποστ επί σκηνής

Δεκαέξι ολόκληρα χρόνια από τη συγγραφή της, η Μήδεια του Μποστ παραμένει ζωντανή, ξεκαρδιστική, πλανεύτρα. Πόσο μάλλον όταν σκηνοθετεί...