Τρίτη, 2 Ιουλίου 2019

Φράνσις Χότζον Μπαρνέτ: Ο μυστικός κήπος (Εικοστό έβδομο κεφάλαιο)



ΕΙΚΟΣΤΟ ΕΒΔΟΜΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ

Σε κάθε εποχή από την αρχή του κόσμου ανακαλύφθηκαν υπέροχα πράγματα. Τον τελευταίο καιρό ανακαλύφθηκαν ακόμα πιο εκπληκτικά πράγματα. Κι άλλα θαυμαστά θα έρθουν στην επιφάνεια. Στην αρχή, οι άνθρωποι αρνούνται να πιστέψουν πως μπορεί να γίνει κάτι καινούριο, μετά αρχίζουν να ελπίζουν ότι μπορεί να γίνει, μετά καταλαβαίνουν πως μπορεί να γίνει, μετά αυτό γίνεται και όλοι αναρωτιούνται γιατί να μην έχει γίνει αιώνες πριν. Ένα από τα καινούρια πράγματα που ανακάλυψαν οι άνθρωποι τον τελευταίο αιώνα είναι πως οι σκέψεις, απλά οι σκέψεις, είναι δυνατές σαν ηλεκτρικές μπαταρίες και κάνουν καλό όπως κάνει και το φως του ήλιου ή κάνουν κακό σαν το δηλητήριο. Το να επιτρέψεις σε μια κακή ή θλιβερή σκέψη να κατοικήσει στο μυαλό σου είναι τόσο επικίνδυνο όσο το να αφήσεις να μπει στο σώμα σου το μικρόβιο της οστρακιάς. Κι αν το αφήσεις να μείνει, μπορεί να μην το ξεπεράσεις ποτέ στη ζωή σου.
Όσο το κεφάλι της Αφέντρας της Μαίρης ήταν γεμάτο άσχημες σκέψεις που είχαν να κάνουν με τις αντιπάθειές της ή τις ξινισμένες απόψεις της για τους ανθρώπους καθώς και με το πείσμα της να μην την ευχαριστεί ή να μην την ενδιαφέρει το παραμικρό, το κορίτσι ήταν ένα ωχρό, αρρωστιάρικο, βαριεστημένο και κακομαθημένο παιδί. Τα πράγματα όμως της ήρθαν ευνοϊκά, κι ας μην το πήρε είδηση εκείνη. Αυτά που συνέβαιναν την ενεργοποίησαν για το καλό της. Όταν σταδιακά το κεφάλι της γέμισε με κοκκινολαίμηδες και αγροτόσπιτα γεμάτα παιδιά, με γεροπαράξενους κηπουρούς και απλές υπηρετριούλες του Γιορκσάιρ, με άνοιξη και μυστικούς κήπους που μέρα με τη μέρα θέριευαν κι ακόμα με ένα αγόρι του χερσότοπου και τα “πλασματάκια” του, τότε πια δεν υπήρχε άλλος κενός χώρος για δυσάρεστες σκέψεις που έβλαπταν το συκώτι και τη χώνεψή της και της έφερναν χλομάδα και κούραση.
Όσο ο Κόλιν ήταν κλεισμένος στο δωμάτιό του και σκεφτόταν μόνο τους φόβους, τις αδυναμίες και την αποστροφή του για εκείνους  που τον κοιτούσαν κι όσο σκεφτόταν όλη την ώρα τις καμπούρες και τον πρόωρο θάνατο, τόσο γινόταν ένας μισότρελος υστερικός και υποχόνδριος που δεν γνώριζε το παραμικρό από λιακάδα και άνοιξη κι επίσης δεν γνώριζε πως αν το προσπαθούσε, θα μπορούσε να γίνει καλά και να σταθεί στα πόδια του. Όταν οι νέες όμορφες σκέψεις άρχισαν να διώχνουν τις τρομακτικές προηγούμενες, ο Κόλιν άρχισε να ξανανιώνει, το αίμα να κυλάει υγιές στις φλέβες του και μια δύναμη να πλημμυρίζει το σώμα του. Το επιστημονικό του πείραμα ήταν αρκετά πρακτικό, απλό και καθόλου παράξενο. Πολύ πιο απροσδόκητα πράγματα μπορεί να συμβούν στον οποιονδήποτε που, με το που μια άσχημη ή απογοητευτική σκέψη τού έρχεται στο μυαλό, έχει τη γνώση να προλάβει και να τη διώξει μακριά βάζοντας στη θέση της μια ευχάριστη και ενθαρρυντική. Γιατί δύο αντίθετα πράγματα δεν μπορούν να σταθούν στο ίδιο μέρος.
«Εκεί που καλλιεργείς μια τριανταφυλλιά, αγόρι μου, δεν μπορεί να φυτρώσει γαϊδουράγκαθο».
Κι ενώ ο μυστικός κήπος ζωντάνευε και δύο παιδιά ζωντάνευαν κι αυτά μαζί του, ένας άντρας περιπλανιόταν σε κάποια μακρινά όμορφα μέρη στα Νορβηγικά φιόρδ και στις πεδιάδες και τα βουνά της Ελβετίας . Ήταν ο ίδιος άντρας που για δέκα χρόνια γέμιζε το μυαλό του με σκοτεινές και σπαρακτικές σκέψεις. Δεν είχε υπάρξει θαρραλέος. Ποτέ του δεν προσπάθησε να βάλει άλλες σκέψεις στη θέση τους. Περιπλανιόταν σε γαλάζιες λίμνες και σκεφτόταν έτσι. Βρισκόταν σε βουνοπλαγιές με βαθυγάλαζες γεντιανές που άνθιζαν ολόγυρά του και μυρωδιές λουλουδιών που γέμιζαν τον αέρα κι εκείνος σκεφτόταν έτσι. Ενώ ήταν ευτυχισμένος, τον πλάκωσε μια τρομερή στενοχώρια και άφησε την ψυχή του να γεμίσει μαυρίλα και αρνήθηκε πεισματικά να δώσει έστω και λίγο χώρο στο φως να τη διαπεράσει. Ξέχασε και εγκατέλειψε και το σπίτι και τα καθήκοντά του. Στα ταξίδια του τον περιέβαλλε τέτοια μαυρίλα που η παρουσία του μόνο κακό έκανε στους άλλους, γιατί ήταν σαν να δηλητηρίαζε τον αέρα γύρω του με την κατήφεια του. Οι περισσότεροι ξένοι πίστευαν πως είτε ήταν μισότρελος είτε ένας άνθρωπος που την ψυχή του βάραινε κάποιο κρυφό κρίμα. Ήταν ψηλός με ταλαιπωρημένο πρόσωπο και κυρτούς ώμους και το όνομα με το οποίο υπέγραφε στους καταλόγους αφίξεων των ξενοδοχείων ήταν: “Άρτσιμπαλντ Κρέιβεν, Έπαυλη Μίσελθουέιτ, Γιορκσάιρ, Αγγλία”.
Αφότου δέχτηκε την Αφέντρα τη Μαίρη στο γραφείο του και της είπε πως μπορούσε να έχει “το δικό της κομμάτι γης”, ταξίδεψε σε τόπους μακρινούς. Βρέθηκε στα πιο όμορφα μέρη της Ευρώπης, αν και πουθενά δεν έμενε παρά μερικές μέρες. Διάλεξε τα πιο ήσυχα κι απόμακρα μέρη. Βρέθηκε σε βουνοκορφές ανάμεσα στα σύννεφα και ατένισε την ώρα που τις άγγιζε η ανατολή του ήλιου κι ο τόπος έμοιαζε σαν να είχε μόλις γεννηθεί.
Το φως όμως ήταν σαν να μην τον έφτανε ποτέ, μέχρι τη μέρα που μετά από δέκα χρόνια πρώτη φορά κατάλαβε πως κάτι παράξενο είχε συμβεί. Βρισκόταν σε μια υπέροχη κοιλάδα στο Αυστριακό Τιρόλο και περπατούσε ολομόναχος μέσα σε τόση ομορφιά που θα μπορούσε να φωτίσει κάθε σκιά της ανθρώπινης ψυχής. Περπάτησε πολύ, όμως η δική του κατήφεια ήταν ακόμα μέσα του. Κάποια στιγμή κουράστηκε πια και κάθισε να ξεκουραστεί στο γρασίδι κοντά σε ένα καθάριο ρυάκι που κύλαγε χαρούμενο μέσα στη θαλερή υγρή πρασινάδα. Κάπου κάπου ο ήχος του θύμιζε χαμηλό γέλιο καθώς το νερό κυλούσε στις στρογγυλές πέτρες. Είδε πουλιά που ερχόντουσαν και βουτούσαν το κεφάλι τους για να πιουν και μετά τίναζαν τα φτερά τους και πετούσαν μακριά. Έμοιαζε σαν κάτι ζωντανό κι από την άλλη ο χαμηλός ήχος του έκανε πιο βαθιά τη σιωπή. Η κοιλάδα ήταν σιωπηλή, βουβή.
Καθώς κοιτούσε το καθάριο ρυάκι που κυλούσε, ο Άρτσιμπαλντ Κρέιβεν ένιωσε το μυαλό και το σώμα του να ησυχάζουν, όπως είχε ησυχάσει η κοιλάδα. Αναρωτήθηκε αν θα τον έπαιρνε ο ύπνος, όμως όχι. Κάθισε και κοίταξε το φωτεινό νερό και τα μάτια του άρχισαν να βλέπουν πράγματα που φύτρωναν στην άκρη του. Υπήρχε μια συστάδα από γαλάζια μη με λησμόνει που φύτρωναν τόσο κοντά στο ρυάκι ώστε τα φύλλα τους ήταν υγρά, κι έπιασε τον εαυτό του να τα παρατηρεί, γιατί θυμήθηκε πως αυτού του είδους τα λουλούδια τα είχε κοιτάξει χρόνια πριν. Η αλήθεια είναι πως σκεφτόταν με τρυφερότητα πόσο όμορφα ήταν και πόσες αποχρώσεις του μπλε είχαν τα μικρά λουλουδάκια τους. Δεν κατάλαβε πως αυτή η απλή σκέψη γέμιζε αργά αργά το μυαλό του, το γέμιζε κι όλο το γέμιζε, ώσπου οι άλλες σκέψεις παραμερίστηκαν. Ήταν λες και μια καθάρια πηγή είχε αρχίσει να αναβλύζει στα στάσιμα νερά, μέχρι που καθάρισε όλη τη θολούρα. Φυσικά δεν το σκέφτηκε από μόνος του αυτό. Το μόνο που ήξερε όπως ατένιζε την καθάρια ατμόσφαιρα ήταν ότι η κοιλάδα έμοιαζε να γίνεται όλο και πιο ήσυχη. Δεν κατάλαβε πόση ώρα καθόταν και κοιτούσε και τι του συνέβαινε, στο τέλος όμως μετακινήθηκε σαν να είχε μόλις ξυπνήσει και σηκώθηκε αργά και στάθηκε στο γρασίδι παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, έκπληκτος με τον εαυτό του. Ένιωθε σαν κάτι να είχε λυθεί και να τον είχε απελευθερώσει αθόρυβα.
«Τι συμβαίνει;» αναρωτήθηκε ψιθυριστά και πέρασε το χέρι του στο μέτωπό του. «Νιώθω σχεδόν σαν να ζωντάνεψα!»
Δεν ξέρω πολλά για το μεγαλείο των ανακαλύψεων ώστε να εξηγήσω πώς του συνέβη αυτό. Ούτε κανείς άλλος μπορεί προς το παρόν. Ούτε εκείνος το κατάλαβε, θα θυμόταν όμως ετούτη την παράξενη στιγμή μήνες μετά όταν θα βρισκόταν ξανά στο Μίσελθουέιτ και θα μάθαινε κατά τύχη ότι την ίδια μέρα ο Κόλιν φώναξε δυνατά μπαίνοντας στον μυστικό κήπο:
«Θα ζήσω για πάντα και για πάντα και για πάντα!»

Η μοναδική ηρεμία κράτησε όλο το απόγευμα κι έφερε έναν χαλαρωτικό ύπνο. Όμως η ηρεμία δεν διατηρήθηκε για πολύ, αφού αυτός δεν ήξερε ότι ήταν κάτι που μπορούσε να το διατηρήσει. Το επόμενο βράδυ άνοιξε ξανά τον δρόμο στις σκοτεινές σκέψεις κι αυτές γύρισαν ορμητικά στη θέση τους. Ο κύριος Κρέιβεν άφησε την κοιλάδα και συνέχισε τις περιπλανήσεις του. Όσο παράξενο όμως κι αν του φαινόταν, υπήρχαν στιγμές -μερικές φορές κρατούσαν ως και μισή ώρα- που, χωρίς να το καταλαβαίνει, το μαύρο πέπλο έμοιαζε να διαλύεται και τότε ένιωθε πως ήταν ζωντανός και όχι πεθαμένος. Αργά αργά, χωρίς να γνωρίζει την αιτία, “ζωντάνευε” παράλληλα με τον κήπο.
Καθώς το χρυσαφένιο καλοκαίρι έδωσε τη θέση του στο ακόμα πιο χρυσαφένιο φθινόπωρο, ο κύριος Κρέιβεν πήγε στη λίμνη Κόμο. Εκεί ήταν λες και βρέθηκε σε ένα γλυκό όνειρο. Περνούσε τις μέρες του στα κρυστάλλινα γαλάζια νερά της λίμνης ή έκανε πεζοπορία στους λόφους με την πυκνή βλάστηση, μέχρι που εξαντλούσε τον εαυτό του για να μπορέσει να κοιμηθεί. Ήδη όμως είχε αρχίσει να κοιμάται καλύτερα, το καταλάβαινε αυτό, και τα όνειρά του είχαν πάψει να τον τρομοκρατούν.
«Μπορεί το σώμα μου να δυναμώνει» σκέφτηκε.
Το σώμα του δυνάμωνε, το ίδιο όμως δυνάμωνε και η ψυχή του, κι αυτό οφειλόταν στις σπάνιες ώρες ηρεμίας όταν οι σκέψεις του άλλαζαν. Άρχισε να σκέφτεται το Μίσελθουέιτ και να αναρωτιέται μήπως έπρεπε να γυρίσει πίσω. Από καιρό σε καιρό αναρωτιόταν αόριστα για την τύχη του αγοριού του και ρωτούσε τον εαυτό του τι θα ένιωθε όταν θα πήγαινε και θα στεκόταν ξανά δίπλα στο κρεβάτι με τις τέσσερις κολόνες και θα κοιτούσε το κοιμισμένο γωνιώδες χλωμό πρόσωπο και τις βαριές βλεφαρίδες που στεφάνωναν τα κλειστά μάτια. Κάθε φορά απόδιωχνε αυτές τις σκέψεις.
Μια θαυμαστή ημέρα περπάτησε τόσο που όταν επέστρεψε, το φεγγάρι βρισκόταν ψηλά στον ουρανό και η πλάση είχε το χρώμα της πορφύρας και του ασημιού. Ήταν τόσο απόλυτη η ησυχία της λίμνης, της όχθης και του δάσους, ώστε αποφάσισε να μην επιστρέψει στη βίλα όπου έμενε. Κατηφόρισε σε μια απόμερη ταρατσούλα στην άκρη του νερού, κάθισε σε ένα κάθισμα και ανάσανε όλες τις θεσπέσιες μυρωδιές της νύχτας. Ένιωσε να τον κυριεύει ξανά η παράξενη ηρεμία και να απλώνεται μέσα του μέχρι που αποκοιμήθηκε.
Δεν κατάλαβε για πότε αποκοιμήθηκε και για πότε άρχισε να ονειρεύεται. Το όνειρό του ήταν τόσο αληθινό που δεν συνειδητοποίησε πως ονειρευόταν. Αργότερα θυμόταν πόσο ξύπνιος νόμιζε πως ήταν. Ένιωσε πως, καθώς καθόταν και ανάπνεε τη μυρωδιά των αργοπορημένων τριαντάφυλλων και άκουγε τον παφλασμό του νερού στα πόδια του, άκουσε μια φωνή να τον φωνάζει. Ήταν μια φωνή γλυκιά, καθάρια, χαρούμενη, απόμακρη. Ακουγόταν τόσο μακρινή, όμως την άκουγε τόσο καθαρά σαν να ήταν δίπλα του.
«Άρτσι! Άρτσι! Άρτσι!» έλεγε ξανά και ξανά, πιο γλυκιά και καθαρή από πριν. «Άρτσι! Άρτσι!»
Ένιωσε πως σηκώθηκε απότομα χωρίς καν να τρομάξει. Ήταν τόσο αληθινή φωνή κι έμοιαζε τόσο φυσικό που την άκουγε.
«Λιλιάς! Λιλιάς!» απάντησε. «Λιλιάς! Πού είσαι;»
«Στον κήπο» του απάντησε η φωνή κι ακούστηκε σαν ήχος από χρυσή φλογέρα. «Στον κήπο!»
Και πάνω εκεί το όνειρο τελείωσε. Δεν ξύπνησε όμως. Κοιμήθηκε βαθιά και γλυκά όλη εκείνη την υπέροχη νύχτα. Κι όταν επιτέλους ξύπνησε ήταν περασμένο πρωί κι ένας υπηρέτης στεκόταν και τον κοιτούσε. Ήταν Ιταλός, κι όπως όλοι οι υπηρέτες της βίλας, ήταν συνηθισμένος να αποδέχεται χωρίς ερωτήσεις κάθε παραξενιά του ξένου κυρίου του. Κανείς τους δεν ήξερε πότε ο κύριός τους έμπαινε και πότε έβγαινε από το σπίτι ή πού θα του άρεσε να κοιμηθεί, αν θα γύριζε σαν το φάντασμα στον κήπο ή αν θα έμενε όλη τη νύχτα στη λίμνη μέσα στη βάρκα. Ο άνδρας κρατούσε έναν δίσκο με μερικά γράμματα και περίμενε ήσυχα έως ότου ο κύριος Κρέιβεν τα πάρει. Όταν ο υπηρέτης έφυγε, ο κύριος Κρέιβεν απόμεινε για λίγο με τα γράμματα στο χέρι και το βλέμμα στη λίμνη. Δεν είχε χάσει την παράξενη ηρεμία του, αλλά ένιωθε και κάτι ακόμα: μια ελαφρότητα λες και εκείνο το σπαρακτικό συμβάν δεν είχε γίνει όπως το θυμόταν, σαν κάτι να είχε αλλάξει. Θυμόταν το όνειρο, το τόσο αληθινό όνειρο.
«Στον κήπο!» είπε απορώντας με τον εαυτό του. «Στον κήπο! Όμως η πόρτα είναι κλειδωμένη και το κλειδί χωμένο βαθιά στη γη».
Όταν κάποιες στιγμές αργότερα κοίταξε τα γράμματα, είδε πως αυτό που ήταν πάνω πάνω ήταν από την Αγγλία, από το Γιορκσάιρ. Ήταν γραμμένο από το χέρι μιας απλής γυναίκας, δεν ήταν όμως γραφικός χαρακτήρας που αναγνώριζε. Το άνοιξε, χωρίς να αφιερώσει άλλη σκέψη στον αποστολέα, οι πρώτες λέξεις όμως τράβηξαν αμέσως την προσοχή του.
«Αγαπητέ Κύριε
Με λένε Σούζαν Σόουερμπάι και είμαι η γυναίκα που είχε την τόλμη να σας μιλήσει κάποτε στον χερσότοπο. Τότε σας είχα μιλήσει για τη Δεσποινίδα Μαίρη. Θα τολμήσω να σας μιλήσω ξανά. Σας παρακαλώ, κύριε, θα γύριζα στο σπίτι μου αν ήμουν στη θέση σας. Νομίζω πως θα χαιρόσασταν να γυρίσετε και, συγχωρείστε με κύριε, μα νομίζω πως η κυρία σας θα ήθελε να γυρίσετε αν ήταν εδώ.
Αφοσιωμένη στην υπηρεσία σας
Σούζαν Σόουερμπάι»
Ο κύριος Κρέιβεν διάβασε το γράμμα δύο φορές προτού το βάλει ξανά στον φάκελό του. Συνέχισε να σκέφτεται το όνειρο που είχε δει.
«Θα γυρίσω στο Μίσελθουέιτ. Ναι, θα γυρίσω αμέσως» είπε.
Και διέσχισε τον κήπο, μπήκε στη βίλα και διέταξε τον Πίλτσερ να ετοιμάσει τα πράγματα για την επιστροφή στην Αγγλία.
Σε λίγες μέρες ήταν ξανά στο Γιορκσάιρ, και στο μακρύ ταξίδι με το τρένο έπιασε τον εαυτό του να σκέφτεται το αγόρι του με έναν τρόπο που δεν το είχε σκεφτεί όλα αυτά τα δέκα χρόνια που είχαν περάσει. Σε αυτά τα χρόνια το μόνο που ήθελε ήταν να ξεχάσει το παιδί. Τώρα, αν και δεν είχε σκοπό να το σκέφτεται, αναμνήσεις του αγοριού του πεταγόντουσαν ξαφνικά μπροστά του. Θυμήθηκε εκείνες τις μαύρες μέρες όταν έκανε σαν τρελός που το παιδί ήταν ζωντανό και η μητέρα νεκρή. Είχε αρνηθεί να το δει και όταν τελικά πήγε να του ρίξει μια ματιά, ήταν ένα τόσο δα μίζερο πλάσμα που όλοι ήταν σίγουροι πως θα πέθαινε σε λίγες μέρες. Προς έκπληξη όμως αυτών που το φρόντιζαν, οι μέρες περνούσαν και το παιδί ζούσε και μετά όλοι πίστεψαν πως θα γίνει στρεβλό κι ανάπηρο.
Δεν ήθελε να είναι κακός πατέρας, δεν ένιωθε όμως καθόλου σαν πατέρας. Είχε φέρει γιατρούς και νοσοκόμες και όλα τα καλά, όμως απόδιωξε κάθε σκέψη σχετικά με το αγόρι και βούλιαξε στη δική του μιζέρια. Την πρώτη φορά που επέστρεψε στο Μίσελθουέιτ μετά από απουσία ενός χρόνου και το μικρό μίζερο πλάσμα έστρεψε επάνω του τα μεγάλα γκρίζα μάτια του με τις βαριές βλεφαρίδες, -τόσο ίδια και ταυτόχρονα τόσο τρομερά διαφορετικά από εκείνα τα ευτυχισμένα μάτια που λάτρευε-, δεν μπόρεσε να το αντέξει και χλόμιασε του θανατά. Μετά από αυτό σπάνια έβλεπε το παιδί, εκτός κι αν ήταν κοιμισμένο, και το μόνο που γνώριζε γι’ αυτό ήταν ότι το έλεγαν ανάπηρο με έναν υστερικό, μισότρελο, άσχημο χαρακτήρα. Κι αν ήθελαν να μην το πιάνουν κρίσεις επικίνδυνες για την υγεία του θα έπρεπε να του κάνουν όλα τα χατίρια.
Όλα αυτά δεν ήταν καθόλου ευχάριστες αναμνήσεις. Καθώς όμως το τρένο περνούσε βουνά και χρυσές πεδιάδες, ο άνδρας που είχε αρχίσει να “ζωντανεύει” ξεκίνησε να σκέφτεται με έναν καινούριο τρόπο και σκεφτόταν για ώρα, σταθερά και σε βάθος.
«Ίσως και να είχα ολότελα άδικο αυτά τα δέκα χρόνια» μονολόγησε. «Δέκα χρόνια είναι μεγάλο διάστημα. Μπορεί να είναι πολύ αργά για να κάνω κάτι, πολύ πολύ αργά. Πού είχα το μυαλό μου!»
Φυσικά το να αρχίζεις να λες “πολύ αργά” ήταν το λάθος είδος Μαγείας. Ακόμα και ο Κόλιν θα μπορούσε να του το πει. Ο άνδρας όμως δεν ήξερε από Μαγεία, ούτε μαύρη ούτε λευκή. Αυτή την τελευταία έπρεπε να τη μάθει. Αναρωτιόταν αν η Σούζαν Σόουερμπάι πήρε το κουράγιο να του γράψει επειδή ως μητέρα είχε καταλάβει πως το παιδί είχε χειροτερέψει, πως ήταν σε κρίσιμη κατάσταση. Αν ο άνδρας δεν βρισκόταν ακόμα κάτω από τη μαγεία της παράξενης ηρεμίας που τον είχε κυριεύσει, θα ήταν σε άθλια κατάσταση. Η ηρεμία όμως του έφερε ένα είδος κουράγιου κι ελπίδας. Αντί να δώσει έδαφος στις χειρότερες σκέψεις, ο άνδρας κατάλαβε πως στην πραγματικότητα προσπαθούσε να πιστέψει σε κάτι καλύτερο.
«Μπορεί άραγε αυτή η γυναίκα να πιστεύει πως ίσως και να έκανα καλό στο παιδί, ίσως και να το έβαζα σε μια σειρά;» σκέφτηκε. «Θα περάσω να τη δω καθώς θα πηγαίνω στο Μίσελθουέιτ».
Μα όταν στο πέρασμά του από τον χερσότοπο σταμάτησε την άμαξα στο αγροτόσπιτο, επτά ή οκτώ παιδιά, που έπαιζαν μαζεμένα και έκαναν επτά ή οκτώ φιλικές και ευγενικές υποκλίσεις, του είπαν πως η μητέρα τους νωρίς το πρωί είχε πάει στην άλλη άκρη του χερσότοπου για να βοηθήσει μια γυναίκα με το νεογέννητό της. “Ο Ντίκον μας”, του είπαν πρόθυμα, ήταν στην Έπαυλη όπου δούλευε σε έναν από τους κήπους πολλές μέρες μέσα στη βδομάδα.
Ο κύριος Κρέιβεν παρατήρησε τα γεροδεμένα κορμάκια και τα ροδομάγουλα πρόσωπα, το καθένα με το δικό του ξεχωριστό χαμόγελο, και διαπίστωσε ότι ήταν ένα μάτσο υγιή και ευχάριστα παιδιά. Χαμογέλασε ανταποδίδοντας τα φιλικά τους χαμόγελα, έβγαλε μια χρυσή λίρα από την τσέπη του και την έδωσε στη “Λίζαμπεθ Έλεν”, που ήταν η μεγαλύτερη.
«Αν τη μοιράσεις στα οκτώ, ο καθένας σας θα πάρει μισή κορώνα» της είπε.
Κι ανάμεσα σε χαμόγελα και χάχανα και υποκλίσεις ο κύριος Κρέιβεν συνέχισε τον δρόμο του αφήνοντας πίσω του έκσταση, χοροπηδητά και χαρούμενα ξεφωνητά.
Το πέρασμα μέσα από το εξαίσιο τοπίο του χερσότοπου ήταν πολύ χαλαρωτικό. Πώς γινόταν και του δημιουργούσε μια αίσθηση επιστροφής, που ήταν σίγουρος πως δεν είχε ξανανιώσει ποτέ, την αίσθηση της ομορφιάς της γης, του ουρανού και του πορφυρού ορίζοντα και μια ζεστασιά στην καρδιά όσο πλησίαζε το μεγάλο παλιό σπίτι που στέγαζε τους προγόνους του για εξακόσια χρόνια; Θυμήθηκε πώς έφυγε μακριά του την τελευταία φορά, τρέμοντας στη σκέψη των κλειστών δωματίων και του αγοριού που ήταν ξαπλωμένο στο κρεβάτι με τις τέσσερις κολόνες και τις μπροκάρ κουρτίνες. Μπορούσε να ελπίζει ότι θα έβρισκε το παιδί λίγο καλύτερα και ότι θα καταπολεμούσε κάπως την αποστροφή του γι’ αυτό; Πόσο αληθινό έμοιαζε εκείνο το όνειρο, πόσο υπέροχη και καθάρια εκείνη η φωνή που τον καλούσε “στον κήπο, στον κήπο!”
«Θα προσπαθήσω να βρω το κλειδί» είπε. «Θα προσπαθήσω να βρω την πόρτα. Πρέπει, αν και δεν ξέρω τον λόγο».
Όταν έφτασε στην Έπαυλη, οι υπηρέτες, που τον υποδέχτηκαν όπως συνήθως, παρατήρησαν ότι έδειχνε καλύτερα και ότι δεν τράβηξε για τα απόμακρα διαμερίσματα όπου συνήθως ζούσε κάτω από τη φροντίδα του Πίλτσερ. Ο κύριος Κρέιβεν πήγε στη βιβλιοθήκη κι έστειλε να φωνάξουν την κυρία Μέντλοκ. Η γυναίκα εμφανίστηκε ανήσυχη, περίεργη και αναψοκοκκινισμένη.
«Πώς είναι ο Αφέντης Κόλιν, Μέντλοκ;» ζήτησε να μάθει.
«Λοιπόν, κύριε» απάντησε η κυρία Μέντλοκ «είναι κάπως διαφορετικός, θα έλεγε κανείς».
«Χειρότερα;» υπαινίχτηκε ο κύριος Κρέιβεν.
Η κυρία Μέντλοκ ήταν όντως σε έξαψη.
«Λοιπόν, κοιτάξτε, κύριε» προσπάθησε να εξηγήσει. «Ούτε ο γιατρός Κρέιβεν ούτε η νοσοκόμα ούτε εγώ μπορούμε να βγάλουμε άκρη».
«Και γιατί συμβαίνει αυτό;»
«Για να πω την αλήθεια, κύριε, ο Αφέντης Κόλιν μπορεί να είναι καλύτερα, μπορεί και χειρότερα. Η όρεξή του, κύριε, είναι ακατανόητη και η συμπεριφορά του…»
«Μήπως έγινε πιο… πιο περίεργος;» ρώτησε ο κύριός της σμίγοντας ανήσυχος τα φρύδια.
«Αυτό είναι, κύριε. Έχει γίνει πολύ περίεργος αν τον συγκρίνει κανείς με το πώς ήταν πριν. Παλιά δεν έτρωγε τίποτα και μετά ξαφνικά άρχισε να τρώει πάρα πολύ και μετά σταμάτησε ξανά στα ξαφνικά και το φαγητό γύριζε ανέπαφο στην κουζίνα. Μπορεί και να μην το ξέρετε αυτό, κύριε, αλλά ποτέ δεν ήθελε να τον βγάλουμε βόλτα έξω. Το τι είχαμε μηχανευτεί για να τον κάνουμε να σηκωθεί από το καροτσάκι του θα τρόμαζε και να το σκεφτεί κανείς. Κάθε φορά τον έπιανε τέτοια κρίση που ο γιατρός Κρέιβεν αποφάνθηκε πως δεν μπορούσε να πάρει την ευθύνη και να τον αναγκάσει. Λοιπόν, κύριε, από το πουθενά, χωρίς καμιά προειδοποίηση, λίγο μετά από ένα από τα χειρότερα ξεσπάσματά του, το παιδί ξαφνικά επέμενε να βγαίνει έξω κάθε μέρα με τη Δεσποινίδα Μαίρη και το αγόρι της Σούζαν Σόουερμπάι, τον Ντίκον, που θα έσπρωχνε το καροτσάκι του. Τους συμπάθησε και τους δ΄θο, τη Δεσποινίδα Μαίρη και τον Ντίκον, κι ο Ντίκον έφερε τα ήμερα ζωάκια του, και, αν μπορείτε να το πιστέψετε, κύριε, τώρα το παιδί μένει έξω από το πρωί μέχρι το βράδυ».
«Πώς είναι η όψη του;» ήταν η επόμενη ερώτηση.
«Αν έτρωγε φυσιολογικά το φαγητό του, κύριε, θα λέγατε ότι παχαίνει, φοβόμαστε όμως πως είναι κάτι σαν τυμπανισμός. Μερικές φορές γελάει παράξενα όταν είναι μόνος με τη Δεσποινίδα Μαίρη. Ποτέ του δεν γελούσε. Ο γιατρός Κρέιβεν έρχεται αμέσως να σας δει, αν του το επιτρέπετε. Ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο προβληματισμένος».
«Πού είναι τώρα ο Αφέντης Κόλιν;» ρώτησε ο κύριος Κρέιβεν.
«Στον κήπο, κύριε. Πάντα στον κήπο είναι, αν και κανείς δεν επιτρέπεται να πλησιάσει, γιατί φοβάται πως θα τον κοιτάζουν».
Ο κύριος Κρέιβεν μόλις που άκουσε τα τελευταία της λόγια.
«Στον κήπο» είπε και αφού έδωσε την άδεια στην κυρία Μέντλοκ να φύγει, σηκώθηκε και είπε ξανά και ξανά: «Στον κήπο!»
Μετά βίας κατάφερε να επαναφέρει τις σκέψεις του στον χρόνο και στο σημείο που βρισκόταν κι όταν ένιωσε πως είχε γυρίσει ξανά στη γη, βγήκε από το δωμάτιο. Όπως είχε κάνει και η Μαίρη, πήρε το μονοπάτι που ξεκινούσε από την πόρτα στους θάμνους, ανάμεσα στις δάφνες και τα παρτέρια του σιντριβανιού, που κελάρυζε τριγυρισμένο από παρτέρια γεμάτα λαμπερά φθινοπωρινά λουλούδια. Διέσχισε το γρασίδι και πήρε τη στροφή για τον Μεγάλο Περίπατο κοντά στους τοίχους με τον κισσό. Δεν περπατούσε γρήγορα αλλά αργά, και τα μάτια του ήταν στο μονοπάτι. Ένιωθε σαν κάτι να τον τραβούσε στο μέρος που για χρόνια είχε απαρνηθεί και δεν μπορούσε να καταλάβει τον λόγο. Καθώς πλησίαζε, τα βήματά του έγιναν ακόμα πιο αργά. Ήξερε πού ήταν η πόρτα παρόλο που ο κισσός κρεμόταν πυκνός πάνω της, δεν ήξερε όμως πού ακριβώς βρισκόταν το θαμμένο κλειδί.
Κι έτσι σταμάτησε και στάθηκε ακίνητος κοιτώντας γύρω του και σχεδόν λίγο μετά από τη στιγμή που σταμάτησε τινάχτηκε και αφουγκράστηκε ενώ αναρωτιόταν αν ζούσε μέσα σε ένα όνειρο.
Ο κισσός κρεμόταν πυκνός πάνω από την πόρτα, το κλειδί ήταν θαμμένο κάτω από τους θάμνους, κανένας άνθρωπος δεν διάβηκε το κατώφλι του κήπου δέκα χρόνια, κι όμως ακουγόντουσαν ήχοι μέσα από τον κήπο. Ήταν ήχοι ποδιών που έτρεχαν και σκουντούφλαγαν σαν να κυνηγιόντουσαν γύρω γύρω κάτω από τα δέντρα, ήταν παράξενοι ήχοι ψιθυριστών φωνών, πνιχτών κραυγών θαυμασμού και χαράς. Στην ουσία έμοιαζε με ήχο γέλιου παιδιών, αυτό το ασυγκράτητο γέλιο παιδιών που προσπαθούσαν να μην ακουστούν, όμως πάνω στην έξαψή τους σε λίγο θα γελούσαν ακράτητα. Τι ονειρευόταν, για όνομα του Θεού: Τι άκουγε, για όνομα του Θεού; Έχανε τα λογικά του κι άκουγε ήχους που δεν απευθύνονταν στα ανθρώπινα αυτιά; Αυτό να εννοούσε άραγε εκείνη η μακρινή φωνή;
Και τότε έφτασε η στιγμή, η ανεξέλεγκτη στιγμή όπου οι ήχοι δεν μπορούν να δαμαστούν. Τα πόδια έτρεχαν όλο και πιο γρήγορα, πλησίαζαν την πόρτα του κήπου, ακούστηκε μια γοργή δυνατή νεανική ανάσα και ένα πανδαιμόνιο από γέλια, φωνές που δεν μπορούσαν να συγκρατηθούν και η πόρτα στον τοίχο άνοιξε διάπλατα, τα φύλλα του κισσού τραβήχτηκαν και ένα αγόρι βγήκε σαν βολίδα, και χωρίς να έχει δει τον παρείσακτο, έπεσε σχεδόν πάνω του.
Πάνω στην ώρα ο κύριος Κρέιβεν άπλωσε τα χέρια, ίσα ίσα να προλάβει το παιδί και να μην πέσει πάνω του με τη φούρια που είχε, κι όταν το κράτησε σε μια απόσταση να το κοιτάξει, έκπληκτος με την παρουσία του σε εκείνο ακριβώς το σημείο, τότε πραγματικά του κόπηκε η ανάσα.
Το αγόρι ήταν ψηλό και όμορφο. Έσφυζε από ζωή και το τρέξιμο είχε φέρει ένα λαμπερό χρώμα στο πρόσωπό του. Το αγόρι τίναξε από το μέτωπο τα πυκνά μαλλιά του και σήκωσε ένα ζευγάρι παράξενα γκρίζα μάτια, μάτια γεμάτα αγορίστικο γέλιο, μάτια με πυκνές βλεφαρίδες. Ήταν αυτά τα μάτια που έκοψαν την ανάσα του κυρίου Κρέιβεν.
«Ποιος… Τι….Ποιος!» τραύλισε.
Ο Κόλιν δεν τα είχε υπολογίσει έτσι τα πράγματα, δεν τα είχε σχεδιάσει έτσι. Ποτέ του δεν του πέρασε από το μυαλό μια τέτοια συνάντηση. Κι όμως, το να βγει τρέχοντας από τον κήπο έχοντας μόλις κερδίσει μια κούρσα, ίσως να ήταν ακόμα καλύτερο. Ίσιωσε το σώμα του. Η Μαίρη, που έτρεχε μαζί του και είχε κι αυτή περάσει με φούρια την πόρτα, ήταν σίγουρη πως ο Κόλιν είχε καταφέρει να δείχνει πιο ψηλός από ποτέ, πόντους ψηλότερος.
«Πατέρα» είπε «είμαι ο Κόλιν. Δεν το πιστεύεις. Κι εγώ δυσκολεύομαι ώρες ώρες. Είμαι ο Κόλιν».
Όπως και η κυρία Μέντλοκ έτσι και ο Κόλιν δεν κατάλαβε τι εννοούσε ο πατέρας του όταν είπε βιαστικά:
«Στον κήπο! Στον κήπο!»
«Ναι» συνέχισε με φούρια ο Κόλιν. «Στον κήπο οφείλεται και στη Μαίρη και στον Ντίκον και στα πλασματάκια του και στη Μαγεία. Κανείς δεν ξέρει. Το κρατούσαμε μυστικό για να στο πούμε όταν θα γύριζες. Είμαι καλά, μπορώ να νικήσω τη Μαίρη στο τρέξιμο. Θα γίνω αθλητής».
Τα είπε όλα αυτά με τον τρόπο ενός τόσο υγιούς αγοριού, -το πρόσωπό του αναψοκοκκινισμένο, τα λόγια να μπερδεύονται μεταξύ τους από τη βιασύνη του-, που η ψυχή του κυρίου Κρέιβεν γέμισε απίστευτη χαρά.
Ο Κόλιν άπλωσε την παλάμη του και την ακούμπησε στο χέρι του πατέρα του.
«Δεν χαίρεσαι, πατέρα;» ρώτησε τελικά. «Δεν χαίρεσαι; Θα ζήσω για πάντα και για πάντα και για πάντα!»
Ο κύριος Κρέιβεν έβαλε τα χέρια στους ώμους του αγοριού και το κράτησε. Ήξερε πως δεν τολμούσε να πει ούτε και το παραμικρό εκείνη τη στιγμή.
«Πήγαινέ με στον κήπο, αγόρι μου» είπε τελικά. «Και διηγήσου μου ό,τι έγινε».
Κι έτσι τον έμπασαν στον κήπο.
Ο τόπος ήταν μια ζούγκλα από φθινοπωρινό χρυσάφι και πορφύρα και ιριδίζον μπλε και έντονο κόκκινο, και σε κάθε μεριά υπήρχαν συστάδες αργοπορημένων υάκινθων, σε λευκό ή λευκό και ρουμπινί. Ο κύριος Κρέιβεν θυμόταν πολύ καλά πότε φυτεύτηκε και ο τελευταίος από αυτούς, έτσι ώστε σε αυτή την εποχή του χρόνου να αποκαλύπτουν την αργοπορημένη λάμψη τους. Τα όψιμα τριαντάφυλλα που σκαρφάλωναν και κρεμόντουσαν και σχημάτιζαν μπουκέτα και οι ηλιαχτίδες που βάθαιναν την απόχρωση των δέντρων που κιτρίνιζαν σε έκαναν να νιώθεις πως στεκόσουν σε ένα σκεπαστό ιερό από χρυσάφι. Ο νεοφερμένος έστεκε σιωπηλός ακριβώς όπως είχαν κάνει τα παιδιά όταν αντίκρισαν τον κήπο μέσα στο γκρίζο του χρώμα. Δεν χόρταινε να κοιτάζει ολόγυρα.
«Νόμιζα πως ο κήπος θα ήταν νεκρός» είπε.
«Έτσι νόμιζε και η Μαίρη στην αρχή» είπε ο Κόλιν. «Αλλά ζωντάνεψε».
Και μετά όλοι τους κάθισαν κάτω από ένα δέντρο, όλοι τους εκτός από τον Κόλιν, που ήθελε να είναι όρθιος καθώς έλεγε την ιστορία του.
Ήταν ό,τι πιο παράξενο είχε ακούσει ποτέ του, σκέφτηκε ο Άρτσιμπαλντ Κρέιβεν, καθώς τα λόγια ξεχύνονταν με τον ορμητικό τρόπο ενός παιδιού: το Μυστήριο και η Μαγεία και τα άγρια πλασματάκια, η παράξενη μεσονύκτια συνάντηση, ο ερχομός της άνοιξης, το πάθος της πληγωμένης περηφάνιας που έκανε τον νεαρό Μαχαραγιά να σταθεί στα πόδια του και να αψηφήσει τον γέρο Μπεν Γουέδερσταφ, η παράξενη συντροφιά, το θέατρο που έπαιζαν, το μεγάλο μυστικό που φύλαγαν προσεκτικά. Ο ακροατής γελούσε μέχρι που του ερχόντουσαν δάκρυα στα μάτια και μερικές φορές του ερχόντουσαν δάκρυα στα μάτια κι όταν δεν γελούσε. Ο Αθλητής, ο Ομιλητής, ο Επιστημονικός Ερευνητής ήταν ένα κωμικό, αξιαγάπητο, υγιές νεαρό πλάσμα.
«Τώρα» είπε ο Κόλιν καθώς η ιστορία τελείωνε «δεν υπάρχει πια λόγος να είναι μυστικό. Θα έλεγα πως θα πάθουν συγκοπή όταν θα με δουν, όμως δεν έχω σκοπό να ξανακαθίσω στο καροτσάκι μου. Θα περπατήσω μέχρι το σπίτι δίπλα σου, πατέρα».
Τα καθήκοντα του Μπεν Γουέδερσταφ σπάνια τον έπαιρναν μακριά από τους κήπους, σε αυτή την περίπτωση όμως βρήκε σαν δικαιολογία ότι θα έφερνε μερικά λαχανικά στην κουζίνα, και μια και η κυρία Μέντλοκ τον είχε καλέσει στον θάλαμο των υπηρετών να πιει μια μπύρα, ήταν ακριβώς στην ώρα του, όπως ήλπιζε, όταν συνέβη το πιο δραματικό περιστατικό που η έπαυλη Μίσελθουέιτ έζησε στη σύγχρονη εποχή της.
Ένα από τα παράθυρα που έβλεπαν στην αυλή έδειχνε και σε ένα μέρος από το γρασίδι. Η κυρία Μέντλοκ, γνωρίζοντας ότι ο Μπεν είχε έρθει από τους κήπους, ήλπιζε ότι το μάτι του θα είχε πάρει έστω και φευγαλέα τον αφέντη του και ίσως κατά τύχη τη συνάντησή του με τον Αφέντη Κόλιν.
«Είδες κανέναν τους, Γουέδερσταφ;» τον ρώτησε.
Ο Μπεν κατέβασε το ποτήρι της μπύρας από τα χείλη του και τα σκούπισε με την ανάποδη του χεριού του.
«Αμ πώς και δεν είδα» απάντησε με ύφος.
«Και τους δυο;» ρώτησε η κυρία Μέντλοκ.
«Και τους δυο» απάντησε ο Μπεν Γουέδερσταφ. «Φχαριστώ, κυρία, δεν θα με πείραζε μια μπύρα ακόμη».
«Και τους δυο;» είπε η Κυρία Μέντλοκ, ξεχειλίζοντας το ποτήρι του μέσα στην ταραχή της.
«Και τους δυο, κυρία» είπε ο Μπεν και με μια γουλιά κατέβασε τη μισή μπύρα.
«Πού ήταν ο Αφέντης Κόλιν; Πώς ήταν; Τι είπαν μεταξύ τους;»
«Δεν άκουσα, κυρία» είπε ο Μπεν «γιατί στεκόμουν πάνω στη σκάλα στον τοίχο του κήπου. Θα σας πω όμως κατιτίς. Ένα σωρό έγιναν εκεί έξω που εσείς εδώ μέσα χαμπάρι δεν πήρατε. Κι ό,τι είναι να μάθετε, θα το μάθετε σύντομα».
Και δεν είχαν περάσει ούτε δύο λεπτά από τη στιγμή που κατέβασε και την υπόλοιπη μπύρα του, και τότε κούνησε το ποτήρι του με επισημότητα προς το παράθυρο που έδειχνε σε ένα κομμάτι του γρασιδιού ανάμεσα στους θάμνους.
«Για κοιτάτε εκεί κάτι παράξενο» είπε. «Κοιτάτε τι έρχεται».
Όταν η κυρία Μέντλοκ κοίταξε, σήκωσε τα χέρια ψηλά κι έβγαλε μια δυνατή φωνή, και όλοι οι υπηρέτες, άνδρες και γυναίκες, ξεχύθηκαν από το δωμάτιο υπηρεσίας και στάθηκαν κοιτώντας από το παράθυρο με γουρλωμένα μάτια.
Ο Αφέντης του Μίσελθουέιτ διέσχιζε το γρασίδι και κανείς δεν τον είχε δει ποτέ του έτσι. Και δίπλα του με το κεφάλι ψηλά και γελαστά μάτια περπατούσε τόσο σταθερά όσο οποιοδήποτε παιδί στο Γιορκσάιρ ο Αφέντης Κόλιν!

ΤΕΛΟΣ

Τρίτη, 25 Ιουνίου 2019

Φράνσις Χότζον Μπαρνέτ: Ο μυστικός κήπος (Εικοστό έκτο κεφάλαιο)






ΕΙΚΟΣΤΟ ΕΚΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

«Η ΜΗΤΕΡΑ ΕΙΝΑΙ!»

Η πίστη στη Μαγεία συνεχιζόταν. Μετά τους πρωινούς ψαλμούς, καμιά φορά ο Κόλιν έκανε διαλέξεις για τη Μαγεία.
«Μου αρέσει να το κάνω» εξήγησε «γιατί όταν μεγαλώσω και κάνω μεγάλες επιστημονικές ανακαλύψεις, θα πρέπει να δίνω διαλέξεις, οπότε κάνω πρακτική από τώρα. Για την ώρα μπορώ να κάνω μόνο σύντομες διαλέξεις γιατί είμαι πολύ μικρός και εξάλλου ο Μπεν Γουέδερσταφ θα ένιωθε σαν να ήταν στην εκκλησία και θα τον έπαιρνε ο ύπνος».
«Το καλύτερο με το κήρυγμα» είπε ο Μπεν «είναι πως κάποιος σαν του λόγου μου μπορεί να σηκωθεί και να πει ό,τι του αρέσει και κανένας δεν θα φέρει αντίρρηση. Δεν θα μου έπεφτε άσχημα να έκανα ένα κηρυγματάκι πότε πότε».
Μα όταν ο Κόλιν στάθηκε όρθιος κάτω από το δέντρο του, ο Μπεν κάρφωσε το αδηφάγο βλέμμα του επάνω του και συνέχισε να τον κοιτάζει. Τον κοίταζε εξεταστικά με επικριτική στοργή. Δεν τον ένοιαζε τόσο το κήρυγμα όσο τα πόδια του αγοριού που έμοιαζαν να ισιώνουν και να δυναμώνουν καθημερινά, το κεφάλι του που έστεκε περήφανο, το άλλοτε γωνιώδες σαγόνι του και τα άλλοτε βαθουλωμένα μάγουλα που γέμιζαν και τα μάτια που είχαν αρχίσει να φαίνονται τόσο φωτεινά όσο κάποιας άλλης. Μερικές φορές όταν ο Κόλιν ένιωθε πως το ειλικρινές βλέμμα του Μπεν σήμαινε πως είχε εντυπωσιαστεί πολύ, αναρωτιόταν τι να του θύμιζε και μια φορά, όταν εκείνος έμοιαζε πολύ συνεπαρμένος, τον ρώτησε.
«Τι σκέφτεσαι, Μπεν Γουέδερσταφ;» ρώτησε.
«Σκεφτόμουν» απάντησε ο Μπεν «πως θα έβαζα στοίχημα πως πήρες πάνω σου κοντά δυο κιλά μέσα στη βδομάδα. Κοιτούσα τις γάμπες και τους ώμους σου. Πολύ θα το’ θελα να σε ζυγίσω».
«Η Μαγεία φταίει και τα τσουρεκάκια και το γάλα και όλα αυτά που στέλνει η κυρία Σόουερμπάι» είπε ο Κόλιν. «Βλέπεις, το επιστημονικό πείραμα πέτυχε».
Εκείνο το πρωινό ο Ντίκον άργησε στη διάλεξη. Κι όταν εμφανίστηκε, ήταν αναψοκοκκινισμένος από το τρέξιμο και το αστείο του πρόσωπο ακτινοβολούσε περισσότερο από ό,τι συνήθως. Μια και μετά τις βροχές είχαν πολύ ξεβοτάνισμα να κάνουν, έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά. Πάντα είχαν πολλή δουλειά μετά από μια ευεργετική βροχή. Η υγρασία έκανε καλό στα λουλούδια, αλλά θέριευε και τα ζιζάνια, που ξεπέταγαν μικρές λεπίδες γρασιδιού και φυλλαράκια που έπρεπε να ξεριζωθούν προτού οι ρίζες τους πιάσουν για τα καλά στο χώμα. Ο Κόλιν είχε γίνει πια τόσο καλός στο ξεβοτάνισμα όσο και οι υπόλοιποι και μπορούσε να κάνει τη διάλεξή του όση ώρα δούλευε.
«Η Μαγεία κάνει καλύτερη δουλειά όταν δουλεύεις» έλεγε εκείνο το πρωινό. «Τη νιώθεις στα κόκκαλα και στα μούσκουλά σου. Θα διαβάσω βιβλία για τα κόκκαλα και για τα μούσκουλα, αλλά θα γράψω ένα βιβλίο για τη Μαγεία. Το σχεδιάζω από τώρα. Όλο ανακαλύπτω πράγματα».
Δεν είχε περάσει πολλή ώρα από αυτά του τα λόγια όταν άφησε το φτυαράκι του και στάθηκε στα πόδια του. Είχε απομείνει κάμποσο σιωπηλός και οι άλλοι είχαν καταλάβει πως σκεφτόταν τις διαλέξεις, ως συνήθως. Όταν άφησε το φτυαράκι του και στάθηκε όρθιος, στη Μαίρη και τον Ντίκον φάνηκε πως μια ισχυρή σκέψη τον έσπρωξε να το κάνει. Ο Κόλιν τεντώθηκε και άνοιξε διάπλατα τα χέρια του. Το πρόσωπό του είχε πάρει ένα υγιές αστραφτερό χρώμα και τα παράξενά του μάτια είχαν ανοίξει διάπλατα από τη χαρά του. Μόλις εκείνη τη στιγμή είχε καταλάβει απόλυτα κάτι.
«Μαίρη! Ντίκον!» φώναξε. «Κοιτάξτε με!»
Τα δυο παιδιά σταμάτησαν το ξεβοτάνισμα και τον κοίταξαν.
«Θυμόσαστε εκείνο το πρώτο πρωινό που με φέρατε εδώ;» ρώτησε ο Κόλιν.
Ο Ντίκον τον κοιτούσε καλά καλά. Επειδή γήτευε τα ζώα, μπορούσε να καταλάβει περισσότερα πράγματα από τους υπόλοιπους ανθρώπους, και για πολλά από αυτά τα πράγματα δεν μιλούσε ποτέ. Κι εκείνη τη στιγμή έβλεπε στο αγόρι κάποια από αυτά τα πράγματα.
«Αμέ, πώς δε θυμόμαστε!» του απάντησε.
Η Μαίρη τον κοίταζε κι εκείνη καλά καλά, δεν έβγαλε όμως κουβέντα.
«Μόλις τώρα το θυμήθηκα στα ξαφνικά καθώς κοίταξα το χέρι μου όσο έσκαβα, και στάθηκα στα πόδια μου για να βεβαιωθώ» είπε ο Κόλιν. «Και είναι αλήθεια! Είμαι καλά, είμαι καλά!»
«Αμ πώς και δεν είσαι!» είπε ο Ντίκον.
«Είμαι καλά! Είμαι καλά!» είπε ξανά ο Κόλιν και το πρόσωπό του αναψοκοκκίνισε.
Κατά κάποιον τρόπο το ήξερε και πιο πριν, το έλπιζε, το ένιωθε και το σκεφτόταν, μα μόλις εκείνη τη στιγμή κάτι τον διαπέρασε, ένα είδος εκστατικής πίστης και συνειδητοποίησης, κι αυτό το κάτι ήταν τόσο δυνατό που δεν μπόρεσε παρά να το διατυμπανίσει.
«Θα ζήσω παντοτινά!» κραύγασε μεγαλόπρεπα. «Θα ανακαλύψω χιλιάδες πράγματα. Θα κάνω ανακαλύψεις σχετικά με τους ανθρώπους, τα πλάσματα και οτιδήποτε μεγαλώνει, σαν τον Ντίκον, και ποτέ μου δεν θα σταματήσω να κάνω Μαγικά. Είμαι καλά! Είμαι καλά! Νιώθω, νιώθω σαν να θέλω να βροντοφωνάξω κάτι, κάτι που να δείχνει ευγνωμοσύνη και χαρά!»
Ο Μπεν Γουέδερσταφ, που δούλευε εκεί δίπλα σε μια τριανταφυλλιά, γύρισε και τον κοίταξε.
«Μπορείς να ψάλλεις τη Δοξολογία» πρότεινε ξινισμένα. Δεν είχε γνώμη για τη Δοξολογία και ούτε έκανε αυτή την πρόταση έχοντας κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό του.
Ο Κόλιν όμως είχε ερευνητικό μυαλό και δεν ήξερε τίποτα για τη Δοξολογία.
«Τι είναι αυτό;» θέλησε να μάθει.
«Βάζω στοίχημα πως ο Ντίκον μπορεί να σου την τραγουδήσει» απάντησε ο Μπεν Γουέδερσταφ.
Ο Ντίκον απάντησε με το γεμάτο κατανόηση χαμόγελο γητευτή που τον διέκρινε.
«Την τραγουδάνε στην εκκλησία» είπε. « Η μητέρα πιστεύει πως την τραγουδάνε οι κορυδαλλοί όταν ξυπνάνε το πρωί».
«Αν το λέει η μητέρα σου, τότε θα είναι όμορφο τραγούδι» είπε ο Κόλιν. «Δεν έχω πάει ποτέ μου στην εκκλησία. Ήμουν πάντα πολύ άρρωστος. Τραγούδησέ την, Ντίκον. Θέλω να την ακούσω».
Ο Ντίκον τα έβλεπε απλά και ψύχραιμα τα πράγματα. Είχε καταλάβει τι ένιωθε ο Κόλιν καλύτερα από εκείνον. Είχε καταλάβει γιατί είχε ένστικτο, κι ήταν κάτι τόσο φυσικό που το θεώρησε δεδομένο. Έβγαλε το καπέλο του και κοίταξε γύρω χαμογελώντας.
«Πρέπει να βγάλεις το καπέλο σου» είπε στον Κόλιν. «Κι εσύ, Μπεν, πρέπει να βγάλεις το καπέλο σου και να σηκωθείς, το ξέρεις».
Ο Κόλιν έβγαλε το καπέλο του και ο ήλιος έλαμψε και ζέστανε τα πυκνά του μαλλιά καθώς παρακολουθούσε με προσοχή τον Ντίκον. Ο Μπεν Γουέδερσταφ σηκώθηκε κι έβγαλε κι εκείνος το καπέλο του κι είχε ένα βλέμμα σαστισμένο και κάπως πικρόχολο, σαν να μην ήξερε για ποιο λόγο ακριβώς έπρεπε να τα κάνει όλα αυτά.
Ο Ντίκον στάθηκε ανάμεσα στα δέντρα και τις τριανταφυλλιές και άρχισε να τραγουδάει με απλότητα και μια καθαρή αγορίστικη φωνή:
«Υμνείστε τον Κύριο εσείς, όλη η ανθρωπότης
Υμνείστε τον Κύριο, που είναι ουράνιος δεσπότης
Υμνείστε τον Κύριο που ευλογία δίνει με ένα νεύμα
Υμνείστε τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα
Αμήν».
Όταν τελείωσε τον ύμνο, ο Μπεν Γουέδερσταφ στεκόταν ακίνητος με σφιγμένα σαγόνια, το βλέμμα του όμως, γεμάτο ταραχή, ήταν στραμμένο στον Κόλιν. Το πρόσωπο του Κόλιν ήταν σοβαρό, γεμάτο ευγνωμοσύνη.
«Πολύ όμορφο τραγούδι» είπε. «Μου αρέσει. Ίσως θέλει να πει αυτό που εννοώ όταν θέλω να φωνάξω δυνατά πως ευχαριστώ τη Μαγεία». Σταμάτησε και σκέφτηκε κάπως προβληματισμένος. «Μπορεί να είναι το ίδιο πράγμα και τα δύο. Πώς να ξέρουμε ποιο είναι το σωστό όνομα για το καθετί; Τραγούδησε ξανά, Ντίκον. Ας προσπαθήσουμε κι εμείς, Μαίρη. Θέλω να τραγουδήσω. Πώς ξεκινάει; “ Υμνείστε τον Κύριο εσείς, όλη η ανθρωπότης”».
Και το τραγούδησαν ξανά και ξανά, και η Μαίρη με τον Κόλιν προσπάθησαν να είναι μέσα στον ρυθμό, και η φωνή του Ντίκον ακουγόταν δυνατή και όμορφη. Και στον δεύτερο στίχο, ο Μπεν Γουέδερσταφ καθάρισε τον λαιμό του και στον τρίτο η φωνή του ήρθε να ενωθεί με των υπολοίπων και ακούστηκε τόσο σθεναρή που έμοιαζε πρωτόγονη σχεδόν, και όταν ειπώθηκε το “Αμήν”, η Μαίρη παρατήρησε πως ο Μπεν έπαθε ό,τι και τότε που κατάλαβε πως ο Κόλιν δεν ήταν ανάπηρος: τα μάγουλά του τρεμούλιασαν και τα μάτια του ανοιγόκλειναν και τα γερασμένα του μάγουλα ήταν υγρά.
«Ποτές μου δεν κατάλαβα τη Δοξολογία μέχρι τα τώρα» είπε βραχνά ο Μπεν «μπορεί όμως και να αλλάξω γνώμη από δω και πέρα. Σαν να πήρες και δυόμιση κιλά μέσα στη βδομάδα, Αφέντη Κόλιν, δυόμιση ολάκερα κιλά!»
Ο Κόλιν κοιτούσε κάτι που είχε αποσπάσει την προσοχή του στην άλλη μεριά του κήπου, και η έκφρασή του ήταν ξαφνιασμένη.
«Ποιος έρχεται;» είπε ανήσυχα. «Ποιος είναι;»
Η πόρτα στον τοίχο με τον κισσό είχε ανοίξει αργά και μια γυναίκα είχε μπει στον κήπο. Είχε μπει την ώρα που ακουγόταν ο τελευταίος στίχος του ύμνου και είχε σταθεί ακίνητη ακούγοντας και κοιτώντας τους όλους. Με τον κισσό ακριβώς πίσω της, το φως του ήλιου να περνάει ανάμεσα από τα δέντρα και να απλώνεται στον μακρύ μπλε της μανδύα και με το όμορφο νεανικό της πρόσωπο να χαμογελάει μέσα σε όλη αυτή την πρασινάδα, έμοιαζε με αυτές τις χαριτωμένες έγχρωμες εικόνες στα βιβλία του Κόλιν. Είχε υπέροχα στοργικά μάτια που ήταν σαν να αγκάλιαζαν τα πάντα, ακόμα και τον Μπεν Γουέδερσταφ και τα πλασματάκια και κάθε ανθισμένο λουλούδι. Παρόλο που φάνηκε αναπάντεχα, κανένας δεν την είδε σαν εισβολέα. Τα μάτια του Ντίκον έλαμψαν.
«Η Μητέρα είναι!» φώναξε και πήγε τρέχοντας κοντά της.
Ο Κόλιν άρχισε να προχωράει προς το μέρος της και η Μαίρη τον ακολούθησε. Και τα δυο παιδιά ένιωθαν τον σφυγμό τους να χτυπάει πιο δυνατά.
«Η Μητέρα είναι!» είπε ξανά ο Ντίκον όταν συναντήθηκαν στη μέση του κήπου. «Ήξερα πως ήθελες να τη δεις και της είπα πού ήταν κρυμμένη η πόρτα».
Ο Κόλιν της άπλωσε το χέρι του με ένα είδος βασιλικής ντροπαλότητας, τα μάτια του όμως δεν χόρταιναν να την κοιτάζουν.
«Ακόμα και τον καιρό που ήμουν άρρωστος, ήθελα να σας δω» είπε ο Κόλιν. «Κι εσάς και τον Ντίκον και τον μυστικό κήπο. Πιο πριν ποτέ μου δεν θέλησα να δω κανέναν και τίποτα».
Το θέαμα του χαρούμενου προσώπου άλλαξε και το δικό της. Αναψοκοκκίνισε και οι γωνίες του στόματός της ταράχτηκαν και μια αχλή φάνηκε να διαπερνάει τα μάτια της.
«Αχ! Καλό μου παιδί!» είπε με σπασμένη φωνή. «Αχ! Καλό μου παιδί!» σαν μόλις εκείνη τη στιγμή να της ήρθαν οι λέξεις στο στόμα. Δεν είπε “Αφέντη Κόλιν”, αλλά μόνο “καλό μου παιδί”, έτσι στα ξαφνικά. Τα ίδια λόγια θα μπορούσε να πει και στον Ντίκον αν έβλεπε στο πρόσωπό του κάτι που θα τη συγκινούσε. Του άρεσε αυτό του Κόλιν.
«Σας έκανε έκπληξη που με βλέπετε τόσο καλά;» τη ρώτησε.
Εκείνη έβαλε το χέρι της στον ώμο του και χαμογέλασε διώχνοντας την καταχνιά από το βλέμμα της.
«Αμ δε μου έκανε!» είπε. «Είσαι όμως φτυστός η μάνα σου κι αυτό έκανε την καρδιά μου να πεταρίσει».
«Λέτε αυτό να κάνει τον πατέρα μου να με συμπαθήσει;» ρώτησε αμήχανα ο Κόλιν.
«Στα σίγουρα, καλό μου παιδί» του απάντησε και τον χάιδεψε στον ώμο. «Πρέπει να γυρίσει, πρέπει να γυρίσει».
«Σούζαν Σόουερμπάι» είπε ο Μπεν Γουέδερσταφ πλησιάζοντάς την. «Για δες τα πόδια του αγοριού, για κοίτα! Σαν ξυλαράκια μέσα σε κάλτσες ήταν δυο μήνες πριν, κι άκουγα κάτι νοματαίους που έλεγαν πως ήταν στραβά, κι άλλοι έλεγαν πως στράβωναν έξω κι άλλοι μέσα. Κοίτα τώρα!»
Η Σούζαν Σόουερμπάι άφησε ένα ήσυχο γέλιο.
«Σε λιγάκι θα γίνουν μια χαρά γερά ποδάρια» είπε. «Άστον να παίζει και να δουλεύει στον κήπο και να τρώει με την καρδιά του και να πίνει καλό γλυκό γάλα και δεν θα έχεις ματαδεί καλύτερο ζευγάρι πόδια σε όλο το Γιορκσάιρ, δόξα στον Κύριο».
Έβαλε και τα δυο της χέρια στους ώμους της αφέντρας της Μαίρης και κοίταξε το προσωπάκι της με μητρικό ύφος.
«Αχ! Κι εσύ το ίδιο!» της είπε. «Έγινες σχεδόν το ίδιο καλόκαρδη με τη Λίζμπεθ Έλεν μας. Βάζω στοίχημα πως κι εσύ στη μητέρα σου μοιάζεις. Η Μάρθα μας μου είπε πως η κυρία Μέντλοκ άκουσε πως ήταν όμορφη γυναίκα. Σαν το κόκκινο τριαντάφυλλο θα γίνεις σα μεγαλώσεις, κοριτσάκι μου, να ζήσεις».
Δεν ανέφερε πως όταν η Μάρθα στη μέρα της σχόλης της είχε γυρίσει σπίτι και της είχε περιγράψει το άχαρο κιτρινιάρικο κοριτσάκι, δεν είχε δώσει καμία βάση στα όσα είχε ακούσει η κυρία Μέντλοκ. «Δεν έχει λόγο μια όμορφη γυναίκα να έχει τέτοιο απαίσιο παιδί» είχε προσθέσει πεισμωμένα.
Η Μαίρη δεν είχε χρόνο να παρατηρήσει τις αλλαγές στο πρόσωπό της. Το μόνο που ήξερε ήταν πως έδειχνε “διαφορετική” και πως τα μαλλιά της είχαν πυκνώσει και μεγάλωναν γρήγορα. Καθώς θυμήθηκε όμως πόσο της άρεσε να κοιτάζει τη Λευκή Κυρία παλιά, χαιρόταν που άκουγε πως μπορεί μια μέρα να της έμοιαζε.
Η Σούζαν Σόουερμπάι περιδιάβηκε τον κήπο μαζί τους κι έμαθε όλη την ιστορία του, και της έδειξαν όλους τους θάμνους και τα δέντρα που είχαν ζωντανέψει. Ο Κόλιν περπατούσε δίπλα της από τη μια μεριά και η Μαίρη από την άλλη. Και οι δυο τους κοιτούσαν όλη την ώρα το ήρεμο ροδαλό πρόσωπο κι από μέσα τους ήταν γεμάτοι περιέργεια για όσα ευχάριστα συναισθήματα τους προκαλούσε, σαν ένα είδος θαλπωρής. Τους φαινόταν πως τους καταλάβαινε, όπως καταλάβαινε ο Ντίκον τα πλασματάκια του. Η κυρία Σόουερμπάι έσκυβε πάνω από τα λουλούδια και τους μιλούσε σαν να ήταν παιδιά. Ο Καπνιάς την ακολουθούσε και μια δυο φορές της μίλησε με κρωξίματα και πήγε και κάθισε στον ώμο της όπως έκανε και με τον Ντίκον. Όταν της είπαν για τον κοκκινολαίμη και την πρώτη πτήση των νεογνών του, γέλασε γλυκά.
«Μου φαίνεται πώς το να τα μαθαίνει να πετάνε είναι σαν να μαθαίνεις παιδιά να περπατάνε, αλλίμονό μου όμως αν τα δικά μου παιδιά είχαν φτερά αντί για ποδάρια» είπε.
Και στο τέλος της είπαν για τη Μαγεία, γιατί ήταν μια καλή γυναίκα με απλούς τρόπους.
«Πιστεύετε στη Μαγεία;» ρώτησε ο Κόλιν αφού της είχε εξηγήσει για τους Ινδούς φακίρηδες. «Ελπίζω να πιστεύετε».
«Βέβαια, παιδί μου» απάντησε. «Δεν την ήξερα με αυτό το όνομα, μα και τι πειράζει; Στα σίγουρα άλλο όνομα έχει στη Γαλλία κι άλλο στη Γερμανία. Αυτό που κάνει τους σπόρους να φουσκώνουν και τον ήλιο να λάμπει έκανε κι εσένα γερό και είναι Καλό Πράγμα. Κι εμείς οι ανόητοι του δίνουμε ονόματα, λες κι έχει σημασία. Το Μεγάλο Καλό δεν σταματάει να δουλεύει, βοήθειά μας. Φτιάχνει εκατομμύρια κόσμους σαν τον δικό μας. Να μη σταματήσετε ποτέ να πιστεύετε στο Μεγάλο Καλό και να ξέρετε πως ο κόσμος είναι γεμάτος από αυτό κι ας το λέτε όπως θέλετε. Όταν μπήκα στον κήπο, του τραγουδούσατε.
«Είχα τόση χαρά!» είπε ο Κόλιν κοιτώντας την με τα όμορφα παράξενά του μάτια. «Ξαφνικά κατάλαβα πόσο διαφορετικός ήμουν, πόσο δυνατά ήταν τα χέρια και τα πόδια μου, πώς μπορούσα να σκάβω και να στέκομαι όρθιος, και τότε ξεσηκώθηκα και θέλησα να φωνάξω κάτι σε οτιδήποτε με άκουγε».
«Η Μαγεία σε άκουσε όταν τραγούδησες τη Δοξολογία. Θα άκουγε ό,τι κι αν της τραγουδούσες. Αυτό που είχε σημασία ήταν η χαρά. Αχ! παιδί μου, τι σημασία έχουν τα ονόματα για Αυτόν που φτιάχνει τη Χαρά;» είπε και του χάιδεψε ξανά τον ώμο.
Είχε φέρει μαζί της ένα καλάθι γεμάτο καλούδια, κι όταν ήρθε η ώρα κι ο Ντίκον το κουβάλησε από την κρυψώνα του, η κυρία Σόουερμπάι κάθισε κάτω από ένα δέντρο και παρακολουθούσε τα παιδιά να καταβροχθίζουν τα φαγητά γελώντας και καμαρώνοντας για την όρεξη που είχαν. Η διάθεσή της ήταν πολύ εύθυμη και έκανε τα παιδιά να γελάνε με λογιών λογιών παράξενα πράγματα. Τους είπε ιστορίες στη διάλεκτο του Γιορκσάιρ και τους έμαθε καινούριες λέξεις. Γέλασε με την καρδιά της όταν της είπαν για το πόσο δυσκολευόντουσαν πια να παριστάνουν πως ο Κόλιν ήταν ένας φοβιτσιάρης ανάπηρος.
«Βλέπετε, δεν μπορούμε να κρατήσουμε τα γέλια μας όταν είμαστε όλοι μαζί» εξήγησε ο Κόλιν. «Κι ας μην το θέλουμε να γελάμε. Προσπαθούμε να πνίξουμε το γέλιο, δεν τα καταφέρνουμε όμως, κι αυτό είναι χειρότερο».
«Είναι κάτι που μου έρχεται συχνά στο μυαλό και δεν μπορώ να συγκρατηθώ όταν το σκέφτομαι στα ξαφνικά» είπε η Μαίρη. «Σκέφτομαι, για φαντάσου το πρόσωπο του Κόλιν να γινόταν ολοστρόγγυλο σαν το φεγγάρι. Δεν είναι τόσο στρογγυλό, κάθε μέρα όμως όλο και παχαίνει από λίγο. Φαντάσου λοιπόν ένα πρωί να έμοιαζε έτσι, τότε τι θα κάναμε!»
«Βοήθειά μας! Σαν να έχετε σκοπό να παίξετε πολύ θέατρο ακόμα» είπε η κυρία Σόουερμπάι. «Αυτό όμως δεν πρέπει να τραβήξει πολύ. Ο Αφέντης Κρέιβεν θα γυρίσει».
«Το πιστεύετε;» ρώτησε ο Κόλιν. «Γιατί;»
Η Σούζαν Σόουερμπάι κρυφογέλασε.
«Λέω πως θα στενοχωριόσουν αν το μάθαινε από άλλους, γιατί θέλεις να το πεις με το δικό σου τρόπο» είπε. «Νύχτες έμεινες ξάγρυπνος να το σχεδιάζεις».
«Δεν θα άντεχα να του το πει κάποιος άλλος» είπε ο Κόλιν. «Κάθε μέρα σκέφτομαι καινούριους τρόπους για να του το πω. Τώρα πια νομίζω πως το μόνο που θέλω είναι να πάω τρέχοντας στο δωμάτιό του».
«Καλή αρχή το βρίσκω» είπε η Σούζαν Σόουερμπάι. «Θα θελα να δω το πρόσωπό του, παιδί μου. Πώς και θα θελα! Πρέπει να γυρίσει, πρέπει».
Ένα από τα πράγματα για τα οποία κουβέντιασαν ήταν η επίσκεψη των παιδιών στο αγροτόσπιτο της κυρίας Σόουερμπάι. Είχαν κάνει λεπτομερές σχέδιο. Θα πήγαιναν με άμαξα στον χερσότοπο και θα έτρωγαν ανάμεσα στα ρείκια. Θα έβλεπαν και τα δώδεκα παιδιά και τον κήπο του Ντίκον και δεν θα γύριζαν πίσω παρά μόνο όταν θα είχαν κουραστεί.
Τελικά, η κυρία Σόουερμπάι σηκώθηκε να πάει να βρει την κυρία Μέντλοκ. Και ο Κόλιν έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι με το καροτσάκι του. Προτού όμως καθίσει σε αυτό, πλησίασε τη Σούζαν κοιτώντας τη με λατρεία κι έβαλε το χέρι του στις πτυχές του μπλε μανδύα της.
«Είσαστε αυτό ακριβώς που ήθελα. Μακάρι να ήσασταν και δική μου μητέρα εκτός από του Ντίκον!» είπε.
Μεμιάς η Σούζαν Σοόυερμπάι έσκυψε και τον σήκωσε και τον έσφιξε στην αγκαλιά της σαν να ήταν ο αδελφός του Ντίκον. Τα μάτια της έγιναν υγρά.
«Αχ! Καλό μου παιδί!» είπε. «Η μητέρα σου είναι μέσα σε αυτόν τον κήπο, το πιστεύω αυτό. Δεν θα μπορούσε να μείνει μακριά του. Κι ο πατέρας σου πρέπει να γυρίσει, πρέπει!»

Τρίτη, 18 Ιουνίου 2019

Φράνσις Χότζον Μπαρνέτ: Ο μυστικός κήπος (Εικοστό πέμπτο κεφάλαιο)



ΕΙΚΟΣΤΟ ΠΕΜΠΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Η ΚΟΥΡΤΙΝΑ

Κι ο μυστικός κήπος άνθιζε κι όλο άνθιζε, και κάθε πρωί όλο κι ένα καινούριο θαύμα συνέβαινε. Στη φωλιά του κοκκινολαίμη υπήρχαν Αυγά και το ταίρι του καθόταν πάνω τους για να τα ζεσταίνει με το φτερωτό της στήθος και τις στοργικές της φτερούγες. Στην αρχή ήταν πολύ νευρική και ο κοκκινολαίμης παρατηρούσε επιφυλακτικά το καθετί. Εκείνες τις μέρες ακόμα και ο Ντίκον δεν πλησίαζε τη συστάδα που βρισκόταν η φωλιά παρά περίμενε μέχρι που, λες κι έκανε κάποιο μυστηριώδες ξόρκι, κατάφερε την καρδιά του μικρού φτερωτού ζευγαριού να καταλάβει πως όλα στον κήπο ήταν σαν και αυτά, πως όλα καταλάβαιναν το θαυμαστό που τους συνέβαινε, την ύψιστη, τρυφερή, τρομακτική, σπαραξικάρδια ομορφιά και τη σπουδαιότητα των Αυγών. Αν υπήρχε έστω κι ένας στον κήπο που δεν ήξερε βαθιά μέσα του πως αν ένα Αυγό αποχωριζόταν από τη φωλιά ή πάθαινε κάτι, τότε όλος ο κόσμος θα στροβιλιζόταν και θα καταστρεφόταν, αν υπήρχε έστω κι ένας που δεν το ένιωθε και δεν έπραττε ανάλογα, τότε δεν θα υπήρχε ευτυχία ούτε και σε αυτή την ηλιόλουστη ανοιξιάτικη ατμόσφαιρα. Όλοι τους όμως το ήξεραν και το ένιωθαν, κι αυτό το γνώριζαν και ο κοκκινολαίμης και το ταίρι του.
Στην αρχή ο κοκκινολαίμης παρατηρούσε τη Μαίρη και τον Κόλιν νευρικά. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο ήξερε πως δεν ήταν ανάγκη να προσέχει τον Ντίκον. Με το που τα χάντρινα μάτια του πρωτοκοίταξαν τον Ντίκον, ήξερε πως δεν ήταν ένας ξένος, αλλά ένα είδος κοκκινολαίμη χωρίς ράμφος και φτερά. Ήξερε να μιλάει σαν κοκκινολαίμης (κι αυτή είναι μια πολύ ιδιαίτερη διάλεκτος που ξεχωρίζει από τις άλλες). Το να μιλάς κοκκινολαιμίστικα σε έναν κοκκινολαίμη είναι σαν να μιλάς Γαλλικά σε έναν Γάλλο. Ο Ντίκον πάντα έτσι μιλούσε στον κοκκινολαίμη, κι έτσι τον κοκκινολαίμη δεν τον πείραζαν τα ακαταλαβίστικα που έλεγε όταν μιλούσε στους άλλους ανθρώπους. Ο κοκκινολαίμης πίστευε πως ο Ντίκον μιλούσε ακαταλαβίστικα στους άλλους, γιατί εκείνοι δεν ήταν τόσο έξυπνοι ώστε να καταλάβουν τη γλώσσα του πουλιού. Οι κινήσεις του Ντίκον ήταν κι αυτές σαν του κοκκινολαίμη. Δεν προκαλούσαν ταραχή, γιατί δεν έκρυβαν ούτε κίνδυνο ούτε απειλή. Όλοι οι κοκκινολαίμηδες μπορούσαν να καταλάβουν τον Ντίκον, κι έτσι η παρουσία του δεν δημιουργούσε καμία ενόχληση.
Στην αρχή όμως ο κοκκινολαίμης έκρινε απαραίτητο να έχει το νου του στους άλλους δύο. Καταρχήν, το αγόρι δεν ερχόταν στον κήπο με τα πόδια. Τον έσπρωχναν πάνω σε ένα πράγμα με ρόδες και ήταν σκεπασμένος με δέρματα ζώων. Κι αυτό από μόνο του δημιουργούσε αμφιβολίες. Μετά, όταν άρχισε να σηκώνεται στα πόδια και να κυκλοφορεί, το έκανε με έναν παράξενο ασυνήθιστο τρόπο, και οι άλλοι μάλλον τον βοηθούσαν. Ο κοκκινολαίμης συνήθιζε να τρυπώνει σε έναν θάμνο και να τα παρατηρεί όλα αυτά ανήσυχος, με το κεφάλι του να γέρνει πότε από τη μία και πότε από την άλλη. Πίστευε πως οι αργές κινήσεις ίσως σήμαιναν πως ετοιμαζόταν να χιμήξει, όπως κάνουν οι γάτες. Όταν οι γάτες ετοιμάζονται να χιμήξουν, σέρνονται πολύ αργά στο έδαφος. Ο κοκκινολαίμης το συζήτησε με το ταίρι του για αρκετές μέρες, μετά όμως αποφάσισε να μην ξαναμιλήσει για το θέμα, γιατί το ταίρι του τρομοκρατήθηκε τόσο που ο κοκκινολαίμης φοβήθηκε πως αυτό θα έκανε κακό στα Αυγά.
Όταν το αγόρι άρχισε να περπατάει χωρίς βοήθεια και να κινείται πιο γρήγορα, η ανακούφιση στη φωλιά ήταν μεγάλη. Για ένα μεγάλο διάστημα, ή έτσι φάνηκε στον κοκκινολαίμη, το αγόρι ήταν πηγή ανησυχίας. Δεν φερόταν όπως οι άλλοι άνθρωποι. Του άρεσε να κάνει περιπάτους, είχε όμως τη συνήθεια να κάθεται για λίγο και μετά να σηκώνεται αφηρημένα και να ξαναπερπατάει.
Μια μέρα ο κοκκινολαίμης θυμήθηκε πως όταν κι αυτός ήταν μικρός και του μάθαιναν οι γονείς του να πετάει, έκανε κάτι παρόμοιο. Πετούσε κάτι λίγα μέτρα και μετά καθόταν να ξαποστάσει. Κι έτσι σκέφτηκε πως το αγόρι μάθαινε να πετάει ή μάλλον να περπατάει. Αυτή τη σκέψη του τη μετέφερε στο ταίρι του και όταν της είπε πως τα Αυγά ήταν πολύ πιθανόν να συμπεριφερθούν με τον ίδιο τρόπο όταν θα έβγαζαν φτερά, εκείνη έδειξε να ανακουφίζεται και μάλιστα φάνηκε να δείχνει ενδιαφέρον και της άρεσε να παρατηρεί το αγόρι από εκεί που καθόταν στη φωλιά, αν και πάντα της πίστευε πως τα Αυγά θα ήταν πολύ πιο έξυπνα και θα μάθαιναν πολύ πιο γρήγορα. Μετά όμως είπε με επιείκεια πως οι άνθρωποι πάντα ήταν πιο ατσούμπαλοι και αργοί από τα Αυγά και πως οι περισσότεροι ποτέ δεν μάθαιναν να πετάνε. Δεν τους συναντούσες ποτέ σου ούτε στον αέρα ούτε στις κορυφές των δέντρων.
Μετά από λίγο καιρό το αγόρι άρχισε να κινείται όπως οι υπόλοιποι, μα και τα τρία παιδιά έκαναν περίεργα πράγματα ώρες-ώρες. Ήταν φορές που στεκόντουσαν κάτω από τα δέντρα και κουνούσαν τα χέρια, τα πόδια και τα κεφάλια τους με ένα τρόπο που ούτε περπάτημα ούτε τρέξιμο ούτε κάθισμα ήταν. Έκαναν τις ίδιες κινήσεις ανά διαστήματα κάθε μέρα, και ο κοκκινολαίμης δεν κατάφερε να εξηγήσει στο ταίρι του τι έκαναν ή τι προσπαθούσαν να κάνουν. Για το μόνο που μπορούσε να μιλήσει με σιγουριά ο κοκκινολαίμης ήταν το ότι τα Αυγά δεν θα τριγύριζαν φτερουγίζοντας με αυτόν τον παράξενο τρόπο. Επειδή όμως το αγόρι που μιλούσε τόσο καλά τη γλώσσα του κοκκινολαίμη έκανε τα ίδια, τα δυο πουλιά σιγουρεύτηκαν πως αυτές οι κινήσεις δεν ήταν επικίνδυνες. Φυσικά ούτε ο κοκκινολαίμης ούτε το ταίρι του άκουσαν ποτέ τους για τον πρωταθλητή της πυγμαχίας τον Μπομπ Χάουαρθ, ούτε για τις ασκήσεις του που δυνάμωναν τα μούσκουλα. Οι κοκκινολαίμηδες δεν είναι σαν τους ανθρώπους. Τα μούσκουλά τους είναι εξασκημένα από γεννησιμιού τους κι έτσι δυναμώνουν φυσιολογικά. Αν είναι ανάγκη να πετάς από δω κι από κει για να βρεις τροφή, τα μούσκουλά σου δεν ατροφούν, δηλαδή δεν εξασθενίζουν από την έλλειψη άσκησης.
Όταν πια το αγόρι περπατούσε, έτρεχε, έσκαβε και ξεβοτάνιζε σαν τους υπόλοιπους, η φωλιά στη γωνιά του κήπου βρήκε πια την ηρεμία της. Ο φόβος για τα Αυγά ανήκε πια στο παρελθόν. Το κλώσσημα γίνεται διασκεδαστικό όταν ξέρεις πως τα Αυγά σου είναι τόσο ασφαλή σαν να τα είχες σε τραπεζική θυρίδα κι ακόμα όταν ξέρεις πως έχεις την ευκαιρία να παρακολουθήσεις τόσα και τόσα παράξενα να συμβαίνουν. Τις βροχερές μέρες η μητέρα των Αυγών ένιωθε κάτι σαν πλήξη, γιατί τα παιδιά δεν ερχόντουσαν στον κήπο.
Ακόμα όμως και τις βροχερές μέρες δεν μπορούμε να πούμε πως ο Κόλιν και η Μαίρη έμεναν αδρανείς. Ένα πρωί που η βροχή δεν έλεγε να σταματήσει και ο Κόλιν ένιωθε σαν να καθόταν στα αναμμένα κάρβουνα αφού ήταν υποχρεωμένος να μείνει στον καναπέ του, μια και δεν ήταν και πολύ ασφαλές να πάρει τους δρόμους, η Μαίρη είχε μια έμπνευση.
«Τώρα που είμαι ένα κανονικό παιδί» είχε πει ο Κόλιν «τα πόδια, τα χέρια και όλο μου το σώμα είναι τόσο γεμάτα από τη Μαγεία που δεν μπορώ να κάτσω σε ένα σημείο. Όλη την ώρα θέλω κάτι να κάνω. Μαίρη, όταν ξύπνησα σήμερα πρωί πρωί με τα πουλιά να κελαηδάνε έξω και όλα να μοιάζουν να ξεφωνίζουν από τη χαρά τους, ακόμα και τα δέντρα και τα λουλούδια, αν κι εμείς δεν τα ακούμε, ένιωσα πως έπρεπε να πεταχτώ από το κρεβάτι και να φωνάξω από τη χαρά μου κι εγώ. Φαντάσου τι θα γινόταν αν το έκανα!»
Η Μαίρη πνίγηκε στα γέλια.
«Η νοσοκόμα και η κυρία Μέντλοκ θα ερχόντουσαν τρέχοντας και θα ήταν κι οι δυο τους σίγουρες πως τρελάθηκες και θα φώναζαν τον γιατρό» είπε η Μαίρη.
Ο Κόλιν πνίγηκε κι αυτός στα γέλια. Με τη φαντασία του έβλεπε το ύφος που θα είχαν όλοι τους, πόσο τρομαγμένοι θα ήταν από το ξέσπασμά του, αλλά και πόσο έκπληκτοι που θα τον έβλεπαν να στέκεται όρθιος.
«Μακάρι να επέστρεφε ο πατέρας μου» είπε ο Κόλιν. «Θέλω να είμαι εγώ αυτός που θα του το πει. Το σκέφτομαι όλη την ώρα, έτσι κι αλλιώς δεν μπορούμε να το τραβήξουμε για πολύ. Δεν μπορώ να κάθομαι ξαπλωμένος και να προσποιούμαι, κι εξάλλου φαίνομαι εντελώς διαφορετικός. Μακάρι να μην έβρεχε σήμερα!»
Και πάνω εκεί η Αφέντρα η Μαίρη είχε την έμπνευση.
«Κόλιν» άρχισε να λέει με μυστηριώδες ύφος. «Ξέρεις πόσα δωμάτια έχει αυτό το σπίτι;»
«Κάπου χίλια, υποθέτω» της απάντησε.
«Έχει καμιά εκατοστή που κανένας ποτέ του δεν πατάει εκεί μέσα» είπε η Μαίρη. «Μια βροχερή μέρα πήγα στα περισσότερα. Δεν με πήρε χαμπάρι κανένας, αν και παραλίγο να με πιάσει στα πράσα η κυρία Μέντλοκ. Έχασα τον δρόμο μου όταν επέστρεφα στο δωμάτιό μου και σταμάτησα στο τέλος του δικού σου διαδρόμου. Εκείνη ήταν η δεύτερη φορά που σε άκουσα να κλαις».
Ο Κόλιν ανακάθισε με έξαψη στον καναπέ.
«Καμιά εκατοστή δωμάτια που δεν πατάει κανένας εκεί μέσα» είπε. «Ακούγεται σχεδόν σαν ένας μυστικός κήπος. Υποθέτω πως μπορούμε να πάμε και να ρίξουμε μια ματιά. Μπορείς να με πας με το καροτσάκι μου και κανένας δεν θα καταλάβει πού είμαστε».
«Αυτό σκεφτόμουν κι εγώ» είπε η Μαίρη. «Κανένας δεν θα τολμούσε να μας ακολουθήσει. Υπάρχουν διάδρομοι όπου μπορείς να τρέξεις Μπορούμε να κάνουμε τις ασκήσεις μας. Υπάρχει ένα μικρό Ινδικό δωμάτιο και μέσα έχει ένα ντουλάπι γεμάτο φιλντισένιους ελέφαντες. Υπάρχουν όλων των ειδών τα δωμάτια».
«Χτύπα το κουδούνι» είπε ο Κόλιν.
Όταν εμφανίστηκε η νοσοκόμα, της ανακοίνωσε τις διαταγές του.
«Θέλω το καροτσάκι μου» είπε. «Η Δεσποινίς Μαίρη κι εγώ θα πάμε να κοιτάξουμε τα μέρη του σπιτιού που δεν χρησιμοποιούνται. Ο Τζον μπορεί να σπρώξει το καροτσάκι μου μέχρι την πινακοθήκη, γιατί έχει πολλά σκαλιά μέχρι εκεί. Μετά θα μας αφήσει και θα φύγει, μέχρις ότου τον ξαναχρειαστώ».
Εκείνο το πρωινό οι βροχερές μέρες έπαψαν να είναι τρομακτικές. Όταν ο υπηρέτης τσούλησε το καροτσάκι μέχρι την πινακοθήκη και άφησε τα παιδιά υπακούοντας στις διαταγές, ο Κόλιν και η Μαίρη κοιτάχτηκαν ενθουσιασμένοι. Μόλις η Μαίρη βεβαιώθηκε ότι ο Τζον είχε φύγει, ο Κόλιν βγήκε από το καροτσάκι του.
«Θα τρέξω από τη μια άκρη στην άλλη» είπε. «Και μετά θα κάνω πηδηματάκια και μετά θα κάνουμε τις ασκήσεις του Μπομπ Χάουαρθ».
Και τα έκαναν όλα αυτά και πολλά άλλα. Κοίταξαν τα πορτρέτα και βρήκαν αυτό με το άχαρο κοριτσάκι, που ήταν ντυμένο με πράσινο μπροκάρ και κρατούσε έναν παπαγάλο.
«Όλοι ετούτοι εδώ είναι μάλλον συγγενείς μου» είπε ο Κόλιν. «Έζησαν πριν πολλά χρόνια. Εκείνο εκεί το κορίτσι με τον παπαγάλο, νομίζω πως είναι μια πολύ μακρινή μου θεία. Σου μοιάζει κάπως Μαίρη, όχι όπως είσαι τώρα αλλά όπως ήσουν όταν πρωτοήρθες. Τώρα είσαι πιο παχουλή και πιο όμορφη».
«Κι εσύ» είπε η Μαίρη και γέλασαν κι οι δυο τους.
Πήγαν στο Ινδικό δωμάτιο και έπαιξαν με τους ελέφαντες. Βρήκαν το καναπεδάκι με το τριανταφυλλένιο μπροκάρ και την τρύπα που είχε κάνει το ποντίκι στο μαξιλάρι, τα ποντικάκια όμως είχαν μεγαλώσει πια και το είχαν σκάσει και η τρύπα ήταν άδεια. Είδαν κι άλλα δωμάτια και έκαναν περισσότερες ανακαλύψεις από όσες είχε κάνει η Μαίρη στην πρώτη της εξερεύνηση. Βρήκαν νέους διαδρόμους και γωνίες και σκάλες κι άλλους πίνακες εποχής που τους άρεσαν και παράξενα παλιά πράγματα που δεν μπορούσαν να καταλάβουν σε τι χρησίμευαν. Εκείνο το πρωινό αποδείχτηκε παράδοξα διασκεδαστικό και η αίσθηση της περιπλάνησης σε ένα σπίτι όπου ζούσαν κι άλλοι άνθρωποι ενώ ταυτόχρονα τους ένιωθες χιλιόμετρα μακριά σου ήταν συναρπαστική.
«Χαίρομαι που ήρθαμε μέχρι εδώ» είπε ο Κόλιν. «Ούτε που ήξερα πως ζούσα σε ένα τόσο μεγάλο και παράξενο παλιό σπίτι. Μου αρέσει. Θα το σεργιανίζουμε κάθε βροχερή μέρα και όλο και θα βρίσκουμε νέες παράξενες κρυψώνες και πράγματα».
Εκείνο το πρωί εκτός από τις παράξενες εμπειρίες βρέθηκαν να έχουν τέτοια όρεξη για φαγητό που όταν γύρισαν στο δωμάτιο του Κόλιν ήταν αδύνατον να μην φάνε το κολατσιό τους.
Όταν η νοσοκόμα κατέβασε τον δίσκο στην κουζίνα, τον άφησε με δύναμη στον μπουφέ ώστε η κυρία Λούμις, η μαγείρισσα, να μπορέσει να δει τα πιάτα που δεν είχαν ίχνος φαγητού.
«Για δες εδώ!» είπε. «Σκέτο μυστήριο είναι αυτό το σπίτι, κι ετούτα τα δυο παιδιά είναι το πιο μυστήριο από όλα».
«Αν συνεχίσουν σε αυτόν τον ρυθμό κάθε μέρα» είπε ο δυνατός νεαρός υπηρέτης, ο Τζον, «στα σίγουρα το αγόρι θα ζυγίζει το διπλάσιο από όσο ήταν ένα μήνα πριν. Θα πρέπει να παραιτηθώ από τη δουλειά μου έγκαιρα, αλλιώς φοβάμαι πως θα τραυματίσω τα μούσκουλά μου».
Εκείνο το απόγευμα, η Μαίρη παρατήρησε πως κάτι καινούριο είχε συμβεί στο δωμάτιο του Κόλιν. Το είχε παρατηρήσει από την προηγούμενη μέρα, δεν είχε πει όμως τίποτα, γιατί νόμισε πως η αλλαγή ήταν τυχαία. Δεν είπε τίποτα ούτε και εκείνη τη μέρα, παρά καθόταν και κοιτούσε επίμονα τον πίνακα πάνω από το τζάκι. Μπορούσε να τον κοιτάζει γιατί η κουρτίνα που τον κάλυπτε ήταν τραβηγμένη. Αυτή ήταν η αλλαγή που είχε παρατηρήσει.
«Ξέρω τι θέλεις να σου πω» είπε ο Κόλιν, αφού η Μαίρη είχε κοιτάξει κάμποσο τον πίνακα. «Πάντα ξέρω πότε θέλεις να σου πω κάτι. Αναρωτιέσαι γιατί είναι τραβηγμένη η κουρτίνα. Θα την αφήσω έτσι».
«Γιατί;» ρώτησε η Μαίρη.
«Γιατί δεν με θυμώνει πια το γέλιο της. Ξύπνησα μέσα στο φως του φεγγαριού δυο νύχτες πριν και ένιωσα λες και η Μαγεία είχε γεμίσει το δωμάτιο και τα έκανε όλα τόσο λαμπερά που δεν μπορούσα να ησυχάσω. Σηκώθηκα και κοίταξα έξω από το παράθυρο. Το δωμάτιο ήταν αρκετά φωτεινό και το φεγγάρι έριχνε φως πάνω στην κουρτίνα. Αυτό με έκανε να πάω και να τραβήξω το κορδόνι. Την είδα να με κοιτάζει και ήταν σαν να γελούσε, γιατί χαιρόταν που στεκόμουν εκεί μπροστά της, κι αυτό με έκανε να θέλω να την κοιτάζω κι εγώ. Θέλω να τη βλέπω να γελάει έτσι συνέχεια. Μπορεί και να ήταν κι αυτή Μαγική».
«Της μοιάζεις τόσο τώρα» είπε η Μαίρη «που ώρες ώρες νομίζω πως είσαι το φάντασμά της μεταμορφωμένο σε αγόρι».
Αυτή η ιδέα μάλλον εντυπωσίασε τον Κόλιν. Το σκέφτηκε κάμποσο και μετά απάντησε αργά.
«Αν ήμουν το φάντασμά της, ο πατέρας μου θα με αγαπούσε» είπε.
«Θέλεις να σε αγαπάει;» ρώτησε η Μαίρη.
«Δεν μου άρεσε που δεν με αγαπούσε. Αν αρχίσει να με αγαπάει, θα του πω για τη Μαγεία. Μπορεί και να τον κάνει πιο χαρούμενο».




Φράνσις Χότζον Μπαρνέτ: Ο μυστικός κήπος (Εικοστό έβδομο κεφάλαιο)

ΕΙΚΟΣΤΟ ΕΒΔΟΜΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ Σε κάθε εποχή από την αρχή του κόσμου ανακαλύφθηκαν υπέροχα πράγματα. Τον τελευταίο καιρό α...