Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

Μιχάλης Φουντουκλής "1.000.000 στιγμές"


Από τις Βορειοδυτικές εκδόσεις μια χειμαρρώδης νεανική φωνή με κράτησε δέσμια μέχρι την τελευταία σελίδα και όχι μόνο. Ξαναδιάβασα το μυθιστόρημα αμέσως, κάτι που σπάνια κάνω. Ένα εκατομμύριο φορές δε θα προλάβω βέβαια, αλλά σίγουρα θα γυρίζω ξανά και ξανά για να γίνω συμμέτοχος στις στιγμές της ζωής των έξι ηρώων.

Μία παρέα φοιτητών σε κάποια επαρχιακή πανεπιστημιούπολη. Ο Τόλης, ο Άλεξ, ο Πέτρος, η Φένια, η Φαίη και η Φανή ή χάριν συντομίας τα 3Φ.

Τι το ιδιαίτερο έχουν; Δεν είναι σούπερ ήρωες, είναι τα παιδιά της διπλανής πόρτας. Δεν είναι δήθεν, αλλά αυθόρμητοι, αληθινοί, χωρίς καμία εξιδανίκευση.

Μια παρέα λοιπόν όπως χιλιάδες άλλοι, ο καθένας με τη δική του ιδιοσυγκρασία. Ο Τόλης που είναι και ο μεγαλύτερος ζει για το σήμερα φλερτάροντας τον κίνδυνο με τη μορφή του Γκοτζίλα (είναι η μηχανή του) και δεν κοιτάζει πιο πέρα από το τι βρίσκεται κάτω από τα ρούχα του επόμενου γυναικείου στόχου του. Έτσι τουλάχιστον τον βλέπουν οι υπόλοιποι της παρέας. Ο Άλεξ είναι ο αιώνιος φοιτητής, ημιπεριθωριακός τύπος, χαμένος κάπου ανάμεσα στα «τσιγάρα» του, τον Τζίμυ (βλέπε Μόρισον) και τα τραγούδια που παλεύει να σκαρώσει για την μπάντα του. Ο Πέτρος βρίσκεται σε μία διαρκή αναζήτηση εστιάζοντας στη δέσποινα των στεναγμών του, γράφοντας παράλληλα στη στήλη 1.000.000 στιγμές (ναι, όπως ο τίτλος του βιβλίου) για ένα περιοδικό της φοιτητικής κοινότητας.

Από τη γυναικεία τριάδα, η Φαίη και η Φανή, οι μικρότερες της παρέας, μακρινές ξαδέλφες έχουν κοινό μόνο τη συγγένεια και τους φίλους τους. Η Φαίη άτολμη, διστακτική, υπέρμαχη μόνο θεωριών και όχι πράξεων. Ο αντίποδάς της η Φανή τολμηρή, γνωρίζει κάθε στιγμή πώς να πλασάρει την εικόνα της. Η Φένια, πιο συγκροτημένη, διοχετεύει την ενέργειά της στο να πετύχει τους στόχους της.

Έξι άνθρωποι που μεγάλωσαν με διαφορετικό τρόπο ξεκινούν μία ακόμη φοιτητική χρονιά. Θα κυλήσει όμως ίδια με τις προηγούμενες ή όλα θα αλλάξουν;

Διανθισμένο με τα άρθρα που γράφει ο Πέτρος για το περιοδικό, εμβόλιμα και διαμάντια από μόνα τους, αλλά και με «σπαζοκεφαλιές» ή ατάκες όπως θα τις έλεγα εγώ, το μυθιστόρημα γίνεται ένα σύνολο από ήχους και χρώματα που τραβούν την προσοχή. Εξάλλου η μουσική υπόκρουση μας συνοδεύει σε όλους τους μήνες-κεφάλαια. Οι ήρωες άλλοτε ανέμελοι, άλλοτε προσπαθώντας να βρουν το νόημα της ζωής (σε αυτές της μέχρι πρωίας συζητήσεις που όλοι μας, φοιτητές και μη, έχουμε ζήσει) φλερτάρουν ερωτεύονται, καυγαδίζουν, κάνουν καζούρα, αποχαυνώνονται, σοβαρεύουν, λυπούνται, πονούν, σπαράζουν.

Δίπλα σε αυτούς, δεκάδες πρόσωπα κάνουν το πέρασμά τους, φιγούρες καρικατούρες που αφήνουν το μικρό τους αποτύπωμα. Ανάμεσά τους και ο ανεπανάληπτος κύριος Καρπούζης (αλλά δεν θα αποκαλύψω τίποτα παραπάνω για αυτόν!).

Η ζωή, όση είναι αυτή, έχει στιγμές. Για άλλους είναι ένα εκατομμύριο, για άλλους λιγότερες ή περισσότερες. Σημασία δεν έχουν οι αριθμοί, αλλά το πώς βιώνει κανείς το κάθε τι. Αυτό είναι το μόνο που μένει στο πέρασμα του χρόνου.

1.000.000 στιγμές και μία διαφορετική ματιά της γενιάς του σήμερα.

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

ληστρικό μυθιστόρημα και άλλα αναγνώσματα


Το ληστρικό μυθιστόρημα υπήρξε αγαπημένο ανάγνωσμα από το 1895 έως το 1930 περίπου. Είδος ιδιαίτερα παραγκωνισμένο από τους κριτικούς της λογοτεχνίας, «υιοθετήθηκε» από την πλατιά λαϊκή μάζα σαν φτηνός τρόπος διασκέδασης και διέξοδος από τον καθημερινό μόχθο. Οι συγγραφείς του χρησιμοποιούσαν συνήθως ψευδώνυμο είτε γιατί ντρεπόντουσαν για αυτή την παραφιλολογική τους δραστηριότητα είτε από φόβο ύπαρξης αντιποίνων μια και στην πλειονότητά τους τα μυθιστορήματα αυτά αφορούσαν το βίο και πολιτεία υπαρκτών ληστών.

Ο λαός καταβρόχθιζε στην κυριολεξία τις φτηνές εκδόσεις περιμένοντας αγωνιωδώς την επόμενη ληστρική περιπέτεια.

Ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημά μου «ο φύλακας στο φάρο», εκδόσεις Μίνωας, όπου η Ελένα βρίσκει σε μια νυχτερινή της έφοδο όχι ακριβώς ένα ληστρικό μυθιστόρημα, αλλά ένα ...

«....ανέσυρε το εικονογραφημένο λαϊκό φυλλάδιο με τον τίτλο: «Οι περιπέτειες του ηρωικού Σπέθουλα». .....Ήταν φανερό ότι εδώ ο «καλλιτέχνης» είχε ξεπεράσει εαυτόν, δίνοντας στον ληστή την όψη λαϊκού ήρωα, αναμφισβήτητα ατρόμητου και μεγαλοπρεπή. Οι διάλογοι και τα σκίτσα ήταν από μόνα τους υπερβολικά, σε σημείο να τραβάς τα μαλλιά σου. Στην τελευταία σελίδα η Ελένα βρήκε αναπάντεχα την πιθανή απάντηση στο πρόβλημά της. Το γκροτέσκο σκίτσο του Τόλια δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητο....»

Αλλά και οι εφημερίδες της εποχής κυρίως οι τοπικές έβλεπαν τα φύλλα τους να μην επαρκούν πλέον για να καλύψουν την ακόρεστη όρεξη του αναγνωστικού κοινού που με κομμένη την ανάσα παρακολουθούσε την καταδίωξη και τις μάχες μεταξύ χωροφυλακής και ληστών.

Άλλο ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το «ο φύλακας στο φάρο» όπου η Ελένα διαβάζει παλιά άρθρα που αφορούν την καταδίωξη του μυθιστορηματικού μου ληστή Γιάννη Σπέθουλα.

«....κοίταξα προς το σημείο εκείνο, όπου ανάμεσα στις κορυφές των δέντρων κάτι άστραφτε διακεκομμένα, σαν είδος σήματος. Τότε, ο πιο δεινός σκοπευτής πήρε θέση και πυροβόλησε μία και μοναδική φορά. Ακούστηκε κραυγή πληγωμένου άντρα και ακολούθησαν αρκετές ομοβροντίες, έως ότου στο πεδίο της μάχης έπεσε σιωπή. .....Το σώμα του άτυχου ληστή είχε κυλήσει στο πλάι άψυχο, όμως λαμπρό ως και στο θάνατο. Δίπλα του ευρέθη ένα κομμάτι γυαλί και μία λάμα ξυρίσματος, για να επιβεβαιώσει ότι ο ωραίος Σπέθουλας δεν ξεχνούσε τη φροντίδα της κόμης και της γενειάδας του ακόμα και τις τελευταίες του ώρες.

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Νίκος Καρακάσης: Η σιωπή της πόλης



Μια φρέσκια πνοή αέρα μάς έρχεται από τις «Βορειοδυτικές Εκδόσεις».
Σε δωρεάν ψηφιακή μορφή με άδεια της Creative Commons μπορούμε να διαβάσουμε τη σπονδυλωτή νουβέλα του Νίκου Καρακάση «Η σιωπή της πόλης».
Αβασάνιστο διάβασμα; Ας μη ξεγελαστούμε από το μικρό μέγεθος.
Απλές σταράτες κουβέντες συνθέτουν την πικρή πραγματικότητα των πέντε πρώτων ιστοριών.
Ο άστεγος Χρήστος με την καθαρή καρδιά, ο κύριος Πολυδεύκης με την εκνευριστικά τετράγωνη λογική του, η γοητευτική πλην υπερφίαλη Ευρυδίκη, ο ηλικιωμένος που η υγεία του ραγίζει μαζί με το όνειρό του, ο αλαζόνας δικηγόρος που ίσως κάποτε υπήρξε ιδεολόγος: Άτομα που περιφέρονται ανάμεσά μας, το ζενίθ και το ναδίρ μιας σιωπηλής πραγματικότητας, συνθέτουν τον καμβά της πόλης πάνω στον οποίο «ζωγραφίζει» ο συγγραφέας κύριος Κ. Είναι η σειρά του να παρουσιαστεί, αγχωμένος και απογοητευμένος, παραπαίοντας στη συγγραφική του σκοτοδίνη ώσπου ξεφεύγει από την αγχόνη της λευκής σελίδας για να παρατηρήσει τον κόσμο από το παράθυρό του και να γίνει μάρτυρας ενός τροχαίου.
Ο μύθος θα εξελιχτεί ανάμεσα σε δύο κόσμους, τον πραγματικό όπου επικρατεί η σκληρότητα και αναλγησία και τον ιδεατό όπου κυριαρχεί η καθαρότητα ψυχής και συνείδησης. Οι ήρωες αλληλεπιδρούν, οι απόψεις τους συγκρούονται σε έναν αγώνα ανάμεσα στη λογική και την καρδιά. Το τέλος γλυκόπικρο όπου ο Χρήστος που ναι μεν έχει αποστασιοποιηθεί από την κοινωνία αλλά ζει με το παράπονο ότι του λείπει η ανθρώπινη επαφή, προσφέρει το δικό του δώρο και μάθημα ζωής.
Ο συγγραφέας κύριος Κ «ξυπνάει» από το λήθαργό του και αναρωτιέται αν η ηθική διδάσκεται, απαντώντας μόνος του πως «για να διδαχτείς, πρέπει να έχεις διάθεση να μάθεις».
Πόσοι από εμάς έχουμε αυτή τη διάθεση; Πόσοι βάζουμε ταμπέλες και ομαδοποιούμε με πρότυπα στερεότυπα αγνοώντας την καρδιά και το συναίσθημα; Όταν η λογική οδηγεί σε αδιέξοδο, τι απομένει πέρα από τα μάτια της ψυχής;
Ο περιθωριακός Χρήστος σαν άλλος «μικρός πρίγκιπας» αφήνει το δικό του στίγμα σε μια κοινωνία που εθελοτυφλεί. Γιατί πάντα κάπου βρίσκεται αυτός που θα κάνει τη διαφορά.

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011

Βασιλιάδες των βουνών

Λίγο μετά την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους το 1830, πολλοί είναι αυτοί που θα πάρουν και πάλι το δρόμο για τα βουνά φέρνοντας στο νου τους κλέφτες και αρματολούς.

Η κοινωνική ανισότητα, ο ξενόφερτος στρατός, η βασιλική αυλή, τα νέα συστήματα-ξένα προς τη νοοτροπία των μέχρι πρότινος υπόδουλων- είναι κάποιες από τις αιτίες εμφάνισης του φαινομένου της ληστείας ή κατά άλλους ληστοκρατίας στην Ελλάδα προσδίδοντάς του αρχικά μια κοινωνική διάσταση.

Η εκατόχρονη διάρκεια της «ληστοκρατίας» χαρακτηρίστηκε από περιόδους ακμής και παρακμής με συνιστώσα την προσαρμοστικότητα του πληθυσμού στα αστικά δεδομένα.

Η αλήθεια είναι πως οι ληστές κέρδισαν τη συμπάθεια και εύνοια μιας μεγάλης μερίδας του λαού. Οι ιδιόμορφοι «βασιλιάδες των βουνών» δεν έμεναν απλά στα λόγια διατυμπανίζοντας την εναντίωσή τους στους «δολοπλόκους» κραταιούς αλλά και διένειμαν μέρος από τα έσοδά τους στους ενδεείς. Οι απλοί άνθρωποι προτιμούσαν να τα έχουν καλά μαζί τους παρά με τους χωροφύλακες επιλέγοντας συνειδητά την παρενόχληση της εξουσίας από το να μαρτυρήσουν την κρυψώνα του ληστή. Δεν τους πρόδιδαν όχι από φόβο, αλλά γιατί στο πρόσωπό των ληστών έβλεπαν έναν άνδρα που προερχόταν από τη δική τους τάξη κι ήξερε τι σημαίνει τιμή.

Κάθε πράξη των ληστών έπαιρνε κοινωνικοπολιτικές διαστάσεις. Μπορεί να ήταν μια διαμαρτυρία ενάντια στην καταπίεση και τη διατήρηση δομών από την εποχή της Τουρκοκρατίας ή άλλες φορές ενάντια στον παράλογο και άδικο πλουτισμό κάποιων. Ήταν όμως και εκδήλωση της αντίθεσης στον κρατικό συγκεντρωτισμό όπως και απάντηση στην αδιαφορία για την τύχη όσων ζούσαν στα εδάφη που έρχονταν να προστεθούν στον ελληνικό χώρο.

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2011

Ο φύλακας στο φάρο-επιχείρηση Λουτρά


Ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημά μου «ο φύλακας στο φάρο» όπου η Ελένα ανακαλύπτει τι κρύβεται πίσω από την επιχείρηση «Λουτρά»


«…Αν το βασικό παραισθησιογόνο του Νεκρομαντείου ήταν οι κύαμοι, τα κοινά κουκιά, ο εμπνευστής της μοντέρνας εκδοχής του είχε υπόψη του παρασκευάσματα που μπορούσαν να παραλύσουν και τους πιο ισχυρούς οργανισμούς…..Ο χρόνος που περνούσαν οι επισκέπτες σε αυτά (τα κελιά) ποίκιλλε ανάλογα με την οικονομική τους κατάσταση ή την κοινωνική τους θέση. Όταν η εκεί παραμονή τους κρινόταν ικανοποιητική, τότε οι εκλεκτοί….κατευθύνονταν προς το άδυτο των αδύτων. …..Έχοντας στο νου της τις μηχανορραφίες των ιερέων του Νεκρομαντείου, (η Ελένα) δεν απόρησε για τον τελευταίο χώρο, το πατάρι πάνω από το ιερό. Το σύστημα με τις τροχαλίες που ήταν εγκαταστημένο εκεί είχε ….»

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

Ο φύλακας στο φάρο-η αρχή


Τι σχέση μπορεί να έχουν μία τεράστια παλιά αποθήκη, ένας εγκαταλειμμένος φάρος και ένα λαϊκό μυθιστόρημα που τιτλοφορείται «οι περιπέτειες του ηρωικού Σπέθουλα» με την αναζήτηση του χαμένου σφραγιδόλιθου της Γένουας;

Η Ελένα είναι μια πανέξυπνη γυναίκα με μια ιδιαίτερη φιλοσοφία για τη ζωή: νοιάζεται αποκλειστικά για τον εαυτό της. Ο τρόπος που κινείται επαγγελματικά και συναισθηματικά το αποδεικνύει περίτρανα.
Όταν βάζει ένα στοίχημα με μια ιταλίδα κοντέσα όμως, θα αναγκαστεί να αναθεωρήσει τη συμπεριφορά της. Πίσω από το αγγελικό της πρόσωπο, η Ελένα κρύβει πράγματα που ούτε η ίδια έχει συνειδητοποιήσει.
Στην προσπάθειά της να ανακαλύψει πού βρίσκεται ένα από δεκαετίες χαμένο πολύτιμο δαχτυλίδι, θα φτάσει κάπου στα παράλια της Θεσπρωτίας. Εκεί βρίσκεται η αρχή του κουβαριού. Ξετυλίγοντας όμως το νήμα του μυστηρίου θα χαθεί σε ένα λαβύρινθο ώσπου τα κρυμμένα μυστικά έρχονται επιτέλους στο φως.

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2011

Η Πύλη του Κάτω Κόσμου

Αν δε γνωρίζουμε κατά πόσον ο Αχέροντας ποταμός οδηγούσε στις πύλες του Κάτω Κόσμου, σίγουρα η ιερή κρύπτη του Νεκρομαντείου προσφέρει άφθονο υλικό για κάθε είδους εκτίμηση και εξήγηση.

Σε τι χρησίμευε άραγε η ισομεγέθης με το κυρίως ιερό αίθουσα που αποκαλύφθηκε ακριβώς κάτω από αυτό; Πρόκειται για έναν εντυπωσιακό χώρο, σαν τούνελ κάτω από τη γη που η οροφή του σχηματίζεται από δεκαπέντε τόξα από πωρόλιθο.

Τι κρύβεται άραγε πίσω της; Χρησιμοποιούσαν οι ιερείς και το υπόγειο για να ανεβάζουν με τροχαλίες τα είδωλα των ψυχών ή μόνο το πατάρι; (Το Νεκρομαντείο ήταν διώροφο κτίσμα που η ξύλινη οροφή του κατέπεσε όταν αυτό πυρπολήθηκε από τους Ρωμαίους).

Υπήρχαν μυστικοί διάδρομοι για να μετακινούνται αθέατοι οι ιερείς ή μήπως στο τέλος της υπόγεια κρύπτης πίσω από τον αδιαπέραστο σήμερα βράχο βρισκόταν η είσοδος για τον Κάτω Κόσμο;

Την τελευταία δεκαετία ειδικοί επιστήμονες έκαναν μετρήσεις στο χώρο αυτό για να λύσουν το γρίφο της ακουστικής του. Ο σύντομος χρόνος της αντήχησης αλλά και το βάθος της έρχονται σε αντίθεση με το μέγεθος της αίθουσας. Ακουστικά δηλαδή, δεν έχει κανείς την αίσθηση ότι βρίσκεται κάτω από τη γη αλλά σε ανοιχτό χώρο.

Φανταστείτε λοιπόν τον αρχαίο μας πρόγονο. Ήδη ταλαιπωρημένος από την ειδική διατροφή, τη νηστεία, τις ατελείωτες προσευχές, καθάρσεις και άλλες δοκιμασίες, να βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα οπτικοακουστικό ασύμβατο. Σε αυτή την κατάσταση παραισθήσεων, δε χρειαζόταν τίποτα παραπάνω για να πειστεί σχετικά με το οτιδήποτε.

Στην απώλεια της αίσθησης του προσανατολισμού εξάλλου αποσκοπούσε και η δαιδαλώδης περιπλάνηση του επισκέπτη μέχρι να φτάσει στο κυρίως ιερό περνώντας από τρεις σιδερόφρακτες πύλες.

Οποιονδήποτε σκοπό και να εξυπηρετούσε αυτός ο υπόγειος χώρος, η κατασκευή του υπήρξε αναμφισβήτητα μεγαλοφυής.

Νεκρομαντείο Αχέροντα

Μέχρι το 1950 το Νεκρομαντείο οριζόταν σαν έννοια στη σφαίρα του μύθου και της φαντασίας. Υπήρχαν βέβαια οι αναφορές της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, όμως υπερίσχυε ο σκεπτικισμός και η δυσπιστία. Το 1958,ο καθηγητής της Αρχαιολογίας, Σωτήριος Δάκαρης πείστηκε τελικά από τον δάσκαλο και «ερασιτέχνη» αρχαιολόγο Σπύρο Μουσελίμη, να ανασκάψει στο Μεσοπόταμο, στο λόφο όπου ήταν κτισμένη η μονή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου αντιλαμβανόμενος το εσφαλμένο του υπολογισμού του ότι το περιβόητο μαντείο βρισκόταν κάπου στις λάσπες του Αχέροντα ποταμού στις όχθες της Αχερουσίας Λίμνης. Οι ανασκαφές έλαβαν χώρα από το 1958 έως το 1964 και από το 1976 έως το 1977.
Τα ευρήματα μάς αποστόμωσαν. Ναι, το Νεκρομαντείο υπήρχε, δεν ήταν εικασία, αλλά κάτι το απτό πλέον. Το μεγαλύτερο κομμάτι του οικοδομήματος τοποθετείται χρονικά προς τα τέλη του τέταρτου με αρχές του τρίτου προ Χριστού αιώνα. Πρόκειται για το κυρίως ιερό που περιβάλλεται από ένα πολυγωνικό περίβολο.
Προς τα τέλη του τρίτου προ Χριστού αιώνα προστέθηκαν νέοι χώροι στα δυτικά του συγκροτήματος. Αυτό το χρονικό διάστημα το Νεκρομαντείο ακμάζει και ήταν η πελατειακή αύξηση που οδήγησε στην επέκταση των εγκαταστάσεων και ειδική διαμόρφωση ώστε οι επισκέπτες να μπορούν να φιλοξενηθούν για όσο διάστημα κρινόταν αρκετό.
Και εδώ βρίσκεται η διαφορά αυτού του μαντείου από τα αντίστοιχα των Δελφών ή της Δωδώνης. Γιατί στο Νεκρομαντείο, ο επισκέπτης δεν μεταβαίνει για να πάρει απλά και μόνο ένα χρησμό, αλλά για να συνομιλήσει με τις ψυχές των οικείων του αλλά πεθαμένων προσώπων. Ο πόνος του θανάτου και οι συγγενικοί δεσμοί, ο σπαραγμός του αποχωρισμού και η αίσθηση της απώλειας, σημεία όχι των καιρών, αλλά διαχρονικά, οδηγούσαν προς τα εκεί όλο και περισσότερους ανθρώπους γεμάτους φόβο, δέος αλλά και ελπίδα.
Ποιος όμως μπορεί αλήθεια να συνομιλήσει με τους νεκρούς; Υπήρξε λοιπόν το Νεκρομαντείο μια καλοστημένη απάτη των αρχαίων προγόνων μας; Η απάντηση δίνεται από τη χωροταξία και τα ευρήματα των ανασκαφών. Τα «δωμάτια» και η χρήση τους καθώς και η πληθώρα διατροφικών υπολειμμάτων, αλλά και τα τμήματα γραναζιών που βρέθηκαν αποτελούν τα στοιχεία για την εξήγηση της λειτουργίας του ιδιόμορφου αυτού μαντείου.
Όλα συνηγορούν στο ότι ο επισκέπτης υποβαλλόταν σε μία εξαντλητική δίαιτα κύριο συστατικό της οποίας ήταν οι κύαμοι, τα κουκιά δηλαδή σε συνδυασμό με λιπαρές τροφές και βότανα. Προφανώς οι γνώσεις φαρμακολογίας δεν έλειπαν από τους ιερείς καθώς η πυκνή και πλούσια χλωρίδα της περιοχής προμήθευε ανελλιπώς το «φαρμακείο» τους. Η λιπαρή διατροφή εναλλασσόμενη με δίαιτα και καθαρτήρια λουτρά, προσευχές και «κατήχηση» από τους ιερείς έφερνε τον επισκέπτη-πελάτη σε μία κατάσταση αδυναμίας και παραισθητικής σύγχυσης. Τότε πλέον ήταν έτοιμος να μπει στο κυρίως ιερό, εκεί όπου θα εμφανίζονταν οι σκιές των προσφιλών του νεκρών. Η κατασκευή του χώρου αυτού και ειδικότερα η τοιχοποιία του συνηγορούν στην αποδοχή της θεωρίας ότι υπήρχαν κρυφοί διάδρομοι και χώροι όπου οι ιερείς ή οι βοηθοί τους μετακινούνταν αθέατοι και ανεβοκατέβαζαν είδωλα που έδιναν την εντύπωση στον επισκέπτη ότι συνομιλούσε πράγματι με τους νεκρούς.
Όταν πλέον η επαφή με τις ψυχές είχε ολοκληρωθεί, ο επισκέπτης αποχωρούσε από άλλη έξοδο προς τα ανατολικά (και όχι τη βορεινή από την οποία είχε μπει) δίνοντας όρκο σιγής ως προς το τι διαδραματίστηκε γιατί αυτό θα ήταν μίασμα και προσβολή προς τους νεκρούς ή καλύτερα για να μην προϊδεάσει τους επόμενους επισκέπτες.

Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2011

Κάτω από τη γη


Δεν ξέρω με τι σκέψεις και συναισθήματα κατεβαίνει κανείς σήμερα την απότομη σιδερένια σκάλα για να μπει στην κρύπτη του Νεκρομαντείου. Τι να αισθάνεται όταν από το φως βρεθεί στο σκοτάδι σε ένα περιβάλλον υγρό και αφιλόξενο. Είναι φόβος, δέος, σκεπτικισμός ή μήπως μια σκωπτική διάθεση;
Η επίσκεψή μου στο Νεκρομαντείο τον Ιούνιο του 2009 συνέπεσε χρονικά με τη συγγραφή του μυθιστορήματός μου «ο φύλακας στο φάρο».
Ένιωσα την ανατριχίλα, το δέος και τη συγκίνηση που μου προκαλούν πάντα τα ευρήματα άλλων εποχών. Με δισταγμό ακούμπησα τον παχύ ψυχρό τοίχο παλινδρομώντας ανάμεσα στο μακρινό χθες και το σήμερα. Ο χώρος φωτίστηκε ξαφνικά από το τεχνητό φως και ανέδειξε όλο του το μεγαλείο. Ένα βασίλειο κάτω από τη γη, το βασίλειο του Άδη.
Ανέβηκα στην επιφάνεια με το σχεδιάγραμμα της κάτοψης στα χέρια, προσπαθώντας να ανασυνθέσω την πορεία του αρχαίου επισκέπτη. Πέρασα ξανά και ξανά από τα ίδια σημεία αναπλάθοντας το παρελθόν ώσπου βρέθηκα ξανά στο παρόν, όχι όμως το δικό μου αλλά εκείνο του ήρωά μου. Και πάνω εκεί ήταν που κατάλαβα το σχέδιό του, το στήσιμο μιας επιχείρησης αντάξιας αυτής του Νεκρομαντείου.

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

Αχέροντας

Οδηγεί ο Αχέροντας στην πύλη του κάτω κόσμου; Ο ποταμός που έχει ενταχθεί στο δίκτυο NATURA 2000 συνεχίζει να εξάπτει τη φαντασία όλων. Πολλοί είναι εκείνοι που επισκέπτονται τα βατά του σημεία μόνο με την ιδέα ότι περνούν από τις πύλες του Άδη. ΄Ισως στο νου τους είναι αποτυπωμένη η μυθολογική διαδρομή του ψυχοπομπού Ερμή έως ότου παραδώσει τις ψυχές των νεκρών στο «βαρκάρη» Χάροντα ο οποίος έναντι αμοιβής, του οβολού, θα τις περάσει από τα υδάτινα στενά για να τις οδηγήσει στον κάτω κόσμο. Πύλες του Άδη ονομάζονται οι εντυπωσιακοί κατακόρυφοι σχηματισμοί, βράχοι ύψους από εκατό έως διακόσια μέτρα, που ο επισκέπτης θα συναντήσει αν ακολουθήσει ανοδικά το ρεύμα του ποταμού προς τη Σκάλα της Τζαβέλαινας. Για αυτούς που προτιμούν την ευκολία τους, υπάρχει ασφαλτοστρωμένος δρόμος που οδηγεί μέχρι το χώρο στάθμευσης και από εκεί αρχίζει το μονοπάτι και μια διαδρομή στη στενωπό που κόβει την ανάσα. Διασχίζει ένα μικρό τούνελ και βγαίνει στη Σκάλα συνεχίζοντας την πεζοπορία για τους τολμηρούς μέχρι το μύλο του Ντάλα και μετά από περίπου τέσσερις ώρες στο Σούλι, το σημερινό χωριό Σαμονίδα.

Η περιπατητική διαδρομή μήκους περίπου ενάμιση χιλιομέτρου στο χωριό Γλυκή, στις πηγές του ποταμού Αχέροντα, φέρνει στον ανθρώπινο νου τον παράδεισο. Εκεί, το πιο φιλόξενο σημείο του ποταμιού προσφέρεται για αναψυχή υπενθυμίζοντας με σημάνσεις και ανάλογους κάδους ότι μπορούμε να σταθμεύσουμε στο χώρο πάντα με γνώμονα όμως την αγάπη για τη φύση και την προστασία του τοπίου που δέχεται να μας κάνει κοινωνούς του. Από αυτό το σημείο μπορεί κανείς να κάνει κανό ή καγιάκ ή τη διαδρομή με άλογα. Για αυτούς που δεν τους αρέσει και ιδιαίτερα η περιπέτεια, υπάρχουν τα παρόχθια καφενεία και εστιατόρια που τα τραπέζια τους φθάνουν μέχρι τα κελαριστά νερά.