Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

Παρουσίαση "Όσα ποτέ δεν είπαμε"

Και ξαφνικά πλησιάζει η στιγμή που οι ήρωες για μια ακόμη φορά θα πάρουν τη σκυτάλη. Το Σάββατο 30 Νοεμβρίου στις 6.30 μ.μ. στον Πολυχώρο Αίτιον, οι τρεις από τους τέσσερις ήρωες του μυθιστορήματος "Όσα ποτέ δεν είπαμε" θα συναντήσουν τους αναγνώστες τους. Ο Τάσος Καλαβρυνός, η Ευρυδίκη Ζησίμου και ο Δημήτρης Δελής δια στόματος των συγγραφέων τους Τάσου Αγγελίδη Γκέντζου, Ευρυδίκης Αμανατίδου, Δημήτρη Νίκου αντίστοιχα. Όσο για την τέταρτη ηρωίδα, τη Χρύσα Παπαστάμου, αν και η δημιουργός της Χρύσα Λουλοπούλου δεν θα μπορέσει να παραστεί στην εκδήλωση, εκείνη θα βρίσκεται έστω και έμμεσα στο προσκήνιο. Ανυπομονούμε λοιπόν για αυτή τη βραδιά όπου εκτός από τους προαναφερθέντες, θα μιλήσει για τη συλλογική γραφή η κυρία Ελένη Κεκροπούλου, εκδότρια των Ενάλιος @ Ωκεανός, και συγγραφέας η ίδια. Και φυσικά κοντά μας θα βρίσκεται η αγαπημένη φίλη και συγγραφέας Αναστασία Καλλιοντζή για να καταθέσει τη δική της άποψη για το μυθιστόρημα. 
Ξαναθυμίζω εδώ το κείμενο της φιλολόγου Λίας Βαρμπομπίτη που μίλησε για το μυθιστόρημα στην παρουσίασή του στη ΔΕΘ τον Σεπτέμβιο και με την ευκαιρία προσθέτω και τις δικές μου ευχαριστίες.

«Η προσέγγιση που θα επιχειρηθεί είναι καθαρά φιλολογική, που σημαίνει ότι θα εντοπίσουμε όλα εκείνα τα στοιχεία – βαρετά τα χαρακτηρίζουν κάποιοι – που οδηγούν στην αναγνωστική απόλαυση του κειμένου. Έχουμε απέναντί μας ένα βιβλίο που κερδίζει τον αναγνώστη χάρη στην πρωτότυπη ως προς τη σύνθεση μορφή του (εννοούμε τη λογοτεχνική), τη χρήση ευρημάτων και την παρουσία πολλών αφηγηματικών υποκειμένων. Όλα αυτά τα μορφολογικά στοιχεία συνδυάζονται με μία ανάλογα εντυπωσιακή πλοκή με έντονα δραματικά στην ουσία τους στοιχεία.

Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, με τον μύθο ή καλύτερα – για να μην παρερμηνεύουμε τους όρους – την ιστορία , το θεματικό άξονα στον οποίο κινείται το συγκεκριμένο βιβλίο : τρεις φίλοι, ο Τάσος Καλαβρυνός, δημοσιογράφος, η Ευρυδίκη Ζησίμου, δικηγόρος και η Χρύσα Παπαστάμου, λογοτέχνης-μεταφράστρια ξανασυναντιούνται σε έναν ξενώνα μετά από χρόνια και με αφορμή τα γενέθλια της τελευταίας θα ανασύρουν από το παρελθόν έρωτες, μίση, γλυκά ενθύμια, πικρές αναμνήσεις. Στο σκηνικό έρχεται να προστεθεί με τρόπο και ρόλο καταλυτικό ένας τέταρτος ήρωας, ο δημοσιογράφος Δημήτρης Δελής που συνδέεται άμεσα και με τα τρία πρόσωπα – πρωταγωνιστές μέσω ενός μυστικού που θα αποκαλυφθεί σταδιακά αλλάζοντας δραματικά τις ζωές όλων.

Υπάρχει, λοιπόν, ένας κεντρικός μύθος που αναφέρεται στις σχέσεις των ηρώων και αρχίζει και τελειώνει με έναν ύμνο στην αγάπη. Πρόκειται επομένως για μυθιστόρημα; Η αλήθεια είναι ότι πληρούνται οι απαραίτητοι όροι για να ευσταθεί αυτός ο χαρακτηρισμός. Υπάρχει η απαραίτητη χρονική και περιγραφική έκταση (το βιβλίο χωρίζεται σε δέκα κεφάλαια με υποενότητες), η πλοκή προχωρά σε βάθος και πλάτος, δηλ. διακτινώνεται σε διαφορετικά χρονικά και χωρικά επίπεδα και βέβαια η πολυπροσωπία είναι ξεκάθαρη. Οι χαρακτήρες μάλιστα δεν περιγράφονται με τρόπο στατικό, αντιθέτως παρουσιάζονται με τρόπο δραματικό, καθώς μέσα από τις κινήσεις και τη συμπεριφορά τους αποκαλύπτεται ο βαθύτερος ψυχισμός τους. Ο Τάσος Καλαβρυνός «ένας γόης, ένας άνδρας που το πετσί του μύριζε σιγουριά, αμαρτία και πρόκληση» όπως οι αγαπημένοι του λογοτέχνες, ο Καραγάτσης, ο Χέμινγουεϊ, ο Όσκαρ Ουάιλντ (Θύμιζε ….. χρόνια, σ. 9). Στον αντίποδά του ο εξάδελφός του Στράτος, ο «βραβευμένος ποιητής, ο σεμνός γλυκός άνθρωπος», ανταγωνιστής του στην καρδιά της Χρύσας (Ο ένας ήσυχος…… δηκτικό χιούμορ, σ. 22). Η Χρύσα, πάλι, «με δυο μεγάλα αθώα γλυκά μάτια, πάντα ευγενικά, επιμελής» (Με επιδερμίδα ….. φίλους, σ.25) και η άσπονδη φίλη της Ευρυδίκη « η κακιά μάγισσα» που ποτέ δεν συμπάθησε τη Χρύσα και πάντα διεκδικούσε τον αγαπημένο της Τάσο (Η Ευρυδίκη ....... κοινό, σ. 25). Τελευταίος αλλά εξίσου σημαντικός ο ήρωας που θα αλλάξει τις ζωές όλων, ο Δημήτρης Δελής, γιος του Τάσου και φιλόδοξος δημοσιογράφος, όχι όμως αρκετά νάρκισσος για να μπορέσει να ανταγωνιστεί τον πατέρα (Ώρες-ώρες …….. γιατί όχι; σσ. 48-49). Τα βασικά αυτά πρόσωπα πλαισιώνονται από ένα πλήθος δευτεραγωνιστών που λειτουργούν συμπληρωματικά ως προς την παρουσίαση των κεντρικών χαρακτήρων (μητέρα, θεία, σύζυγοι, φίλοι, συνάδελφοι).
Ως εδώ όλα καλά και – θα έλεγε κάποιος αυστηρός κριτής – όχι ιδιαιτέρως πρωτότυπα ή τουλάχιστον όχι αρκετά για να μας προσφέρουν κίνητρο ανάγνωσης. Όμως εκτός από τους ήρωες του βιβλίου (στους οποίους θα επανέλθουμε αργότερα) υπάρχει κι ένας μύθος που δεν εξελίσσεται ευθύγραμμα αλλά μας αιφνιδιάζει ευχάριστα με τις ανατροπές του ή – κατά τον δόκιμο φιλολογικό όρο – με τα δραματικά απρόοπτά του και τις διαρκείς μεταβάσεις-άλματα από το παρόν στο παρελθόν και αντίστροφα. Κι ενώ συνήθως τα δραματικά απρόοπτα εμφανίζονται σε ένα προχωρημένο σημείο της δράσης, εδώ εκδηλώνονται αρκετά νωρίς. Στον ξενώνα όπου συναντιούνται οι ήρωές μας η Χρύσα θα υποστεί ένα σοβαρό καρδιακό επεισόδιο κι αυτό θα αποτελέσει την αφορμή για να ανοίξουν οι ασκοί του Αιόλου (Όλα έγιναν …. του Τάσου, σ. 43). Λίγο αργότερα η Ευρυδίκη εξομολογείται ότι και την ίδια δεν την περιμένει καλύτερη μοίρα : … σε εμένα είχε ήδη γίνει η τιμή να ειδοποιηθώ με επίσημο έγγραφο από τον Άρχοντα των ψυχών. Κι έπειτα η προσήμανση : ούτε το όνομά του δεν μπορώ να γράψω…. Τι κρίμα που δεν έχω δικαίωμα, τουλάχιστον όχι ακόμη, να τον αποκαλέσω όπως η καρδιά μου θα ήθελε… Ποιον; Σε ποιον αναφέρεται; Αυτή είναι η πρώτη νύξη, ο πρώτος υπαινιγμός για την αποκάλυψη ενός μυστικού, του μυστικού που συνδέει τους τέσσερις πρωταγωνιστές. Ο θάνατος της μητέρας της Χρύσας, όπως κι ο απρόσμενος θάνατος του πρώτου συζύγου της, η εξαπάτησή της από τον επίδοξο δεύτερο, η απώλεια του παιδιού της διαμορφώνουν την εικόνα ενός τραγικού ήρωα που πλήττεται διαρκώς από τη μοίρα χωρίς να το έχει επιλέξει ο ίδιος. Όμως άλλο τόσο τραγική είναι και η αριβίστρια Ευρυδίκη που αμφισβητεί τη δύναμη του έρωτα αλλά στο τέλος γίνεται θύμα του. Η τραγικότητα εντείνεται από την πάλη ανάμεσα στον έρωτα και το θάνατο, αλλά και το παιχνίδι ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα : ποια είναι η μητέρα του Δημήτρη, η Χρύσα ή η Ευρυδίκη; (Τι είναι τελικά …. παπαγαλίζω , σ. 245). Η αποκάλυψη έρχεται σταδιακά από τη ίδια την Ευρυδίκη που αποφασίζει για μια φορά στη ζωή της, την τελευταία να πει την αλήθεια : Θα στα πω ….. ότι ζεις (σ.405). Ο έρωτας, λοιπόν, στο κέντρο του σύμπαντος, ο έρωτας ο παθιασμένος, ο έρωτας ο απελπισμένος, ο έρωτας ο καταδικασμένος, ο έρωτας που ολοκληρώνεται με το θάνατο. Όταν η αλήθεια αποκαλύπτεται, ο θάνατος φαντάζει σαν τη μόνη λύτρωση για τους ήρωες. Η Χρύσα πεθαίνει μαζί με τον μοναδικό αλλά πάντα απόντα από τη ζωή της αγαπημένο της Τάσο σε ένα δυστύχημα που η ίδια προκαλεί οδηγώντας το αυτοκίνητο στον γκρεμό και εκείνος την ακολουθεί αδιαμαρτύρητα : Η συγγνώμη κι η αγάπη ….για πάντα (σ. 467). Με το θάνατο των δύο ηρώων και την ανάγνωση των επιστολών του Τάσου από την Ευρυδίκη έρχεται η συγχώρεση και αποκαθίσταται η ισορροπία σε πρόσωπα και σχέσεις. Η Ευρυδίκη συγχωρεί τους νεκρούς, ο Δημήτρης Δελής συγχωρεί τον πάντα απόντα πατέρα του κι αποδέχεται τη φυσική μητέρα του : Μέσα σε μία μέρα ….. και ψέμα (σσ. 493-494).
Όσα, λοιπόν, ποτέ δεν είπανε οι ήρωες μεταξύ τους στο παρελθόν, τους αποκαλύφθηκαν από τα παιχνίδια της μοίρας σε μεταγενέστερο χρόνο μέσα από επιστολές, ημερολόγια και εξομολογήσεις της τελευταίας στιγμής. Η άρνηση δεν και το απόλυτο στη δήλωσή του χρονικό επίρρημα ποτέ στον τίτλο του βιβλίου θέτει εξαρχής ερωτήματα, αλλά ταυτόχρονα υπαινίσσεται ότι δε θα μείνουν ως το τέλος αναπάντητα. Ο τίτλος, επομένως, μας προϊδεάζει για μυστικά που δεν ειπώθηκαν όταν έπρεπε, αλλά θα αποκαλυφθούν με το πλήρωμα του χρόνου.
Επειδή όμως στην ερμηνεία ενός λογοτεχνικού κειμένου δεν είναι μόνον ο τίτλος που με τα σημαινόμενα του μας τραβά ή μας αφήνει αδιάφορους, θα πρέπει να ασχοληθούμε λίγο και με το συγγραφέα του και την εμπλοκή του στο δημιούργημά του. Εδώ μας περιμένει μια ευχάριστη έκπληξη : η Νία Μαγγέλου δεν είναι μια πρωτοεμφανιζόμενη και μάλιστα με αξιώσεις στα λογοτεχνικά πράγματα. Στην πραγματικότητα αποκτά σάρκα και οστά μέσα από τη συνύπαρξη τεσσάρων διαφορετικών συγγραφέων που προσέφεραν τα αρχικά γράμματα των ονομάτων τους για τη σύνθεση ενός λογοτεχνίζοντος ψευδωνύμου : Νι από τον Δημήτρη Νίκου, ΑΜα από την Ευρυδίκη Αμανατίδου,Αγγέλ από τον Τάσο Αγγελίδη – Γκέντζο και λου από τη Χρύσα Λουλοπούλου. Ευτυχής σύμπτωση το κοινό κάποιων γραμμάτων στα επώνυμά τους που επέτρεψε την αρμονική γειτονία τους. Κι αν η ύπαρξη του αρκτικόλεξου δεν μας πείθει για την άμεση εμπλοκή τους στο δημιούργημά τους, σίγουρα μας απαλλάσσει από κάθε αμφιβολία η ονομαστική ταύτιση με τους ήρωες. Τάσος, Χρύσα, Ευρυδίκη, Δημήτρης : πράγματι οι ήρωές μας είναι οι συγγραφείς, αλλά μόνο για να εξυπηρετηθεί πρακτική και όχι ουσιαστική σκοπιμότητα. Δεν αφηγείται δηλαδή ο καθένας τη δική του πραγματική προσωπική ιστορία, απλώς δανείζουν στους ήρωές τους τη δική τους λογοτεχνική φωνή και είδος γραφής. Έτσι, η Χρύσα ανοίγει το βιβλίο με αφήγηση τριτοπρόσωπη που προϋποθέτει έναν αφηγητή παντογνώστη, καταγραφέα και παρατηρητή των πάντων. Καμία προσωπική εμπλοκή, σπάνια ο αφηγητής αφήνεται σε προσωπικά σχόλια· μόνο η παρουσία του ελεύθερου πλάγιου λόγου (δεν μπόρεσε να του ομολογήσει, με μια μικρή πίκρα σκέφτηκε, δεν το χωρούσε το μυαλό της κλπ.) μας επιτρέπει να αντιληφθούμε την παντογνωσία του αφηγητή που δε θα μπορούσε να είναι άλλος από τη γλυκύτατη και συμπαθέστατη σε όλους μας Χρύσα. Η αφήγηση ξεκινάει από το τώρα και προχωρώντας κινείται αντίθετα, δηλ. με αναδρομές στο παρελθόν για να επιστρέψει τελικά στο παρόν της ιστορίας. Εξίσου ουδέτερες με αυστηρά πληροφοριακό χαρακτήρα είναι και οι επικεφαλίδες από αυτά τα αφηγηματικά κομμάτια (13 Μαρτίου 2011, στον ξενώνα, Την επόμενη μέρα στην ιδιωτική κλινική κοκ. ) ορίζοντας τόπο και χρόνο. Αλλά μήπως έτσι δεν ήταν και η ίδια η Χρύσα σε όλη της τη ζωή, απλή και ξεκάθαρη; Μετά τη ισορροπημένη και ήρεμη αφήγηση ακολουθεί η περισσότερο προσωπική και γεμάτη ένταση επιστολή με αποστολέα τον εκρηκτικό και γεμάτο αντιφάσεις Τάσο : 10 επιστολές, όσες και τα κεφάλαια του βιβλίου που απευθύνονται σε β΄ πρόσωπο σε 10 διαφορετικά πρόσωπα που επηρέασαν τη ζωή του Τάσου, δίνοντας έτσι μια πλήρη εικόνα για το χαρακτήρα του και μάλιστα από πρώτο χέρι. Εδώ βέβαια κυριαρχεί απολύτως το συναίσθημα και η εσωτερική εστίαση, δηλ. ο ομιλών ξεγυμνώνει τον εαυτό του και μόνον τον εαυτό του μπροστά μας και μάλιστα με μία διάθεση αυτάρεσκη και κάποτε προκλητική : Ποιες ήταν ……. με τη μισή Αθήνα (σ. 29).
Η τρίτη πλευρά του τριγώνου δεν είναι παρά η Ευρυδίκη που εκθέτει τον εαυτό της μέσα από το ημερολόγιό της, στο οποίο καταγράφει με απόλυτη ακρίβεια και με τρόπο γραμμικό (δηλ. χωρίς να παραβιάζει την κίνηση του χρόνου προς τα μπρος) τις εντυπώσεις της ημέρας : Τα ανθρώπινα δεν βρίσκονται …. παρανομιών (σ. 36). Ιδιαιτερότητα : σε κάθε ημερολογιακή καταγραφή του παρόντος παρεμβάλλεται και μία καταγραφή από ημερολόγιο του παρελθόντος, για να αποκτήσουμε έτσι μια εικόνα του πώς η Ευρυδίκη αντιλαμβάνεται κι ερμηνεύει τα πράγματα. Σημείωση : οι προσφωνήσεις της Ευρυδίκης κλιμακώνονται ακολουθώντας την εξέλιξη της δράσης ως εξής : αγαπημένο μου ημερολόγιο, μισητό μου ημερολόγιο, πιστό μου ημερολόγιο, δηκτικό μου ημερολόγιο, επίμονό μου ημερολόγιο, έμπιστό μου ημερολόγιο, τακτικό μου ημερολόγιο, δαιμονικό μου ημερολόγιο, απογοητευμένο μου ημερολόγιο, μάταιό μου ημερολόγιο, βλοσυρό μου ημερολόγιο, άχρονο και μοναχικό μου ημερολόγιο.
Τέλος στο μέσο του τριγώνου, εκεί όπου συναντιούνται οι διχοτόμοι του, ο Δημήτρης που στο τέλος κάθε κεφαλαίου σα να έρχεται να συνδυάσει όλα όσα έχουν καταθέσει οι προηγούμενοι διατηρώντας την κυριαρχία του α΄ προσώπου (ισχυρό το εγώ στους τρεις από τους πρωταγωνιστές) και προσθέτοντας το δικό του προσωπικό ύφος που θυμίζει δοκιμιακό λόγο με σχόλια του τύπου : Οι γυναίκες …. επιβεβαιώνει(σ. 397) ή Περίεργο πράγμα …. επιβάτης (σ. 449). Παρεμβάλλονται ερωτήσεις από μια συνέντευξη που δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Αινιγματικοί ακόμη και οι τίτλοι των συγκεκριμένων ενοτήτων.
Σε κάθε κεφάλαιο του βιβλίου οι τέσσερις διαφορετικοί τρόποι γραφής διαδέχονται ο ένας τον άλλον με τη σειρά που περιγράψαμε. Δεν έχουμε επομένως να κάνουμε με ένα σύνηθες μυθιστόρημα ούτε ως προς το τεχνικό του κομμάτι ούτε ως προς το περιεχόμενό του. Η διαφορετικότητα των δημιουργών του δε θίγει σε τίποτα το αποτέλεσμα. Τα τέσσερα λογοτεχνικά είδη που εφαρμόζονται δεν ακρωτηριάζουν το κείμενο ούτε του στερούν τη συνοχή του. Διαπλέκονται τόσο αρμονικά ώστε να αποδίδουν με απόλυτη ευστοχία τους χαρακτήρες των ηρώων από τους οποίους προέρχονται. Επιτυγχάνει, λοιπόν, τον στόχο του το συγκεκριμένο λογοτέχνημα; Σε κάθε επίπεδο είτε αυτό αναφέρεται στα τεχνικά του χαρίσματα είτε στους κεντρικούς νοηματικούς του άξονες : Οι σχέσεις των ανθρώπων, πάντα πολύπλοκες, ακόμη κι όταν δεν κρύβονται από πίσω τους συνωμοσίες, σπάνια ορίζονται απόλυτα από τους ίδιους, με την έννοια ότι δεν είναι η λογική αυτή που πάντα τις προσδιορίζει. Τα πάθη με κυρίαρχο εκείνο του έρωτα σημαδεύουν τις ζωές και μάλιστα συχνά με τρόπο ανεπανόρθωτο. Αλλά η αγάπη βρίσκει πάντα το δρόμο της κι οδηγεί – ακόμη κι αν το τίμημα είναι βαρύ – στη λύτρωση.Ταξίδια είναι τελικά …. αφετηρίας (σ. 493)

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

Μιχάλης Σπέγγος: Ανεμόσκαλα

Μια χώρα απαξιωμένη, μια κοινωνία κουρέλι. Μια γειτονιά υποβαθμισμένη, πολυφωνική πια, φάτσες άγνωστες κι εκεί ανάμεσα ο Ηλίας, ο Αρτέμης, ο φαρμακοποιός, ο Αριστείδης κι ο Λέανδρος.
Ένα χρόνο πριν από το σήμερα. Οι παλιοί βλέπουν και δεν αναγνωρίζουν, ο κόσμος τρέχει, αλλάζει, το κακό σέρνεται σαν το φίδι ύπουλα. Το κακό που ο Ηλίας βλέπει αλλά αγνοεί καθώς βγαίνει στο φως, της ημέρας κι αυτό που του χαρίζει η πίστη του. Μεγάλη Εβδομάδα, κατάνυξη, οικογενειακές συνήθειες, πώς να ομολογήσει όμως πως τίποτα δεν είναι το ίδιο; Κι οι συζητήσεις με τον Αρτέμη; Κι οι κουβέντες αντιπαραθέσεις για πολιτική και θρησκεία; Διαφωνίες, και νερό στο κρασί τους, άσε τα θαύματα για όσους πιστεύουν, κι οι άλλοι να τα εξηγούν με τους νόμους της φυσικής. Ο χορός της σταγόνας, το μαρτύριο της σταγόνας.
Να φύγει, να φύγει ο Ηλίας, όλα σε αυτό συνηγορούν. Για ένα καλύτερο μέλλον για τις κόρες του, την Κατερίνα και τη Μαρία του, για την Κούλα του, την σύντροφό του των είκοσι δύο χρόνων. Και να αφήσει το πατρικό του σπίτι; Κι εκείνη την ανεμόσκαλα που μικρός ανέβαινε για να πηδήσει ξανά στον κήπο;
Στην εκκλησία η εικόνα δακρύζει. Ο πόνος της Παναγίας, το μαρτύριο του Θεανθρώπου. Μπα! Είναι τα κλιματιστικά που δεν τα συντήρησε ο Αστέρης χρόνια. Το έκλεισε κι αυτός το μαγαζί. Έμπλεξε με άλλους τρεις, συμμορία, φοβέρες, πταίσματα και μετά τα πλημμελήματα, μέχρι το ύψιστο κακούργημα.
Ποιος μετακίνησε την ανεμόσκαλα; Πού να πατήσει τώρα ο Ηλίας; Έφτασε στην κορυφή μόνος του για να δει πως όλα ήταν ένα τίποτα. Έγιναν μηδέν, γιατί οι θεωρίες έπεσαν στον γκρεμό που έχασκε από κάτω. Δεν θα στρέψει το μάγουλο. Όταν το κακό χτυπάει τη δική σου πόρτα, το μυαλό σου γεμίζει εκδίκηση. Εκδίκηση για τον χαμό των άλλων, μα αυτός είναι ένας Ιούδας. Πίστεψε και αμφισβήτησε, πρόδωσε. Κι η Βίβλος πεταμένη με μανία στο πάτωμα, τα δικά του τριάντα αργύρια. «Με ανάγκασε να τον προδώσω, το θέλησε να τον προδώσω». Το αποχαιρετιστήριο σε έναν πρώην Ελέω Θεού.
Οι ήρωες του μυθιστορήματος, αγκομαχούν κουβαλώντας τον δικό του σταυρό ο καθένας, έχοντας ασπαστεί τις θεωρίες που έφτιαξαν ανεμικά σκαλοπάτια για τη σκάλα που χάνεται στα σύννεφα. Τι υπάρχει εκεί; Ποιος ξέρει; Ομιχλώδες τοπίο, τόσο όσο ανάλογη ή αντίστροφα ανάλογη είναι η πίστη και η έρευνα.
Η Ανεμόσκαλα είναι ένα μυθιστόρημα πάνω στην πίστη σαν συνείδηση, σαν συνήθεια, σαν ελεγχόμενο προϊόν σκέψης, σαν αυθεντία. Στο Tractatus, ο Βιτγκενστάιν αναφέρεται στην ανεμόσκαλα στην οποία ανεβαίνει κανείς για να την πετάξει μακριά. Το πράττει εκείνος που χρησιμοποιεί ως βοήθημα θεωρητικά σχήματα που αξιώνουν τον βίο του, για να φθάσει στο σημείο όπου μπορεί να εννοήσει χωρίς και πέρα από αυτά. Για όσα δεν γνωρίζουμε, πρέπει να σωπαίνουμε; Μπορεί να σωπαίνει ο άνθρωπος; Η ελεύθερη βούληση του δίνει το δικαίωμα να δέχεται ή να αμφισβητεί.
Στο κεφάλαιο Κοσμολογία και Ηθική από το βιβλίο του «Δαίμονες και διάβολος στην Ελλάδα» ο κοινωνικός ανθρωπολόγος Τσαρλς Στιούαρτ αναφέρεται στην πίστη που στοχεύει στη μείωση της απόστασης ανάμεσα στο θείο και το ανθρώπινο, με πρότυπα ατομικής και κοινωνικής δράσης. Αγάπη, αφοσίωση και υπακοή γίνονται ο συνεκτικός κρίκος για την οικογένεια. Κατά επέκταση για τη θρησκεία και την πολιτική εξουσία. Ίσως εδώ κολλάει το «Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» που ειρωνικά αποδίδει ο Αρτέμης στον Ηλία, μόνιμη αφορμή των μεταξύ τους αντιπαραθέσεων. Και τον πιστό όμως Ηλία θα μιάνει το μικρόβιο της αμφιβολίας, έως και την απόρριψη. Απόρριψη δύο φορές, με τη διάπραξη και της αυτοχειρίας.
Πιστεύω πως το μυθιστόρημα του Μιχάλη Σπέγγου είναι μια ανεμόσκαλα που καλούμαστε να ανέβουμε χωρίς άλλο βοήθημα πέρα από την ευρηματική αφήγηση του συγγραφέα για να αναρωτηθούμε ποιες είναι οι δυνάμεις που ορίζουν τη ζωή μας. Εγώ είμαι για όλους ή εγώ είμαι για εμένα; Για ποιον πόλεμο ετοιμαζόμαστε, σε ποιον αγώνα θα υπάρξουμε σταυροφόροι;
Ένα δημιούργημα γεμάτο βαθιά νοήματα, μια γραφή που αναλύει τις ανησυχίες του ανθρώπου, μια κατάθεση πάνω στα όρια του ορατού και του αόρατου, του υπαρκτού και του μεταφυσικού. Μια μυθιστορηματική διαδρομή στη ζωή κάποιων που δεν διαφέρουν από αυτούς που περπατούν δίπλα μας ή μήπως είμαστε εμείς οι ίδιοι, πίσω από τις κλειστές πόρτες του σπιτιού μας, του ίδιου μας του εαυτού;
Στα συν του μυθιστορήματος: O τρόπος που ο συγγραφέας καλύπτει και αποκαλύπτει μέσα από το πέπλο των διαφορετικών οπτικών αφήγησης. Η ελευθερία στον αφηγηματικό χρόνο που κάνει πιο δραματική την αφήγηση. H χρήση της γλώσσας, τόσο σκληρής και χειμαρρώδους ή τόσο γαλήνιας και ήπιας άλλοτε ώστε οι χαρακτήρες να μείνουν ζωντανοί, χωρίς υπερβολές ή ανούσια κλισέ. Οι ευσεβείς, οι κουρασμένοι επαναστάτες, οι κατά παρέκκλιση παραβάτες, οι εν δυνάμει «νονοί», οι άνθρωποι και τα ανθρωπάκια, έχουν όλοι τη θέση τους αποδίδοντας ανάγλυφα την εικόνα του σήμερα. Ενός σήμερα όπου κάθε θύμα μπορεί να μετατραπεί σε θύτη στα μάτια του ανυποψίαστου τρίτου. Όπως ανυποψίαστα ξεκινά να διαβάζει κανείς στην Ανεμόσκαλα τα αποσπάσματα των εκκλησιαστικών κειμένων για τη Σταύρωση. Αθώα σαν να παρακολουθεί τη λειτουργία των Παθών, θυμίζοντας τον χορό της σταγόνας ή όπως εύστοχα τονίζει ο Αρτέμης στο τέλος, πως το μεγάλο μυστικό δεν είναι αν υπάρχει ή όχι η ανεμόσκαλα, αλλά πού οδηγεί.

Κλείνοντας, θέλω να ευχαριστήσω ακόμη μία φορά τον Μιχάλη Σπέγγο που κάθε φορά που τον διαβάζω μού δίνει τροφή για περαιτέρω αναζητήσεις. 
Η Ανεμόσκαλα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα. 

Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

Στο φως και το σκοτάδι, σημασία έχει μονάχα η ζωή

Ατέλειωτα τηλεφωνήματα, ατέλειωτες βόλτες. Κυριακή μεσημέρι κι ο Δημήτρης στο τηλέφωνο με ρωτάει για τα βασανιστήρια και τους δεσμοφύλακες στον Μεσαίωνα. Αργά το βράδυ Τετάρτης, χειμώνας στους δρόμους της Αθήνας, και μου μιλάει για την τρίτη εκδοχή του Άρη, του κεντρικού του ήρωα. Τηλέφωνο μεταμεσονύκτιο, και ο Δημήτρης μού ανακοινώνει ότι του ήρθε ξαφνικά μέσα στο τρόλεϊ μια ιδέα, κατέβηκε δεν ξέρω πόσες στάσεις νωρίτερα από το σπίτι του και κάθισε στην είσοδο μιας πολυκατοικίας για να γράψει. Κάποιο απόγευμα, μιλάμε για τον Παράδεισο και την Κόλαση και ξέρω πως όσα μου λέει, θα τα διαβάσω κάπου μέσα στο μυθιστόρημα.
Αυτά κι άλλα πολλά, θα μπορούσα να αναφέρω σαν μικρά περιστατικά, στιγμές στον χρόνο της γραφής του μυθιστορήματος που παρουσιάζουμε σήμερα.
Μιλώντας για το «σημασία έχει μονάχα η ζωή» θα ξεκινήσω από τη… γεωμετρία.
Λέμε πως στη ζωή όλα είναι ένας κύκλος και το κάθε τι έχει αρχή και τέλος. Δεν ξεφεύγεις, είναι σαν να ξεκινάς από ένα σημείο κι αφού διανύσεις την πορεία, φτάνεις ξανά εκεί. Αρχή και τέλος, ζωή και θάνατος. Η ζωή λοιπόν κάνει τον κύκλο της, μια σχέση διανύει επίσης τον δικό της κύκλο. Ακόμη και τα βιβλία κάνουν τον κύκλο τους και το περιεχόμενό τους πάλι ένας κύκλος είναι, όσες ανατροπές κι αν έχει. Ο ήρωας θα κάνει αυτά που του αντιστοιχούν κατά επιταγή του χαρακτήρα του ή ακόμα και του ίδιου του συγγραφέα του.
Κι έρχεται το «Σημασία έχει μονάχα η ζωή» να ταράξει τη γεωμετρική σχέση. Η ζωή των ηρώων του κινείται σε ένα τρίγωνο. Στην αρχή ήταν ο Άρης, μια μικρή κάθετη γραμμή. Κάθετος στις απόψεις του, θα επαναστατήσει ενάντια στον βάναυσο πατέρα του, θα φύγει από το σπίτι και θα πορευτεί μόνος του. Η γραμμή μεγάλωνε, αγγίζοντας όμως πάντα μια άλλη, αυτήν της Πηνελόπης, της παιδικής του φίλης. Μαζί στα δύσκολα, εύκολα δεν υπήρχαν για κανέναν από τους δύο. Η εύθραυστη υγεία της Πηνελόπης και η φυσική ιδιομορφία της τη δείχνουν αν όχι τέρας, πάντως παράταιρη στα μάτια της πάντα κρίνουσας κοινωνίας. Όχι όμως και στα μάτια του Άρη που την αγκαλιάζουν με αγάπη. Κι αυτή με τη σειρά της είναι η μόνη που ξεκλειδώνει το αδιαπέραστό του βλέμμα. Ο αληταράς Άρης, ετοιμοπόλεμος θεός, μονόχνοτος, αυτοκαταστροφικός, χαμένος ανάμεσα σε ματαιωμένα όνειρα και εφιάλτες. Και η πιστή Πηνελόπη, δίπλα του, κοντά του. Μια παρτίδα ντόμινο θα φέρει την Έλλη στην παρέα τους. Μια οπτασία με μακριά μαύρα μαλλιά, δυναμική κι αδύναμη μαζί. Τρίτη γραμμή και το τρίγωνο αποκτά το σκαληνό σχήμα. Άνισες όλες οι πλευρές, με μεγαλύτερη της Έλλης. Μπαίνει στη ζωή τους προσφέροντας αυτό που έχει ανάγκη ο καθένας τους. Φιλία που για τον Άρη γίνεται έρωτας, φιλία που για την Πηνελόπη γίνεται άλλοτε μητρικό χάδι κι άλλοτε ζήλεια για αυτό που η ίδια δεν μπορεί να προσεγγίσει.
Τα πάθη ανομολόγητα, υποβόσκουν, κρύβονται πίσω από μια κορνιζαρισμένη φωτογραφία. Και η ζωή μειώνεται, μαζεύεται, γίνεται ένα μικρό κουβάρι ασπρόμαυρα ξέφτια που κάπου ανάμεσά τους προβάλει κι ένα κουρελάκι πολύχρωμο.
Σαν αυτή την Κυριακή… Μια Κυριακή που θέλουν να είναι ντυμένη με διαφορετικά χρώματα. Δεν ζητούν τίποτα περισσότερο παρά να ξεφύγουν από μια πόλη που το γκρίζο της κάνει αφόρητη την καθημερινότητά τους.
Ο Άρης, η Έλλη, η Πηνελόπη. Δεν έχουν τίποτα, μονάχα ο ένας τον άλλον, αυτό όμως είναι αρκετό για μια διαφορετική Κυριακή.
Μια εκδρομή σε ένα τοπίο που τους γοητεύει. Μια φάρσα που ξεκινάει σαν αθώο αστείο, ένα παιχνίδι για να καλοπιάσουν τη μέρα τους, να την ξεγελάσουν. Ύβρις; Τι άλλο, όταν ξαφνικά τα χρώματα αλλάζουν κι ο χρόνος παγώνει και αυτός; Δεν της αρέσουν της ζωής τα αστεία των άλλων, μόνο τα δικά της ορίζουν τους κανόνες του παιχνιδιού.
Τέσσερις εικόνες.
Εικόνα πρώτη: Μια γυναικεία τσάντα γεμάτη τσαλακωμένα όνειρα, η απότομη αλλαγή της διάθεσης, το νευρικό βλέμμα της Έλλης καρφωμένο στην οθόνη ενός κινητού. Έτσι ξεκίνησαν όλα. Κι εκεί, στα κοφτερά βράχια, τρεις φίλοι παίζουν μια παρτίδα ντόμινο. Δεν έχουν υπολογίσει ότι με μια κίνηση ο ένας θα παρασύρει τον άλλον και θα πέσουν όλοι μαζί, σαν τις πλάκες του παιχνιδιού. Σαν τη μυθική συνονόματή της, η Έλλη θα γκρεμιστεί ματαιώνοντας τη διαφυγή της.
Μια Κυριακή κι οι τρεις γίνονται δύο. Ένα αστείο, μια απρόβλεπτη αντίδραση και η πτώση. Η ζωή γελάει δυνατά, τους κρατάει γερά τώρα, στήνει ξανά το παιχνίδι και τους προτείνει μια τελευταία παρτίδα. Για τους δύο που έμειναν πίσω δεν υπάρχει το τεκμήριο της αθωότητας ούτε το περιβόητο κανένα έγκλημα, καμία ποινή χωρίς νόμο. Η δικαιοσύνη στην περίπτωσή τους είναι πραγματικά τυφλή.
Εικόνα δεύτερη: Μαύρα ρούχα, βόλτες στη σκοτεινή πλευρά της πόλης. Εφιαλτικές παραισθήσεις, δαιμόνια που βασανίζουν αγίους, άγγελοι που βασανίζουν δαίμονες. Σκίτσα που ζωγραφίζουν όνειρα, ατέλειωτα σενάρια σε μια τελειωμένη πραγματικότητα. Ασπρόμαυρες γραμμές πλασμένες από μια επιθυμία που γίνεται αφόρητη. Ένα τρομαγμένο πρόσωπο που απεικονίζεται στο εξώφυλλο ενός δίσκου. Ένα ξυράφι με περίτεχνη λαβή. «Κι η σύγχυση θα γίνει ο επιτάφιός μου καθώς σέρνομαι σ’ ένα ραγισμένο, σπασμένο μονοπάτι». Το τέλος για τον Άρη.
Εικόνα τρίτη: Ένα αφιλόξενο σπίτι κι ένα αφιλόξενο σώμα. Κλωστές που σπάνε, κλυδωνίζοντας την ισορροπία. Δρόμοι, ζάλη, η νύχτα στα όρια, ύπνος σε ένα παγκάκι. Σκοτάδι και φως, υγρασία και θαλπωρή, ξανά η παράξενη λευκοντυμένη γυναίκα. Ήρθε να κάνει μια συμφωνία. Ο νόμος, η έρευνα, το αστυνομικό τμήμα. Σαν έκθεμα σε μουσείο, αξιοπερίεργο της φύσης και της αυθεντίας των ανθρώπων. Ένα κελί κι η τελευταία επιθυμία σφαδάζει γραμμένη με αίμα στον τοίχο. Οι συγγνώμες των άλλων είναι πάντα άκαιρες. Το τέλος για την Πηνελόπη.
Εικόνα τέταρτη: Λευκά φώτα, ακινησία. Ο χρόνος που τρέχει, ο χρόνος που σταμάτησε. «Λυπήσου αυτούς, που μια φορά με φτερά ζούσαν, και τα χάνουν, και δεν τους μένει άλλη χαρά, παρά η χαρά πως θα πεθάνουν…» Όχι! Είναι όμορφοι αυτοί οι στίχοι του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, κατάρα όμως κουβαλούν. Μια ακόμη μάχη. Οι κανόνες του παιχνιδιού αλλάζουν. Μια παρτίδα ντόμινο στήνεται ξανά. Μα γιατί κανείς τους δεν είχε σκεφτεί την κίνηση που λέγεται αγάπη;
Ο Δημήτρης Νίκου γράφει ένα μυθιστόρημα αφιερωμένο στην ίδια τη ζωή, καμωμένο με τα δικά του όνειρα, σκέψεις, ελπίδες. Το ντύνει μουσικά με Ραχμάνινοφ και Κίνγκ Κρίμσον, το στολίζει με σκίτσα από κόμικς και ζωγραφικούς πίνακες. Το νησί των νεκρών, οι πειρασμοί του Αγίου Αντωνίου, ένα πορτρέτο του Χέμινγουέι. Παίζει με το κολασμένο μαύρο και το παραδεισένιο λευκό, χρώματα του ντόμινο, την ασπρόμαυρη πλευρά της ζωής, για να οδηγήσει τον αναγνώστη στη συνείδηση του κόκκινου. Η ροή του αίματος, η ταχύτητα και η ακινησία του, έναρξη ζωής και παύση θανάτου είναι μια πρώτη ερμηνεία. Είναι όμως και το πάθος, η προσπάθεια, η αγάπη, από και για τον εαυτό μας, από και για τους άλλους. Να αγαπήσουμε τις πληγές μας για να τις θρέψουμε, να βιώσουμε κάθε στιγμή σαν δοκιμασία που κι αν τσαλακώσει τα φτερά μας, θα μας κάνει πιο επίμονους να βρούμε τον τρόπο να πετάξουμε ξανά προς τα όνειρά μας.
Η γραφή του Δημήτρη Νίκου ξεφεύγει από τα στεγανά που ορίζει η κατηγοριοποίηση. Ερωτοτροπεί ανάμεσα στο ψυχολογικό θρίλερ και το δοκίμιο. Ακολουθεί άλλοτε τα σκοτεινά μονοπάτια και τις απότομες στροφές του δρόμου που με αγωνία διανύουν οι ήρωες. Κι άλλοτε ακουμπάει σε εκείνα τα απρόσμενα σημεία ξεκούρασης που κάθε δύσκολη πορεία προσφέρει σαν ανάπαυλα. Εκεί που το ζοφερό, η αγωνία και το σπάραγμα κορυφώνονται, έρχεται πεισματικά το όνειρο, η ανάγκη της ψυχής να ξεπεράσει τα στεγανά της περίκλειστης σάρκας. Και στον κίνδυνο της απώλειας ο συγγραφέας αντιπαραθέτει την δοκιμασία της αγάπης μέχρις ότου η μονομερής, ατελής γνώση γίνει συνολική και τέλεια.
Έχοντας παρακολουθήσει από την αρχή του τη δημιουργία αυτού του μυθιστορήματος, την πάλη ανάμεσα στις ιδέες και τα όνειρα, τα θέλω και τα πρέπει της συγγραφικής νομοτέλειας, θεωρώ πως ο Δημήτρης Νίκου κατόρθωσε να δείξει στον αναγνώστη ότι «σημασία έχει μονάχα η ζωή», η ζωή που ως δώρο και όχι ως βάρος μάς δόθηκε. Ο δρόμος που έχει να διανύσει ο καθένας μας είναι δύσκολος, όμως «αγάπα και όλα ανατρέπονται» όπως θα διαβάσουμε λίγο πριν το τέλος.
Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Δημήτρη Νίκου, συνοδοιπόρο μου στο φως και το σκοτάδι, που μου έκανε την τιμή να μοιραστεί τις σκέψεις και τους προβληματισμούς του στο ταξίδι της γραφής.

Πολυχώρος Αίτιον, Αθήνα, Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2013

Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Το στοίχημα

Γκυστάβ Μορώ: "Ο χορός της Σαλώμης"
1876
Εγώ κι ο Μηνάς ήμασταν φίλοι αδερφικοί. Γεννηθήκαμε μαζί, μαζί και στο σχολείο, και στο στρατό πάλι μαζί. Όλη η ζωή μας μια πλάκα! Τα χρόνια που πέρασαν μας άφησαν αδιόρθωτους. Γιατί τα παλιά χούγια δεν κόβονται.
Εγώ κι ο Μηνάς είχαμε μια αδυναμία -οι άλλοι την έλεγαν ελάττωμα-, τα στοιχήματα.
Εγώ κι ο Μηνάς το βλέπαμε διαφορετικά. Δεν ήμασταν τζογαδόροι. Δεν ποντάραμε σε άλογα, σε ρουλέτες, σε ομάδες ποδοσφαίρου. Ποντάραμε σε ανθρώπινες συμπεριφορές.
Δεν με καταλαβαίνετε; Είναι απλό! Βλέπαμε κάποιον στο δρόμο και στοιχηματίζαμε αν θα στρίψει αριστερά ή δεξιά. Στο εστιατόριο, ξεχωρίζαμε έναν στην τύχη κι αναρωτιόμαστε ποιο φαγητό θα διαλέξει. Στο λεωφορείο, το στοίχημα για τον εκλεκτό μας ήταν σε ποια στάση θα κατέβει. Είχαμε όμως στοιχηματίσει ακόμα και για τον τύπο του άνδρα που θα διάλεγε η κοινή μας φίλη η Ερμιόνη, για το αν θα γεννήσει αγόρι ή κορίτσι η Μαίρη, για το αν και πότε θα πάρει προαγωγή ο Γεράσιμος.
Οι γνωστοί μας κουνούσαν το κεφάλι και μας αποκαλούσαν πορωμένους. Δεν ενοχλούσαμε κανέναν, το παιχνίδι ήταν ιδιωτικό.
Ώσπου κάναμε την εξαίρεση και μπάσαμε κι άλλον στα δικά μας. Καλύτερα όμως να σας πω την ιστορία από την αρχή.
Την Αμαλία τη γνωρίσαμε στο πάρτι κάποιου παλιού συμμαθητή. Δεν ξέρω πώς έγινε, ήταν ξημερώματα κι είχαμε μείνει οι τρεις μας να μιλάμε ενώ ο παλιός συμμαθητής κατάκοπος έσερνε τα πόδια του μαζεύοντας ποτήρια και τασάκια. Κολλήσαμε. Γίναμε μια παρέα. Μεταξύ αστείου και σοβαρού, της εκμυστηρευτήκαμε το πάθος μας.
Στην αρχή μας κοίταξε δύσπιστα. Μετά έβαλε τα γέλια.
«Έλα μωρέ, με κοροϊδεύετε!»
«Στο είπα!» έκανε μουτρωμένος ο Μηνάς.
«Σοβαρολογούμε» επέμεινα εγώ.
Δε ξέρω τι θέλαμε να παραστήσουμε. Ή μάλλον ξέρω! Τσιμπηθήκαμε και οι δυο μαζί της, με το που την είδαμε. Δεν λέω έρωτας κεραυνοβόλος, αυτά είναι λόγια γυναικεία. Είχε όμως αυτή η κοπέλα κάτι που σε έκανε να τη θέλεις συνέχεια δίπλα σου, κι εννοώ όχι μόνο ως φίλη.
Να το χαρακτηρίσω επίδειξη δεν πάει, άλλος θα το έλεγε χαζομάρα. Πάντως, της τα είπαμε όλα λες και ήταν ένα παιχνίδι συναρπαστικό και πρωτόγνωρο. Καμιά φορά τα λόγια περνάνε απαρατήρητα, το πώς τα λες όμως μένει. Εν προκειμένω, ο τρόπος μας έδωσε στην Αμαλία να καταλάβει πως την είχαμε πατήσει μαζί της, όσο για τα λόγια μας, εντυπώθηκαν τόσο στο μυαλό της που έγιναν η αιτία των κατοπινών μας δεινών.
Τα γατίσια μάτια της μας κοίταξαν περιπαιχτικά.
«Μπαίνω κι εγώ στο παιχνίδι!» είπε ανέμελα.
«Τι εννοείς;» τη ρώτησα.
«Στοιχήματα δεν βάζετε; Αυτή τη φορά, θα είσαστε αντίπαλοι. “Ποιος θα με κερδίσει”, αυτό θα είναι το στοίχημα κι εγώ το έπαθλο!»
«Τι κυνισμός!» ειρωνεύτηκα, από μέσα μου όμως είπα πως τούτη εδώ σκεφτόταν σαν άντρας.
Λάθος εκτίμηση… Γιατί η Αμαλία σκεφτόταν αποκλειστικά και μόνο σαν γυναίκα.
Ο Μηνάς, τύπος πιο ανέμελος, δεν κάθισε να το φιλοσοφήσει και πολύ. «Εγώ είμαι μέσα» ανακοίνωσε γλαρωμένος, γιατί μη ξεχνιόμαστε, ήταν και ξημερώματα.
Δεν είχα παρά να δεχτώ κι εγώ. Ξεπέρασα τις όποιες υποψίες για το λάκκο που είχε η φάβα κι είπα το ναι.
«Με κάνετε περήφανη!» είπε η Αμαλία σαν μάνα που ξεπροβοδίζει τα παιδιά της για τον πόλεμο κι εγώ δεν ήξερα αν μας δούλευε ή όχι.
Ο έρωτας είναι τυφλός. Τυφλοί κι εμείς, γίναμε υποχείρια της Αμαλίας.
Ο Μηνάς με βεβαίωσε πως ήταν μόνο ένα παιχνίδι.
«Έλα μωρέ! Πώς κάνεις έτσι; Λες και σε πάνε για εκτέλεση! Εγώ το βρίσκω πολύ ερεθιστικό».
Δεν ήθελα να μαλώσουμε. Όσα χρόνια γνωριζόμασταν, δεν είχαμε ανταλλάξει πικρή κουβέντα. Θα μου πείτε τώρα, τι ήθελα και δέχτηκα; Όμως το παιχνίδι απαιτούσε δύο παίκτες, όρος απαράβατος. Και για να μιλήσουμε ειλικρινά, ντρέπομαι που το λέω, την ήθελα την Αμαλία, σαν κολασμένος την ήθελα.
Στην αρχή, όλα ήταν αθώα. Τα στοιχήματα ήταν της τάξης όσων βάζαμε μέχρι τότε. Απλές επιβεβαιώσεις των κανόνων της στατιστικής, όπως πόσες φορές θα ανοίξει η πόρτα της καφετέριας που καθόμασταν, τι θα φάει η απέναντι παρέα στο εστιατόριο, πόσο θα πληρώσει. Η Αμαλία, μαζί μας πάντα, έβγαζε ένα δερμάτινο σημειωματάριο, μας κοίταζε για λίγο πονηρά και σαν τους καθηγητές στο σχολείο, σημείωνε τις επιδόσεις μας. Και κάθε φορά, αυτός που κέρδιζε πόντους στα χαρτιά της, κέρδιζε -έτσι έλεγε- και στην καρδιά της. Και του χάριζε ένα χάδι ή ένα πεταχτό φιλί ενώ ο άλλος έμενε να ξεροψήνεται και να κοιτάζει σαν λιγούρης.
Τότε ήταν που αρχίσαμε να ψυχραινόμαστε με τον Μηνά. Και δεν στενοχωριέμαι τόσο γι’ αυτό όσο για το που δεν την κάναμε πέρα την Αμαλία όσο ήταν ακόμη καιρός. Εμείς ήμασταν πάντα αχώριστοι, κι είχε έρθει αυτή να μπει στη μέση. Αυτά όμως ήταν φωτεινά διαλείμματα του ταλαιπωρημένου μου μυαλού, μια και τον περισσότερο καιρό βρισκόμουν σε κωματώδη κατάσταση περιμένοντας την επόμενη παραξενιά της Αμαλίας.
Τα πράγματα ξέφυγαν όταν το παιχνίδι άλλαξε όρους.
«Πόσο βαρετά είναι όλα!» ξεφύσηξε μια μέρα η καλή μας. «Με απογοητεύετε! Πώς θα διαλέξω, όταν και οι δύο είσαστε τόσο προβλέψιμοι;»
Απορημένοι ζητήσαμε εξηγήσεις. Δηλαδή σαν τι έπρεπε να κάνουμε για να εξυψωθούμε στους άρπαγες οφθαλμούς της;
Μας κοίταξε αινιγματικά. Στο τέλος αποφάνθηκε.
«Θα κινδυνεύατε για χάρη μου;» ρώτησε αθώα.
«Τι εννοείς;» αντιγύρισα.
«Ας πούμε, να κλέβατε κάτι για μένα» έσκασε η βόμβα.
«Δεν είσαι στα καλά σου!» αντέδρασα.
«Κακό παιδί! Τι ζήτησα;» είπε δήθεν απογοητευμένη. «Ενώ ο Μηνάς, ξέρω πως θα κάνει ό,τι του ζητήσω». Και λέγοντας αυτά, η ξεδιάντροπη πήγε και τρίφτηκε σαν γάτα πάνω του.
Ο Μηνάς αναψοκοκκίνισε.
«Ε, δεν είναι και σοβαρό! Άλλοι κλέβουν για την πλάκα τους» υπερψήφισε την απαίτηση της Αμαλίας που είχε μετατραπεί ξάφνου σε άλλη Σαλώμη χωρίς τα επτά πέπλα και τον χορό της. 
Ακόμα και τώρα απορώ με τον εαυτό μου που ακολούθησα, όταν την επόμενη μέρα μάς έσυρε στο πολυκατάστημα της περιοχής. Το ότι υπήρχαν φρουροί δεν αποτελούσε εμπόδιο για την Αμαλία, ίσα-ίσα που έκανε το στοίχημα πιο ζουμερό.
«Αχ Πέτρο! Καθόλου δεν με θέλεις!» γουργούρισε βλέποντας πως είχα εκνευριστεί. «Ενώ ο Μηνάς θα έκανε τα πάντα για μένα! Κι εγώ, τι ζητάω; Κάτι μικρό κι ασήμαντο, για να μου αποδείξετε πως με αγαπάτε».
Τι εξευτελισμός! Έπρεπε εκεί μέσα στον κόσμο να της αστράψω ένα χαστούκι να συνέρθει. Άμα ήταν έτσι, ας την έπαιρνε ο Μηνάς!
«Εγώ δεν φοβάμαι», είπε ο Μηνάς. «Θα δοκιμάσω! Τι στο καλό, άλλοι το κάνουν επάγγελμα».
Δεν κοκκινίζω εύκολα, όμως το πρόσωπό μου είχε πάρει το χρώμα του παντζαριού καθώς έβλεπα τον Μηνά να πλησιάζει ένα πάγκο με μικροσκοπικά μπλουζάκια και να ψάχνει αδιάφορα. Μια κοπέλα της ασφάλειας κατευθύνθηκε προς το μέρος μου. Έγινα ακόμα πιο κόκκινος και νευρικός λες και πήγαινα εγώ να κλέψω! Της χαμογέλασα εντελώς ηλίθια. Ήτανε κι όμορφη, πανάθεμά την!
Από απέναντι, η Αμαλία παρακολουθούσε περιπαιχτικά. Την κοίταξα, κοίταξα ξανά την κοπέλα της ασφάλειας και να σας πω κάτι; Μία δεν έπιανε η Αμαλία μπροστά της! Τι ήταν άλλωστε; Ένα κακομαθημένο παλιοκόριτσο που επειδή είχε λεφτά κι εμφάνιση, νόμιζε πως τους έπαιζε όλους στα χέρια της.
Τότε ήταν που ένα παιδάκι άρχισε να τσιρίζει.
«Μαμά! Μαμά! Αυτός ο κύριος κλέβει! Κοίτα! Να, κοίτα!» κι όλο τράβαγε τη μητέρα του από το μανίκι.
«Σταμάτα Ηλία! Δεν σου είπα να είσαι φρόνιμος;»
Ο μικρός όμως επέμενε.
«Αφού σου λέω τον είδα! Βούτηξε ένα μπλουζάκι!»
«Θα φας μιαν ανάστροφη! Δεν σου είπα να μαζεύεις τη γλώσσα σου;»
Ο Μηνάς κατευθυνόταν βιαστικός στην έξοδο. Η κοπέλα της ασφάλειας μιλούσε τώρα στο ασύρματο. Γύρισε και με κοίταξε απογοητευμένη, λες και ήξερε πως εμένα και τον Μηνά κάτι μας έδενε. Τα υπόλοιπα έγιναν σε δευτερόλεπτα. Προτού κάνω βήμα, δυο άλλοι της ασφάλειας είχαν προλάβει τον Μηνά και του ζητούσαν διακριτικά να τους ακολουθήσει. Η Αμαλία είχε γίνει άφαντη.
Η συνέχεια σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι λίγο ως πολύ γνωστή. Δεν θα μιλήσω για το ρεζιλίκι, αυτό είναι το λιγότερο. Με την αγωνία του Μηνά στενοχωριόμουν, που όλο περίμενε να εμφανιστεί η Αμαλία, αυτή όμως πουθενά.
Ευτυχώς ο Μηνάς γλίτωσε τη δίωξη. Ο υπεύθυνος του πολυκαταστήματος, ένα καλό παλικάρι, παραδόξως με πίστεψε. Γιατί βέβαια δεν μου πήγαινε να αφήσω τον Μηνά στην τύχη του. Τι σόι φίλοι ήμασταν; Μοιράστηκα την ντροπή μου με τον ξένο άνθρωπο και του εξήγησα πώς είχαμε φτάσει μέχρι εκεί. Ίσως ο πόνος κι η πίκρα στη φωνή μου, ίσως το παράπονο, να άγγιξαν κάποιο ευαίσθητο σημείο. Χαλάλι του τού Μηνά!
Τώρα θα μου πείτε τι μου φταίτε που σας ζαλίζω τόση ώρα!
Για μένα αυτή η ιστορία είχε καλό τέλος αφού ήταν η αφορμή να γνωρίσω τη Χριστίνα, τη φρουρό ντε! Είμαστε κοντά ένα εξάμηνο μαζί. Είμαστε καλά! Δε ξέρω πού θα μας βγει, νοιώθω όμως άλλος άνθρωπος, τέρμα τα στοιχήματα.
Να μπορούσα να πω το ίδιο και για τον Μηνά! Το φαντάζεστε; Εμείς που ήμασταν αχώριστοι, έχουμε να ιδωθούμε σχεδόν δίμηνο. Βλέπετε η Αμαλία τον πιλατεύει ακόμα. Κι αυτός τρέχει ξοπίσω της σαν ηλίθιος.
Προχτές με πήρε τηλέφωνο. Ο Μηνάς! Να μου πει για το τελευταίο βίτσιο της καλής του. Τι σκαρφίστηκε η άτιμη; Του ζήτησε να παραστήσει τον ζητιάνο. Για μια ωρίτσα μόνο, για χάρη της! Κι έπειτα αυτή θα είναι δική του.
«Λες ρε φίλε να την κερδίσω;» με ρώτησε όλο αγωνία ο Μηνάς.
Κι εγώ ακόμα ψάχνω να του απαντήσω κάτι.


Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Βάσια Ακαρέπη: Μια νύχτα που κράτησε χρόνια

Η Κασσάνδρα κυνηγάει την έμπνευση για το «δυνατό» μυθιστόρημα, όπως την προέτρεψε η εκδότριά της. Ένα χωριό πάνω από μια λίμνη, τόπος καταγωγής της ηρωίδας, θα γίνει το καταφύγιο για το σώμα, το πνεύμα και την ψυχή της. Ή μήπως όχι; Η συνάντηση με τον αινιγματικό Μάρκο θα σταθεί αφορμή για το ξεκίνημα μιας ιδιότυπης σχέσης. Μιας σχέσης όπου το παρελθόν θα καθορίσει το κάθε της βήμα.
Ξεκίνησα να διαβάζω το πρώτο μυθιστόρημα της Βάσιας Ακαρέπη με μια πολύ θετική διάθεση. Έχοντας συναντήσει τη δημιουργό, είχα να εισπράξω μόνο θετικά μηνύματα από έναν άνθρωπο γλυκομίλητο, χαμηλών τόνων, αλλά με έξυπνες παρατηρήσεις στην δίωρη κουβέντα που είχαμε. Διαπίστωσα πως οι απόψεις μας ταυτίστηκαν σε πολλά σημεία, περισσότερο όμως εξακρίβωσα με ανακούφιση ομολογώ, πως είχα μπροστά μου ένα άτομο σοβαρό που βλέπει τη γραφή σαν λειτούργημα και θεία κοινωνία μαζί. Πως μιλάει για τα βιβλία και τα μάτια της λάμπουν, πως οι λέξεις της στάζουν όνειρα κι ελπίδες που γιγαντώνονται μέσα από την έκφρασή τους στο χαρτί.
Ξεκίνησα να διαβάζω το «μια νύχτα που κράτησε χρόνια» κι ένιωσα πως έμπαινα σε μια λίμνη, ίσως και αυτή που περιγράφει η Βάσια Ακαρέπη δια στόματος της ηρωίδας της, της Κασσάνδρας. Βυθίστηκα απολαυστικά στο νερό, νιώθοντας όσα με απασχολούσαν να απομακρύνονται, χαλάρωσα και αφέθηκα. Έγινα θαμώνας στο Κουκούλι, κάθισα στον νεραϊδότοπο παρατηρώντας τα ενωμένα δέντρα και την παράξενη ιστορία τους. Κρυφοκοίταξα πίσω από τα παντζούρια κατασκοπεύοντας τις κινήσεις του Μάρκου και της Κασσάνδρας.
Ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο και ήταν σαν να μου μιλούσε και η ηρωίδα και η συγγραφέας, να μου μιλούσε εξηγώντας μου το πώς κάτι μετουσιώνεται από αφηρημένο σε συγκεκριμένο χωρίς να πέσει στην κοινοτοπία των τσιτάτων της γραφής. Τι είναι η γραφή αλήθεια; Ποια είναι η σχέση του συγγραφέα με τα κείμενά του; Τι επιδιώκει να προσφέρει στον αναγνώστη του; Κρίνει και κρίνεται με κάθε λέξη, ξεκινώντας ένα ταξίδι που ο προορισμός του φαντάζει εξωτικός. Αυτό το εξωτικό είναι που μας γεμίζει ενθουσιασμό, γιατί μας είναι άγνωστο, πρωτόγνωρο, ασυνήθιστο, και αν ελλοχεύουν κίνδυνοι, αυτοί δεν είναι ικανοί να ματαιώσουν το ταξίδι μας. Σε αυτό λοιπόν το μυθιστόρημα η Βάσια Ακαρέπη μιλάει απλά, τρυφερά, ανθρώπινα για τους φόβους, τα πάθη, τα μυστικά, την ψυχοσύνθεση των ηρώων της, αλλά και αυτού του ίδιου του συγγραφέα, στην ώρα ανάμεσα στη νύχτα και τη μέρα, στην ώρα του τίποτα που όμως είναι τα πάντα.
Σίγουρα δεν αρκεί μόνο η διάθεση για να ολοκληρώσεις ένα έργο. Απαιτείται ταλέντο, αποδοχή του ότι θα αποδομήσεις τον εαυτό σου για να τον ανασυγκροτήσεις, μα περισσότερο απ’ όλα ειλικρίνεια και σεβασμός στον ίδιο τον άνθρωπο και σε αυτά τα πολλά και λίγα, τα σημαντικά και ασήμαντα που στοιχειοθετούν τη ζωή του. Το να μπορείς τέλος να κάνεις τον εαυτό σου πρώτα κι έπειτα τους άλλους, να μπουν μέσα στην ιστορία. Γιατί κάθε αφήγηση είναι το δικό μας παρελθόν, η δική μας ζωή, μια ονειροπαγίδα που θα φυλακίσει τους δαίμονες και θα μας ελευθερώσει από τα πάθη και λάθη όχι απλά για να ξεφύγουμε πρόσκαιρα, αλλά για να δούμε πως ο δρόμος που ανοίγεται μπροστά μας έχει κι αυτός τη σημειολογία του.
Άριστες οι εντυπώσεις μου από το μυθιστόρημα, όχι μόνο για τον τρόπο που η δημιουργός του έδεσε την πλοκή της κρατώντας τους άσους στο μανίκι της, χωρίς όμως να παραπλανεί ή να κατευθύνει τον αναγνώστη, αλλά και γιατί είναι πολύ ελπιδοφόρο να βλέπεις πως μέσα σε αυτόν τον καταιγισμό συγγραφικών πονημάτων που διακρίνει εκτός άλλων την εποχή μας, υπάρχουν και αυτά που αξίζει να διαβάζεις ξανά και ξανά. 

«Μια νύχτα που κράτησε χρόνια» από τις εκδόσεις Μίνωας. Θα σας κρατήσει σίγουρα κοντά της. 

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

Στέλλα Ασημακοπούλου: Δίνη

Περιστρέφομαι, χάνω ισορροπίες, κλυδωνίζομαι. Ο κόσμος είμαι εγώ κι εγώ είμαι ένα μικρό ίχνος του κόσμου. Ο καθένας μας είναι το αποτύπωμα ενός ήδη διαμορφωμένου συστήματος, άλλοτε πιο αχνό άλλοτε εντονότερο.
Δίνη του μυαλού και της ψυχής, καταστάσεις που στροβιλίζουν την ανθρώπινη μονάδα για να την εκμηδενίσουν ή να την κάνουν πιο δυνατή.
Δέκα τέτοιες καταστάσεις αποδίδουν οι ιστορίες που μας αφηγείται η Στέλλα Ασημακοπούλου στη συλλογή «Δίνη».
Στο «Αντίο» η Ελένη περιμένει να παγώσει ο χρόνος στην ύστατη στιγμή για να αποχαιρετήσει αυτήν που έμαθε να μισεί.
Στο «Μυστήριο του Μεταξουργείου» η Κωνσταντίνα προσπαθεί να βρει περισσότερα στοιχεία για ένα παλιό σπίτι κάνοντας μύριες υποθέσεις μέχρι να ανακαλύψει πως το σκοτάδι έχει και τη φωτεινή του πλευρά.
Στο «Παραλίγο εκδρομή» Εκείνη και Εκείνος θα έρθουν πάλι κοντά όταν βρεθούν στην κόψη του ξυραφιού, γιατί ακόμη και η ρουτίνα ταράζεται από το επικίνδυνο αναπάντεχο.
Στο «Όχι και εμμονή!» ο Πάνος θα ανακαλύψει πως ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός και πως τα φώτα της δημοσιότητας τυφλώνουν και τον θαυμαστή και το είδωλό του.
Στο «Ζ+Ζ» ο Ζήσης και η Ζένια περνούν μαζί ένα βράδυ με άρωμα τριανταφυλλιάς.
«Επιτέλους ρεπό», αλλά τα προβλήματα, μικρά και μεγάλα, δεν γνωρίζουν τι σημαίνει ξεκούραση.
«Εγώ και το νησί» και ένας μη αναμενόμενος δεσμός.
Η «Αριστέα» θα πληρώσει ακριβά τη γνωριμία της με τον έρωτα όταν η καρδιά της θα πάψει να χτυπάει στους ρυθμούς της λογικής. 
«Το δαχτυλίδι» θα σταθεί η αφορμή για σθένος εκεί που τα πάντα έχουν χαθεί, γιατί και τα μικρά όνειρα έχουν τη σημασία τους.
«Μίσος» αναλογεί ακόμη και σε μια δυνατή φιλία. Μισώ σημαίνει πονάω. Μισώ σημαίνει  δηλητηριάζω τη ζωή μου. Πότε όμως θα το καταλάβει ο Σωκράτης;
Τίποτα δεν είναι απλό όταν ταξιδεύεις πάνω σε έναν τροχό. Μπορεί να σε πάει μακριά ή να σε συνθλίψει. Δεδομένες είναι μόνο οι στιγμές αν τις δει και τις βιώσει κανείς αποκομμένες, όμως αυτό δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα, αφού ο άνθρωπος είναι «ον κοινωνικό», άρα υπόκειται στην αλληλοεπίδραση.
Σε αυτές τις δέκα ιστορίες η πρωτοεμφανιζόμενη Στέλλα Ασημακοπούλου με καθαρό και απλό τρόπο αφηγείται μικρές και μεγάλες Οδύσσειες, ιστορίες που συμβαίνουν σε ανθρώπους της διπλανής πόρτας ή που θα μπορούσαν να συμβούν και σε εμάς. Γιατί ό,τι τρέφουμε γιγαντώνει, άλλοτε για καλό άλλοτε όχι.

Η συλλογή διηγημάτων «Δίνη» πετάει ελεύθερα πάνω στην ψηφιακή Σαΐτα στο http://www.saitapublications.gr/2013/11/ebook.62.html.

Σάββατο, 2 Νοεμβρίου 2013

Evridiki Amanatidou: The Breeze and the Chimney


Title: The Breeze and the Chimney
Author: Evridiki Amanatidou
ISBΝ: 978-618-5040-39-0


Contributors
Cover, illustrations: Apollonia Paramythioti

Translation from Greek: John Zervas
Page layout: Konstantina Charlavani

Description
They all wait for him, the joyful, cool Breeze to run, to fly to blow. He is in a hurry. His dreams and travels call him.
Until…
She; dressed in red, in strange patterns and a black, triangular hat. A beautiful, but self-centered chimney.
They meet, or better to say, Breeze bumps on to her.
Then everything changes.

This is a sweet story about friendship, giving, respect and love. Furthermore, an allegory for what being different means and how easy it is for a word or a gesture to cause a smile or a tear…

This book has been flying on the Internet since November 2013.


Download the book in .pdf (document size: 2,87 ΜΒ)