Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

Μια νύχτα κι ο κόσμος αλλάζει!

Στις 9 Νοεμβρίου του 1989, μια διχοτομημένη πόλη βλέπει το μέλλον με άλλα μάτια. Αυτή την κοσμοϊστορική νύχτα γίνεται μια μικρή ανάσταση. Το σύμβολο του μίσους καταποντίζεται και μια νέα εποχή ξημερώνει.

…Το Βερολίνο! Μια πόλη αντιθέσεων, προπολεμικός παράδεισος που εδώ και δεκαετίες οι συμμαχικές δυνάμεις, το μίσος και η προπαγάνδα είχαν χωρίσει στα δύο. Αυτά σκεφτόταν η Μαρίτα, την ώρα που ξέπνοη σχεδόν κοιτούσε την πύλη του Μαγδεμβούργου, το κοινό πλευρό των σιαμαίων. Η παγωνιά τρυπούσε το σώμα της, καθώς το βλέμμα της καρφώθηκε στο φυλάκιο. Ο κόσμος γύρω της ήταν αφύσικα πολύς, ένα πλήθος που βούιζε. Η Μαρίτα έτριψε τα γαντοφορεμένα χέρια της κι αναρωτήθηκε αν ο Νοέμβριος ήταν τόσο τουριστικός μήνας. Έριξε μια τελευταία ματιά στην πινακίδα που προειδοποιούσε τον ανύποπτο περαστικό πως από αυτό το σημείο έμπαινε στον ανατολικό τομέα, κι απομακρύνθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το τείχος έκανε και τον πιο αδαή να αναρωτιέται πώς ένας σωρός άψυχες πέτρες έφτανε για να χωρίσει ανθρώπους με κοινή καταγωγή, γλώσσα και θρησκεία-τον αδελφό από τον αδελφό. …

…«Το τείχος άνοιξε!» Οι τρεις λέξεις ήχησαν παράδοξα μέσα στην ξαφνική νεκρική σιγή. Από την άλλη άκρη της αίθουσας κάποιος ξερόβηξε. Πέρασαν μερικά λεπτά που κανείς δεν κουνιόταν, λες και χρειαζόταν να χωνέψουν αυτό που έμελλε να αποτελέσει το γεγονός του εικοστού αιώνα. Και ξαφνικά, άνθρωποι από όλες τις μεριές της αίθουσας σηκώνονταν και αγκαλιάζονταν.

Η Μαρίτα παρατηρούσε αποσβολωμένη τους Γερμανούς να κάνουν σαν τα μικρά παιδιά, ώσπου συνειδητοποίησε πως ο πόλεμος είχε κοστίσει και σ’ αυτούς, χωρίζοντας οικογένειες με όγκους τσιμέντου και τούβλων. Επί είκοσι οκτώ χρόνια, χιλιάδες άτομα περίμεναν πίσω από τα συρματοπλέγματα, μέχρι να αντικρίσουν ένα γνώριμο πρόσωπο.

Η συγκίνηση έμοιαζε συμπυκνωμένη σαν ατμός. Κάποιοι άρχισαν να τραγουδούν τον εθνικό ύμνο. Δυο σερβιτόροι έσπρωξαν στην αίθουσα ένα τραπέζι με μια τηλεόραση. Τα κανάλια το ένα μετά το άλλο πρόβαλλαν το απίστευτο νέο. Εικόνες εναλλάσσονταν, τα πλήθη των διαδηλωτών των προηγούμενων ημερών, οι ανθρώπινες αλυσίδες, τα χαρακτηριστικά τραβηγμένα από την αγωνία για τη διεκδίκηση του αυτονόητου, οι συνοριακοί φρουροί να διαφυλάσσουν το πόστο τους σαν τόπο ιερό, και από την άλλη ο κόσμος που ξεχυνόταν στους δρόμους, απ’ τη μεριά του Δυτικού Βερολίνου αυτή τη φορά. Είκοσι οκτώ χρόνια είναι πάρα πολλά για μια διχοτομημένη πόλη. Η κάμερα μετατοπιζόταν, έπιανε παλάμες να σκουπίζουν αμήχανα δακρυσμένα μάτια, νοτισμένα μάγουλα, ανακατεμένα μαλλιά, καθώς Ανατολικοί και Δυτικοί κατευθύνονταν σαν να τους τραβούσε μαγνήτης προς το ίδιο σημείο…

«Η ακριβή ανάσα του νερού», εκδόσεις Μίνωας, σελ. 139, 143-144.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου