Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

Η σωτήρια διάσωση

Εμένα το σόι μου ήταν όλοι έμποροι από κούνια. Και παζάρια ξέρανε να κάνουνε, και να σου πουλάνε παπάδες! Θυμάμαι που ο παππούς μου, ξακουστός στην εποχή του, είχε κάποτε ένα τόπι ύφασμα στα αζήτητα. Πούλαγε όλα τα άλλα, αυτό όμως του έμενε πάντα στο ράφι, σαν ξεχασμένη μεγαλοκοπέλα. Μπαίνει μία στο μαγαζί, νεόπλουτη με μια μύτη να μέχρις εκεί πέρα. Το ένα δεν της έκανε, το άλλο τής ξίνιζε, το τρίτο τής βρώμαγε. Ο παππούς όλο και κατέβαζε τόπια, κι όλο και κοίταζε, δήθεν τυχαία, το τόπι το αραχνιασμένο. Περνάει η ώρα κι έχει απλώσει όλο το μαγαζί μπροστά της. «Μόνο αυτά έχεις καλέ;» ρωτάει αυτή. Ο παππούς κοιτάζει ξανά το τόπι, κουνάει το κεφάλι και, σαν να διστάζει τάχα μου, κάνει: «.Αυτά είναι όλα, κυρία Ευτέρπη μου». «Μα όλο εκεί πάνω κοιτάζεις! Αυτό το ύφασμα γιατί δε μου το έδειξες;» Κάτσε τώρα και θα δεις, σκέφτηκε ο παππούς. «Μα, είναι πολύ ακριβό αυτό το ύφασμα! Το φυλάω για εξαιρετικές περιπτώσεις. Καταλαβαίνετε, λόγω της τιμής του. Αλλά έχει μια αφή, μια ύφανση!» συνέχισε ονειροπόλα, «μεταξωτό από τα βάθη της Τουρκίας». Αλλάζει χίλια χρώματα η δύσκολη πελάτισσα. «Πώς; Το θέλω! Κατέβασέ το τώρα! Το παίρνω όλο!» Κι έτσι ο παππούς ξεφορτώθηκε το ύφασμα, μοσχοπουλώντας το.
Τώρα, γιατί έκανα όλη αυτή την παρένθεση; Μα, για να καταλάβετε πως εγώ καμιά σχέση δεν έχω με τον παππού μου! Μόνο το όνομα έχουμε κοινό! Παναγιώτης ή Πάνος για συντομία. Εμένα, άμα με πιάσει η πονοψυχιά μου, χάρισμα τα δίνω. Άντε να κάνεις προκοπή έτσι.
Εγώ που λέτε, είχα μαγαζί με τα όλα του. Το έκλεισα γιατί δεν έβγαινα. Χρώσταγα παντού! Μετά, άνοιξα μια τρύπα στο Μοναστηράκι, ρούχα από αυτά τα μοδάτα, τα περίεργα, κάτι πετσιά, κάτι καρφιά, κάτι φτερά και πούπουλα. Εκεί, όλα πουλιόντουσαν, μόνο που εγώ δεν μάζευα λεφτά. Τα μισά εμπορεύματα μου τα χρωστάγανε, τα άλλα μισά τα κλέβανε. Με τη σειρά μου, χρώσταγα ξανά σε όλο τον κόσμο! Το κλίμα γινότανε βαρύ κι ασήκωτο. Τα παράτησα, πήρα των ομματιών μου που λένε, πήρα και το πρώτο πλοίο από το λιμάνι και τράβηξα όχι για Χίο και Μυτιλήνη, που λέει το τραγούδι, παρά για Κρήτη, αυτό ήταν το πρώτο δρομολόγιο εκείνη την ώρα.
Κάτι λίγα λεφτουδάκια μου ‘χαν μείνει, πενταροδεκάρες δηλαδή, ίσα-ίσα να πορευτώ μερικές μέρες. Τουλάχιστον, για παρηγοριά, ο καιρός ήταν με το μέρος μου. Προχωρημένη άνοιξη κι η Κρήτη έχει πάντα καλοκαιρία, ειδικά στο Λιβυκό που βρέθηκα μετά από δυο μέρες περιπλάνηση.
Άραξα σε ένα παγκάκι και χάζευα τη θάλασσα. Είχαν αρχίσει να φτάνουν κι οι τουρίστες και να απλώνονται στον ήλιο σαν τα χταπόδια των ταβερνιάρηδων που λιάζονταν κι αυτά στα μπουγαδόσκοινα. Μαχμουρλής, άπλωσα τα πόδια μου, έβαλα και τα χέρια πίσω από το κεφάλι και βολεύτηκα καλύτερα στο παγκάκι. Μισοκοιμισμένος, μισοξύπνιος, άκουγα το αγεράκι που έκανε τις μπουγάδες στις ταράτσες να φουσκώνουν. Και τότε,... μου ήρθε!
Στον ήλιο μοίρα δεν είχα, σκέφτηκα. Με την τιμιότητα, τίποτα δεν έκανα. Άμα γινόμουνα λίγο παράνομος; Να, τόσο δα, όσο πατάει η γάτα! Να αγόραζα καμιά πετσέτα, κανένα μαγιουδάκι, άντε και κανένα αντηλιακό, να πήγαινα στις παραλίες να τα πούλαγα, λέει. Θα ‘χα και καλές τιμές, χρυσές δουλειές θα έκανα, κι ούτε μαγαζιά ούτε σκοτούρες! Η ιδέα μου μού φάνηκε μπάνικη, ένα μικρό πρόβλημα είχα μόνο: για να αγοράσεις, θέλεις λεφτά, κι εγώ απ’ αυτά, δεν είχα. Για πίστωση, μην τα συζητάς! Ούτε που με ήξερε κανένας, και να με ξέρανε δηλαδή, τότε είναι που θα με καρπαζώνανε. «Δε βαριέσαι, κάτι θα σκεφτώ! Σημασία έχει που έκανα την αρχή», παρηγορήθηκα.
Το αγεράκι δυνάμωσε για τα καλά. Σήκωσε το ψαθάκι ενός παππού πιο πέρα, ένα φύλλο εφημερίδας κι ένα καλσόν. Κι ήρθαν όλα και προσγειώθηκαν πάνω μου λες και το παγκάκι ήταν στο μάτι του κυκλώνα. Έδωσα το καπέλο πίσω στον παππού, κράτησα το καλσόν και την εφημερίδα. Είπα και να της ρίξω μια ματιά, έτσι για να σκοτώσω την ώρα μου. «Τι βρίσκεις στις εφημερίδες!», μονολόγησα γελώντας καθώς διάβαζα για έναν σεξομανή λέει, που άρπαζε γυναικεία εσώρουχα από τις μπουγάδες. «Δεν είμαι κλέφτης», δήλωσε στους αστυνομικούς που τον συνέλαβαν. Άκου τον άνθρωπο!
Μηχανικά, κοίταξα το καλσόν, την εφημερίδα και τις μπουγάδες που φούσκωναν ξοπίσω μου. Κοίταξα ξανά με ανάποδη σειρά. «Βρε λες;» «Γιατί, ντροπή είναι;» απάντησα στη συνείδησή μου. «Δεν έκλεψα το καλσόν, ο αέρας το έφερε!» Κι αν έπαιρνα μερικά απλωμένα ρούχα, ένα από δω. ένα από κει, ποιος θα το καταλάβαινε; Ούτε γάτα ούτε ζημιά. Τα πήρε ο αέρας. Τα πήρε και τα σήκωσε και άντε ψάξε βρες τα!
Έπνιξα και τις τελευταίες διαμαρτυρίες της συνείδησής μου και σηκώθηκα. Έκανα μια αναγνωριστική βόλτα στην περιοχή, ήταν κάτι αυλόπορτες ανοιχτές. Με χίλιες προφυλάξεις μπήκα από δω κι από κει. Πήρα τρεις πετσέτες κι ένα αντρικό μαγιό. Και στεγνά και καθαρά, ούτε μικρόβια ούτε τίποτα. Πρώτο πράγμα! Τα δίπλωσα και με τρόπο τα έβαλα σε μια τσάντα που είχα μαζί μου. «Μη με πάρουν και χαμπάρι», είπα και πήγα σε άλλη γειτονιά. Από κει έφυγα με ένα σεντόνι και δυο ψάθες για τη θάλασσα, απλωμένα όλα σε κάτι κάγκελα. Ποιος τους φταίει! Ούτε μανταλάκια δεν είχανε.
Το λεωφορείο μ’ έβγαλε σε μια παραλία πέντε χιλιόμετρα μακριά. Έκοψα κίνηση. Ντόπιος κανείς, όλοι τουρίστες. Ξένοι, άσπροι-άσπροι, που σε λίγο θα ξεροψηνόντουσαν σαν τους αστακούς. Κάθισα απόμερα και περίμενα. Ο ήλιος έκαιγε ψηλά στον ουρανό. Ώρα για δράση! Πούλησα τις πετσέτες, το σεντόνι και το καλσόν. Αυτό το τελευταίο το αγόρασε μια που είχε φλεβίτιδα. Το μαγιό κι οι ψάθες μείνανε, αλλά για πρώτη δόση καλά ήτανε! «Αύριο», είπα, «άλλη παραλία».
Για να μη φλυαρώ και σας πιάσει άδικα πονοκέφαλος, μια παροιμία θα σας πω! Μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και την κακή του ώρα! Οι δουλειές είχαν πάρει να ανοίγουν κι εγώ να ξεθαρρεύω. Με το που έφτανα πια σε μια παραλία, έπιανα να διαλαλώ το εμπόρευμά μου. Η απληστία όμως φίλοι μου, σε κάνει απρόσεκτο. Τις μπουγάδες τις είχα ρημάξει. Ο κόσμος κάτι άρχισε να ψυλλιάζεται. Πόσα ρούχα πια να χάθηκαν; Δε φύσαγε κιόλας, εδώ και δύο μέρες είχε άπνοια.
Κάποιος με είδε και με παρακολούθησε. Αυτό κατάλαβα, σαν είδα τους δύο αστυνομικούς στην παραλία να ρωτάνε κάτι τον τύπο με το αναψυκτήριο. Αυτός κούνησε το κεφάλι καταφατικά, κοίταξε δεξιά κι αριστερά κι έδειξε κατά τη μεριά μου. Οι αστυνομικοί, στην αρχή με το πάσο τους, μετά όλο και πιο βιαστικά, πλησίαζαν. Σωτηρία δεν υπήρχε! Βγάζω το παντελόνι, δίνω μια και πέφτω στη θάλασσα. Στο κολύμπι κανείς δεν με φτάνει. Ξεμάκρυνα με γρήγορες απλωτές. Οι αστυνομικοί έμειναν για λίγο να κοιτάζουν άπραγοι, μετά έβγαλαν τον ασύρματο, σίγουρα να ειδοποιήσουν για ενισχύσεις. Τι να έκανα; Θα πλάκωναν τα λιμενικά και θα μ’ έβγαζαν σηκωτό.
Τότε ήταν που άκουσα τη φωνή στα αγγλικά: «Βοήθεια!» και μετά το ίδιο σε σπασμένα ελληνικά.
Κοίταξα ολούθε μισοτυφλωμένος από τον ήλιο. Είκοσι μέτρα δεξιά μου, ένα κεφάλι ανεβοκατέβαινε στο νερό. «Αμάν, κάποιος πνίγεται!» Απατεώνας, ξεαπατεώνας, έστω και μικρής εμβέλειας, είχα κι ένα φιλότιμο. Κάποιος θα πάτωνε σε λίγο, αν δεν έκανα κάτι! Ξέχασα τους αστυνομικούς, τα λιμενικά, την καταδίωξη, έκανα βουτιά και κολύμπησα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Το μόνο που πρόλαβα να δω ήταν τα μαύρα της μαλλιά που απλώνονταν στο νερό. Την τράβηξα προτού βυθιστεί ολότελα.
Ξεκίνησα για την παραλία. Ας με πιάνανε! Δεν μπορούσα να αφήσω το κορίτσι να μουλιάζει. Πλησίαζα την ακτή κι ο κόσμος όλο και μαζευότανε. Δυο τρεις έπεσαν στη θάλασσα να βοηθήσουν. Βγήκαμε όλοι μαζί. Οι γονείς της κοπέλας κι ο φίλος της πέσανε και με φιλάγανε και μου σφίγγανε το χέρι. Κι άλλοι πολλοί ήρθαν να με συγχαρούν, κι εκεί που άπλωνα κι εγώ το χέρι, όπα! να σου κι οι χειροπέδες.
«Εδώ είσαι πουλάκι μου!» άκουσα τον αστυνομικό χολωμένο. «Εσύ είσαι που ρήμαξες όλες τις μπουγάδες; Για έλα τώρα μαζί μας να μας πεις πού τις άπλωσες».
Βρέθηκα στο κρατητήριο να φυσάω και να ξεφυσάω. Κι όχι τίποτα άλλο, ήμουνα και με το σώβρακο, ολότελα βρεγμένος. Δεν περνάει ώρα κι ακούω φασαρία. «Θυμήθηκαν να μου φέρουν κανένα παντελόνι», είπα μονάχος μου. «Μην αρπάξουμε και καμιά πούντα!»
Οι φωνές πλησίαζαν. Κάποιος κάτι έλεγε στα Αγγλικά, ένας άλλος μετάφραζε. Όλο πλησίαζαν. Ένας αστυνομικός ξεκλείδωσε το κελί.
«Εσύ! Βγες έξω! Άντε, σου ‘φεξε!»
Ο πατέρας της κοπέλας, αυτής που κόντεψε να πνιγεί, εγγυήθηκε να με αφήσουν. Όλο ευγνωμοσύνη με ρώταγε τι ήθελα κι αυτός θα το ‘κανε. Για τη μοναχοκόρη του, την αδυναμία του, θυσία θα γινότανε. Τι σου είναι οι πατεράδες!
Του ζήτησα να μιλήσει στο δικαστήριο.
«Μόνο αυτό;»
«Μόνο αυτό», απάντησα.
Ο δικαστής ήτανε καλός άνθρωπος. Άκουσε την ιστορία μου και κούνησε το κεφάλι. Λευκό ποινικό μητρώο είχα, καλό παιδί με έκοψε, άκουσε και τον ξένο που είχε όνομα στα μέρη του, μαζεύτηκαν κι οι νοικοκυραίοι ζητώντας να μην τιμωρηθώ, τη γλίτωσα φτηνά. Αυστηρή επίπληξη και το κατώτερο της χρηματικής ποινής.
Ο ευεργέτης μου πλήρωσε και βγήκαμε στη λιακάδα.
«Είσαι καλό παιδί, καλό και θαρραλέο», μου είπε. «Άμα θέλεις, έλα μαζί μας. Έχω μια πολύ καλή δουλειά και πάντα μου χρειάζονται νέοι άνθρωποι».
Τον ευχαρίστησα. Θα το σκεφτόμουνα. Έπρεπε βλέπεις να ξεκαθαρίσω αν θα έμενα στο νησί. Τους Κρητικούς, άμα τους πιάσεις στο φιλότιμο, δεν γλιτώνεις! Μου είπαν οι ντόπιοι να με βοηθήσουν ν’ ανοίξω ένα κιόσκι, νόμιμα πια.
Κοίτα να δεις πόσο σωτήρια μπορεί να είναι μια διάσωση!

Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

Ένα υδροκίνητο μουσείο

 Επίσκεψη στην αρχοντική Δημητσάνα και δε θα μπορούσα να μην περάσω από το Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης που δημιουργήθηκε από το Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιά. Πρόκειται για ένα θεματικό τεχνολογικό μουσείο όπου ο επισκέπτης περιδιαβαίνει ανάμεσα στα νερά των πηγών του Αϊ Γιάννη, δίπλα στο Λούσιο ποταμό. Σε έκταση ενός στρέμματος και μέσα σε ένα περιβάλλον που το χειμώνα παίζει ανάμεσα στο ονειρικό και το απόκοσμο, οι εγκαταστάσεις και οι υδροκίνητοι μηχανισμοί μοιάζουν να είναι μέρος της πυκνής βλάστησης. Στο κάθε αναστηλωμένο κτήριο των παραδοσιακών εργαστηρίων φιλοξενείται μία μόνιμη έκθεση που το θεματικό της περιεχόμενο είναι σχετικό με το εργαστήριο όπου στεγάζεται ενώνοντας το χθες με το σήμερα.
Στην είσοδο, μετά τη στέρνα κάνω την πρώτη μου συνάντηση με τη νεροτριβή για την επεξεργασία των υφαντών. Ακολουθεί ο νερόμυλος για το άλεσμα των δημητριακών όπου δεν αρκούμαι στο να βγάλω μια ακόμη φωτογραφία, αλλά, μπαίνοντας στον πειρασμό, ρίχνω μια χούφτα σπόρους καλαμποκιού στην σκαφίδα για να παρακολουθήσω το γήινο θαύμα με τα ίδια μου τα μάτια. Δίπλα ακριβώς το σπίτι του μυλωνά όπου χαζεύω τη φυσική ομορφιά της Αρκαδίας μέσα από φωτογραφίες του δέκατου ένατου αιώνα.
Κι εκεί που περπατάω ανέμελη βρίσκομαι ξαφνικά μπροστά στο ρακοκάζανο σε πλήρη ετοιμότητα για την παραγωγή του τσίπουρου. Λίγο πιο κάτω, να και το σπίτι του βυρσοδέψη και πιο χαμηλά το βυρσοδεψείο. Το κρύο περονιάζει αλλά ο κόσμος παρακολουθεί απερίσπαστος το βίντεο που εξηγεί τη διαδικασία. Περνάω ή μάλλον ονειροβατώ ανάμεσα στις γούρνες χαζεύοντας τα απλωμένα δέρματα.
Βγαίνω και ακροβατώ στις πέτρες τις φαγωμένες από τον νερό και τους λειχήνες δίπλα στον καταρράκτη που δημιουργεί ένα σύννεφο υδρατμών.
Το τελευταίο τμήμα του λιθόστρωτου με οδηγεί στον μπαρουτόμυλο. Μπαρούτι και Δημητσάνα εξάλλου συνειρμικά ταυτίζονται. Λίγο πριν την επανάσταση του 1821, η περιοχή φτάνει να έχει δέκα τέσσερις μπαρουτόμυλους. Συνηγορεί βέβαια η απομονωμένη θέση της, η τεχνογνωσία, αλλά και η ύπαρξη των πρώτων υλών, του άφθονου τρεχούμενου νερού και της χρηματοδότησης . «Μπαρούτι είχαμε, έκαμνε η Δημιτζάνα» έγραφε χαρακτηριστικά ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.
Φτάνω στο τέλος και κάνω την ανάποδη διαδρομή μπαίνοντας ξανά στις εγκαταστάσεις σαν να θέλω να εντυπωθώ όλες τις λεπτομέρειες. Ανηφορίζω τα τελευταία σκαλιά και βγαίνω προς τα δεξιά εκεί που αιωνόβιοι πλάτανοι στέκονται πιστοί φύλακες του τοπίου. Περπατάω μέχρι την άκρη του ξύλινου πλατώματος, τα σανίδια τρίζουν κάτω από τις μπότες μου. Παίρνω βαθιά ανάσα. Άρχισε να ψιλοβρέχει. ΟΙ σταγόνες γίνονται όλο και πιο δυνατές, ραπίζουν το πρόσωπο, μουσκεύουν τα ρούχα. Δε με νοιάζει. Κοιτάζω το τοπίο μαγεμένη. Ίσως είναι η μυρωδιά της γης και των προϊόντων της, ίσως πάλι κι αυτή η δύναμη του νερού καθώς το νιώθεις να τρέχει παντού. Περνάς πάνω του δρασκελίζοντας μικρά γεφύρια ή δίπλα του ακούγοντας το γουργουρητό του. Το αφήνεις πίσω σου νοιώθοντας όμως την παρόρμηση να γυρίσεις το κεφάλι σαν τη γυναίκα του Λωτ και να το δεις να κοχλάζει και να σου φωνάζει. Τι φέρνει μαζί του άραγε; Ιστορίες ανθρώπων άλλων εποχών; Φωνές μαζί με παραγγέλματα, βιαστικά βήματα, βλέπεις τα μουλάρια που κουβαλούν τα φορτώματα, τσεμπεροφορεμένες γυναίκες με βαριούς μπόγους στην πλάτη.

Η βροχή δυναμώνει πια. Τα νερά που στέλνει ο ουρανός ενώνονται με τη γοργή πορεία του Λούσιου. Φεύγω αλλά ένα κομμάτι μου μένει πίσω. Επίτηδες, για να με ακούσει το ποτάμι να υπόσχομαι πως θα ξαναγυρίσω. 

Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2014

Φρεντ Βαργκάς: Ρώτα τον άνεμο

Στον ορεινό όγκο του Μερκαντούρ οι φονικές επιθέσεις σε κοπάδια προβάτων γίνονται ο φόβος των κατοίκων. «Οι λύκοι!», έτσι είπαν και μετά ένας και μόνο λύκος, θηρίο υπερφυσικό. Τα αποτυπώματα των δοντιών τεράστια. Και κάπου εκεί το πρώτο ανθρώπινο θύμα. Ποιος είναι αυτός που ακολουθεί μια προδιαγεγραμμένη πορεία; Οι επιθέσεις και οι φόνοι έχουν μια τυποποίηση, κάτι σαν τελετουργικό. Πολύ σύντομα, σαν τον άνεμο, οι εικασίες και η φημολογία γίνονται βεβαιότητα. Και να ο αποδιοπομπαίος τράγος, ένας ακοινώνητος άνδρας που ακούει στο όνομα Μασάρ. Σφαγέας στο επάγγελμα, τι τον εμποδίζει να σκοτώσει και ανθρώπους; «Δεν έχει τρίχες! Ξέρεις γιατί; Γιατί είναι το μέσα έξω». Αυτά λένε οι άνθρωποι της υπαίθρου καθώς το «θηρίο» προχωρά ακάθεκτο προς το Παρίσι. Ο τρόμος εντείνεται. Δυο άντρες και μια γυναίκα ακολουθούν τα φονικά ίχνη έως ότου θα συναντηθούν με τον αστυνόμο Ανταμσπέρ που αναλαμβάνει άτυπα την υπόθεση. Το τι γίνεται μετά το αφήνω να αιωρείται, αποκαλύπτοντας μόνο πως η γυναίκα είναι παλιά γνώριμη του αστυνόμου.
Η Φρεντ Βαργκάς επιλέγει τον ιδανικό τόπο και χαρακτήρες για να στήσει την πλοκή της ιστορίας της. Ένα βουκολικό, απομονωμένο τοπίο, άνθρωποι μονόχνοτοι, παράξενοι, λιγομίλητοι, άνθρωποι που δύσκολα αποδέχονται τις αλλαγές, δεν το έχουν όμως σε τίποτα να αναζωπυρώσουν λόγια του αέρα. Πολύ επιτυχημένος ο τίτλος στα ελληνικά, «ρώτα τον άνεμο» που είναι όχι μόνο ο άνεμος της φημολογίας, αλλά και αυτό που και αλλάζει και μένει σταθερό, σαν τους δυο ήρωες, την Καμίγ και τον Ανταμσμπέρ. Αυτός αντισυμβατικός, με έναν δικό του τρόπο σκέψης, εκείνη προσπαθεί να αποπέμψει την ευαισθησία που μπορεί να την οδηγήσει σε δεύτερες σκέψεις, με το ένα πόδι στη σύνθεση μουσικής και το άλλο στον «κατάλογο των επαγγελματικών εργαλείων». Μια γυναίκα κι ένας άντρας «το μέσα έξω», για να αναφερθώ σημειολογικά στον πρωτότυπο τίτλο του μυθιστορήματος. Δυο άνθρωποι που προσπαθούν να συμβιβάσουν σκληρότητες και ευαισθησίες και να βρουν τον δικό τους τρόπο να εκφραστούν. Κι ανάμεσά τους, αυτά τα λόγια, τα δικά τους και των άλλων, σαν τον άνεμο.

…Η υπόθεση του Μερκαντούρ έπαιρνε άσχημη τροπή. Η ένταση δυνάμωνε μαζί με τις διαστάσεις του θηρίου. Μέσα σ’ ένα μήνα το θεριό θα έφτανε τα τρία μέτρα. Συνηθισμένα πράγματα. Ο αστυνόμος είχε ακούσει πολλά θύματα επίθεσης να περιγράφουν αυτόν που τους είχε επιτεθεί: πανύψηλο, τερατόμορφο κτήνος, με παλάμες σαν πιάτα. Κι ύστερα έπιαναν τον ένοχο και συνέβαινε το θύμα να διαπιστώνει με απογοήτευση ότι ο υποτιθέμενος γίγαντας δεν ήταν παρά ένα μίζερο συνηθισμένο πλάσμα. Όσο για τον ίδιο τον αστυνόμο, είκοσι πέντε χρόνια θητείας στην αστυνομία τού είχαν μάθει να φοβάται τους συνηθισμένους ανθρώπους και ν’ απλώνει το χέρι σε γίγαντες και δύσμορφους, που, από παιδιά έμαθαν να κρατούν χαμηλά τους τόνους για να τους αφήνουν στην ησυχία τους. Οι συνηθισμένοι άνθρωποι δεν έχουν τη σύνεση να κρατούν χαμηλά τους τόνους…


«Ρώτα τον άνεμο», ένα αντισυμβατικό αστυνομικό μυθιστόρημα που κρατάει το ενδιαφέρον μέχρι την τελευταία στιγμή. Από τις εκδόσεις Σύγχρονοι ορίζοντες. 

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

Μαρία Χίου: Χέρια γυμνά

Ο Ορέστης κι ο Λεωνίδας. Δίδυμοι, μωρά ολόιδια που τα δένει ένα κοινό δάχτυλο. Οι γιατροί είπαν πως δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας. Θα τα χώριζαν μόλις μεγάλωναν λίγο, χωρίς να επηρεαστεί κανένα ζωτικό όργανο από την εγχείρηση. Κι έτσι ο Ορέστης πήρε το μερίδιο του λέοντος να συνεχίσει τη ζωή αρτιμελής κι ο Λεωνίδας την αίγλη του ονόματός του και εννέα δάχτυλα.
Ένα σπίτι στην Αθήνα, γεμάτο κι όμως λειψό. Ο Παντελής, δάσκαλος μουσικής, χαμένος στις νότες του και πιο πέρα η μάνα, η Σοφία, πολύ πιο πέρα, μακριά, με το νου στην Χαλκίδα που άφησαν, με το μυαλό στον Γιάννη. Μέχρι που το σώμα πετάει εκεί να τον βρει. Κι η οικογένεια πίσω μετέωρη. Ο Παντελής να φροντίσει τους δίδυμους, τον Ορέστη και τον Λεωνίδα. Τι κι αν ο Λεωνίδας είναι αυτός που έχει κληρονομήσει το χάρισμα της μουσικής από τον πατέρα του; Εκείνος δεν έχει μάτια και στοργή, έπαινο και χάδια παρά μόνο για τον άλλον, τον αρτιμελή. Τι κι αν το παιδί με τα εννέα δάχτυλα κρατάει το χέρι του αδελφού του όπως τότε στην κοιλιά της μάνας τους; Τι κι αν τον βγάζει από τις κακοτοπιές, αναλαμβάνοντας τα δύσκολα; Μέχρι που δεν πάει παραπέρα. Εκεί στα δεκαεπτά, ο Λεωνίδας θα περπατήσει τελευταία φορά στη θέση του αδερφού του μαζί με την Ειρήνη όλη νύχτα, όπου τους πάνε οι γραμμές του τρένου.
Χέρια που κρύβονται από γάντια, χέρια που χορεύουν στις χορδές της κιθάρας, κι άλλα που μένουν πίσω να χαϊδέψουν την Έλλη της χίμαιρας. Ο Ορέστης της Αθήνας κι ο Λεωνίδας της Σάμου. Κι οι δυο τους στο δικό τους σκοτάδι. Μια καριέρα επιτυχημένη, ένας γάμος, ένα παιδί για τον αρτιμελή. Ο καφενές του Κυριάκου και μια αυλή με δυο γαρδένιες κι έναν βασιλικό για το φρικιό.
Μητέρες που είναι παρούσες απούσες. Η Σοφία που ζύγισε λάθος ανάμεσα στα παιδιά της και τον Γιάννη, η Ελένη που τυφλώνεται από την ανταγωνιστική αγάπη για το μοναχοπαίδι της, η μάνα της Έλλης σε ένα «χωριό» που κανείς δεν ξέρει πού βρίσκεται, η Έλλη που επαφίεται στα ακριβά δώρα για να έχει τη συμβατική αγάπη της Μαργαρίτας. Κι εκείνη η Δέσποινα στο κάδρο, να κοιτάζει τον Κυριάκο που ποτέ δεν την έκανε μάνα.
Η Μαρία Χίου πλέκει δυνατά συναισθήματα περνώντας τους ήρωές της από τα όνειρα στην πραγματικότητα. Κι είναι αυτά τα όνειρα προφητικά, αβυσσαλέα, που εκείνοι επιλέγουν να αφήσουν στην άκρη της συνείδησής τους και να συνεχίσουν την καταστροφική τους πορεία. Μέχρι εκεί που δεν παίρνει άλλο. Γιατί τα χέρια πρέπει να γυμνωθούν, κι αυτοί που τα ορίζουν να μάθουν να δέχονται την αλήθεια, όποια κι αν είναι, κι οι άλλοι που τα βλέπουν, να καταλάβουν κι αυτοί τι σημαίνει να αντικρίζεις το φεγγάρι κι όχι το δάχτυλο που το δείχνει. Κι όταν τ’ ανοίγεις αυτά τα χέρια καθώς από κάτω σου έχεις το κενό, να ξέρεις πως κάποιος είναι εκεί να σε κρατήσει. Μα αυτός ο κάποιος πρέπει να είναι ο ίδιος σου ο εαυτός, αλλιώς η ζωή χάνεται κι ο χρόνος αδηφάγος κι αδιάφορος, ροκανίζει αισθήματα κι αναμνήσεις. Και το τέλος; Ένα μάθημα της ίδιας της ζωής, πως κανείς δεν πρέπει να ζητάει αυτό που δεν του ανήκει. Τότε θα βγει από το κλουβί φυλακή, σαν αυτό το τσίγκινο που ο Λεωνίδας αγόρασε από το Μοναστηράκι και το κρατάει κοντά του, επίμονα άδειο. Μια φυλακή χωρίς κρατούμενους και επισκέπτες, μια ονειροπαγίδα για τις άλλες φυλακές, τις αληθινές που κρατούμενοι και επισκέπτες κοιτάζονται καθισμένοι αντικριστά σε δυο καρέκλες πλαστικές με ένα τραπέζι ανάμεσά τους. Τόσο μικρή απόσταση κι όμως τόσο μεγάλη. Ποιες αλήθειες να τολμήσεις να αφήσεις σε ένα παρακατιανό τραπέζι που η αθλιότητά του συμβολίζει τη ζωή που εσύ επέλεξες;
…Ο άνθρωπος είναι το μόνο πλάσμα που φτιάχνει κλουβιά, τα γεμίζει, τους βάζει πόρτες… Έπειτα βάζει μέσα σκέψεις, επιθυμίες, φόβους, τον εαυτό του τον ίδιο. Για ασφάλεια, γιατί έτσι πρέπει. Όλοι αυτό κάνουν. Αρκεί να μην ξεχαστούν και κλείσουν την πόρτα…
Το «Χέρια γυμνά» είναι ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα για τις ζωές που νομίζουμε πως δεν διαλέξαμε και για εκείνες τις άλλες που κρατάμε φυλακισμένες. Ένα μυθιστόρημα ντυμένο με όνειρα πάνω σε σύννεφα γεμάτα μουσική.

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μίνωας.