Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Μιχάλης Σπέγγος: Γκρέτα



Ένα ειδυλλιακό περιβάλλον, μια βίλα κάπου σε ένα νησί. Η ιδιοκτήτρια με τον σύντροφό της και ένα άλλο ζευγάρι οι οποίοι θα δράσουν ως οικοδεσπότες, έχουν προσκαλέσει πέντε καλεσμένους για το Σαββατοκύριακο. Αυτή όμως δεν είναι μια συνηθισμένη πρόσκληση για ένα συνηθισμένο σαββατοκύριακο. Οι καλεσμένοι και οι οικοδεσπότες γνωρίζονται άμεσα ή έμμεσα. Στο υπόγειο της βίλας βρίσκεται δεμένος και φιμωμένος ένας άντρας που κάνει απέλπιδες προσπάθειες να ελευθερωθεί. Ποιος είναι αλήθεια; Ποιοι είναι αυτοί οι δέκα άνθρωποι;
Καθώς η πλοκή εξελίσσεται θα μάθουμε πως οι εννέα θα αποτελέσουν ένα ιδιότυπο δικαστήριο: τα δύο ζευγάρια (οι οικοδεσπότες Αναλίζα και Βαγγέλης και οι φίλοι τους Γκρέτα και Παύλος) είναι οι κατήγοροι που με τη βοήθεια μαρτύρων θα στοιχειοθετήσουν την αναλγησία του κατηγορουμένου. Εκείνος; Εγκληματίας χωρίς ίχνος μεταμέλειας, αποτρόπαιος και καθ’ έξιν.
Οι πέντε ένορκοι (οι προσκεκλημένοι Μιχάλης, Ηλιάνα, Ελπίδα, Γιώργος και Γιάννης), άνθρωποι διαφορετικοί μεταξύ τους –δύο δικηγόροι, μία συγγραφέας, ένας δημοσιογράφος, πρώην άνθρωπος της τηλεόρασης, και ένας αναρχικός, πρώην γιατρός- πρέπει να αποφασίσουν αν ο κατηγορούμενος είναι ένοχος οπότε θα εκτελεστεί ή αν θα αφεθεί ελεύθερος. Προσέξτε: Όχι αθώος, αφού τα εγκλήματα και η ενοχή είναι αποδεδειγμένα, αλλά αν, παρά ταύτα, θα αφεθεί ελεύθερος στην κοινωνία. Για να γίνει όμως το ένα από τα δύο, η απόφαση των ενόρκων θα πρέπει να είναι ομόφωνη. Αν κάποιος από τους ενόρκους δεν αποδεχτεί τη διαδικασία και αποχωρήσει, αυτό αυτόματα σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος θα εκτελεστεί.
Κατήγοροι, ένορκοι και κατηγορούμενος θα συγκρουστούν μεταξύ τους, αλλά θα βρεθούν και αντιμέτωποι με τον εαυτό τους ή αυτό που λέμε συνείδηση. Από τους πέντε ενόρκους, η συγγραφέας είναι εξ αρχής αντίθετη με όλα αυτά για ανθρωπιστικούς λόγους. Πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να γίνει κριτής-Θεός; Παρακολουθούμε το πώς εξελίσσεται η εκάστοτε ψηφοφορία των ενόρκων. Πώς τελικά ακόμη και αυτοί που καταδίκασαν σε θάνατο τον κατηγορούμενο, παίρνουν πίσω την απόφασή τους. Προτάσσονται στα υπέρ και τα κατά ο προβληματισμός της πολιτικής ορθότητας, ο παραδειγματισμός, η μετάνοια, το ακαταλόγιστο, η ίδια η σαθρή κοινωνία. Το εύρημα της κρυφής ψηφοφορίας εντείνει ακόμη περισσότερο την αγωνία.
Τελικά κανένας δε θέλει να λερώσει τα χέρια του με αίμα. Μα ούτε και ο Πόντιος Πιλάτος ήθελε, θα πει κάποιος. Ναι, μόνο που εδώ η διαφορά είναι πως δεν έχουμε να κάνουμε με τον αμνό του Θεού, αλλά με έναν θρασύτατο άνθρωπο που πατάει επί πτωμάτων. Κάποιον που δε διστάζει να βρίσει χυδαία, ίσως και αυτό το ρυπαρό και δύσοσμο λεξιλόγιό του τον ηδονίζει και τον κάνει να νιώθει πως είναι πάνω από όλους και από όλα. Και όμως, είναι ένας θρασύδειλος, ένα ανθρωπάκι που βάζει άλλους να κάνουν τις βρωμοδουλειές του, που έχει συνηθίσει να αποκτάει τα πάντα με χρήμα και το περιβόητο «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;», που δε διστάζει όταν έχει να κάνει με αδύναμους. Ο κατηγορούμενος Βασίλης Καρατζάς είναι στην ουσία ένα μόρφωμα της κοινωνίας. Θα μας κάνει να παραδεχτούμε ότι η ίδια η κοινωνία τον μετέτρεψε σε τέρας όταν σε μικρή ηλικία αναγκάστηκε να υπερασπιστεί τον εαυτό του; Ανθρωπάκι κι αυτός όταν βιώνει τη μοναξιά και το άγγιγμα του θανάτου. Έλλογο ον που φτάνει την πνευματικότητα της αμοιβάδας και για μια στιγμή γίνεται ίδιος με τα θύματά του, καθώς εκλιπαρεί για τη ζωή του. Μα χρησιμοποιεί βέβαια κάθε μέσο. Όταν η μπόχα από τον δικό του φόβο έχει εξατμιστεί, ο Καρατζάς κι ο κάθε Καρατζάς αυτού του κόσμου οσμίζεται στον αέρα τις ανθρώπινες αδυναμίες, για να δει με ποιον τρόπο θα είναι ξανά αυτός ο κερδισμένος. Μα από την άλλη, και η Γκρέτα διαμορφώνεται κατά ένα τρόπο ανάλογο. Θα βάψει τα χέρια της με αίμα. Πόσο διάφανο όμως γίνεται αυτό όταν προβάλεις το γενικό καλό και την προάσπισή του!
Παρακολούθησα με ενδιαφέρον αυτή την «παρωδία δίκης». Την μαεστρία με την οποία ο Μιχάλης Σπέγγος φέρνει στη θεατρική σκηνή ένα ηθικό δίλημμα. Πώς να διευθετήσει κανείς θέματα βαριά όπως η ελευθερία, ο θάνατος, η αυτοδικία, ο κάθε λογής σωφρονισμός, η ίδια η θανατική ποινή; Το άτυπο δικαστήριο που θα σχηματιστεί δεν θα αποφασίσει για την τύχη ενός μόνο ανθρώπου αλλά θα θέσει αμείλικτα ερωτήματα σε πρωταγωνιστές και κοινό. Και ανάλογα με τον τρόπο που θα βιώσει κανείς τα δρώμενα θα συμμετάσχει ή θα μείνει αμέτοχος.
Το τέλος του έργου έρχεται με μια ανατροπή. Καθώς για εμένα τα δύο κύρια πρόσωπα είναι ο κατηγορούμενος Καρατζάς και η Γκρέτα, μία διφορούμενη γυναίκα, μία ήδη πάσχουσα προσωπικότητα, το ερώτημα του τέλους είναι τι ακριβώς σημαίνει τέλος. Είναι άραγε το πάτημα της σκανδάλης; Με μία απλή κίνηση όλα μπαίνουν στη θέση τους και ο θεατής (όπου στη θέση αυτή βρίσκονται πλέον και οι πέντε ένορκοι και οι τρεις υπόλοιποι κατήγοροι) νιώθει να τον αγγίζει η κάθαρση; Ή αυτό που μένει είναι η παρωδία των πάντων και η, στο όνομα της επούλωσης ενός ήδη καταρρακωμένου εγώ, απλή εκδίκηση; Ποια είναι αλήθεια αυτή η Γκρέτα που μαθαίνουμε ότι η μητέρα της βιάστηκε και θανατώθηκε και η ίδια έγινε κατόπιν εξτρεμίστρια, επαναστάτρια; Τι είναι τελικά η κοινωνία που ζούμε, αυτή που οι ίδιοι δημιουργήσαμε; Κάπου το ηθικό και το νόμιμο δεν είναι το δίλημμα. Για την Γκρέτα, το δίλημμα ήταν εξ αρχής ανύπαρκτο. Στο μυαλό της, όπως το κατανόησα εγώ, υπήρχε μόνο η εκδίκηση. Μια εκδίκηση που ίσως δεν την κάνει τον μόνο τιμωρό καθώς με τον τρόπο που επέλεξε, οδήγησε και όλους τους υπόλοιπους να γίνουν ηθικοί αυτουργοί ενός εκλήματος.
Σίγουρα η διαμόρφωση μιας εικόνας, μιας άποψης, ενός συμπεράσματος ποικίλει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Όπως σίγουρο είναι ότι αυτός που θα νιώσει το συγκεκριμένο έργο να τον αγγίζει έστω και λίγο, θα προβληματιστεί πάνω στο τι είδους δημιούργημα είναι ο άνθρωπος και τι λογής είναι τα εκάστοτε δικά του δημιουργήματα.
Στην κοινωνία, στον κόσμο που ζούμε, ένας γιατρός, ένας καθηγητής φιλοσοφίας, ένας συγγραφέας, ένας πιλότος της Πολεμικής Αεροπορίας, ένας δικηγόρος, μια τηλεοπτική περσόνα, άτομα με μία «άλφα» αναγνωρισιμότητα έχουν υιοθετήσει ένα status ζωής κατά το «επαγγελματικό» τους γίγνεσθαι. Κάποιος επίσης που έχει εξασφαλίσει έναν άνετο τρόπο ζωής, όπως η οικοδέσποινα, έχει την πολυτέλεια να κρίνει χωρίς να κριθεί. Την ίδια πολυτέλεια που είχε και ο κατηγορούμενος, από άλλη σκοπιά όμως.
Και για τον απλό καθημερινό άνθρωπο, τον κάθε ασήμαντο σημαντικό ή το αντίθετο, τι σημαίνουν όλα αυτά; Μήπως το να ανοίξει τα μάτια και να διακρίνει επιτέλους ότι και ο ίδιος μπορεί κάλλιστα να βρεθεί στη θέση ενός ενόρκου που σαν μαριονέτα άγεται και φέρεται μέσω ενός πλέγματος νημάτων που δεν είναι τίποτα περισσότερο από τις πολλαπλές ερμηνείες της λέξης «κατεστημένο»;

Ένορκος ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΥΔΙΚΟΣ: Δημήτρης Πλειώνης.
Κατήγορος ΠΑΥΛΟΣ ΔΑΝΕΖΗΣ: Νίκος Βουτενιώτης
Ένορκος ΕΛΠΙΔΑ ΔΗΜΗΤΡΑΚΗ: Νικαίτη Κοντούρη
Κατήγορος ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ: Σταύρος Μπαφέτης
Ένορκος ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΟΡΜΠΑΣ: Δημήτρης Σταμούλης
Κατηγορούμενος ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ: Γιώργος Καλόξυλος
Κατήγορος ΑΝΑΛΙΖΑ ΚΡΟΙΣΟΥ: Μαρία Καστάνη
Ένορκος ΗΛΙΑΝΑ ΜΑΚΡΗ: Αναστασία Καλλιοντζή
Κατήγορος ΓΚΡΕΤΑ ΝΙΛΣΕΝ: Ευαγγελία Καπόγιαννη
Ένορκος ΜΙΧΑΛΗΣ ΡΑΖΗΣ: Πέτρος Αλατζάς
Μάρτυρες: Χριστίνα Σταματάκη, Μάριον Μπιτσόλα
Αφηγήτρια: Έλενα Παπαβασιλείου
Μουσική επιμέλεια: Έφη Σουλή
Η παράσταση δόθηκε στο πολιτιστικό κέντρο Ακαδήμεια την Πέμπτη 17 Ιανουαρίου του 2013.

Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

Λυπάμαι, αλλά δε μας κάνετε!

Και η πολυαναμενόμενη απάντηση από τον εκδοτικό οίκο ήρθε. Ανοίγουμε το φάκελο (φυσικό ή ηλεκτρονικό, βρισκόμαστε στην εποχή του διαδικτύου εξάλλου) ή απαντάμε στο τηλέφωνο εναγωνίως, και διαβάζουμε ή ακούμε ένα ολοστρόγγυλο όχι.
Δεν πανικοβαλλόμαστε, δε θα κόψουμε τις φλέβες μας, ούτε θα επικαλεστούμε θεούς και δαίμονες για εκτόνωση. Ας δούμε την κατάσταση ψύχραιμα και λογικά. Όλα είναι πιθανά σε αυτόν τον κόσμο και εμείς τα εξετάζουμε. Μπορεί το χειρόγραφό μας να μη διαβάστηκε καν. Μπορεί όντως να ισχύει η πλέον τυπική απάντηση που λαμβάνει κανείς: «Το εκδοτικό μας πρόγραμμα είναι πιεσμένο» ή «το έργο σας είναι ενδιαφέρον, αλλά δεν εντάσσεται στα άμεσα εκδοτικά μας σχέδια».
Μια απόρριψη είναι η ώθηση για μία εκ νέου προσπάθεια. Ξανακοιτάζουμε τα γραπτά μας. Ευκαιρία να δούμε με άλλη ματιά αν όντως κάπου χωλαίνουν. Σε περίπτωση που αυτό συμβαίνει, σπανιότατα ο εκδοτικός οίκος θα δικαιολογήσει την άρνησή του κάνοντας μνεία σε ελαττώματα αυτής καθεαυτής της γραφής.
Ας ρωτήσουμε λοιπόν ξανά τον εαυτό μας τα εξής: «Ποιος εκδοτικός οίκος εκδίδει αντίστοιχα της δικής μου θεματολογίας έργα;» «Τι ζητάει η αγορά του βιβλίου αυτή τη στιγμή;» «Είναι το κείμενό μου τακτοποιημένο;» Ευκαιρία να ξανακοιτάξουμε το βιογραφικό μας, την περίληψη, τυχόν παραλείψεις δικές μας.
Κι αφού απαντήσουμε στα παραπάνω, ας σκεφτούμε επίσης ότι το ταλέντο δεν αρκεί να υπάρχει αλλά πρέπει και να αναδειχθεί. Πότε γίνεται αυτό; Ο σίγουρος δρόμος είναι ο πιο μακρύς, θα έλεγα.
Η Margaret Mitchell απορρίφθηκε 38 φορές μέχρι να κατορθώσει να εκδοθεί το όσα παίρνει ο άνεμος. Η Meg Cabot έλαβε 17 αρνητικές απαντήσεις για τα ημερολόγια μιας πριγκίπισσας. Ο Μόμπυ Ντικ του Herman Melville απορρίφθηκε εν πρώτοις, γιατί το έργο θεωρήθηκε ακατάλληλο για το νεανικό κοινό της Μεγάλης Βρετανίας. O Charles Bukowski έλαβε τόσες απορριπτικές επιστολές που έφταναν για να τις χρησιμοποιήσει σαν ταπετσαρία για τους τοίχους του. «Παράλογο, ανιαρό, χωρίς φαντασία» χαρακτήρισε ένας εκδότης το ο άρχοντας των μυγών του William Golding.
Ο κατάλογος δεν έχει τέλος. 
Για να κατανοήσουμε όμως το παράλογο μέσα στο λογικό ή έστω το αντίθετο, παραθέτω σε συντόμευση την απάντηση που έδωσε το 1912 ο εκδότης Arthur Fifield στην Gertrude Stein: «Κυρία μου, είμαι μόνο ένας…Μία ύπαρξη…με μια ζωή να ζήσω, με εξήντα λεπτά μόνο μέσα στην ώρα…με ένα ζευγάρι μάτια, ένα μυαλό. Κι αφού είμαι ένας, που έχει μόνο ένα ζευγάρι μάτια…μόνο μια ζωή, δε μπορώ να διαβάσω το χειρόγραφό σας τρεις και τέσσερις φορές…μια ματιά μόνο είναι αρκετή…με το ζόρι θα πουλούσε έστω κι ένα αντίγραφο…σας το επιστρέφω συστημένο, ένα χειρόγραφο, με ένα ταχυδρομείο». Προβοκατόρικη και γεμάτη βερμπαλισμούς η επιστολή. Έλλειψη διαίσθησης, λάθος χρόνος, λανθασμένη επιλογή εκδοτικού οίκου; Την απάντηση την έδωσε σίγουρα η ιστορία της λογοτεχνίας. 
Ταλέντο, τύχη, υπομονή και επιμονή είναι τα τέσσερα στοιχεία που απαιτούνται σε κάθε τι που κάνουμε. Ισχύουν και με το παραπάνω στη συγγραφή. «Το να γράψεις ένα βιβλίο είναι μια περιπέτεια. Στην αρχή είναι παιχνίδι κι ευχαρίστηση, Μετά γίνεται ερωμένη, αφέντης, τύραννος. Και πάνω που πας να συμφιλιωθείς με την υποτέλειά σου, σκοτώνεις το τέρας και το πετάς στο κοινό». Είναι τα λόγια του Winston Churchill. 
Αυτή η άγια ώρα που όλοι οι συγγραφείς περιμένουν, κάποτε γίνεται πραγματικότητα. Είναι όμως ο δρόμος στρωμένος με ροδοπέταλα ή τα φαινόμενα απατούν;
φωτο: Sean MacEntee 


Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2013

Φαύστα του Μποστ: μια κοινωνική προσφορά



Στις 11 Ιανουαρίου στο κατάμεστο βιβλιοκαφέ Έναστρον είχα την τύχη να απολαύσω μια καταπληκτική Φαύστα του Μποστ σε θεατρικό αναλόγιο. Ηθοποιοί, επαγγελματίες και ερασιτέχνες, ένωσαν τις δυνάμεις τους αφιλοκερδώς κι έστησαν ή μάλλον αποθέωσαν την παράσταση. Χωρίς σκηνικά, με λιτά κοστούμια που η εφευρετικότητά τους όμως συνέβαλε τα μέγιστα. Γιατί, τι χρειάζεται αλήθεια κανείς πέρα από πάθος και μεράκι για να μεταδώσει κάτι από τη δική του ψυχή;
Ο κόσμος στην κυριολεξία «πατείς με πατώ σε» κρεμόταν από το έμμετρο και βιτριολικό κείμενο του Μποστ. Τα γέλια γέμισαν τον χώρο. Μα τι να πρωτοπώ; Για τη Φαύστα που και μόνο για να δηλώσει πόσο αλλού βρίσκεται ως ηρωίδα συνδύασε το βαμπ με ένα κοκοροκέφαλο καπελάκι που έδειχνε ακριβώς πόσο «κουκουρούκου» ήταν; Τον Γιάννη που κάνει την εμφάνισή του φορώντας μία μάσκα ψαρέματος και κρατώντας ψαροντούφεκο ενώ απαγγέλει με μπρίο σαν κορυφαίος τραγωδίας; Την Μαριάνθη, την υπηρέτρια που με γνήσια ξενόφερτη αξάν, τεράστιες χνουδωτές παντόφλες ζωάκια κι ένα πούπουλο ξεσκονίσματος «ξεσκονίζει» ταυτόχρονα και τους μεσοαστούς και ευρισκόμενους στην κοσμάρα τους αφεντικούς της; Το Ριτσάκι που «άδει» ως γνήσια ρεμπέτισσα την ιστορία της μέσα στην κοιλιά του φοβερού κήτους; Τον κύριο Ιατρού που το ψαθάκι του και η γαλλική προφορά του προκάλεσαν σάλο; Τον υιό που με το τεράστιο γλειφιτζούρι και την επιμονή του να αλλάζει το υποκείμενο του ποιήματος που απάγγελε από Πέρσες σε Τούρκους έκανε την αίθουσα να σείεται; Δε θα μπορούσα φυσικά να παραλείψω τον σκύλο που κυριολεκτικά έκλεψε την παράσταση αντικαθιστώντας τις απούσες Γάτες.
Συντελεστές της παράστασης:
Φαύστα: Κωνσταντίνα Ανδριοπούλου-Ηθοποιός
Πρόλογος/Γιάννης: Τάσος Παπαναστασίου-Ηθοποιός/Εικαστικός/ Κοσμηματοποιός
Ελένη/Μαριάνθη: Αλίκη Παπαχελά-Ηθοποιός
Ριτσάκι/Κα Ιατρού: Αναστασία Καλλιοντζή-Δικηγόρος/ Συγγραφέας/Φίλη των ηθοποιών
Κος Ιατρού: Θανάσης Φλωράς-Οδοντίατρος/Φίλος των ηθοποιών
Υιός: Ηλίας Πετροπουλέας-Ηθοποιός
Γάτες: ο σκύλος Λάκυ
Λίγα λόγια για την υπόθεση του έργου:
Μία ημέρα ο Γιάννης πάει για ψάρεμα. Αμελώς, χάνει την τετράχρονη κόρη του, το Ριτσάκι. Ως εκ θαύματος, δώδεκα χρόνια μετά, η απολεσθείσα κόρη εμφανίζεται στην πατρική οικία βγαίνοντας στο φως καθώς η Μαριάνθη, η υπηρέτρια καθαρίζει ένα μεγάλο ψάρι. Το Ριτσάκι αφηγείται τις περιπέτειές του στην κοιλιά του κήτους, πλην όμως έχει και πάλι άδοξο και οριστικό τέλος καθώς οι γάτες την οσμίζονται που μυρίζει σαν παστωμένη σαρδέλα και την τρώνε. Κάποιον καιρό μετά, μία οικογένεια που έτυχε να ζήσει το ίδιο δράμα με τον γιο της, έρχεται να ζητήσει σε γάμο για τον υιό το Ριτσάκι, όμως φεύγει άπραγη καθώς πληροφορείται την δια παντός εξολόθρευση της κορασίδας από τις γάτες.
Διαχρονικός ο Μποστ, ίσως σήμερα περισσότερο από ποτέ, με την ιδιότυπή του γλώσσα, δίνει ένα κείμενο που σατιρίζει τα κακώς κείμενα: την αδιαφορία και αναλγησία, την ευπιστία, τον δήθεν καθωσπρεπισμό, την ταξική σύγκρουση, την μη συμβατή αναλογία χρήματος και αισθημάτων, την κάθε είδους κρίση είτε οικογενειακή είτε κοινωνική ή πολιτική.
Και από εδώ θα δώσω πολλά συγχαρητήρια για μία ακόμη φορά σε όλους τους συντελεστές και ελπίζω να ξαναδούμε τη Φαύστα και γιατί όχι; ό,τι άλλο έχουν κατά νου!

Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2013

Μην ταράζετε την ψυχή του βιβλίου

Ταραχή και σάλο προξένησε η απόφαση του αναπληρωτή Υπουργού ΠΘΠΑ κ. Κώστα Τζαβάρα να κλείσει το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου μετά από δέκα εννέα συναπτά έτη λειτουργίας.
Σε μια χώρα όπου ο άνθρωπος απαξιώνεται καθημερινά βαρυγκωμώντας κάτω από το άχθος της επιβίωσης, το βιβλίο και η ανάγνωση γενικότερα είναι μία υγιής διέξοδος. Ας είναι ταξίδι αυτό, ψυχαγωγία ή εφαλτήριο για υγιή προβληματισμό.
Τι άλλαξε μέσα σε μία εικοσαετία ώστε πέρα από τη δυσμενή ματιά που ρίχνουν άλλοι πολιτισμένοι εταίροι μας στη γενική κατάσταση της χώρας, να διεκδικήσουμε και την πρωτοτυπία του να κλείνει ένας φορέας που πέτυχε κατά πολύ τον σκοπό σύστασής του;
Δέκα εννέα χρόνια πριν κρίθηκε σκόπιμο να υπάρξει ειδική πρόβλεψη για την προώθηση του βιβλίου και της ανάγνωσης στο εσωτερικό και το εξωτερικό όπως και για την καταγραφή εκδοτικών και συγγραφικών δεδομένων.
Τι είδαμε μέχρι σήμερα από το ΕΚΕΒΙ;
Πρώτο και κυριότερο τη Βιβλιονέτ, μια πλήρη και έγκυρη βάση των δεδομένων για τα βιβλία που κυκλοφορούν είτε έντυπα είτε σε ψηφιακή μορφή. Ας σημειώσω εδώ ότι αυτή η υπηρεσία στην οποία εύκολα μπορεί να ανατρέξει όχι μόνο αυτός που είναι μέρος της παραγωγική αλυσίδας του βιβλίου, αλλά και ο κάθε αναγνώστης, είναι δωρεάν σε αντίθεση με παρόμοιες ευρωπαϊκές της Γερμανίας εξαιρουμένης. Αυτή τη βάση φαίνονται να διεκδικούν αυτή τη στιγμή ως μνηστήρες μιας σύγχρονης Πηνελόπης ο ΟΣΔΕΛ (Οργανισμός Συλλογικής Διαχείρισης Έργων του Λόγου-μη κερδοσκοπικός αστικός συνεταιρισμός), η ΕΝΕΛΒΙ(ένωση ελληνικού βιβλίου-σωματείο εκδοτών και βιβλιοπωλών) και η Εθνική Βιβλιοθήκη που είναι υπεύθυνη και για την παραχώρηση του ISBN.
Τα πολλαπλά αρχεία εκδοτών, βιβλιοπωλών, μεταφραστών, συγγραφέων. Στέκομαι στο τελευταίο και αναφέρομαι στο σχετικά πρόσφατο επίτευγμα της δημιουργίας αρχείου σύγχρονων ελλήνων συγγραφέων. Αν δε δίνει αυτό τη δυνατότητα στον κάθε αναγνώστη να γνωρίσει τους νέους ανθρώπους στο χώρο, κάτι που η μεγάλη βιβλιοπαραγωγή και το πεπερασμένο του χώρου ενός βιβλιοπωλείου δεν το επιτρέπει, τότε πού αλλού θα ανατρέξει κανείς;
Το πρόγραμμα Φράσις για την επιχορήγηση μεταφράσεων ελληνικών έργων που θα εκδοθούν και κυκλοφορήσουν στο εξωτερικό.
Το Παρατηρητήριο ψηφιακού βιβλίου, από τα πρόσφατα προγράμματα δράσης και αυτό, με στόχο την ενημέρωση για τις εξελίξεις στο χώρο της ψηφιακής ανάγνωσης και την επιμόρφωση με συναντήσεις, σεμινάρια και ημερίδες.
Το πρόγραμμα της Φιλαναγνωσίας που έδωσε τη δυνατότητα της άμεσης επαφής του μικρού αναγνώστη με τον δημιουργό ενισχύοντας την αγάπη για το βιβλίο στη σχολική ηλικία.
Αυτό βέβαια υπήρξε και η αφορμή αλλά όχι η αιτία να παρθεί η απόφαση για την κατάργηση του ΕΚΕΒΙ. Οι αποφάσεις και επιλογές συγκεκριμένων τίτλων (μιλάμε για παιδικά βιβλία) που αγοράζονται με συγχρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να διανεμηθούν σε δημοτικά σχολεία της χώρας δημιουργώντας κάποιες βάσεις για περαιτέρω ανάπτυξη της ανάγνωσης αποτέλεσε σκάνδαλο. Αυτό ήταν και το μόνο που κατονομάστηκε ως αιτιολογία της καρατόμησης του ΕΚΕΒΙ. Μα σε τέτοιες περιπτώσεις, αφού μιλάμε για παραβατικότητα εντός ή εκτός εισαγωγικών, ακόμη και ο παραβάτης αντιμετωπίζεται όχι με ρήψη στην πυρά, αλλά προσπάθεια αναμόρφωσης. Εν προκειμένω, η υπαρκτή ή φαινομενική τιμιότητα της γυναίκας του Καίσαρα, κατά το παροιμιώδες, δεν έπαιξε κανέναν ρόλο.
Όπως και να έχει, το να καταργήσεις έναν φορέα και να μεταθέσεις τις δραστηριότητές του στη Διεύθυνση Γραμμάτων ενός πρώην Υπουργείου -γιατί ο πολιτισμός σε αυτήν τη χώρα δεν κρίθηκε άξιος και ικανός τελικά να διακρίνεται με κεφαλαίο το πρώτο του γράμμα και υποβιβαζόμενος εντάχτηκε στη μεγάλη οικογένεια του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού- δεν αποτελεί λύση. Πρώτα εξετάζεις τη βιωσιμότητα και εφόσον βγάλεις αρνητικό πρόσημο, δημιουργείς νέες υποδομές και τότε αναθέτεις. Σαν να λέμε πως καλούμαστε να κατοικήσουμε ένα σπίτι που έχει μόνο τοίχους και καθόλου σκεπή. Με την πρώτη βροχή, «ζήτω που καήκαμε».
Οι 35 εργαζόμενοι στο ΕΚΕΒΙ -άνθρωποι απλήρωτοι εδώ και μήνες που όμως συνεχίζουν να παράγουν έργο-από χθες 15/1/2013 έχουν ανοίξει ηλεκτρονική φόρμα συγκέντρωσης υπογραφών για την αναστολή της απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού κ. Κώστα Τζαβάρα να κλείσει το ΕΚΕΒΙ. Ηλεκτρονική φόρμα συγκέντρωσης υπογραφών έχουν ανοίξει και οι βιβλιοθηκονόμοι και αρχειονόμοι της χώρας.
Ας κάνουμε ο καθένας αυτό που οφείλει ώστε η πνευματική ζωή του τόπου να μη γίνει μυθιστόρημα, γιατί τότε ο μόνος τίτλος που θα της ταιριάζει θα είναι «Ανεμοδαρμένα Ύψη».

Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2013

Φώτης Κατσιμπούρης: Ανάμεσα σε δυο αγγέλους



Η ζωή είναι εδώ ή κάπου αλλού; Τι σημαίνει καμπή του γίγνεσθαι για τη Μελτίνη; Σύμβαση, κούραση, ανία της καθημερινότητας. Η είσοδος στην κοινωνική δικτύωση. Μια γνωριμία με τον άνδρα που χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο «Μοναχικός Άγγελος». Το σάρωμα μιας ζωής ουσιαστικά και αλληγορικά. Ο Γιώργος, σύζυγος της Μελτίνης, χάνεται από τον υλικό κόσμο αδυνατώντας να αντιληφθεί πόσο η πραγματικότητα ξεπερνάει τις προσδοκίες του. Η Μελτίνη προσπαθεί να αντιμετωπίσει την απώλεια βιώνοντάς την αντίστροφα. Ή καλύτερα γεμίζοντας το κενό με την υλοποίηση των επιθυμιών της από την εφήμερη γνωριμία του Πάνου. Ποιοι είναι όμως οι δύο καβαλάρηδες που την παρακολουθούν κατά βήμα; Η εικόνα που της μένει πάντα είναι αυτή των δύο μηχανόβιων που η πίσω μεριά του δερμάτινου μπουφάν τους φέρει στα αγγλικά τις λέξεις: Μοναχικοί άγγελοι, ενσώματη φυλή.
Ο Φώτης Κατσιμπούρης καταπιάνεται με ένα αγαπημένο του θέμα, τον αχωρόχρονο, το σημείο όπου η ύλη αποτελεί ξένη έννοια ή ιδεατή προβολή. Το επεξεργάστηκε και στον Σκιοφύλακα αλλά και στον Όρκο υλοποιώντας το στην επανεμφάνιση εκλιπόντων είτε ως σκιές που τιμωρούν ή προφυλάσσουν είτε ως την βαμπιρική ύπαρξη του Κωνσταντή για την εκπληρωση του όρκου προς τη μητέρα του. Στο «ανάμεσα σε δυο αγγέλους» ο Γιώργος και ο μεγαλύτερός του φίλος μοιάζουν σαν κοινοί άνθρωποι, όμως η εμφάνισή τους -σε όσους έχουν το χάρισμα ή την πίστη-αποτελεί την υλοποίηση της φωνής της συνείδησης κατά εμένα, την καθοδήγηση από κάτι ανώτερο που έχει συμφιλιωθεί ή ενστερνιστεί την ιδέα της αρετής, κατά τον δημιουργό του.
Δεν είναι ένα εύκολο μυθιστόρημα καθώς καταπιάνεται με θέματα που δεν θα πω ότι απευθύνονται στον μυημένο, αλλά σε αυτόν που έχει διάθεση να προβληματιστεί και όχι απλά να το διαβάσει άκοπα και μετά να πει «ήταν ένα καλογραμμένο βιβλίο».Φυσικά είναι καλογραμμένο. Ο Φώτης Κατσιμπούρης κατέχει την τέχνη και την τεχνική. Εκπαιδευτικός ο ίδιος και δοκιμασμένος συγγραφέας, αλλά και μελετητής με την ουσιαστική σημασία της λέξης. Ερευνητής της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα από τη γραφή του και τις γραφές άλλων που αποτέλεσαν δικά του διαβάσματα και εναύσματα. Ο δημιουργός κατέχει απόλυτα το παιχνίδι των λέξεων, τη δυνατότητα όχι μόνο να ζωντανέψει τους διαλόγους του χρησιμοποιώντας διαφορετική γλώσσα για τον κάθε ήρωά του ανάλογα με την ηλικία, τη θέση, την προσωπική του αντίληψη ζωής, αλλά να δώσει τις διαφορετικές σημασίες της ίδιας λέξης με τρόπο που συνειδητά ή ασυνείδητα έχουμε αποτυπώσει στην καθημερινότητά μας.
Το σπουδαιότερο εύρημα στην τεχνική αυτής της μυθιστορίας είναι η οπτική γωνία. Και ναι, είναι αυτή του πανόπτη παντοδύναμου αφηγητή που κι αν εμείς τον βλέπουμε σαν έναν ευγενικό πλην απόμακρο Τσοπερά που αγαπάει τα λουλούδια, εκείνος δεν είναι παρά ο Αρχάγγελος.
«Ζυγίστηκες και βρέθηκες λειψός» είναι μια φράση που θα συναντήσουμε πολλές φορές στο μυθιστόρημα, κάτι όμως που χρησιμοποιούμε όλοι για να δηλώσουμε πως κάποιος δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες, τις δικές μας, της κοινωνίας. Όταν ακροβατείς στο μεταίχμιο, όντας ήδη σε μια κατάσταση αμφιθυμίας, η έννοια της μοναξιάς μπορεί να έχει διπλή σημασία. Ίσως αναφέρεται στον δονκιχωτικό Γιώργο που σε εποχές φόβου και ανάγκης θέλει να σώσει την αθωότητα όχι τη δική του, μια και έχει ήδη κριθεί, αλλά της γυναίκας που αγαπάει πέρα από τον θάνατο, της Μελτίνης. Ίσως η πραγματική παγωνιά της ψυχής του Πάνου είναι αυτή που τον κάνει να χρησιμοποιεί τη μοναχικότητα σαν δόλωμα στη γυναικεία ευαισθησία ή σε εκείνο το μητρικό σε πλήρη σύγχυση με το ερωτικό φίλτρο.
«Να προλάβεις να εξελίξεις τον εαυτό σου πριν το κάνει η ζωή με τον χαοτικό τρόπο που αγαπά αυτή να το κάνει. Να ξέρεις πού θες να πας με κριτήριο την αρετή. Τότε θα είσαι έτοιμη απέναντι στη ζωή, αλλά και διαρκώς θα ετοιμάζεσαι, θα δουλεύεις συνέχεια πάνω στον εαυτό σου. Τότε, μπορεί αυτό που ζούμε σήμερα να το ξαναβρίσκουμε και στο μέλλον με έναν άλλον τρόπο, ίσως και καλύτερα από αυτό που ζούμε τώρα. Να το ξαναβρίσκουμε κάποιες φορές», λέει ο Γιώργος στη Μελτίνη στη σελίδα 34. Να πετύχει κανείς να βρεθεί στην αταραξία, εκεί που κανένα εξωτερικό ερέθισμα δεν είναι ικανό να δημιουργήσει αρνητικά συναισθήματα όπως ανασφάλεια, θυμό και φόβο. Να παγιωθεί αυτή η κατάσταση, να εξαπλωθεί στους γύρω. Αυτή η θέση χάριτος είναι το σχέδιο πάνω στο οποίο εργάζεται ο Γιώργος, αθόρυβα και μεθοδικά, ένα σχέδιο που μένει ημιτελές με το θάνατό του; Αυτό που θέλουμε πραγματικά να είμαστε ή να γίνουμε, ποτέ δεν σταματάει να ρέει. Ακόμη και αν υπαγορεύεται από την προβολή στα μάτια μας μιας ιδέας που συμπυκνώνει την αρετή, τον έρωτα και την αγάπη σε μία θέση συνειδητότητας, ενδεδυμένη με μια ανθρώπινη μορφή.
Γεννιόμαστε ποτισμένοι με το καλό και το κακό, λες κι αυτό έχει γραφτεί στο DNA μας. Υποκειμενικοί κανόνες μιας μητριαρχίας ή πατριαρχίας, μιας κοινωνίας και καταφυγή σε ποικίλες θεωρητικές ερμηνείες ή ερμηνευτικές θεωρίες. Άγγελοι σε χάρη ή έκπτωτοι, όπως εμείς ορίζουμε τον καθένα γύρω μας, ανάλογα με τη δική μας χάρη ή πτώση. Μοναχικοί άγγελοι, μέλη μιας ενσώματης φυλής. Embodied clan είναι ο αγγλικός όρος που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας και θα σταθώ σε αυτό για να δώσω τη δική μου και μόνο ερμηνεία. Χρησιμοποιώντας τη λέξη ενσώματος στο ρούχο που καταδεικνύει το status του μηχανόβιου, αλλά και χρησιμοποιώντας αυτό το μεταφορικό μέσο που δηλώνει την πλήρη ελευθερία έρχεται στο νου μου η ενσώματη νόηση και η ανάπτυξη επιδεξιότητας χειρισμού, η ικανότητα εν ολίγοις του ανθρώπου να αλληλεπιδρά, να μπαίνει εντός του περιβάλλοντός του, αναπτύσσοντας μη νοητικές δεξιότητες, όπως είναι η οδήγηση της μοτοσικλέτας και κάνοντας κατά ένα τρόπο τον εγκέφαλο που νοεί και τον κόσμο που νοείται αν όχι ενιαίους, τουλάχιστον σε μία εντεινόμενη προσπάθεια αποποίησης αυτής της δυϊκότητας.
Η μεγάλη έκπληξη που μου επεφύλασσε το «ανάμεσα σε δύο αγγέλους» ήταν δύο σημεία. Λίγο πριν το τέλος, η σκηνή σε ένα ξεχασμένο οίκημα εκεί που οδηγεί η παλιά έξοδος Τρίπολης προς Αθήνα, μια ταμπέλα με τον αριθμό 2002 κι ένα αγγελικό μπλουζ. Μέσα στην ησυχία της ώρας που διάβαζα και την αντίστοιχη νοητική νιρβάνα με ταρακούνησε δημιουργώντας τόσο δυνατά συναισθήματα που επί ώρα αναρωτιόμουν τι είναι αυτή η τέχνη να παρασύρεις τον αναγνώστη σου μέσα σε ελάχιστες γραμμές καθώς εκπληρώνεται εκείνο το «ας σε έβλεπα για τελευταία φορά», η ευχή της Μελτίνης.
Το τέλος ήταν η δεύτερη έκπληξη, άλλη μία αλληγορία πάνω στις επιθυμίες και θεωρήσεις της ορατής πραγματικότητας, μία ξεκάθαρη πλέον σύνοψη της αρμονικής διαφορετικότητας και ιδανικής ποικιλότητας κάτω από έναν τίτλο που εμπεριέχει επίσης την αλληγορία, αλλά και τη λεπτή και σοφή ειρωνεία που απορρέει από τα κείμενα του συγγραφέα. Λεπτή και σοφή γιατί στηλιτεύει γνωρίζοντας όμως πως ο κάθε άνθρωπος δοκιμάζεται για να ζυγιστεί.
Ανάμεσα σε δύο αγγέλους: ένα μυθιστόρημα όπου η κάθε λέξη κρύβει τόσα νοήματα όσα αυτός που έχει ανοιχτά τα μάτια της ψυχής του είναι έτοιμος να δει.
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Ωκεανός".

Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2013

Ελευθερία Δημητρομανωλάκη: Ο δρόμος του όρκου



Τι σημαίνει αλήθεια ο όρκος; Για άλλους λέξη που θα έγραφαν συνειδητά με κεφαλαίο, για κάποιους κάτι τυπικό. Σε κάποιους μπορεί να θυμίσει τον όρκο που δίνουμε σε δικαστήριο, κάποιοι πτυχιούχοι θα ανατρέξουν στην ημέρα της ορκωμοσίας τους.
Σε μία ορκωμοσία και το ξεκίνημα του ιατρικού λειτουργήματος μάς παραπέμπει το μυθιστόρημα της Ελευθερίας Δημητρομανωλάκη «ο δρόμος του όρκου» που κυκλοφορεί από τις Βορειοδυτικές εκδόσεις. Τη στιγμή που δίνεται ο πιο ιερός όρκος, αυτός του Ιπποκράτη, ο καταστατικός χάρτης της ιατρικής ηθικής και δεοντολογίας. Το σημείο όπου ο νέος γιατρός οφείλει να χαράξει την πορεία του έτσι ώστε να συμβαδίσει με το ανθρωποκεντρικό της επιστήμης του. Η ανθρώπινη ζωή είναι σύντομη, η επιστήμη ατέλειωτη, ο χρόνος λίγος, η πείρα λαθεμένη και η απόφαση γεμάτη ευθύνες. Σε αυτή την πρόταση συμπυκνώνεται η φιλοσοφία του Ιπποκράτη. Από τη μία το πεπερασμένο του ανθρώπου μέσα στον πιεστικό χρόνο και από την άλλη η κρίσιμη στιγμή της γνωμάτευσης και της απόφασης όπου το ελαφρυντικό που δίνεται στον άνθρωπο, ως προς την εσφαλμένη κρίση, δε χαρίζεται στον γιατρό. Ο όρκος τον δένει και οφείλει να τον υπηρετήσει πιστά προκρίνοντας την ίαση, την αντιμετώπιση κάθε αντίξοης κατάστασης, το ξεγέλασμα του χρόνου. Και τότε ο άνθρωπος καλείται να γίνει υπεράνθρωπος.
Θα μου πείτε υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι ή μάλλον τέτοιοι γιατροί; Για όσους δεν έχουν ακούσει το όνομα του Διαμάντη Κασιούμη (η γράφουσα ομολογεί πως μέχρι την ανάγνωση του μυθιστορήματος ανήκε σε αυτή την κατηγορία), «ο δρόμος του όρκου» είναι η ευκαιρία όχι μόνο να μάθουν το έργο και την πολιτεία του, αλλά και να κατανοήσουν τι σημαίνει να ξεπερνάω τις δυνάμεις μου ή αλλιώς να είμαι κάπου ολοκληρωτικά ταγμένος. Γιατί ο Κασιούμης επέλεξε να υπηρετήσει τον Όρκο όντας ο ίδιος Άνθρωπος (όπου το αρχικό γράμμα ως κεφαλαίο αποδίδει το μέγιστο και των δύο λέξεων).
Προς το τέλος του όρκου του Ιπποκράτη και ας μου συγχωρήσει ο αναγνώστης την παράφραση αναφέρεται πως αυτός που θα τον υπηρετήσει πιστά θα απολαύσει σεβασμό και τιμή σε αντίθεση με τον επίορκο ιατρό. Στο μυθιστόρημα, τη ζωή και το έργο του Διαμάντη Κασιούμη αφηγείται ο Αντίνοος, συμφοιτητής και συνοδοιπόρος του γιατρός με αντίξοα συναισθήματα. Ο αρχικός του θαυμασμός, γίνεται αντιζηλία έως ότου ο χρόνος και οι προσωπικές εμπλοκές θα αναδείξουν ξανά την αληθινή δύναμη της φιλίας.
Ο Διαμάντης Κασιούμης επέλεξε έναν δρόμο μοναχικό, δύσβατο. Δεν πάτησε ποτέ τον όρκο του, όντας άνθρωπος ακέραιος, ταγμένος να γιατρέψει κάθε αδυναμία της ασθενούς σάρκας .Ήρθε σε σύγκρουση με το κατεστημένο, επιλέγοντας πάντα να προσφέρει στο σύνολο και όχι στον εαυτό του. Αριστούχος, ξεπερνώντας τις οικονομικές δυσκολίες όντας γιος αγρότη (μα ήταν και αυτό που τον έκανε να σκύψει πάνω από τον άνθρωπο, αυτόν που γνώριζε τον τρόπο που η γη μιλάει στην ψυχή) περνάει δεύτερος στην Ιατρική Σχολή Αθηνών το 1949. Σαράντα και πλέον χρόνια άσκησε τη χειρουργική και ήταν ο πρώτος που επανασυγκόλλησε επιτυχώς άκρο πανελλαδικά. Το 1978 ανέλαβε την πλήρη αναμόρφωση του πρώην σανατορίου Χατζηκώστα στα Ιωάννινα, κατόπιν εκλέγεται Καθηγητής Ιατρικής του νεοσύστατου τότε Πανεπιστημίου στην ίδια πόλη.
Δε θα μακρηγορήσω άλλο σχετικά με τη ζωή του. Αυτό εξάλλου είναι το έργο που επιτέλεσε με πλήρη επιτυχία η Ελευθερία Δημητρομανωλάκη. Με εφόδιο τις πηγές και τα αρχεία, αλλά και τη σθεναρή πένα της, αφηγείται συναρπαστικά μια ζωή που μοιάζει μυθιστόρημα. Κατατοπιστική πλήρως η περιγραφή των εκάστοτε πολιτικών συνθηκών και ιστορικών σελίδων της Ελλάδας, ολοζώντανοι διάλογοι, ο αναγνώστης ζει και ξαναζεί την κάθε στιγμή της ζωής του γιατρού και επιστήμονα Διαμάντη Κασιούμη. Του ανθρώπου που στάθηκε πατρική φιγούρα για όλους. Δανείζομαι μερικές φράσεις από το τέλος του μυθιστορήματος, γιατί ακόμη έχω αυτή τη φωνή στο μυαλό μου, τόσο παραστατικά έχει αποδοθεί. «Μπα! Τι είναι αυτά; Φοβόμαστε! Τι είναι μωρέ παιδάκι μου; Φοβάσαι; Κοτζάμ άντρας και φοβάσαι; Αυτά θα δούμε μόνο; Αυτά θα περάσουμε μόνο; Έλα σήκω πάνω, σήκω κι έχουμε πολλά να κάνουμε…»
Θα σταθώ στο πιο συγκινητικό για εμένα κομμάτι του βιβλίου, σε αυτό που ονομάζω κήπο της αθανασίας, σελ. 434-435.
«…Αυτοί οι άνθρωποι είναι όλοι εκείνοι που τους χάριζε την 25η ώρα κάθε μέρας του, για να τους σώσει. Αυτή η κλεμμένη ώρα από το υστέρημα του χρόνου του, αντιστοιχούσε στη σωτηρία τους. Γιατί ζωή του ήταν η ζωή τους. Έχουν έρθει όλοι μαζί να του δώσουν μια νέα ζωή. Ο καθένας του έρχεται και καταθέτει αυτήν τη δική του χαρισμένη 25η ώρα, για να ζήσει ο χειρουργός του ξανά και ξανά ό,τι ο ίδιος είχε προσφέρει. Τη ζωή, τη σωτηρία, την ελευθερία από το φόβο. Αυτές οι χιλιάδες χιλιάδων 25ες ώρες που απλόχερα είχε χαρίσει, αυτοί οι χιλιάδες χιλιάδων άνθρωποι είναι όλοι εδώ στον κήπο του, για να του δείξουν πως συνεχίζουν αυτό που τους δώρισε: τη ζωή. Άρα η δημιουργία του δεν έχει φτάσει ακόμη στο τέλος, γιατί τα έργα των χεριών του είναι εκεί. Ακούραστα και δυνατά. Έχουν έρθει για να του δώσουν τη μνήμη για όλες αυτές τις καθημερινές 25ες ώρες που στέρησε από τον εαυτό του, από την οικογένειά του, από τις χαρές της καθημερινότητας, για να είναι πάντα εκεί στο δικό τους προσκέφαλο.
Ο Διαμάντης Κασιούμης ξαναζεί μέχρι τελευταίας σταγόνας την κάθε χειρουργική του μέρα, το κάθε επιστημονικό του επίτευγμα μέσα σε απόλυτη ευτυχία. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, σε κατάσταση βαθιάς ευγνωμοσύνης, ένας-ένας κι όλοι μαζί αφαιρούν την 25η ώρα της οδύνης του, μετατρέποντάς την σε απόλυτη μνήμη, σε απόλυτη αλήθεια, στο σημείο εκείνο όπου ο χρόνος γίνεται σχετικός, όπου ο χρόνος παύει να υπάρχει, χαρίζοντάς του ταυτόχρονα την 25η ώρα της αθανασίας…»
Ο δρόμος του όρκου σηματοδοτεί όλο αυτό το ταξίδι μέχρι την άφιξη στον τόπο όπου η μνήμη τιμάται για πάντα.