Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Μια αινιγματική Βενετσιάνα

Βενετία, η πόλη του έρωτα και των μυστικών, των καναλιών, των δόγηδων και του αισθησιασμού. Ένα πολύχρωμο βιτρό, η πόλη της λιμνοθάλασσας με τις έξη συνοικίες. Σε μία από αυτές, το Καναρέτζο, η γόνδολα του ταχυδρόμου ανοίγει δρόμο ανάμεσα στις βάρκες τις φορτωμένες φρέσκα φρούτα και λαχανικά, περνώντας τα πολύχρωμα σπίτια της συνοικίας μέχρι να φτάσει στον παραλήπτη του καφέ πακέτου.

Στο δεύτερο όροφο ενός σπιτιού πάνω από το κανάλι, μια ανέμελη κοπέλα ξετυλίγει το πακέτο και βρίσκεται μπροστά σε ένα παλιό ημερολόγιο και ένα κλειδί. Ο ήλιος ορμάει από την Αδριατική για να εισβάλει στη Λαγκούνα και να διαλύσει την πρωινή καταχνιά που τυλίγει ακόμη το καμπαναριό του Σαν Μάρκο, για την δεκαεπτάχρονη Λυδία όμως οι ασκοί του Αιόλου μόλις ανοίγουν.

…Η Λυδία κλείδωσε το ημερολόγιο στο συρτάρι του γραφείου της. Έξω είχε ξημερώσει. Η γριά είχε φύγει πια από το παράθυρο. Οι βάρκες είχαν αρχίσει να πηγαινοέρχονται στα βρόμικα νερά, η ομίχλη που ανέβαινε αυτή την ώρα στον ουρανό της Βενετίας δεν ήταν παρά ένα ρυπαρό γκρίζο σύννεφο. Για πρώτη φορά δεν έβλεπε τη χαρούμενη πόλη του νερού, το μωσαϊκό από ξεχασμένα αλλά πανέμορφα πλακάκια. Για πρώτη φορά έβλεπε την ασχήμια. Ακόμα και τον ίδιο της τον εαυτό άσχημο τον έβλεπε!

Πήγε μέχρι τον ολόσωμο καθρέφτη, έβγαλε τα ρούχα της και στάθηκε ακίνητη, τρέμοντας ελαφρά από την υγρασία που έμπαινε από τις χαραμάδες. Το παλιό κρύσταλλο έδειχνε μιαν όμορφη μελαχρινή κοπέλα, ένα πρόσωπο που κυριαρχούσαν τα μεγάλα μάτια με τους μπλε ιριδισμούς, η ελαφρά ανασηκωμένη μύτη και τα σαρκώδη χείλη. Το σώμα της, μια σειρά από καλογραμμένες γυναικείες καμπύλες, τα πόδια της χυτά, μακριά. Εκείνη όμως δεν μπορούσε να τα διακρίνει όλα αυτά. Έκανε μοναχά ένα μορφασμό αηδίας καθώς μηχανικά έτριβε το καφέ σημάδι πάνω από το δεξιό της ώμο. Ντύθηκε ξανά.

Βγήκε στην αγουροξυπνημένη Βενετία κλείνοντας όσο μπορούσε πιο αθόρυβα την πόρτα πίσω της. Έστω κι αν την είχαν ακούσει η Αλεξάνδρα με τον Πέπε, κι αν ακόμα έτρεχαν ξοπίσω της, δε θα άλλαζε την απόφασή της. Αφού η Ίρια είχε διαλέξει αυτή τη χρονική στιγμή για να της στείλει το ημερολόγιο, σήμαινε πως κι η δικιά της ζωή δε θα ήταν ίδια από εδώ και πέρα. Δεν ήταν πια η αθώα κοπέλα που με τα μάτια γεμάτα δάκρυα ξεκινούσε να διαβάσει τις σελίδες της μητέρας της. Μέσα από τα κείμενά της είχε γνωρίσει έναν άλλο κόσμο και τη συγκαλυμμένη κακία του. Δεν ήξερε αν μπορούσε να δικαιολογήσει την Ίρια, να την καταλάβει. Δεν ήξερε τι σημαίνει να βασανίζεις και να βασανίζεσαι από έρωτα. Μέχρι την ώρα που ο Τζουζέπε της είχε παραδώσει το καφέ πακέτο, η Λυδία ήταν μια μικρή ρομαντική κοπέλα που αγαπούσε τον Πέπε και την Αλεξάνδρα, αγαπούσε και τη Βενετία. Καθώς το φθινόπωρο προχωρούσε, είχε μάθει ένα πράγμα. Δε χωρούσαν συναισθηματισμοί στη ζωή. Αυτή δεν έπρεπε να μοιάσει σε τίποτα στην Ίρια. Έπρεπε να γίνει σκληρή, μπορούσε να γίνει σκληρή. Δεν είχε παρά να κάνει την αρχή

Απόσπασμα από το μυθιστόρημά μου «Σιωπηλή πέτρα», εκδόσεις Μίνωας, σελ. 303-304.

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Γιώργος Χατζηκυριάκος: Το τραγούδι του χρόνου

Τι συμβαίνει όταν παύεις να πιστεύεις στα όνειρα; Όταν μικρό παιδί εσύ, καλείσαι να δώσεις μάχη με τον τερατώδη Χρόνο που στο πέρασμά του αφήνει λησμονιά και μαρασμό;

Ο Λουκάς και η Φωτεινή με κάποιον ανεξιχνίαστο ή μαγικό τρόπο βρίσκονται στη θαυμαστή Κάντελάιτ, την πιο ξακουστή πόλη της Νοέλα. Ο Λουκάς στα δώδεκά του χρόνια έχει ήδη αφήσει πίσω του την αθώα παιδικότητα ή τουλάχιστον έτσι νομίζει. Δεν υπάρχει η πόλη των χαμένων ευχών, ο Τόμας ο θαυματουργός που είναι και η πρώτη τους γνωριμία και συντροφιά σε αυτή την παράξενη πόλη μπορεί να είναι αγύρτης ή δολοπλόκος. Ο Λουκάς δυσπιστεί και ψάχνει να βρει ένα τρόπο να γυρίσει στο σπίτι του στη Τσιμεντούπολη παρότι οι αναμνήσεις του από τον τόπο του μοιάζουν να έχουν χαθεί.

Σε αντίθεση με αυτόν, η αδελφή του η Φωτεινή, μικρότερη στην ηλικία, αντικρίζει το νέο περιβάλλον με θαυμασμό και παιδική αθωότητα. Χαίρεται με το χιόνι, ξετρελαίνεται με το τεράστιο έλατο και αγκαλιάζει το κουτάβι που της χαρίζει ο Τόμας όταν πραγματοποιεί την ευχή της.

Πίσω από το καλό, παραμονεύει πάντα το κακό, όσο κι αν νομίζει κανείς ότι το έχει απωθήσει για πάντα. Ο Χρόνος που κάποτε η Νοέλα κατατρόπωσε βρίσκει την ευκαιρία να κάνει ξανά την τρομακτική του εμφάνιση και να επιχειρήσει για μία ακόμη φορά να καταστρέψει τη χώρα όπου τα Χριστούγεννα δεν τελειώνουν ποτέ. Ένα ατελείωτο κυνηγητό ξεκινάει μαζί με μια συναρπαστική περιπέτεια όπου μπλέκονται μάγοι, θαυματουργοί, δεντρολαμπίτσες, ποντικάνθαροι, η γριά Βλογιά και άλλα όντα που ξεπηδούν μέσα από τις γωνιές της Νοέλα και τις σελίδες του μυθιστορήματος.

Ο Γιώργος Χατζηκυριάκος, συγγραφέας του Τραγουδιού του Χρόνου μάς μεταφέρει σε έναν κόσμο πολύ γνωστό από τα παιδικά μας όνειρα. Με πολύ προσεγμένη γλώσσα και ύφος πολυμήχανου παραμυθά μάς οδηγεί στις πολιτείες της Νοέλα για να θυμηθούμε πως μαγεία δεν υπάρχει μόνο στις λέξεις και τα όνειρα, αλλά μαγική είναι κάθε στιγμή που ζούμε με την καρδιά μας, αρκεί να πιστεύουμε.

Η αλληγορία του Χρόνου που ζητάει να εξουσιάσει το πνεύμα του ανθρώπου καθώς αυτό υπερισχύει ως και ενός ασθενικού σώματος είναι διάχυτη σε όλο το κείμενο. Ο χρόνος υπάρχει πάντα και μας κυνηγά, το θέμα δεν βρίσκεται εκεί, αλλά στο πώς θα τον αντιμετωπίσουμε εμείς. Θα έχουμε το θάρρος να τον χτυπήσουμε, να του πετάξουμε μια πέτρα, να τον αψηφήσουμε;

«Κάποιες πόρτες τις ανοίγει η ανάγκη. Κάποιες άλλες τις ανοίγει η καρδιά. Μη διστάζεις όταν βρίσκεσαι μπροστά από αυτές τις πόρτες, γιατί έτσι δεν θα μάθεις ποτέ τι υπάρχει πίσω τους» λέει η Πριγκίπισσα Πρωτοχρονιά στον Λουκά. «Κάποτε ονειρεύτηκες αυτόν τον κόσμο. Μέσα από το όνειρό σου του έδωσες ανάσα, του χάρισες ζωή. Χωρίς εσένα, αυτός ο κόσμος είναι καταδικασμένος να χαθεί. Πρέπει να τον αγαπήσεις, όπως έκανες παλιά, να τον πιστέψεις και να τον προστατέψεις από τη φθορά. Γιατί, η Νοέλα είναι κάτι παραπάνω από ένας κόσμος. Είναι όλα όσα αγάπησες και αγαπάς. Είναι τα αδέλφια σου, οι φίλοι σου…ο εαυτός σου. Είναι όλα όσα υπάρχουν μέσα στην καρδιά ενός μικρού παιδιού, του παιδιού που ζει μέσα σου».

Το Τραγούδι του Χρόνου απευθύνεται σε μικρούς και μεγάλους, όχι για να διδάξει, αλλά για να θυμίσει πως είναι πολύ εύκολο να ξεχάσουμε την παιδικότητά μας, αλλά καθόλου δύσκολο να την ανακτήσουμε.

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2012

Γιάννης Μακριδάκης: Η άλωση της Κωνσταντίας

Ο ραχατλίδικος κόσμος της Κωνσταντίας κλονίζεται και διασαλεύεται. Μία ωραία ημέρα στο Βόσπορο φέρνει τη μαυρίλα στην ψυχή της δόλιας γυναίκας δια χειρός ταχυδρόμου!

Μα τι είναι αυτός ο φουσκωμένος φάκελος που της στέλνει ο Γιάννης, ο γαμπρός της;

Ένα γράμμα, ένα γράμμα περίεργο που φαίνεται ατελείωτο. Η Κωνσταντία αρχίζει να διαβάζει και της έρχεται ο ουρανός σφοντύλι. Η καλή της φίλη και γειτόνισσα Βαγγελία την συνδράμει. Κι οι δυο μαζί σκύβουν πάνω από τις σελίδες που όσο περνούν, τόσο πιο εξωφρενικά και απίστευτα, θαυμαστά, παράδοξα και παράλογα αποκαλύπτουν.

Η νύχτα κυλάει βασανιστικά και οι δυο γυναίκες περνούν από όλη τη γκάμα των ανθρώπινων συναισθημάτων καθώς τα λόγια του Γιάννη θίγουν προβλήματα και καταστάσεις που συμβαίνουν γύρω τους, που κι οι δυο τους έχουν ακούσει, αλλά φευ! ας είναι μακριά από την πόρτα μας, λένε!

Ο Γιάννης Μακριδάκης χρησιμοποιεί απλό αλλά ταυτόχρονα μεστό λόγο, διανθισμένο με τα γλωσσικά ιδιώματα της Πόλης, για να μας δώσει ένα αξιέπαινης τεχνοτροπίας μυθιστόρημα. Το εύρημα της επιστολής πραγματικά απογειώνει την αφήγηση καθώς σε ένα κείμενο σχεδόν ενιαίο, παρακολουθούμε τα γραφόμενα συνδυασμένα με τα σχόλια των δύο γυναικών. Τα συναισθήματα διαγράφονται έντονα, οι στιγμές φόρτισης διαδέχονται η μία την άλλη, ο αναγνώστης περπατάει την Πόλη μαζί με τους ήρωες και μετά όταν ακολουθεί το Γιάννη στο ταξίδι του στη Σμύρνη, με την αρωγή της περιγραφής του εξωτερικού και εσωτερικού κόσμου, οδεύει στην κορύφωση.

Η διαφορετικότητα των ανθρώπων είναι ο βασικός άξονας του μυθιστορήματος και ειδικότερα, η διαφορετικότητα των «απέναντι». Ποιοι είναι αυτοί που τα νησιά μας τα χωρίζει μοναχά ένα κομμάτι θάλασσα και γιατί κάτι μας κρατάει κουμπωμένους και δεν μπορούμε να αφήσουμε τον εαυτό μας να δει τα πράγματα με την ανθρώπινη εκδοχή τους και όχι με γνώμονα τα κοινωνικοπολιτικά δεδομένα; Μίση, εμπάθειες, ο ρους της ιστορίας, αλλά και η συνύπαρξη και αλληλοβοήθεια. Γάμοι μεταξύ αυτών των όμοιων και ανόμοιων ταυτόχρονα ανθρώπων, κοινές αναμνήσεις, κοινή ζωή, χωρισμοί, ξεριζωμοί.

Ένα μυθιστόρημα-ποταμός συναισθημάτων, αλλά και αφορμή σκέψης και προβληματισμού.

«Η άλωση της Κωνσταντίας»: μια επιστολή που πρέπει να αναγνωστεί μέχρι το τέλος της. Είμαι σίγουρη πως όποιος το διαβάσει, θα αντιληφθεί την αλληγορία του τελικού ευρήματος του συγγραφέα.

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2012

Ψάχνοντας τη μητέρα θεά

Στη «σιωπηλή πέτρα» η αναζήτηση των μυστικών της γης και της αλήθειας των ανθρώπων οδηγεί την ηρωίδα πίσω στον τόπο των ανασκαφών.

…Η Ίρια κοίταξε ψηλά προς τους βράχους, χάνοντας για μια στιγμή τον προσανατολισμό της. Σκέφτηκε πως δεκαπέντε χρόνια ήταν αρκετά για να αλλάξει και η φύση. Η άγρια βλάστηση κάλυπτε τα πάντα, αναγκάζοντάς τη να προχωράει διστακτικά ώσπου η καφετιά πινακίδα φάνηκε να φυτρώνει μπροστά της.

Ο χώρος ήταν μικρός, περιφραγμένος και απροσπέλαστος, σαν να ελλόχευε ο κίνδυνος κάποιος να ταράξει τη γαλήνη των αιώνια κοιμισμένων. Οι πρωτοκυκλαδικοί τάφοι με τη μορφή απλοϊκών κιβωτίων και τις αναθηματικές πέτρες έμοιαζαν προσεκτικά λαξεμένοι σε έναν ημικυκλικό περίβολο. Ένα αναλόγιο φιλοξενούσε τις εξηγήσεις της Εφορίας Αρχαιοτήτων.

Σκύβοντας να σκουπίσει το σκονισμένο τζάμι, η Ίρια χαμογέλασε στην σκέψη της αναπάντητης ερώτησης. Γιατί είχαν διαλέξει το συγκεκριμένο σημείο; Εκείνη ήξερε. Είχε μπει στη σπηλιά, εκεί που λατρευόταν η μητέρα θεά από τις παλιές Κυκλαδίτισσες. Όπως τις είχε ονομάσει η χήρα. Το χαμόγελο πάγωσε στο πρόσωπό της καθώς σκέφτηκε πως η γυναίκα είχε χρησιμοποιήσει μια έκφραση που η ίδια μόνο από το στόμα του Παντελή είχε ακούσει.

Γύρισε ξανά στο σταυροδρόμι προσπαθώντας να θυμηθεί την πορεία που είχε ακολουθήσει με τον Νικήτα και αργότερα μόνη της προς τη σπηλιά. Προχωρούσε αργά, προσέχοντας μην της ξεφύγει το παραμικρό, σαν να έκανε επιφανειακή έρευνα για μια καινούργια ανασκαφή. Τα μάτια της εστίαζαν στις λεπτές ρωγμές που αυλάκωναν τα βράχια, πλησίαζε τις σχισμές εκεί που σχημάτιζαν διχάλες, κρυψώνες για τον ήλιο. Κάθε τόσο στρεφόταν προς τη μεριά της θάλασσας, προσπαθώντας να ανακτήσει το χαμένο της προσανατολισμό. Πέρασε και ξαναπέρασε από τα ίδια σημεία μέχρι που κάθισε μουσκεμένη στον ιδρώτα κάτω από ένα μοναχικό δέντρο. Η σπηλιά ήταν σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ! Κι όμως, η ίδια είχε μπορέσει να βρει το δρόμο μόνη της τότε…

Απόσπασμα από το μυθιστόρημά μου «Σιωπηλή πέτρα», εκδόσεις Μίνωας, σελ. 220-221.