Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Ημίφως

Ένα απομονωμένο ψαροχώρι. Ένας ερημίτης με σημαδεμένο πρόσωπο. Ένας πύργος και η τυφλή του πυργοδέσποινα. Κι έτσι στήνεται το σκηνικό όπου κινούνται η αντρική και η γυναικεία φιγούρα προσπαθώντας να παραμερίσουν το ημίφως που τυλίγεται γύρω τους. 

Το μυαλό του ανθρώπου πλάθει τα δικά του όνειρα. Κάποια γίνονται αληθινά. Κάποια πάλι όχι, γιατί απλά δεν υπήρξαν ποτέ όνειρα.

Η νουβέλα κυκλοφορεί σε ελεύθερη ψηφιακή μορφή από τις εκδόσεις Σαΐτα. Για να την κατεβάσετε δωρεάν πατάτε  εδώ

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

Νίκος Φαρούπος: Ο αρχιβιβλιοθηκάριος και άλλες ιστορίες

Γνώριμη και αγαπητή η γραφή του Νίκου Φαρούπου, αυτή τη φορά μάς δίνει μια ανάλυση του φόβου και της φοβίας μέσα από τέσσερα διηγήματα μελετώντας παράλληλα συμπεριφορές παρέκκλισης. 
Στο ομότιτλο διήγημα, ο υπεύθυνος της Βιβλιοθήκης βιώνει το μένος και την οργή της ίδιας της Βιβλιοθήκης. Είναι όμως αυτό η πραγματικότητα ή το βιώνει μόνο το διαταραγμένο του μυαλό; Ο βιβλιοθηκάριος έχει ορίσει ως έργο ζωής να γίνει κριτής του λογοτεχνικού κόσμου. Η ενδελεχής μελέτη γνωστών συγγραφέων τον οδηγεί σε εμμονές και στο ερώτημα αν η λογοτεχνία μιμείται τη ζωή ή η ζωή τη λογοτεχνία. Έως ότου οι χάρτινοι ήρωες παύουν να είναι φανταστικά όντα και ως χθόνια δύναμη βγαίνουν στην επιφάνεια. Δεν θα σταθώ στην ατμόσφαιρα μυστηρίου και τρόμου που ο Νίκος Φαρούπος καταφέρνει να περάσει μέσα από αυτό του το διήγημα όσο στο αλληγορικό στοιχείο που διακρίνεται καθαρά μέσα από την αφήγηση. Ότι δηλαδή ο άνθρωπος, όταν ξεπερνά το απόθεμα του ψυχοπνευματικού δυναμικού του (εν προκειμένω ο ήρωας έχει αναλάβει όχι μόνο τη συγγραφή ενός απαιτητικού λογοτεχνικού έργου αλλά και τη διαλεύκανση μιας σειράς φόνων) οδηγείται πολύ εύκολα στον παραλογισμό. Η επίθεση της Βιβλιοθήκης μπορεί και να ερμηνευτεί ως αιτιολογία για τη στασιμότητα, την ανικανότητα του ήρωα να φέρει εις πέρας αυτό που έχει κατά νου να γράψει. Ο ήρωας πείθει εαυτόν ότι δεν γράφει γιατί η Βιβλιοθήκη τού επιτίθεται. Ο φόβος που πηγάζει από μια κατάσταση πλασματική ή πραγματική από τη μία ανακόπτει την προσπάθειά του, από την άλλη είναι μία καλή πρόφαση για να μην αντιμετωπίσει τον φόβο απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό. Κατά βάθος γνωρίζει ότι οι δυνάμεις του είναι πολύ μικρότερες από το σύνολο των δυνάμεων των λογοτεχνών που αυτόκλητα κρίνει και αναλύει. Πολλές φορές ο άνθρωπος χρησιμοποιεί τον φόβο για να καλύψει την δική του ανικανότητα. Η δική μας αδυναμία γίνεται απόλυτα κατανοητή και εύλογα δικαιολογημένη όταν αντιπαραθέσουμε το άγνωστο, την τύχη, τη μοίρα, τις συγκυρίες ή ακόμη κι έναν ζοφερό κόσμο όπως τον έχουν πλάσει ο Πόε, ο Λάβκραφτ, ο Κάφκα και άλλοι μέσα από τα διαφορετικά λογοτεχνικά είδη που τους χαρακτήρισαν. 
Στο διήγημα "ο Ακάλεστος", ο συγγραφέας περιγράφει έναν περιθωριακό, γραφικό τύπο που εξάπτει τη φαντασία της πιτσιρικαρίας κάποιες δεκαετίες πίσω όταν τα παιδιά αλώνιζαν στους δρόμους στήνοντας παιχνίδια, φάρσες και πειράγματα. Σε μια ατμόσφαιρα που μού θύμισε κάτι από Πέπερμιντ και Στάσου πλάι μου, ο Νίκος Φαρούπος περιγράφει γλαφυρά αλλά και με οικονομία λόγου τον βίο και την πολιτεία του Μανόλη του Ακάλεστου. Πες λόγω επαγγέλματος (σκάβει τάφους) πες λόγω της ρυπαρότητας σώματος και του «λειψού» μυαλού του, ο Ακάλεστος αποτελεί φόβο αλλά και πρόκληση για την παρέα των πέντε πιτσιρίκων που τον στοχοποιεί άκοπα υπολογίζοντας στο "η ισχύς εν τη ενώσει". Όλοι μαζί αποφασίζουν να του χαρίσουν την τρομάρα της ζωής του, μασκαρεμένοι με σεντόνια, παριστάνοντας τα φαντάσματα νύχτα μέσα στο νεκροταφείο. Πιο σύντομο από τα άλλα, και αυτό το διήγημα ασχολείται με τον φόβο όπως βιώνεται στην παιδική ηλικία αυτή τη φορά, αλλά και τις προλήψεις και δεισιδαιμονίες που μεταφέρονται από τη μία γενιά στην άλλη.
Ακολουθεί η "Ελεονώρα" που έχει να κάνει με έναν "επιβλαβή" έρωτα. Ποια είναι η μυστηριώδης Ελεονώρα; Μια θελκτική γυναίκα με σάρκα και οστά, ένα σαγηνευτικό βαμπίρ, μια μάγισσα που έχει στοιχειώσει τη θάλασσα; Ποια παιχνίδια παίζει το μυαλό ενός διαταραγμένου άντρα, μονήρη και μονόχνωτου, ο οποίος ακολουθεί απαρέγκλιτα το ημερήσιο πρόγραμμά του, μια ρουτίνα που τον κρατάει σε ένα "επίπλαστο" επίπεδο ασφαλείας, όταν πείθεται ότι χρωστάει τη ζωή του στη δική του σειρήνα; Ο φόβος του ανθρώπου απέναντι στο ανεξήγητο παραμένει. Εκείνο που αλλάζει είναι το εύρος της έννοιας "ανεξήγητο" που μοιάζει με μια εκτεινόμενη στο άπειρο περιοχή που  μόνο ένα μικρό τμήμα της έχει εξερευνηθεί.
Η συλλογή τελειώνει με το "Ξέρω πού έκρυψες τον Άλφρεντ"» όπου μέσα σε μια νουάρ ατμόσφαιρα, ο Αντρέας, κεντρικός ήρωας, ζει μια διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Στην διαταραχή του προσπαθεί να δώσει μια ετικέτα ο ψυχίατρός του εκθέτοντας στον αναγνώστη μια εικόνα των επώδυνων προσβολών ενός ασθενούς σώματος ή μιας ασθενούς ψυχής. Ποτέ όμως δεν είναι πλήρως κατανοητό το καθετί που αφορά τον άνθρωπο. Ίσως και να μας αρκεί η μισή αλήθεια. Την άλλη μισή μπορεί και να μη θέλουμε να τη βρούμε. Εξάλλου η λογοτεχνία του φανταστικού στοχεύει και σε αυτό, δηλαδή στο πόσο θέλει να αφεθεί κανείς στον ορθολογισμό ή τι ποσοστό αλήθειας θέλει να ψηλαφίσει χωρίς να νιώσει κίνδυνο, ίσως γιατί πάντα θα θεωρεί αυτό που διαβάζει κάτι πιθανό ή και απίθανο συνάμα, γι’ αυτό και γοητευτικό.
"Ο αρχιβιβλιοθηκάριος και άλλες ιστορίες" είναι  μια  μελέτη της ανθρώπινης φύσης που ανέκαθεν παλεύει ανάμεσα στο λογικό και πραγματικό, το παράλογο και φανταστικό, μιας φύσης που μάχεται τον ίδια της την υπόσταση. 
«Ο αρχιβιβλιοθηκάριος και άλλες ιστορίες» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. 

Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

Μια νέα Ελλάδα


Μέσα στη νύχτα, μια μακρινή βουή γέμισε τον τόπο και κάλυψε τους ήχους της μουσικής. Ήταν τα βούκινα από τα καΐκια που προσάραζαν στην απάνεμη μεριά του νησιού και μαζί μ’ αυτά ο ήχος της καμπάνας που ερχόταν όλο και πιο δυνατός από το Μοναστήρι της Καλής Καρδιάς. Η ξαφνική αναστάτωση και οι καμπάνες που χτυπούσαν ασταμάτητα έκαναν τον παπα-Γιώργη και τη Γιουλή να πεταχτούν έντρομοι στο πλάτωμα. Ο Βάγης βρήκε την ευκαιρία να τρυπώσει στο άδειο πια ξωκλήσι και να αρπάξει την εικόνα. Με μια δρασκελιά, έφτασε το ιερό και δοκίμασε να ξεμανταλώσει το παράθυρο που έβλεπε στον γκρεμό. Έξω, δεκάδες στόματα αντάριαζαν μέχρι που οι οπλές ζωντανού που πλησίαζε επέβαλαν τη σιωπή.

«Χωριανοί! Μια νέα Ελλάδα γεννήθηκε! Ο Όθωνας γυρίζει στη χώρα του! Η πατρίδα μας είναι μόνο δική μας!»
Βουβαμάρα σύντομη και μετά οι ζητωκραυγές.
Ο Βάγης αναμάσησε το νέο, αυτό που περίμενε από εκείνη τη μαγιάτικη Κυριακή σε μιαν άλλη εποχή, σε μια διαφορετική κοινωνική τάξη. Η φασαρία πολλαπλασιαζόταν μέσα στη νύχτα σέρνοντας στο κατόπι της και άλλα δεινά. Χωρίς δεύτερη σκέψη έδωσε ένα πήδημα και βρέθηκε έξω από το ξωκλήσι ισορροπώντας στο χείλος της αβύσσου. Κοίταξε τον γκρεμό χωρίς να κιοτέψει,
ψαχουλεύοντας για πατήματα στο κενό. Τα αγκάθια τού ξέσκιζαν ρούχα και σάρκα, μα δεν σκεφτόταν την αποκοτιά του παρά τη βουή που δεν έλεγε να κοπάσει. Δεν ήταν μονάχα ο αγέρας που είχε σηκωθεί μέσα στη νύχτα, μανιασμένος κι αυτός από τα παράλογα καμώματα των ανθρώπων. Ήταν οι φωνές όμοιες με καλέσματα αγριμιών που έβγαιναν στο κυνήγι.  
Απόσπασμα από το μυθιστόρημα "Αραμπέλα/τα όρια της πίστης". Μπορείτε να το κατεβάσετε δωρεάν σε ψηφιακή μορφή pdf πατώντας εδώ ή σε μορφή epub πατώντας εδώ

Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2016

Απαγορευμένος έρωτας


Sir Frederic William Burton: Hellelil and 

Hildebrand,

the Meeting on the Turret Stairs, 1864

Ο Σεπτέμβρης είχε μεστώσει για τα καλά. Τα φορτωμένα αμπέλια, που βαριά από τον καρπό τους σερνόντουσαν στη φολιδιασμένη γη, καρτερούσαν τον τρύγο. Τα τραγούδια αντήχησαν ξανά καθώς τα ιδρωμένα σώματα γέμιζαν τα κοφίνια και φόρτωναν τα γαϊδούρια και τα μουλάρια. Οι χωρικοί είχαν ξεχάσει τις προφητείες κι έμοιαζαν να βλέπουν μια νέα κατάσταση των πραγμάτων. 
Ακόμη κι ο Στέφανο Καστίγιο είχε ανασκουμπωθεί και μάζευε σαν απλός εργάτης τους καρπούς της γης από τα απέραντα κτήματα του Μοναστηριού  της Καλής Καρδιάς. Οι κακές γλώσσες έλεγαν βέβαια πως ο καρδινάλιος είχε θορυβηθεί από την απραγία κι ότι ο ισχυρός άρχοντας είχε αποφασίσει να βάλει ένα χεράκι καθώς από στιγμή σε στιγμή οι καθολικές μοναχές θα έκαναν την εμφάνισή τους στο μοναστήρι. Κανένας δεν μπορούσε να φανταστεί τον πραγματικό λόγο. Ο Στέφανο Καστίγιο είχε διαλέξει αυτόν τον τρόπο για να ξεφύγει από τις αμαρτωλές σκέψεις του. Δεν του πήγαινε να φύγει για τη Χώρα και να αφήσει την Αραμπέλα μόνη στο Γκραντουκάλε. Σκέφτηκε ξανά να τη στείλει στα πατρογονικά του εδάφη, η ιδέα όμως του αποχωρισμού τού ήταν αφόρητη. Έτσι επέλεξε αυτή τη λύση, να είναι κοντά και συνάμα μακριά της, όμως την ησυχία του την είχε χάσει για πάντα. Η Αραμπέλα είχε, θαρρείς, αποκτήσει το πείσμα και την επιμονή γυναίκας που ξέρει ότι ο έρωτάς της έχει βρει ανταπόκριση. Σαν να ήταν ενωμένοι ενώπιον Θεού και ανθρώπων, έδειχνε μια έγνοια καθαρά συζυγική. Τα απογεύματα τού έφερνε φαγητό και κρασί και καθόταν δίπλα του παρακολουθώντας την κάθε του κίνηση. Αυτός έτρωγε ανόρεχτα γνωρίζοντας ότι η πραγματική του πείνα δεν μπορούσε να χορτάσει.  
Μοναχά τις ώρες που ο ήλιος έκαιγε, η Αραμπέλα έμενε μακριά από τον Στέφανο καθώς η ευαισθησία που είχε από μικρή και η γυναικεία ματαιοδοξία στην οποία πρόσφατα είχε εντρυφήσει ήταν δυο σοβαροί λόγοι για να μην εκθέτει τη λευκή επιδερμίδα της. Χαμένη σ’ έναν ονειρικό κόσμο παραμόνευε τις ώρες πίσω από τις βαριές κουρτίνες του Γκραντουκάλε με το βλέμμα στους αμπελώνες. Το στήθος της φούσκωνε παλεύοντας να ξεχυθεί από τον γαλλικό κορσέ κι ένα παράξενο μυρμήγκιασμα απλωνόταν μέχρι τα πέλματα των ποδιών της, ένα φούντωμα που όμοιό του δεν είχε γνωρίσει. Στη σκέψη της υπήρχε μόνο ο Στέφανο. Η ανάμνηση του Βάγη ήταν πολύ μακρινή πια, κάτι που απλά έφερνε ένα μελαγχολικό χαμόγελο στα χείλη της. 

Απόσπασμα από το μυθιστόρημά μου "Αραμπέλα/τα όρια της πίστης. Αν θέλετε να διαβάσετε το μυθιστόρημα, μπορείτε να το κατεβάσετε δωρεάν σε ψηφιακή μορφή πατώντας εδώ