Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2018

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Σώματα (Συνέχεια 6)


«Λένη, άκουσε με! Κοίταξέ με λίγο!» της είπε ο Μάριος αγγίζοντας το πρόσωπό της και αναγκάζοντάς την να στρέψει το βλέμμα της στο δικό του. «Δεν θέλεις να αποδείξεις ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε; Φαντάσου ότι όλο αυτό είναι μια παράσταση στημένη αποκλειστικά για εμάς. Μόνο εμείς μπορούμε να το κάνουμε. Γιατί λειτουργούμε και φερόμαστε όπως υπαγορεύουν τα τραγούδια που επιλέξαμε. Ξιφομαχούμε, γιατί φοβόμαστε τις λέξεις, φοβόμαστε αυτό που μπορεί να πουν τα χείλη μας αν αφήσουν στην άκρη τον εγωισμό. Τι ήταν ό,τι χορογραφήσαμε μέχρι τώρα; Μια πρόκληση και μια πάλη. Ένας άντρας και μια γυναίκα που στέκονται αβέβαιοι ο ένας απέναντι στον άλλον. Φοβούνται, φυλάγονται, δεν θέλουν να εκτεθούν, να γυμνωθούν. Στο δικό σου κομμάτι έβγαλες τον εαυτό σου, επιλέγοντας την επίθεση. Επέλεξα την άμυνα, για τον ίδιο λόγο. Πιστεύω ότι έτσι δημιουργείται μεγαλύτερη ένταση μέσω της αντίθεσης των κινήσεων των δύο σωμάτων, που φυσιολογικά οδηγεί στην αλλαγή της μουσικής και στο άνοιγμα, την αποφόρτιση, την παράδοση…»
«Δεν μπορώ να το κάνω…» Κι εκεί σταμάτησε, γιατί ο Μάριος είχε εκφράσει ό,τι ακριβώς σκεφτόταν και η ίδια. Ξιφομαχούσαν δύο χρόνια τώρα. Κι ήταν λες και αυτή η χορογραφία είχε σαν λόγο ύπαρξης τους δυο τους και μόνο. Αυτό όμως την έβγαζε από όσα γνώριζε μέχρι τώρα, την πήγαινε σε μονοπάτια που δεν ήξερε αν ήθελε να τα περπατήσει.
«Προσπάθησε. Αυτό δεν λέει και το τραγούδι; Θα το βάλω να παίξει μια φορά ακόμη, και δες μόνο τις δικές μου κινήσεις. Δεν θέλω να κάνεις κάτι, απλά να σου δείξω τι μου βγάζει εμένα αυτό το κομμάτι. Δεν ζητάω κάτι παραπάνω. Σε παρακαλώ…»
Την παρακαλούσε κι αυτό έκανε το σώμα της να μουδιάσει. Φυσικά και είχε συνηθίσει σε όλη της τη ζωή να την παρακαλάνε, να τρέχουν από πίσω της. Όμως τώρα ήταν διαφορετικά. Δεν το ζητούσε ο Μάριος από τη Λένη, το ζητούσε από την παρτενέρ του. Ένα ψεύτικο όνειρο, να το ζήσουν μέχρι να τελειώσει ο χορός. Εκείνη η θυμωμένη εσωτερική φωνή όμως είχε ξεχαστεί και είχε σωπάσει. Κι έτσι η Λένη έγνεψε καταφατικά. Οι πρώτες νότες του κομματιού έκαναν την καρδιά της να χτυπήσει πιο δυνατά. Κράτησε την ανάσα της και αφέθηκε να την τυλίξει η μουσική και η μαγεία.

Θα χόρευε γι’ αυτήν. Τέσσερα λεπτά, όσο κρατούσε το κομμάτι. Τα καλύτερα τέσσερα λεπτά της ζωής του. Γιατί όπου υπάρχει επιθυμία, υπάρχει και φλόγα, όπως έλεγαν οι στίχοι. Θα χόρευε, κι ας καιγόταν. Αυτό ήθελε να της δείξει.
Έβαλε ξανά το κομμάτι και πήρε μια βαθιά ανάσα. Όλα ή τίποτα. Τώρα ή ποτέ. Ακολούθησε τους ήχους της μουσικής, που τον τραβούσαν προς τη Λένη. Δεν υπήρχαν πια σπαθιά ανάμεσά τους. Το σώμα του προσπαθούσε να της μιλήσει, να της πει όσα κρατούσε επί μήνες κρυφά. Οι κινήσεις του είχαν το γλυκό πάθος του έρωτα, κι έφτανε τόσο κοντά της ώστε την άγγιζε σχεδόν, και μετά απομακρυνόταν και ξανά κοντά της, γύρω της, να ελίσσεται, να έλκεται, να αποτραβιέται, πάντα στον ρυθμό που του υπαγόρευε η μουσική και η ανάγκη του να δώσει όλον του τον εαυτό. Καθώς οι τελευταίες νότες δονούνταν ακόμη γύρω τους, ο Μάριος πλησίασε ξέπνοος τη Λένη και έφερε το πρόσωπό του μια ανάσα από το δικό της.
«Όπου υπάρχει επιθυμία, υπάρχει φλόγα. Θα καείς μαζί μου;» της ψιθύρισε αγγίζοντας σχεδόν τα χείλη της.
Η Λένη τραβήχτηκε απότομα σαν να ξύπνησε από έναν μαγεμένο ύπνο. Το παραμύθι του χορού είχε τελειώσει και οι μαγικές κλωστές του έσπαγαν μία μία. Ήταν όμορφη η χορογραφία του Μάριου, αισθησιακή, ερωτική. Και σίγουρα η απόλυτη υλοποίηση αυτού που ήθελε να εκφράσει, -στα ψέματα φυσικά, για τη χορογραφία και μόνο. Κι αυτή, όση ώρα έπαιζε το τραγούδι, ήθελε να ανταποκριθεί, να χορέψει μαζί του, δεν μπορούσε όμως πια να διαχωρίσει τη φυσική έλξη από την άψογη εκτέλεση μιας χορογραφίας. Κι αυτό την μπέρδευε. Και μετά την απέλπιζε. Και μετά τη θύμωνε.
«Θα καείς μαζί μου;» τη ρώτησε ξανά ο Μάριος, και ήταν τόσο μα τόσο πειστικός.
Σαν να γύρισε έναν διακόπτη, η Λένη είδε το κοκκινόμαυρο σύννεφο του κακού εαυτού της να απλώνεται στην αίθουσα. Η διάθεσή της άλλαξε. Η καλύτερη άμυνα ήταν αυτή που γνώριζε από παιδί: η κατά μέτωπον επίθεση.
«Να καείς μόνος σου, Ραφαήλου! Αφού βλέπεις ότι δεν μας βγαίνει, τι το παιδεύουμε;» Το βλέμμα του πάγωσε. Καλύτερα. Έτσι κι αλλιώς, μια ψευδαίσθηση ήταν όλο αυτό. Μια απάτη. Τίποτα περισσότερο.
«Γιατί το βλέπεις έτσι;» τη ρώτησε προσπαθώντας να την πλησιάσει ξανά.
«Γιατί έτσι είναι. Μια γαμημένη χορογραφία, αυτό θέλεις να καταφέρεις».
«Να καταφέρουμε θέλω, Λένη. Δύο είμαστε, ζευγάρι. Πότε θα το καταλάβεις;»
«Ο καθένας καταλαβαίνει διαφορετικά πράγματα. Θα την έχεις την κολοχορογραφία σου. Μην ανησυχείς γι’ αυτό. Ξέρω πολύ καλά να κάνω πράγματα, ακόμα κι όταν δεν τα νιώθω».
Ήθελε να τον πληγώσει, γιατί έτσι ένιωθε ασφαλής. Ήταν όμως η πρώτη φορά που δεν εννοούσε τα σκληρά της λόγια. Κάπου δίστασε, σαν να ένιωσε να πονάει, καθώς είδε το βλέμμα του να σκοτεινιάζει. Από πότε όμως πονούσε για τον Ραφαήλου; Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Έκανε απότομα μεταβολή και βγήκε τρέχοντας σχεδόν. Άλλη μία πρωτιά: η Λένη Ψαθά να κλαίει. Ανάθεμά τον!


Η Λένη αναθεμάτιζε ακόμα ώρες αργότερα, όχι όμως τον Μάριο, αλλά τον εαυτό της, που δεν μπορούσε να φερθεί ποτέ φυσιολογικά. Λες και αν το έκανε, ο κόσμος θα γύριζε ανάποδα. Γιατί αλήθεια δεν προσπαθούσε; Αφού ήθελε να χορέψει μαζί του, γιατί δεν φαινόταν συνεπής; Ας τον είχε μόνο για τα ελάχιστα λεπτά που κρατούσε ένας χορός. Και μετά; Μετά τίποτα. Ο καθένας στον πάγκο του. Ο Μάριος δεν ήταν ο τύπος που θα του έκανε εντύπωση κάποια σαν τη Λένη, κακομαθημένη και στην ουσία χωρίς περιεχόμενο. Γιατί τότε δεν φρόντιζε να αλλάξει; Η δύναμη της συνήθειας; Απλά δεν είχε τίποτα να κερδίσει, δεν θα κέρδιζε τον Μάριο έτσι. Θα είχε όμως για μια φορά την εκτίμησή του, ότι στάθηκε άξια απέναντί του και όχι εναντίον του.
Κούνησε πεισμωμένη το κεφάλι ενώ με την παλάμη της σκούπιζε τα δάκρυα που έτρεχαν συνέχεια. Πώς είχαν έρθει έτσι τα πράγματα; Από πότε άρχισε να νιώθει διαφορετικά απέναντί του; Από τότε που τον σκέφτηκε ως Μάριο και όχι ως Ραφαήλου. Από τότε που πρόσεξε και κάτι άλλο πέρα από το πολύτιμο εγώ της.
Ηττοπάθειες! Ως πότε θα κλαψούριζε σαν κοριτσάκι; Αφού η χορογραφία έπρεπε να γίνει, θα γινόταν. Η Λένη δεν συνήθιζε να χάνει. Και αυτό το στοίχημα θα το κέρδιζε, όσο κι αν της κόστιζε μετά.
Βρήκε το cd των Pink και έβαλε το Try να παίζει στην επανάληψη. Χρειάστηκε να το ακούσει τουλάχιστον πέντε φορές μέχρι να αποφασίσει να ακολουθήσει τη μουσική ή μάλλον τα βήματα που είχε χορογραφήσει ο Μάριος. Και ήταν κάτι μαγικό. Εκείνος δεν ήταν στο πλάι της, τον αισθανόταν όμως δίπλα της, ότι χόρευε μονάχα γι’ αυτήν.
Άδειασε το κεφάλι της από κάθε περιττή σκέψη, έτοιμη νε πετάξει σε μέρη άγνωστα για τους αμύητους. Το σώμα της έγινε πόθος, πάθος, φλόγα. Κάθε φορά δοκίμαζε νέα βήματα, κάθε φορά ένιωθε πιο ζωντανή. Αν την έβλεπε ο Μάριος από μια μεριά, θα επικροτούσε σίγουρα. Την ήθελε την επιδοκιμασία του, την αποδοχή του, έστω κι αν δεν ήξερε τον τρόπο να του το εκφράσει. Την απόφασή της την είχε πάρει. Θα ήταν άψογη, όσο συνεργαζόντουσαν. Δεν θα δημιουργούσε άλλα προβλήματα. Πέρα από αυτό όμως, τίποτα. Ήταν ο μόνος τρόπος να προστατεύσει τον εαυτό της. (Συνεχίζεται)


Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2018

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Σώματα (Συνέχεια 5)


Η επόμενη μέρα όμως δεν ήταν καλύτερη, γιατί η ώρα της πρόβας είχε φτάσει και ο Μάριος μάταια περίμενε να εμφανιστεί η Λένη. Μα πού είχε πάει; Την είχε δει να βγαίνει από την τάξη μετά το τελευταίο μάθημα, άρα κάπου εκεί γύρω θα βρισκόταν. Εκτός αν ήταν πια τόσο αναίσθητη. Ο χαρακτήρας της βέβαια προς την αναισθησία έτεινε. Μόνιμα πνεύμα αντιλογίας, η Λένη ήθελε να έχει πάντα το πάνω χέρι και τον τελευταίο λόγο σε καθετί. Ο Μάριος σκέφτηκε ότι στη ζωή τις περισσότερες φορές δεν ωφελούσε να ψάχνεις τα γιατί. Προσπερνώντας λοιπόν τον λόγο που η Λένη φερόταν τόσο αλλοπρόσαλλα, έψαξε να βρει πού κρυβόταν.
Ή μάλλον μισοκρυβόταν. Δεν σοκαρίστηκε από το θέαμα, αν και η Λένη είχε βυθίσει τη γλώσσα της τόσο βαθιά στο στόμα του τύπου που μάλλον του είχε φτάσει στον λαιμό. Τι δουλειά όμως είχε σε αυτόν τον χώρο κάποιος άσχετος προς την Ακαδημία; Όσο για την εμφάνιση, ισχνός και με άπλυτα μακριά μαλλιά, δεν συζητούσε τι του είχε βρει. Παρ’ όλα αυτά, το αίμα τού ανέβηκε στο κεφάλι.
«Θα σου άστραφτα ένα χαστούκι, αλλά έχε χάρη!» είπε τραβώντας απότομα τη Λένη από το χέρι.
«Σιγά τα αίματα, Ραφάηλου! Φοβηθήκαμε τώρα!» του απάντησε εκείνη ενώ τα μάτια της έδειχναν την ολοφάνερη επιθυμία της να τον σουβλίσει.
«Εμένα όχι, τον Αγοριανό όμως μπορεί. Το ξέρεις ότι παραβιάζεις κανονισμό της Ακαδημίας;»
«Άντε παράτα μας!» του πέταξε.
Ο επίδοξος εραστής κοιτούσε αναποφάσιστος. Ο Μάριος τον έβγαλε από το δίλημμά του λέγοντας του κοφτά «Φίλε, σπάσε!» και μετά εστίασε την προσοχή του στη Λένη. «Και τώρα οι δυο μας. Μην κάνεις χαρές. Δεν ξεφεύγεις τόσο εύκολα από εμένα» της είπε ενώ εκείνη προσπαθούσε να απεγκλωβιστεί από τα χέρια του, έλα όμως που κάθε της νέα απόπειρα τον έκανε να τη σφίγγει και να την τραβάει περισσότερο. «Δεν έχω πρόβλημα και να σε πάω σέρνοντας για πρόβα».
«Τέτοιος Νεάντερνταλ που είσαι! Πάρε τα κουλά σου από πάνω μου, γιατί θα σε δαγκώσω».
«Ορίστε. Ελεύθερη. Ξέρεις κάτι, άλλαξα γνώμη. Θα την κάνω μόνος μου την πρόβα. Και μετά θα πάω στον Αγοριανό και θα ζητήσω να αλλάξω παρτενέρ» της είπε αφήνοντας τα χέρια της.
Η Λένη τον κοίταξε σαστισμένη. «Μα, δεν αλλάζουν οι παρτενέρ, εσύ το είπες πρώτος» είπε χωρίς να χρησιμοποιήσει τη συνηθισμένη αγριάδα της.
«Δεν έχω να χάσω τίποτα. Ούτε εσύ εξάλλου…» της πέταξε διφορούμενα και της γύρισε την πλάτη.
Η Λένη απόμεινε να κοιτάζει πιο σαστισμένη, αυτή τη φορά με τον εαυτό της. Κι αν τα κατάφερνε ο Ραφαήλου και δεν ήταν πια ζευγάρι; Η συμπεριφορά της είχε φτάσει ήδη στα αυτιά του Αγοριανού. Πόσο ακόμα να κάνει τα στραβά μάτια; Το είχε παρατραβήξει το σκοινί, και από την άλλη δεν ήθελε να παραδεχτεί πως δεν της άρεσε καθόλου η ιδέα να της δώσουν άλλον παρτενέρ. Ο εγωισμός της είχε ακόμα το επάνω χέρι. Το σώμα της ήθελε να ακολουθήσει τα βήματα του Μάριου, η ενοχλητική εσωτερική φωνή όμως έκανε ξανά την εμφάνισή της: Σιγά μη χάσει η Βενετιά βελόνι! «Σου είπα να το βουλώσεις!» τσίριξε η Λένη.
Η Ράνια, που ερχόταν χοροπηδώντας χαρούμενη προς το μέρος της, σταμάτησε απότομα και την κοίταξε φρικαρισμένη.
«Τι έκανα πάλι, ρε Λένη; Μ’ εμένα τα έχεις τώρα;»
«Ωχ! Παράτα με κι εσύ!» της απάντησε και παίρνοντας την τσάντα με τα πράγματά της κατευθύνθηκε βιαστικά προς την αίθουσα της πρόβας.
Δεν είχε σκοπό να χορέψει όμως. Ούτε και ήξερε τι ακριβώς πήγαινε να κάνει. Να τη σπάσει για μια ακόμη φορά στον Ραφαήλου ή μπορεί και να τον παρακολουθούσε μόνο παριστάνοντας την εντελώς αδιάφορη.
Ούτε να του τη σπάσει ούτε να το παίξει αδιάφορη μπόρεσε. Ο τύπος ήταν ταγμένος, αυτό συνειδητοποίησε με το που μπήκε στην αίθουσα. Όση ώρα τον παρακολουθούσε, εκείνος δεν κατάλαβε το παραμικρό. Τα ζευγάρια που έκαναν πρόβα σε άλλα σημεία είχαν σταματήσει και κοιτούσαν μια τον Μάριο και μια αυτήν. Το έβλεπε το υφάκι τους, αλλά το παράδοξο ήταν ότι δεν έδωσε καμία σημασία. Είχε μάτια μόνο για τον Μάριο. Δεν τον χόρταινε, αυτό καταλάβαινε όσο περνούσε η ώρα. Και ξαφνικά, από το πουθενά σχηματίστηκε στο μυαλό της μια άλλη εικόνα, μια εικόνα που της έφερε μια γλυκιά αναστάτωση. Η εσωτερική φωνή θυμωμένη την γύρισε στην πραγματικότητα. Δεν θα επέτρεπε ποτέ στον εαυτό της να ερωτευτεί, αν ήταν δυνατόν, τον Ραφαήλου!
Δεν είχε φέρει το cd μαζί της, γιατί απλά δεν το είχε πια. Το προηγούμενο βράδυ το είχε κάνει κομμάτια, ποδοπατώντας το αλύπητα. Έτσι κι αλλιώς κι εκείνος χόρευε τόση ώρα χωρίς μουσική. Αμήχανη -να μια ακόμα πρωτιά για τη Λένη- τον πλησίασε και έμεινε ακίνητη. Δεν ήξερε πώς θα αντιδρούσε ο Μάριος, μπορεί και να ήταν η σειρά του να της πετάξει το κοντάρι στο κεφάλι, όχι ότι θα είχε άδικο.
Ο Μάριος ένιωσε τη Λένη, κι όπως της είχε γυρισμένη την πλάτη, επέτρεψε στον εαυτό του να χαμογελάσει. Όταν όμως στράφηκε προς το μέρος της, το πρόσωπό του είχε γίνει μια μάσκα αδιαφορίας. Δεν της είπε το παραμικρό, απλά κοίταξε επιδεικτικά το ρολόι του, και μετά πήγε στο σύστημα ήχου και έβαλε το στικάκι όπου είχε κάνει μια μίξη τριών τραγουδιών. Μετά το Ganesh και το Outta your mind, είχε προσθέσει το Try των Pink.

«Έτοιμη;» τη ρώτησε ψυχρά.
Η Λένη δεν αντέδρασε.
«Με προκαλείς!» της είπε προσπαθώντας να δείξει θυμωμένος.
Χρειαζόταν να την κάνει να αντιδράσει, να της βγάλει επίσης θυμό. Μόνο τότε θα ήταν έτοιμη.
«Εγώ σε προκαλώ; Ό,τι κάνω, σου ξινίζει».
«Και ό,τι δεν κάνεις, επίσης. Δείξε μου λοιπόν τι μπορείς να κάνεις. Τώρα!» συμπλήρωσε ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής του.
Βλέποντας τη Λένη να σφίγγει τα δόντια, προφανώς για να συγκρατήσει την ήδη έτοιμη πληρωμένη απάντησή της, πάτησε το play. Είχε επίτηδες αφήσει ένα κενό δέκα δευτερολέπτων όταν έγραφε το κομμάτι, ώστε τα σώματά τους να πάρουν θέση περιμένοντας το ήδη γνωστό άκουσμα. Καθώς ο ξεσηκωτικός ήχος των τυμπάνων γέμισε τον χώρο, ο Μάριος έκανε την πρώτη κίνηση, αβέβαιος για την αντίδραση της Λένης. Δευτερόλεπτα μετά είχε αφοσιωθεί στη μουσική που άκουγε και στις κινήσεις του γυναικείου σώματος απέναντί του. Η Λένη είχε αφεθεί να χαθεί στον ονειρικό κόσμο της αρμονίας του χορού κάνοντας πράξη αυτό που ο ίδιος της είχε πει λίγο πριν. Πρόκληση. Ναι, το ganesh ήταν ιδανικό για να ανάψει τα αίματα. Τα χέρια και τα πόδια τους είχαν συγχρονιστεί. Ο ήχος των κρουστών έμοιαζε να μπαίνει ορμητικός μέσα τους, να κάνει τα σώματα να σπαρταρούν και μετά μόρια της ύπαρξής τους να εκτοξεύονται στο άπειρο.
Στα δύο λεπτά η μουσική είχε αλλάξει. Το Outta your mind έφτανε την πρόκληση στα όριά της. Ο Μάριος πήρε στάση άμυνας καθώς οι κινήσεις της Λένης γινόντουσαν όλο και πιο προκλητικές. Κάθε δικό του πισωπάτημα έμοιαζε να την κάνει να βγάζει περισσότερη οργή. Αν άφηνε τον εαυτό του, αν ξεχνούσε ότι εκτελούσαν απλά μια χορογραφία, θα μπορούσε να την αφήσει να τον κατασπαράξει. Τα σώματά τους είχαν πλησιάσει επικίνδυνα, ένιωθε την ανάσα της όλο και πιο κοφτή, ο ιδρώτας της είχε γίνει δικός του, τα συμβολικά σπαθιά τους έσκιζαν τον αέρα φορτίζοντας ακόμη περισσότερο την ατμόσφαιρα.
Εκτός εαυτού… Σε αυτήν ακριβώς την κατάσταση είχαν βρεθεί όταν η μουσική σταμάτησε. Ο Μάριος είχε αφήσει και σε αυτό το σημείο επίτηδες ένα κενό. Φυσικά δεν είχε έτοιμη χορογραφία για αυτό το κομμάτι και ούτε μπορούσε να μαντέψει ποια θα ήταν η αντίδραση της Λένης όταν θα το πρωτοάκουγε. Την έβλεπε που ανάσαινε βαθιά και τον κοιτούσε έντονα.
«Κλείσε τα μάτια και άκουσε… Μην πεις τίποτα, άκουσε μόνο» Αυτή τη φορά η φωνή του δεν ήταν αδιάφορη, σκληρή. Τα μάτια του είχαν αγκαλιάσει τη Λένη. Γνώριζε ότι η ένταση που είχαν δημιουργήσει οι προηγούμενοι μουσικοί ήχοι δεν την είχε εγκαταλείψει. Ούτε και τον ίδιον βέβαια, όμως αυτός ήξερε τι περίμενε να ακούσει. Ήλπιζε μόνο να μη βγει ο κακός εαυτός της Λένης στην επιφάνεια. 
Η Λένη ένιωθε την ένταση να διχάζει το σώμα της. Αισθανόταν ανικανοποίητη, σαν να είχε φτάσει λίγο πριν το τέλος μαζί με τον Μάριο και ξαφνικά να είχαν χαθεί τα πάντα. Προσπάθησε να κρατήσει τις προηγούμενες στιγμές, αυτές όμως έμοιαζαν να απομακρύνονται πεισματικά. Κι όμως, εκείνος έμοιαζε ήρεμος, αν εξαιρούσες ότι την κοίταζε παράξενα. Ίσως το επόμενο κομμάτι να έδινε τη λύση, κάποια μορφή λύτρωσης. Γιατί δεν μπορούσε να ελέγξει τα συναισθήματά της και το κακό ήταν ότι δεν κατάλαβε πώς είχε φτάσει σε αυτή την κατάσταση. Έκλεισε λοιπόν τα μάτια, ακριβώς όπως την προέτρεψε ο Μάριος, και εστίασε όλη της την προσοχή στις πρώτες νότες του τραγουδιού. Το αναγνώρισε αμέσως. Ήταν ένα κομμάτι που όταν το άκουγε με παρέα ο ψυχροπολεμικός εαυτός της το μηδένιζε. Όταν ήταν μόνη της όμως, αφηνόταν να χαθεί στη μουσική και τους στίχους του. Η καχυποψία της θα την έκανε να υποθέσει ότι ο Μάριος το είχε επιλέξει για να την πικάρει. Όμως δεν ήθελε να σκεφτεί άλλο. Ήθελε μόνο να ακούσει, να νιώσει. Να νιώσει τους στίχους που μιλούσαν για την επιθυμία και τη φλόγα που κρύβεται πίσω της, τη φλόγα που μπορεί να σε κάψει.
Ένα και μοναδικό δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της. Μα, δεν μπορούσε να της συμβαίνει κάτι τόσο παράλογο... Δεν ήθελε ούτε καν να το σκεφτεί. Το τραγούδι είχε τελειώσει κι αυτή, η δυνατή, σκληρή Λένη ένιωθε να μαλακώνει, να ανοίγει, να αφήνεται.
«Όχι!» είπε κουνώντας αρνητικά το κεφάλι της.  (Συνεχίζεται)

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2018

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Σώματα (Συνέχεια 4)


Και η επόμενη μέρα φυσικά και εξελίχτηκε από το κακό στο χειρότερο. Πέρα από τις επιπλήξεις των καθηγητών είχε να αντιμετωπίσει και τα ξινά μούτρα του Ραφαήλου. Γιατί η πρόβα τους αποδείχτηκε η χειρότερη στιγμή τους.
«Είχα την εντύπωση ότι κάναμε ένα βήμα μπροστά. Λάθος μου, μάλλον τρία βήματα πίσω ήταν» της είπε επικριτικά.
«Κι εσύ, ποιος είσαι; Ο κύριος σωστός που τα ξέρει όλα; Ούτε που με ενδιαφέρει η γνώμη σου, ούτε και στη ζήτησα» του απάντησε βγάζοντάς του τη γλώσσα.
«Τυπικό» σχολίασε μονολεκτικά.
«Μπορείς να το βουλώσεις;» του αντιγύρισε με θυμό.
«Εμείς οι δυο είμαστε ζευγάρι; Σου μοιάζουμε για ζευγάρι;»
«Ούτε στα πιο τρελά σου όνειρα, Ραφαήλου. Που να ναυαγούσα σε ερημονήσι, θα έπεφτα ξανά στη θάλασσα να με φάνε οι καρχαρίες».
«Μην ανησυχείς, δεν θα σε άφηνα να κουραστείς. Θα προλάβαινα να σε ρίξω εγώ».
«Χιουμοράκι;»
«Δεν παίζω, Λένη. Και μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Όταν λέω ζευγάρι, εννοώ στον χορό. Έχουμε μια γαμημένη χορογραφία, και κοίτα γύρω σου να δεις πού βρίσκονται οι άλλοι και πού εμείς!»
Οι άλλοι τούς κοίταζαν με το στόμα ανοιχτό, όλο προσμονή. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στον Μάριο και τη Λένη ήταν το καλύτερο χαλαρωτικό για τα κουρασμένα τους σώματα. Ακριβώς η ανάπαυλα που χρειάζονταν.
«Φτιάξτην εσύ τότε τη γαμημένη χορογραφία και άντε γαμήσου κι ο ίδιος!» Πετώντας με δύναμη το κοντάρι της, η Λένη δεν έμεινε να δει πού προσγειώθηκε. Με την ευχή να του έσπαγε οποιοδήποτε ζωτικό σημείο, βγήκε βράζοντας από την αίθουσα.
Μετά την εντυπωσιακή αποχώρηση της Λένης, κανένας δεν τόλμησε να σχολιάσει. Οι περισσότεροι εξάλλου είχαν τελειώσει την πρόβα τους και μάζευαν τα πράγματά τους για να φύγουν.
Ο Μάριος, που μόλις πρόλαβε να αρπάξει το κοντάρι στον αέρα και να αποφύγει τα χειρότερα, είχε κάτσει στο πάτωμα με το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια του. Καταλάβαινε ότι η Λένη είχε αγχωθεί, ότι προσπαθούσε να αποδείξει ότι ήταν καλύτερη, όμως το έκανε με λάθος τρόπο. Δεν του έμενε παρά να την πάρει με το καλό ή μάλλον να της δείξει ότι έκανε το σωστό, απλά έπρεπε να ακολουθήσει άλλο δρόμο.
Όταν η αίθουσα άδειασε εντελώς, ο Μάριος έβαλε να ακούσει ξανά το κομμάτι που είχε επιλέξει η Λένη. Η χιπ χοπ δεν ήταν και το αγαπημένο του μουσικό άκουσμα. Την έβρισκε ανώριμη, λες και ήταν ήχος που δημιουργούσε ένα πεισμωμένο παιδί. Και μόνο το πόσες φορές είχε ακούσει σε διάφορες παραλλαγές το fuck τού ήταν αρκετό για την υπόλοιπη ζωή του. Παρ’ όλα αυτά, ήταν το κομμάτι που η Λένη είχε διαλέξει, άρα θα το σεβόταν.
Το άκουσε ξανά και ξανά, ώσπου στη δέκατη ίσως φορά, κατανόησε τι ακριβώς είχε συμβεί. Η χορογραφία της Λένης ήταν ατομική. Όλες οι κινήσεις που έκανε αφορούσαν την ίδια και αυτός, κατά τη δική της υπόδειξη, όφειλε να τις επαναλάβει. Δεν ήταν ο σωστός τρόπος, γιατί απλά η Λένη δεν είχε μπει στους στίχους του τραγουδιού. Είχε κολλήσει στη μουσική, δημιουργώντας κάτι το άγριο, αλλά εντελώς ξεκάρφωτο.
Δεν χρειάστηκε να σκεφτεί κάτι περισσότερο. Με βιασύνη έβγαλε τη μπλούζα που φορούσε και έμεινε με το φαρδύ λευκό σαλβάρι. Χαλάρωσε το σώμα του, έκλεισε τα μάτια και στα τυφλά πάτησε να παίξει ξανά το κομμάτι. Με τη φαντασία του έβλεπε τις κινήσεις της Λένης, όμως τώρα ήξερε απ’ έξω τους στίχους του τραγουδιού, και χρησιμοποίησε την προτροπή «πάψε να σκέφτεσαι λογικά» στον αντίποδα. Η Λένη θα κρατούσε τη χορογραφία της, απλά ο Μάριος θα ενσωμάτωνε τη δική του απάντηση, μια απλή αντιστροφή κινήσεων.
Παρά την κούραση, χαμογέλασε. Τουλάχιστον απόψε η καλή του τύχη δεν περνούσε από το στριπτιζάδικο. Είχε καταφέρει να μάθουν όλοι τις χορογραφίες τους, οπότε είχε ησυχάσει από τον μπελά τους για κάποιες μέρες. Σαν να είχε πάρει μαζεμένα ρεπό, κάπως έτσι ένιωθε.
Προκαλώντας την καλή του τύχη και ίσως από κάποια παρόρμηση της στιγμής, αντί να πάρει τον δρόμο για το σπίτι του, τράβηξε για το Θησείο. Γνώριζε τη διεύθυνση της Λένης, είχε περάσει πολλές φορές από εκεί τους τελευταίους μήνες. Ποτέ του δεν είχε σκεφτεί να χτυπήσει το κουδούνι της, ήξερε ότι θα ήταν μάταιο. Ούτε μια δικαιολογία της προκοπής δεν θα είχε να πει. Απόψε όμως την είχε τη δικαιολογία έτοιμη στο μυαλό του ή μάλλον στην τσέπη του μπουφάν του: το cd της Λένης. Αν φυσικά του άνοιγε... Και εφόσον του άνοιγε, αν τον άφηνε να περάσει... Και εφόσον περνούσε, αν δεν του επεφύλασσε κάποια έκπληξη του τύπου «σου φέρνω κάτι στο κεφάλι, να σου το σπάσω επιτέλους»... Δεν ήταν αισιόδοξα όλα αυτά, ο Μάριος όμως δεν εγκατέλειπε ποτέ τη μάχη. 

Η Λένη είχε σωριαστεί στον καναπέ με ένα μπουκάλι εμφιαλωμένο νερό και το κουτί με τα παυσίπονα στο χέρι. Είχε ήδη πάρει τρία και παρότι είχε περάσει μισή ώρα, ο πονοκέφαλος που τη βασάνιζε δεν έλεγε να υποχωρήσει. Προσπαθούσε να σκεφτεί, αλλά δεν ήξερε τι ακριβώς. Όταν παράτησε τον Ραφαήλου στα κρύα του λουτρού, έκανε ένα γρήγορο ντους και ανανεωμένη, ντύθηκε για να φύγει από την Ακαδημία. Όμως, δεν έφυγε η ηλίθια. Γιατί; Αυτό αναρωτιόταν τώρα. Αν είχε φύγει, θα ήταν μια χαρά. Δεν θα είχε δει τίποτα και το κεφάλι της θα ήταν ελαφρύ και άδειο. Όμως το Outta your mind έπαιζε ξανά και έτσι πλησίασε στην πόρτα της μεγάλης αίθουσας και κρυφοκοίταξε. Είδε τον Ραφαήλου μόνο του, ακίνητο, να ακούει τη μουσική. Η παρόρμησή της ήταν να ορμήσει στην αίθουσα αιφνιδιάζοντάς τον, να αρπάξει το cd και να φύγει νικήτρια. Βλέποντάς τον όμως να βγαίνει από την ακινησία του και μετά να γυμνώνει το στέρνο του και να μένει μόνο με το φαρδύ παντελόνι, δεν έκανε το παραμικρό. Απλά τον κοιτούσε και αναρωτιόταν αν τον είχε ξαναδεί ημίγυμνο. Αυτό το σώμα θα μπορούσε να στείλει αδιάβαστη ακόμα και την πιο ξεβγαλμένη. Όμως σιγά που την ένοιαζε! Λες και είχε κάτι διαφορετικό από τους άλλους. Τράβηξε το βλέμμα της και οπισθοχώρησε. Σκοτούρα της τι ετοίμαζε ο Ραφαήλου. Και πάλι όμως δεν έφυγε. Όταν τον είδε να εκτελεί τα πρώτα βήματα, τις πρώτες κινήσεις, σάστισε. Στην αρχή δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς έκανε. Κρατούσε την ανάσα της και το μόνο που σκεφτόταν ήταν η αρμονία των άνω και κάτω άκρων του άνδρα που χόρευε μόνος του, του άνδρα που για μια φορά δεν σκεφτόταν με το όνομα που απεχθανόταν. Πόση ώρα πέρασε μέχρι εκείνος να πέσει αποκαμωμένος στο πάτωμα; Τόση όση χρειαζόταν για να γεμίσει το δικό της κεφάλι με μπλεγμένες σκέψεις που της δημιουργούσαν αντιφατικά συναισθήματα.
Είχε φύγει τρέχοντας από την Ακαδημία και είχε κάνει σαν παλαβή τη σύντομη διαδρομή μέχρι το Θησείο. Και να που μισή ώρα μετά ακόμα αναρωτιόταν. Τι ένιωθε; Ζήλευε που ο Μάριος είχε βρει τον τρόπο να βελτιώσει τη χορογραφία; Που είχε σκεφτεί το πιο απλό, να αντιστρέψει και όχι να ακολουθήσει τις δικές της κινήσεις; Ο πόνος στο κεφάλι της έγινε πιο έντονος καθώς συνειδητοποίησε ότι τον είχε σκεφτεί ως Μάριο και όχι ως Ραφαήλου.
Και τότε χτύπησε το κουδούνι της εξώθυρας. Τρίβοντας τους κροτάφους της μήπως μειωθεί ο πόνος, άνοιξε χωρίς να αναρωτηθεί. Δεν πρόλαβε να σωριαστεί ξανά στον καναπέ, και το κουδούνι της δικής της πόρτας ήχησε σαν στριγκλιά στα αυτιά της. Έκλεισε τα μάτια κρατώντας την ανάσα της. Όποιος κι αν ήταν, θα έφευγε.
Όποιος κι αν ήταν, δεν έφυγε. Χτύπησε και δεύτερη και τρίτη φορά. Η Λένη πήγε μέχρι την πόρτα και κοίταξε την κάμερα ασφαλείας που έδειχνε τον διάδρομο. Όλα τα περίμενε, όχι όμως αυτόν τον επισκέπτη.
Διώξτον! ψιθύριζε η φωνή μέσα στο ζαλισμένο της κεφάλι. Με έκπληξη διαπίστωσε ότι δεν ήθελε να το κάνει. Δηλαδή, μπορούσε να του ανοίξει, αλλά να τον αγνοήσει. Ήταν η μέση λύση για να μη φανεί αγενής. Αλλά, από πότε την ένοιαζε πώς φαινόταν ή δεν φαινόταν στους άλλους;
Μάλλον την ένοιαζε τελικά πώς φαινόταν στον Μάριο, γιατί τώρα τον κοιτούσε αμίλητη και για μία και μοναδική φορά στη ζωή της αμήχανη.
«Να περάσω ή μήπως ενοχλώ;»
«Τον έκρυψα στο μπάνιο τον γκόμενο, μην ανησυχείς!» ήρθε η απάντηση της Λένης, που ξαφνικά βρήκε τον εαυτό της και πέρασε στην επίθεση μέσω της ειρωνείας.
Ο Μάριος δεν έκανε κανένα σχόλιο. Πέρασε μέσα, έκανε μερικά βήματα και έμεινε να παρατηρεί τον χώρο.
«Άνετα είσαι εδώ» της είπε.
Δεν του απάντησε, όχι γιατί δεν είχε κάτι να πει και να τον τσιτώσει, αλλά γιατί δεν έβρισκε τον λόγο. Ίσως και να τον έκανε να φύγει, αν διαπίστωνε ότι της ήταν ενοχλητικός. Όμως, αυτή τη στιγμή δεν την ενοχλούσε. Της άρεσε που τον έβλεπε. Όχι, της ήταν αδιάφορος. Δεν της έκανε ούτε κρύο ούτε ζέστη. Στο κάτω κάτω, γιατί είχε έρθει; Α, μάλιστα! Το cd της. Τον είδε που το έβγαλε από την τσέπη του μπουφάν του.
«Έφυγες βιαστικά και ξέχασες αυτό» της είπε και της το έδωσε.
Το πήρε και πήγε να το βάλει στη θέση του, όμως ο Μάριος την ακολούθησε.
«Θέλεις να προσπαθήσουμε ξανά;» της είπε πιάνοντας της το χέρι.
Τι εννοούσε πάλι; Τράβηξε απότομα το χέρι της από το δικό του.
«Έχω πονοκέφαλο. Θα το φέρω στην επόμενη πρόβα, όταν θα μπορούμε να συγχρονιστούμε» του είπε με τη γνωστή της ειρωνεία.
Ο Μάριος έκανε δυο βήματα προς το μέρος της και την κοίταξε σταθερά στα μάτια. Η Λένη μαζεύτηκε και ευχήθηκε να την αφήσει ήσυχη. Η πρώτη της σκέψη ήταν να περάσει στην επίθεση στολίζοντάς τον με κάτι ειρωνικό, ώστε να καταλάβει ότι είναι ανεπιθύμητος. Το παράξενο όμως ήταν ότι ένιωθε κουρασμένη από τον διαρκή πόλεμο μεταξύ τους. Και από την άλλη, ήθελε να δοκιμάσουν ξανά τη χορογραφία. Πώς όμως να το παραδεχτεί; Κι αυτή η ηλίθια εικόνα του γυμνού του στέρνου, όπως τον είχε δει στην Ακαδημία, είχε κολλήσει σαν την τσίχλα στο μυαλό της και δεν έλεγε να φύγει.
«Χαλάρωσε…» άκουσε τη φωνή του Μάριου πίσω της ενώ ταυτόχρονα ένιωσε τα δάχτυλά του να διατρέχουν τους κροτάφους της.
Τινάχτηκε απότομα δίνοντας εντολή στις αισθήσεις της να πάψουν να πανηγυρίζουν σαν άβγαλτες μαθητριούλες. Καθόλου δεν της άρεσε η εξέλιξη της κατάστασης.
«Ένας κόμπος είσαι» συνέχισε να τη νανουρίζει η φωνή του Μάριου ενώ τα δάχτυλά του είχαν περάσει στο σβέρκο της κάνοντάς της μασάζ.

Καθώς όμως η Λένη έκλεισε τα μάτια χαλαρώνοντας επιτέλους, η διαβολική εσωτερική φωνή της την έκανε να τσιτώσει ξανά. Βάλτον στη θέση του. Τι θράσος! Αυτός δεν σε μισούσε μέχρι χθες; Τι θέλει τώρα; Ή να πηδήξει ή καμιά εκδούλευση. Κι εσύ; Μη μου πεις ότι τον γουστάρεις! Εκτός κι αν παίζεις μαζί του και απλά με δουλεύεις, δηλαδή δουλεύεις τον ίδιο σου τον εαυτό!
«Μακριά τα ξερά σου!» πέταξε όλο φαρμάκι η Λένη απευθυνόμενη και στην ενοχλητική φωνή αλλά και στον Μάριο. «Ραφαήλου, άντε στο σπιτάκι σου τώρα, μην ξημερώσουμε κιόλας. Όσο για τη χορογραφία, μου τη δείχνεις αύριο, αν τη θυμάσαι μέχρι τότε, βέβαια!» συμπλήρωσε με ένα θριαμβευτικό ύφος ενώ ταυτόχρονα είχε φτάσει στην πόρτα, την είχε ανοίξει και περίμενε χτυπώντας ανυπόμονα το αριστερό της πόδι στο πάτωμα.
«Τυπικό!» είπε μόνο ο Μάριος και αγνοώντας το ασανσέρ κατέβηκε βιαστικά τις σκάλες ενώ σκεφτόταν ότι ήταν ολότελα ηλίθιος που είχε υποκύψει στην παρόρμηση και είχε έρθει μέχρι το σπίτι της Λένης.
Η στρίγκλα δεν θα γινόταν αρνάκι τόσο εύκολα, κι αυτός δεν είχε καιρό για παιχνίδια. Τις σπουδές του στην Ακαδημία τις έπαιρνε σοβαρά. Αν δεν ολοκλήρωναν τη χορογραφία, αντίο χορός και καριέρα. Δεν μπορούσε να καταλάβει τη Λένη. Τι μύγα την είχε τσιμπήσει ξαφνικά; Ίσως έφταιγε κι ο ίδιος. Τι τον έπιασε να της κάνει μασάζ; Όπως και να είχαν τα πράγματα, δεν ωφελούσε να κάνει εικασίες. Ένιωθε τόση αισιοδοξία όση του επέτρεπε να ελπίζει ότι η μέρα που ερχόταν θα ήταν καλύτερη... (Συνεχίζεται)

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2018

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Σώματα (Συνέχεια 3)


Το βουητό από τις φωνές ανακατευόταν με τους ήχους που έκαναν χέρια και πόδια καθώς τα σώματα υψώνονταν, στροβιλίζονταν, τινάζονταν. Βογκητά πόνου από το παίδεμα των μυών, διαμαρτυρίες για τις συνεχείς επαναλήψεις των ίδιων κινήσεων, επιφωνήματα που δήλωναν χαρά, ενθουσιασμό, απογοήτευση ή παραίτηση αποτελούσαν την καθημερινότητα της Ακαδημίας.
Η Λένη εκτέλεσε βαριεστημένη τις μισές ασκήσεις προσπαθώντας με κόπο να κρατήσει τα μάτια της ανοιχτά. Το προηγούμενο βράδυ το είχε παρακάνει. Είχε ξεπεράσει το ένα ποτό που συνήθως έπινε για να χαλαρώσει. Γιατί τρεις μέρες τώρα, τόσες είχαν περάσει από εκείνη την καταραμένη κλήρωση, όχι μόνο δεν είχε ηρεμήσει, ώστε να το θεωρήσει ως τετελεσμένος γεγονός και να φροντίσει να συνυπάρξει έστω και τυπικά με τον Ραφαήλου, αλλά και έφτανε να τη βρίσκει το ξημέρωμα με ανακατωμένο κεφάλι και στομάχι από τα τρία τέσσερα ποτά που είχε καταναλώσει. Το αποτέλεσμα ήταν ότι δεν είχε να παρουσιάσει καμιά ιδέα για τη χορογραφία, και, μη θέλοντας να της τη βγει ο Ραφαήλου, προφασιζόταν υποχρεώσεις που δεν μπορούσαν να πάρουν αναβολή. Ο Ραφαήλου και τις δύο φορές την είχε κοιτάξει περίεργα, όμως δεν είχε κάνει κανένα σχόλιο. Της είχε ευχηθεί «Περαστικά» και είχε φροντίσει να της αδειάσει τη γωνιά. Δεν της άρεσε το αυτάρεσκο χαμόγελό του. Κάτι σχεδίαζε, αλλά θα τον προλάβαινε. Δεν υπήρχε άντρας που να την κάνει καλά, θα ερχόταν τώρα ο κρετίνος να την αμφισβητήσει;
Ο Μάριος προσπαθούσε να μαντέψει τι σκεφτόταν η Λένη. Η αλήθεια ήταν ότι υπό τις παρούσες συνθήκες θα έφτανε ο καιρός που θα έπρεπε να παρουσιάσουν τη χορογραφία τους, και αυτοί δεν θα είχαν τίποτα να επιδείξουν. Η Λένη ήταν μόνιμα κακοδιάθετη, και δεν του το έβγαζες από το μυαλό ότι έπινε. Τι άλλο να φανταστεί; Άρρωστη δεν ήταν, πάντα έχαιρε άκρας υγείας. Υποψιαζόταν ότι αυτός ήταν ο αίτιος και αναρωτιόταν πώς θα έκανε ένα βήμα προς το μέρος της χωρίς να την εξαγριώσει περισσότερο. Ποια τακτική να ακολουθήσει κανείς με ένα άτομο τόσο… Έψαξε να βρει τις λέξεις… Μια αγριόγατα ήταν. Απόμεινε σκεφτικός εξετάζοντας κάθε δυνατή κίνηση, ώσπου… Και ο άγιος φοβέρα θέλει, κατέληξε.
Σήκωσε από το πάτωμα το κοντάρι που χρησιμοποιούσε λίγο πριν για να εξασκηθεί και με γρήγορα βήματα βρέθηκε δίπλα στη Λένη. Χτύπησε το αριστερό του πόδι με δύναμη στο πάτωμα, έκανε την ίδια κίνηση με το δεξί και μετά περνώντας το κοντάρι πάνω από το κεφάλι της, το έφερε ξανά όρθιο μπροστά του και το χτύπησε στο πάτωμα. Η Λένη δεν αντέδρασε και ο Μάριος επανέλαβε την κίνηση. Στη δέκατη –αν θυμόταν καλά- επανάληψη, η Λένη βγήκε από την απάθειά της. Με το πρόσωπο κόκκινο από θυμό, την ώρα ακριβώς που το κοντάρι σηκωνόταν στον αέρα, έκανε μια ανάποδη τούμπα και παίρνοντας φόρα τινάχτηκε όρθια. Σε κλάσματα δευτερολέπτου είχε αρπάξει κι αυτή ένα κοντάρι κι ερχόταν καταπάνω του με άγριες διαθέσεις.
Ο Μάριος δεν πτοήθηκε, αφού αυτό ακριβώς επιδίωκε. Λίγο προτού τον φτάσει η Λένη, σήκωσε το δικό του κοντάρι στα πλάγια αποκρούοντάς την. Η επαφή των δύο αυτοσχέδιων σπαθιών ακούστηκε εκκωφαντική μέσα στην ησυχία της αίθουσας. Η Λένη προς στιγμήν σάστισε βλέποντας με πόση δύναμη το κοντάρι της τινάχτηκε και προσγειώθηκε στο πάτωμα. Ο Μάριος άρπαξε την ευκαιρία για να πάει στο σύστημα ήχου και να περάσει το στικάκι που είχε φέρει μαζί του. Δυνάμωσε την ένταση και από τα ηχεία ακούστηκε η μουσική του Ganesh από το Bombay Dreams. Έκλεισε τα μάτια και άφησε τον ήχο των κρουστών να εισχωρήσει στο σώμα του. Ήταν τόσο συναρπαστικό το άκουσμα που ενώ είχε στο μυαλό του μια συγκεκριμένη χορογραφία, άφησε τη μουσική να τον καθοδηγήσει σε νέα μονοπάτια.
Η Λένη ήταν έξω φρενών. Ο Ραφαήλου τής την έδινε όλο και περισσότερο στα νεύρα. Αν ο άχρηστος νόμιζε ότι με αυτόν τον τρόπο θα την έκανε να δημιουργήσει κάτι μαζί του, -στον χορό εννοούσε, μην τρελαθούμε κιόλας! σκέφτηκε κι έφτυσε τον κόρφο της-, ε τότε, ήταν πολύ γελασμένος. Ο … άχρηστος! επανέλαβε τον χαρακτηρισμό, μη βρίσκοντας κάτι πιο πρωτότυπο να του αποδώσει. Βέβαια τα μάτια της δεν τα τράβηξε από τον τόσο κομψά χαρακτηρισμένο Ραφαήλου. Δεν μπορούσε να μην παραδεχτεί πόσο ταλαντούχος ήταν, πόσο αρμονικές ήταν οι κινήσεις του σώματός του. Να, τώρα δα, καθώς άκουγε αυτή την παράξενη μουσική,-ούτε που γνώριζε ποιο κομμάτι ήταν, ίσως έπρεπε να ρωτήσει-, δεν μπορούσε να μη ζηλέψει. Κάτι την ξεσήκωνε, ήδη ένιωθε τα δάχτυλα των ποδιών της να ακολουθούν αυτόβουλα τις δονήσεις των χορευτικών κινήσεων και των ηχητικών κυμάτων. Χωρίς να το καταλάβει, σήκωσε το κοντάρι της. Δεν άλλαξε θέση παρά μένοντας εκεί μιμήθηκε τον κατά τα άλλα εκνευριστικό παρτενέρ της.
Ο Μάριος θα είχε κάθε λόγο να είναι ευτυχισμένος: που είχε βγάλει από την απάθειά της τη Λένη, που ανάμεσα στην αντιπάθεια και την πρόκληση η δεύτερη υπερίσχυσε, που τόσο κοντά της διαπίστωνε ότι το σώμα της του γινόταν ακόμη πιο επιθυμητό, ιδιαίτερα όσο έβλεπε τους μυς της να συσπώνται και να τεντώνονται, -ήταν πια σε απόσταση αναπνοής, θα μπορούσε και να τη φιλήσει. Όχι, κρατούσε τόσο σφιχτά το κοντάρι που ήταν σίγουρος ότι θα κατέληγε στο κεφάλι του με την παραμικρή λάθος κίνηση. Αναστέναξε και της έστρεψε την πλάτη. Πήγε ξανά στο σύστημα ήχου και έβγαλε το στικάκι που τόση ώρα επαναλάμβανε ξανά και ξανά το Ganesh.
«Είσαι ξενέρωτος, Ραφαήλου!» τον κατακεραύνωσε η Λένη. «Πάνω που έλεγα πως έκανες και κάτι σωστό μέσα σε δύο χρόνια».
«Την επόμενη φορά που θα κάνουμε πρόβα είναι η σειρά σου να διαλέξεις τη μουσική. Και τη χορογραφία φυσικά» της είπε με ένα σαρδόνιο χαμόγελο να παίζει στο πρόσωπό του.
«Αν υπάρξει επόμενη φορά. Μην παίρνεις θάρρος, Ραφαήλου. Είμαστε αντίπαλοι, όχι σύμμαχοι».
Ο Μάριος σκέφτηκε ότι ο Σαίξπηρ προφανώς θα είχε ως πρότυπο κάποια μακρινή πρόγονο της Λένης όταν έγραφε το «η Στρίγκλα που έγινε αρνάκι».

Μετά από τρία πανομοιότυπα βράδια μεθυσμένων αυτοσχεδιασμών μπροστά στον καθρέφτη της –τόσο μεθυσμένων που έφτανε να μην ξεχωρίζει το είδωλό της- η Λένη μπήκε ορμητικά στο διαμέρισμά της και η πρώτη της δουλειά ήταν να ξεψαχνίσει τα CD που καταλάμβαναν τις μεγάλες στήλες αριστερά και δεξιά από το στερεοφωνικό.
«Θα σου δείξω εγώ, Ραφαήλου. Μη μου πουλάς και μούρη, τώρα. Άντε, γιατί παραγνωριστήκαμε!» ξέσπασε τον θυμό της.
Δηλαδή, δεν ήταν ακριβώς θυμωμένη. Τα νεύρα τής έσπαγε ο τύπος. Κι ας ήταν καλός χορευτής, πανάθεμά τον. Διαβολικά καλός, θα συμπλήρωνε, αν την είχε πιάσει ξαφνική κρίση καλοσύνης. Παρότι το πρόσωπο και το σώμα του δεν ξέφευγαν από ό,τι όριζε αυτή ως αντρικό πρότυπο, δεν την τραβούσε. Βασικά την απωθούσε. Βέβαια, για πρώτη φορά στην απογευματινή τους πρόβα είχε προσέξει τα μάτια του. Ήταν μελιά και ανάλογα με το πώς έπεφτε το φως έμοιαζαν να παίρνουν μια ανοιχτόχρωμη απόχρωση του πράσινου, και τότε οι ίριδες αποκτούσαν μια απόκοσμη βιολετί όψη.
Τι βλακείες σκεφτόταν! Όσο όμορφα μάτια και να είχε, ο Ραφαήλου παρέμενε αντιπαθητικός.
Η Λένη έκανε μια εύγλωττη χειρονομία με το δάχτυλο και γέλασε δυνατά. Αν την έβλεπαν οι γονείς της! Τη μοναχοκόρη τους, το μπουμπούκι τους! Θα φρίκαραν όπως πάντα.
«Χεστήκαμε!» φώναξε η Λένη και διάλεξε το Outta your mind του Lil Jon. «Ό,τι χρειάζεται για να σου κάνω τα νεύρα κορδόνια, Ραφαήλου. Να δούμε ποιος θα τρελάνει ποιον!»
Μία ώρα μετά, είχε ξαπλώσει εξαντλημένη στο παρκέ. Δεν είχε κουράγιο ούτε το μικρό της δαχτυλάκι να κινήσει. Το στόμα της ήταν στεγνό, η γλώσσα της μάταια προσπαθούσε να υγράνει τα αφυδατωμένα της χείλη. Το είχε παρακάνει. Και το κακό ήταν ότι δεν ήταν καν ευχαριστημένη από το αποτέλεσμα. Λες και ο Ραφαήλου είχε κλειδώσει τη φαντασία της. Μπα, δεν ήταν αυτό. Γιατί η αλήθεια ήταν ότι η χορογραφία της υπολειπόταν της δικής του. Ίσως και να έφταιγε η μουσική επιλογή. Ήταν σίγουρη ότι ο Ραφαήλου θα έφερνε ένα καλύτερο αποτέλεσμα, αφού σε όλα ήταν καλύτερος.
«Είδες πώς σκέφτεσαι όταν είσαι νηφάλια, κοριτσάκι μου;» είπε στον εαυτό της. «Όμως, έχουμε και γι’ αυτό λύση».
Έβαλε την τριπλάσια ποσότητα βότκας από το κανονικό προσθέτοντας μόνο μερικές σταγόνες από ένα πορτοκάλι που αργοπέθαινε στο ψυγείο της. Προτού ακουμπήσει   το ποτήρι στα χείλη της, έκανε την τελευταία λογική της σκέψη. Έπρεπε να πιει νερό, πολύ νερό. Στον αφυδατωμένο οργανισμό της η δυνατή ένεση αλκοόλ μόνο κακό θα μπορούσε να φέρει. Όμως πότε η Λένη ακολουθούσε τη λογική για να το κάνει τώρα πράξη; (Συνεχίζεται)