Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

Τζόναθαν Κόου: Αριθμός 11


Μα αυτός ο Τζόναθαν Κόου! Με μαστοριά στήνει πέντε ιστορίες που συνδέονται μεταξύ τους για να μιλήσει για τον φόβο, την ανασφάλεια, την κρίση των αξιών. Ο κρίκος είναι ο αριθμός 11, τίτλος και του μυθιστορήματος επίσης. Το 11 είναι άλλοτε το νούμερο ενός δρόμου, άλλοτε γραμμή λεωφορείου, ο αριθμός μιας αποθήκης, το νούμερο του τραπεζιού μιας εκδήλωσης και τέλος ο 11ος κάτω από τη γη όροφος, ως σύμβολο του αρχέγονου φόβου. Φυσικά έχουμε και την αναφορά στο νούμερο 11 της Ντόουνινκ Στριτ που έχει επιλέξει ως κατοικία του ο Τόνι Μπλερ, πρωθυπουργός το 2003, χρονικό σημείο από το οποίο ξεκινάει η πρώτη ιστορία. 

Αρχικά λοιπόν γνωρίζουμε δύο δεκάχρονες, τη Ρέιτσελ και την Άλισον. Οι δύο μικρές θα βρεθούν στο σπίτι των παππούδων της πρώτης ακριβώς την εποχή που η Μεγάλη Βρετανία συγκλονίζεται από τον θάνατο του Ντέιβιντ Κέλυ, ειδικού στον βιολογικό πόλεμο και επιθεωρητή οπλισμού, την εποχή που ο Μπλερ οδηγεί τη χώρα σε πολεμική εμπλοκή με το Ιράκ. Η ατμόσφαιρα στο σπίτι είναι τεταμένη για πολιτικούς λόγους αλλά και για θέματα υγείας της γιαγιάς. Τα δύο κορίτσια όμως ζουν στον δικό τους κόσμο, προσπαθώντας να λύσουν το μυστήριο του παράξενου σπιτιού του αριθμού 11 της Νίντλες (άχρηστης) Αλέι, αντιμέτωπες με την τρομακτική γυναίκα που της δίνουν το παρατσούκλι Bird Woman. Κρατήστε τη σημειολογία του τραπουλόχαρτου με την απεικόνιση της αράχνης. Για τη Ρέιτσελ, αυτό το καλοκαίρι του 2003 είναι και το τέλος της αθωότητας, καθώς η μικρή κατανοεί ότι ο κόσμος γύρω της αλλάζει, και ο φόβος της ανασφάλειας και του θανάτου μπαίνει στη ζωή της. 
Στη δεύτερη ιστορία συναντάμε οκτώ χρόνια μετά, την Άλισον και τη μητέρα της, τη Βαλ. Το 2011 όμως η οικονομική κρίση μαστίζει για τα καλά τη Μεγάλη Βρετανία του Κάμερον. Περικοπές στους μισθούς, αύξηση της ανεργίας, απαξίωση όπως αυτή αποτυπώνεται στα reality shows που ταΐζει η τηλεόραση τον κόσμο. Η Βαλ, που κάποτε έκανε μία επιτυχία με ένα τραγούδι της, προσπαθεί να γυρίσει πίσω σε εκείνες τις μέρες, συμμετέχοντας σε ένα τέτοιο show. Σαν τον μονομάχο του Κολοσσαίου θα την κατασπαράξουν τελικά τα θηρία για να βγάλουν κάποιοι ακόμη περισσότερα χρήματα πάνω στις πλάτες των αδύναμων, για να διασκεδάσει ο κόσμος με τον εξευτελισμό του πλησίον του, ώστε ο ίδιος να νιώθει καλύτερα με τα ψίχουλα που του προσφέρονται. Ο θάνατός σου η ζωή μου, και αυτή είναι η κοινωνία μας. Η Βαλ θα γυρίσει πίσω ψυχικό ράκος, ενώ τον ίδιο καιρό η κόρη της η Άλισον προσπαθεί να αναπροσδιορίσει τη ζωή της και να ενταχθεί σε έναν κόσμο που οι προοδευτικές του ιδέες είναι τελικά πιο συντηρητικές από ποτέ. 
Στην τρίτη ιστορία συναντάμε τη Ρέιτσελ, φοιτήτρια πια, και τη γνωριμία της με τη Λώρα, την καθηγήτριά της. Θα μάθουμε για το τι οδήγησε στον θάνατο τον άνδρα της τελευταίας και εδώ ο Κόου ασχολείται με τις εμμονές, και την αποξένωση, μέχρι σημείου πλήρους διαταραχής. Είναι ένα θέμα που έχει διαπραγματευτεί και στο «Το σπίτι του ύπνου». Η εμμονή στο χθες ξεπερνάει το όριο της γλυκιάς νοσταλγίας, αναλώνοντας φαιά κύτταρα και δημιουργικότητα. Ίσως όλοι μας ψάχνουμε έναν κρυστάλλινο κήπο (όπως τιτλοφορείται αυτή η ιστορία), αρκεί να κοιτάμε να τον βρούμε στις σελίδες που γράφουμε για το αύριο. 
Στην τέταρτη ιστορία οι πλούσιοι Γουίνσοου στοιχειώνουν αυτή τη φορά την Άλισον που έχει την ατυχία να βρει μια απόγονό τους μπροστά της. Αυτός που σου κάνει τον καλό, καλός δεν είναι όμως για σένα, παρά για τον εαυτό του. Και η Άλισον που είναι “μαύρη, λεσβία, μονοπόδαρη και εξαπατά το Κράτος” θα αποτελέσει το καλύτερο λάφυρο για τη Τζοζεφίν, δίνοντάς της την αφορμή να ρίξει κι άλλο δηλητήριο στο πιάτο της πολιτικής ορθότητας. Πολλά τα θέματα που θίγονται ή καλύτερα καυτηριάζονται. Η πολιτική σάτιρα και ο τρόπος που τελικά άλλους ξυπνά και άλλους αποκοιμίζει. Ο μηδενισμός των αξιών, με την ανάδειξη του δήθεν αντισυμβατικού, και μόνο στόχο τη συσσώρευση δόξας στα φουσκωμένα μυαλά και χρήματος στις τσέπες των αρπακτικών, πασπαλισμένα όλα αυτά με τον στόχο της δήθεν πολιτιστικής και πνευματικής δημιουργίας, του ανταγωνισμού (πάντα ισχυρό κίνητρο) που όμως δεν έχει καμία σχέση με το ολυμπιακό πρότυπο της ευγενούς άμιλλας. 
Στην πέμπτη ιστορία, η Ρέιτσελ και πάλι, θύμα των χειρότερών της φόβων. Σε μια γοτθική ατμόσφαιρα, σε αυτή την πιο μακροσκελή ιστορία του βιβλίου, συναντάμε την παράξενη οικογένεια των Γκαν που τα καπρίτσια τους δεν έχουν όρια. Μα φυσικά, όταν έχεις τόσα πολλά χρήματα, θα αναζητήσεις το νόημα της ζωής σου σε ό,τι πιο παρανοϊκό, όπως το να φτιάχνεις μια πολυώροφη οικοδομή κάτω από τη γη. Το δέος που νιώθει η Ρέιτσελ καθώς προσπαθεί να κατανοήσει τα ακατανόητα, μετέχοντας σε μια ζωή που δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι η δική της, δεν αργεί να γίνει τρόμος. Ο καθρέφτης της δικής της πραγματικότητας θα ραγίσει έως ότου σπάσει και τα θραύσματα θα ταράξουν την πνευματική και ψυχική της υγεία. 
Τα πάντα έχει να μας πει ο Κόου, που δεν αφήνει τίποτα όρθιο, καθώς παρατηρεί τον μικρό και μεγαλύτερο κόσμο της Μεγάλης Βρετανίας. Κι αν κάποτε το ταξικό χάος παρουσιαζόταν σαν μια σχέση ανέχειας και συμπόνιας, τώρα δεν είναι τίποτα άλλο από τον μηδενισμό του ανθρώπου, τον ευτελισμό της ανθρωπιάς από τη μία, την απόλυτη αναλγησία από την άλλη. Ο άλλοτε συναγωνισμός που γίνεται ανταγωνισμός μέχρι θανάτου, θυμίζοντας εκείνον τον μαραθώνιο χορού στην καταπληκτική ταινία του Πόλακ «Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν». Τι να γεφυρώσεις αλήθεια στο χάος του σήμερα; Μπορεί το αδιάφορο κακομαθημένο πλουσιόπαιδο να μάθει κάτι από την επίσκεψή του στο κοινωνικό παντοπωλείο; Μπορεί η λαίδη Γκαν να θυμηθεί πως κάποτε δεν είχε τίποτα, και ξαφνικά απόκτησε τα πάντα, για να γίνει μια υπερφίαλη μηδενίστρια; Μπορούμε άραγε όλοι εμείς να αποδεχτούμε ότι ο κόσμος αλλάζει, όμως να μην τον αφήσουμε να μας καταπιεί στον ενδέκατο όροφο κάτω από τη γη; Να φύγουμε από τα στερεότυπα κάθε ακραίας ιδεολογίας και να φτιάξουμε κοινωνίες όπου ο άνθρωπος διακρίνεται από έλεος και δέος για το σύνολο στο οποίο ανήκει, για τη γη που τον φιλοξενεί; 
Με μια συναρπαστική, μεστή γραφή ο Κόου ξεσκεπάζει την υποκρισία όλων μας, ξετινάζει τα πάντα, μα κυρίως αγγίζει την κρίση όπως αποτυπώνεται οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά. Διαβάστε αυτό το βιβλίο, θα σας κάνει να αναρωτηθείτε για όσα συμβαίνουν γύρω μας. Δεν μας φταίνε οι εξωγήινοι, οι άλλοι, η κάθε σκοτεινή δύναμη. Ο καθένας μας φταίει για τον μηδενισμό του σήμερα, θύτες και θύματα όλοι μας, σε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη εξίσωση. 
Κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πόλις. 

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

Γκρέτα στο θέατρο "Τόπος αλλού"

Ένα ειδυλλιακό περιβάλλον, μια βίλα κάπου σε ένα νησί, δύο ζευγάρια: η πλούσια ιδιοκτήτρια, κυρία Κροίσου με τον σύντροφό της, πρώην πιλότο της Πολεμικής Αεροπορίας και η αινιγματική Γκρέτα με τον δικό της σύντροφο, καθηγητή φιλοσοφίας. Στη βίλα έχουν προσκληθεί πέντε ακόμη άτομα. Αυτή όμως δεν είναι μια συνηθισμένη πρόσκληση για ένα συνηθισμένο σαββατοκύριακο. Οι καλεσμένοι και οι οικοδεσπότες γνωρίζονται άμεσα ή έμμεσα. Στο υπόγειο της βίλας βρίσκεται δεμένος και φιμωμένος ένας άντρας που κάνει απέλπιδες προσπάθειες να απελευθερωθεί. Ποιος είναι αλήθεια; Ποιοι είναι αυτοί οι δέκα άνθρωποι;
Καθώς η πλοκή εξελίσσεται θα μάθουμε πως οι εννέα θα αποτελέσουν ένα ιδιότυπο δικαστήριο: τα δύο ζευγάρια  είναι οι κατήγοροι που με τη βοήθεια μαρτύρων θα στοιχειοθετήσουν την αναλγησία του κατηγορουμένου. Εκείνος; Εγκληματίας χωρίς ίχνος μεταμέλειας, αποτρόπαιος και καθ’ έξιν, μεγαλοεπιχειρηματίας και νονός της νύχτας.
Οι πέντε ένορκοι (οι προσκεκλημένοι Μιχάλης, Ηλίας, Ελπίδα, Γιώργος και Γιάννης), άνθρωποι διαφορετικοί μεταξύ τους –δύο δικηγόροι, μία συγγραφέας, ένας δημοσιογράφος πρώην άνθρωπος της τηλεόρασης, και ένας αναρχικός πρώην γιατρός- πρέπει να αποφασίσουν αν ο κατηγορούμενος είναι ένοχος οπότε θα εκτελεστεί ή αν θα αφεθεί ελεύθερος. Προσέξτε: Όχι αθώος, αφού τα εγκλήματα και η ενοχή του είναι αποδεδειγμένα, αλλά αν, παρά ταύτα, θα αφεθεί ελεύθερος στην κοινωνία. Για να γίνει όμως το ένα από τα δύο, η απόφαση των ενόρκων θα πρέπει να είναι ομόφωνη. Αν κάποιος από τους ενόρκους δεν αποδεχτεί τη διαδικασία και αποχωρήσει, αυτό αυτόματα σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος θα εκτελεστεί.
Κατήγοροι, ένορκοι και κατηγορούμενος θα συγκρουστούν μεταξύ τους, αλλά θα βρεθούν και αντιμέτωποι με τον εαυτό τους ή αυτό που λέμε συνείδηση. Παρακολουθούμε την εξέλιξη της ψηφοφορίας των ενόρκων. Προτάσσονται στα υπέρ και τα κατά ο προβληματισμός της πολιτικής ορθότητας, ο παραδειγματισμός, η μετάνοια, το ακαταλόγιστο, η ίδια η σαθρή κοινωνία. Το εύρημα της κρυφής ψηφοφορίας εντείνει ακόμη περισσότερο την αγωνία.
Θα λερώσουν τελικά τα χέρια τους με το αίμα αυτού του θρασύτατου ανθρώπου που πατάει επί πτωμάτων; Κάποιου που δεν διστάζει να βρίσει χυδαία, -ίσως και αυτό το ρυπαρό και δύσοσμο λεξιλόγιό του τον ηδονίζει και τον κάνει να νιώθει πως είναι πάνω από όλους και από όλα; Και όμως, είναι ένας θρασύδειλος, ένα ανθρωπάκι που βάζει άλλους να κάνουν τις βρωμοδουλειές του, που έχει συνηθίσει να αποκτάει τα πάντα με χρήμα και το περιβόητο «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;», που δεν διστάζει όταν έχει να κάνει με αδύναμους. Ο κατηγορούμενος Βασίλης Καρατζάς είναι στην ουσία ένα μόρφωμα της κοινωνίας. Θα μας κάνει να παραδεχτούμε ότι η ίδια η κοινωνία τον μετέτρεψε σε τέρας όταν σε μικρή ηλικία αναγκάστηκε να υπερασπιστεί τον εαυτό του; Ανθρωπάκι κι αυτός όταν βιώνει τη μοναξιά και το άγγιγμα του θανάτου. Έλλογο ον που φτάνει την πνευματικότητα της αμοιβάδας και για μια στιγμή γίνεται ίδιος με τα θύματά του, καθώς εκλιπαρεί για τη ζωή του. Μα χρησιμοποιεί βέβαια κάθε μέσο. Όταν η μπόχα από τον δικό του φόβο έχει εξατμιστεί, ο Καρατζάς κι ο κάθε Καρατζάς αυτού του κόσμου οσμίζεται στον αέρα τις ανθρώπινες αδυναμίες, για να δει με ποιον τρόπο θα είναι ξανά αυτός ο κερδισμένος. 
Ο Μιχάλης Σπέγγος φέρνει στη θεατρική σκηνή ένα ηθικό δίλημμα. Πώς να διευθετήσει κανείς θέματα βαριά όπως η ελευθερία, ο θάνατος, η αυτοδικία, ο κάθε λογής σωφρονισμός, η ίδια η θανατική ποινή; Τι είναι τελικά η κοινωνία που ζούμε, αυτή που οι ίδιοι δημιουργήσαμε; Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στο ηθικό και το νόμιμο; 
Σίγουρα η διαμόρφωση μιας εικόνας, μιας άποψης, ενός συμπεράσματος ποικίλει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Όπως σίγουρο είναι ότι αυτός που θα νιώσει το συγκεκριμένο έργο να τον αγγίζει έστω και λίγο, θα προβληματιστεί πάνω στο τι είδους δημιούργημα είναι ο άνθρωπος και τι λογής είναι τα εκάστοτε δικά του δημιουργήματα.
Στην κοινωνία, στον κόσμο που ζούμε, ένας γιατρός, ένας καθηγητής φιλοσοφίας, ένας συγγραφέας, ένας πιλότος της Πολεμικής Αεροπορίας, ένας δικηγόρος, μια τηλεοπτική περσόνα, άτομα με μία «άλφα» αναγνωρισιμότητα έχουν υιοθετήσει ένα status ζωής κατά το «επαγγελματικό» τους γίγνεσθαι. Κάποιος επίσης που έχει εξασφαλίσει έναν άνετο τρόπο ζωής, όπως η οικοδέσποινα, έχει την πολυτέλεια να κρίνει χωρίς να κριθεί. Την ίδια πολυτέλεια που είχε και ο κατηγορούμενος, από άλλη σκοπιά όμως.
Και για τον απλό καθημερινό άνθρωπο, τον κάθε ασήμαντο σημαντικό ή το αντίθετο, τι σημαίνουν όλα αυτά; Μήπως το να ανοίξει τα μάτια και να διακρίνει επιτέλους ότι και ο ίδιος μπορεί κάλλιστα να βρεθεί στη θέση ενός ενόρκου που σαν μαριονέτα άγεται και φέρεται μέσω ενός πλέγματος νημάτων που δεν είναι τίποτα περισσότερο από τις πολλαπλές ερμηνείες της λέξης «κατεστημένο»;
Σε ακραίες καταστάσεις όμως, παύει να έχει κάποια σημασία το βιοτικό ή μορφωτικό επίπεδο. Κάτω από ψυχολογική πίεση, ο ένας ακολουθεί συνήθως τους πολλούς. Και μόνο τότε είναι που ο ισχυρός και ακέραιος χαρακτήρας μπορεί να αναμετρήσει και να αναμετρηθεί. 
Να δείτε αυτή την παράσταση. Όχι μόνο γιατί πρόκειται για ένα δυνατό κείμενο αλλά και γιατί οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι συγκλονιστικές. Με τις κινήσεις και τον λόγο τους και οι δέκα μεταφέρουν στον θεατή όλη την τραγικότητα των δρώμενων. 
Παίζουν οι: Γίτσα Γεωργοπούλου, Μάνθος Καλαντζής, Γιώργος Κατσίγιαννης, Αλέξανδρος Κλημόπουλος, Έφη Λιάλιου, Στέλιος Νικολαΐδης, Έλενα Παπαβασιλείου, Δημήτρης Σιγανός, Νικήτας Χολόγκιτας. Σκηνοθεσία: Πέπη Οικονομοπούλου. Κείμενο: Μιχάλης Σπέγγος.

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Ημίφως

Ένα απομονωμένο ψαροχώρι. Ένας ερημίτης με σημαδεμένο πρόσωπο. Ένας πύργος και η τυφλή του πυργοδέσποινα. Κι έτσι στήνεται το σκηνικό όπου κινούνται η αντρική και η γυναικεία φιγούρα προσπαθώντας να παραμερίσουν το ημίφως που τυλίγεται γύρω τους. 

Το μυαλό του ανθρώπου πλάθει τα δικά του όνειρα. Κάποια γίνονται αληθινά. Κάποια πάλι όχι, γιατί απλά δεν υπήρξαν ποτέ όνειρα.

Η νουβέλα κυκλοφορεί σε ελεύθερη ψηφιακή μορφή από τις εκδόσεις Σαΐτα. Για να την κατεβάσετε δωρεάν πατάτε  εδώ

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

Νίκος Φαρούπος: Ο αρχιβιβλιοθηκάριος και άλλες ιστορίες

Γνώριμη και αγαπητή η γραφή του Νίκου Φαρούπου, αυτή τη φορά μάς δίνει μια ανάλυση του φόβου και της φοβίας μέσα από τέσσερα διηγήματα μελετώντας παράλληλα συμπεριφορές παρέκκλισης. 
Στο ομότιτλο διήγημα, ο υπεύθυνος της Βιβλιοθήκης βιώνει το μένος και την οργή της ίδιας της Βιβλιοθήκης. Είναι όμως αυτό η πραγματικότητα ή το βιώνει μόνο το διαταραγμένο του μυαλό; Ο βιβλιοθηκάριος έχει ορίσει ως έργο ζωής να γίνει κριτής του λογοτεχνικού κόσμου. Η ενδελεχής μελέτη γνωστών συγγραφέων τον οδηγεί σε εμμονές και στο ερώτημα αν η λογοτεχνία μιμείται τη ζωή ή η ζωή τη λογοτεχνία. Έως ότου οι χάρτινοι ήρωες παύουν να είναι φανταστικά όντα και ως χθόνια δύναμη βγαίνουν στην επιφάνεια. Δεν θα σταθώ στην ατμόσφαιρα μυστηρίου και τρόμου που ο Νίκος Φαρούπος καταφέρνει να περάσει μέσα από αυτό του το διήγημα όσο στο αλληγορικό στοιχείο που διακρίνεται καθαρά μέσα από την αφήγηση. Ότι δηλαδή ο άνθρωπος, όταν ξεπερνά το απόθεμα του ψυχοπνευματικού δυναμικού του (εν προκειμένω ο ήρωας έχει αναλάβει όχι μόνο τη συγγραφή ενός απαιτητικού λογοτεχνικού έργου αλλά και τη διαλεύκανση μιας σειράς φόνων) οδηγείται πολύ εύκολα στον παραλογισμό. Η επίθεση της Βιβλιοθήκης μπορεί και να ερμηνευτεί ως αιτιολογία για τη στασιμότητα, την ανικανότητα του ήρωα να φέρει εις πέρας αυτό που έχει κατά νου να γράψει. Ο ήρωας πείθει εαυτόν ότι δεν γράφει γιατί η Βιβλιοθήκη τού επιτίθεται. Ο φόβος που πηγάζει από μια κατάσταση πλασματική ή πραγματική από τη μία ανακόπτει την προσπάθειά του, από την άλλη είναι μία καλή πρόφαση για να μην αντιμετωπίσει τον φόβο απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό. Κατά βάθος γνωρίζει ότι οι δυνάμεις του είναι πολύ μικρότερες από το σύνολο των δυνάμεων των λογοτεχνών που αυτόκλητα κρίνει και αναλύει. Πολλές φορές ο άνθρωπος χρησιμοποιεί τον φόβο για να καλύψει την δική του ανικανότητα. Η δική μας αδυναμία γίνεται απόλυτα κατανοητή και εύλογα δικαιολογημένη όταν αντιπαραθέσουμε το άγνωστο, την τύχη, τη μοίρα, τις συγκυρίες ή ακόμη κι έναν ζοφερό κόσμο όπως τον έχουν πλάσει ο Πόε, ο Λάβκραφτ, ο Κάφκα και άλλοι μέσα από τα διαφορετικά λογοτεχνικά είδη που τους χαρακτήρισαν. 
Στο διήγημα "ο Ακάλεστος", ο συγγραφέας περιγράφει έναν περιθωριακό, γραφικό τύπο που εξάπτει τη φαντασία της πιτσιρικαρίας κάποιες δεκαετίες πίσω όταν τα παιδιά αλώνιζαν στους δρόμους στήνοντας παιχνίδια, φάρσες και πειράγματα. Σε μια ατμόσφαιρα που μού θύμισε κάτι από Πέπερμιντ και Στάσου πλάι μου, ο Νίκος Φαρούπος περιγράφει γλαφυρά αλλά και με οικονομία λόγου τον βίο και την πολιτεία του Μανόλη του Ακάλεστου. Πες λόγω επαγγέλματος (σκάβει τάφους) πες λόγω της ρυπαρότητας σώματος και του «λειψού» μυαλού του, ο Ακάλεστος αποτελεί φόβο αλλά και πρόκληση για την παρέα των πέντε πιτσιρίκων που τον στοχοποιεί άκοπα υπολογίζοντας στο "η ισχύς εν τη ενώσει". Όλοι μαζί αποφασίζουν να του χαρίσουν την τρομάρα της ζωής του, μασκαρεμένοι με σεντόνια, παριστάνοντας τα φαντάσματα νύχτα μέσα στο νεκροταφείο. Πιο σύντομο από τα άλλα, και αυτό το διήγημα ασχολείται με τον φόβο όπως βιώνεται στην παιδική ηλικία αυτή τη φορά, αλλά και τις προλήψεις και δεισιδαιμονίες που μεταφέρονται από τη μία γενιά στην άλλη.
Ακολουθεί η "Ελεονώρα" που έχει να κάνει με έναν "επιβλαβή" έρωτα. Ποια είναι η μυστηριώδης Ελεονώρα; Μια θελκτική γυναίκα με σάρκα και οστά, ένα σαγηνευτικό βαμπίρ, μια μάγισσα που έχει στοιχειώσει τη θάλασσα; Ποια παιχνίδια παίζει το μυαλό ενός διαταραγμένου άντρα, μονήρη και μονόχνωτου, ο οποίος ακολουθεί απαρέγκλιτα το ημερήσιο πρόγραμμά του, μια ρουτίνα που τον κρατάει σε ένα "επίπλαστο" επίπεδο ασφαλείας, όταν πείθεται ότι χρωστάει τη ζωή του στη δική του σειρήνα; Ο φόβος του ανθρώπου απέναντι στο ανεξήγητο παραμένει. Εκείνο που αλλάζει είναι το εύρος της έννοιας "ανεξήγητο" που μοιάζει με μια εκτεινόμενη στο άπειρο περιοχή που  μόνο ένα μικρό τμήμα της έχει εξερευνηθεί.
Η συλλογή τελειώνει με το "Ξέρω πού έκρυψες τον Άλφρεντ"» όπου μέσα σε μια νουάρ ατμόσφαιρα, ο Αντρέας, κεντρικός ήρωας, ζει μια διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Στην διαταραχή του προσπαθεί να δώσει μια ετικέτα ο ψυχίατρός του εκθέτοντας στον αναγνώστη μια εικόνα των επώδυνων προσβολών ενός ασθενούς σώματος ή μιας ασθενούς ψυχής. Ποτέ όμως δεν είναι πλήρως κατανοητό το καθετί που αφορά τον άνθρωπο. Ίσως και να μας αρκεί η μισή αλήθεια. Την άλλη μισή μπορεί και να μη θέλουμε να τη βρούμε. Εξάλλου η λογοτεχνία του φανταστικού στοχεύει και σε αυτό, δηλαδή στο πόσο θέλει να αφεθεί κανείς στον ορθολογισμό ή τι ποσοστό αλήθειας θέλει να ψηλαφίσει χωρίς να νιώσει κίνδυνο, ίσως γιατί πάντα θα θεωρεί αυτό που διαβάζει κάτι πιθανό ή και απίθανο συνάμα, γι’ αυτό και γοητευτικό.
"Ο αρχιβιβλιοθηκάριος και άλλες ιστορίες" είναι  μια  μελέτη της ανθρώπινης φύσης που ανέκαθεν παλεύει ανάμεσα στο λογικό και πραγματικό, το παράλογο και φανταστικό, μιας φύσης που μάχεται τον ίδια της την υπόσταση. 
«Ο αρχιβιβλιοθηκάριος και άλλες ιστορίες» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος.