Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2018

Ένα μουσείο κάτω από τη γη


Σταθμός Μετρό στο Πανεπιστήμιο. Ώρα αιχμής. Ο κόσμος, αγχωμένος, ανεβαίνει τις κυλιόμενες, άλλοι θα βγούν στην πλατεία Κοραή, άλλοι έξω από την Εθνική Βιβλιοθήκη. Μαζί με τους δεύτερους κι εγώ, ακολουθώ τα πλήθη. Όχι για πολύ όμως, καθώς με το που περνάμε από τα ακυρωτικά μηχανήματα, τους αφήνω να προπορευτούν και μετά κοιτάζω, για πολλοστή φορά μέσα στην τελευταία δεκαπενταετία, τα υπέροχα εκθέματα στις προθήκες, αντικείμενα που βρέθηκαν κατά την κατασκευή του σταθμού. 
λυχνάρι των ύστερων ρωμαϊκών χρόνων
Δεν ξέρω πόση ώρα θαύμαζα αυτό το λυχνάρι που χρονολογείται ανάμεσα στα τέλη του τρίτου προς αρχές τέταρτου μ. Χ αιώνα, πραγματικό κομψοτέχνημα. Και μόνο η στιλπνότητά του σε προκαλεί να το αγγίξεις, νομίζοντας ότι ακόμα κρατάει τη ζέστη μετά την τελευταία φορά που χρησιμοποιήθηκε. Το λυχνάρι είναι ένα από τα πολλά κτερίσματα που βρέθηκαν, όταν κατά τις εργασίες κατασκευής του σταθμού ανασκάφηκαν τάφοι που χρονολογούνται από τους κλασσικούς μέχρι τους ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους. 
Κοιτάζω τα εκθέματα και διαβάζω τις επεξηγήσεις. Μυροδοχεία, αγγεία, κανάτες, να κι ένα μπιμπερόν της αρχαιότητας, πιάτα, κούπες (έτσι απλοϊκά ονομάζω τους κανθάρους, τους σκύφους, τα ληκύθια, τα πινάκια, τις κύλικες, το θήλαστρο).
 

Και τέλος, τα λαγωβόλα και οι αγνύθες του 4ου π.Χ. αιώνα. Ακούγονται εξωτικά τα ονόματα, όμως οι αγνύθες ήταν υφαντικά βάρη, ενώ τα λαγωβόλα ήταν ιδιόμορφα κυνηγετικά όπλα, που εκτοξεύονταν αιφνιδιάζοντας τα μικρά κυρίως θηράματα, όπως οι λαγοί.
Για δες!  Μια αρχαία μικρή οικοσκευή, σκέφτηκα. Συνέχισα τον δρόμο μου χαμογελώντας, ενώ  με τη φαντασία μου ανάπλαθα εικόνες της καθημερινής ζωής αυτών των τόσο, χρονικά, μακρινών ανθρώπων. Μα στη ζωή, όλα αλλάζουν κι όλα τα ίδια μένουν. Έτσι δεν είναι;



Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2018

Κάτι από το χθες

Η Αθήνα έχει πολλές όψεις. Ανάλογα με τη διάθεση, τη μέρα, τον καιρό, τη βλέπεις με άλλα μάτια. Τη διαδρομή από τον σταθμό του Θησείου μέχρι αυτόν του Ταύρου την έχω κάνει πολλές φορές με τα πόδια. Ειδικά τις Κυριακές είναι μια απόλαυση.
Άποψη από το νεοκλασικό κτίριο στο νούμερο 61 της οδού Αποστόλου Παύλου



Λεπτομέρεια από νεοκλασικό επί της Επταχάλκου αριθμός 9

Υπέροχο μπαλκόνι από το ίδιο κτίριο

το νεοκλασικό στην επόμενη γωνία

ένα παγκάκι ουράνιο τόξο επί της Θεσσαλονίκης

άποψη από το Πιλοποιείο Πουλόπουλου (παρακάμπτοντας τα γκράφιτι που ασχημαίνουν το κτίριο)



Τρίτη, 21 Αυγούστου 2018

Να το πάρει το ποτάμι; Ο πονοκέφαλος του οπισθόφυλλου.

Λεπτομέρεια από την εγκατάσταση
της Louise Campbell "Blah, blah, blah"
Αν ρωτήσεις συγγραφείς, οι περισσότεροι θα σου πουν πως είναι πολύ πιο δύσκολο να γράψουν πέντε αράδες για το οπισθόφυλλο, παρά το ίδιο το βιβλίο. Και αν ρωτήσεις  αναγνώστες, οι περισσότεροι θα σου πουν ότι μετά τον τίτλο, το οπισθόφυλλο είναι αυτό που θα τους βοηθήσει στην επιλογή ενός βιβλίου. 
Και πάλι η πρακτική στους ελληνικούς εκδοτικούς οίκους είναι να ζητούν από τον συγγραφέα να γράψει σε δύο ή τρεις διαφορετικές εκδοχές ένα κείμενο που θα μπει στο πίσω μέρος του βιβλίου. Και το ζητούμενο είναι φυσικά να μπορεί να τραβήξει τον αναγνώστη. Πόσο πιστός μπορείς να μείνεις στο ύφος σου και να κερδίσεις και την προσοχή του εν δυνάμει αναγνώστη είναι μια άλλη ιστορία βέβαια. Το θέμα είναι πώς θα γίνει αυτό. Με σοβαρότητα και ειλικρίνεια ή με φανφάρες και τυμπανοκρουσίες; Κακά τα ψέματα, λίγα είναι τα βιβλία που δεν έχουν ανάγκη από τεχνικές μάρκετινγκ, κι αυτά είναι όσα γράφονται από ήδη πολύ γνωστούς συγγραφείς που έχουν το κοινό τους. Βέβαια, η διαφήμιση έχει διάφορες μορφές. Μπορεί να είναι λιτή, ενημερωτική, φλύαρη, άσχετη έως και παραπλανητική. Τα αντίστοιχα ισχύουν και για τα οπισθόφυλλα. Στην προσπάθεια έλξης του αναγνώστη, η μέθοδος που συνήθως υιοθετείται είναι ο εντυπωσιασμός. Και η πιο ανώδυνη (ή με καλές προθέσεις) προσπάθεια να εντυπωσιάσει κάποιος είναι να δείξει το δυνατό του χαρτί (αρκεί να μην είναι μόνο αυτό). Οπότε συνήθως στο οπισθόφυλλο παρατίθενται μία ή δύο σύντομες παράγραφοι από το βιβλίο, ικανές να δημιουργήσουν έντονα συναισθήματα στον αναγνώστη, χωρίς βέβαια να αποκαλύψουν κάτι κρίσιμο για την πλοκή. Μπορεί όμως (το σύνηθες στα περισσότερα είδη λογοτεχνίας) να δίνει εκείνα τα στοιχεία του μύθου που θα κάνουν τον αναγνώστη να κατανοήσει τι πραγματεύεται το βιβλίο που κρατάει στα χέρια του και να θελήσει έτσι να το διαβάσει. Μια άλλη μέθοδος είναι η επιγραμματική αναφορά στους ήρωες. Πέρα από όλα τα παραπάνω στοιχεία όμως, υπάρχει και ο σχολιασμός είτε επώνυμος είτε υιοθετώντας τη φωνή του συγγραφέα-εκδοτικού οίκου. Εδώ έχουμε τις θετικές κριτικές που έχει πάρει το συγκεκριμένο ή κάποιο άλλο έργο του συγγραφέα από ομότεχνούς του, κριτικούς λογοτεχνίας, δημοσιογράφους. Αλλά και σχόλια όπως:"Καθηλωτικό", "θα σας κόψει την ανάσα", "μην το διαβάσετε όταν είστε μόνος στο σπίτι", "η καρδιά σας θα γεμίσει αγάπη", κλπ, κλπ, ανάλογα με το είδος του συγγραφικού έργου. Κάτι σαν τηλεοπτική διαφήμιση, χωρίς όμως την εναλλαγή των εικόνων. Τα σχόλια μπορεί να έχουν και γενικότερου τύπου χαρακτήρα όπως: "το παρελθόν έρχεται να συναντήσει το παρόν", "ανάδειξη του μεγαλείου της ανθρώπινης ψυχής", "μυστικά και ψέματα στοιχειώνουν την πορεία των ηρώων", "αφορμή για σκέψεις πάνω στη χαμένη παιδική αθωότητα", "ένα μάθημα ζωής", "μια σπουδή πάνω στην αγάπη, τη φιλία, τον έρωτα" και ένα σωρό άλλα, ανάλογα με το πόσο ευρηματικός είναι κάποιος. Αφήνω ασχολίαστο αυτό που μας έχει κατακλύσει τελευταία: "Αληθινή ιστορία" ή "βασισμένο σε αληθινά γεγονότα".
Το καλύτερο κατά την άποψή μου είναι ένας φειδωλός συνδυασμός όλων των προηγούμενων.
Φέρνω σαν παράδειγμα το: "Να με φωνάζεις με τ' όνομά σου" του Andrẻ Aciman, μετ. Νίκος Μαντής, εκδόσεις Μεταίχμιο. Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου: 
"Αν υπάρχει πόνος, φύλαξέ τον, κι αν υπάρχει φλόγα, μην την πνίξεις. Ξεριζώνουμε τόσα πολλά από τους εαυτούς μας για να γιατρευτούμε γρηγορότερα απ' όσο πρέπει, που μέχρι τα τριάντα έχουμε ξοφλήσει. Αλλά πόσο κρίμα να μην αφήνεσαι να νιώσεις, μόνο και μόνο για να μη νιώσεις τίποτα!"
Ο Έλιο, ένας δεκαεπτάχρονος στο κατώφλι της ενηλικίωσης. Ο Όλιβερ, ένας νεαρός ερευνητής, φιλοξενούμενος για το καλοκαίρι στο σπίτι των γονιών του Έλιο. Οι δυο τους θα ζήσουν ένα αιφνίδιο, παράφορο ειδύλλιο με φόντο την Ιταλία της δεκαετίας του '80. 
Απροετοίμαστοι για τις συνέπειες της αμοιβαίας έλξης, οι ατέλειωτες καλοκαιρινές μέρες τους παρασύρουν σε εναλλασσόμενα ρεύματα εμμονής, σαγήνης και πόθου. Αψηφώντας τους κινδύνους, οι δυο τους συγκλίνουν προς κάτι που φοβούνται ότι δεν θα ξαναβρούν ποτέ: την απόλυτη σύνδεση με έναν άλλον άνθρωπο.
Πολύ δυνατό το επιλεγμένο κομμάτι μέσα από το μυθιστόρημα, λιτή αλλά πολύ κατατοπιστική η ενημέρωση του αναγνώστη σχετικά με το τι πρόκειται να διαβάσει και να και το "φιλοσοφικό" teaser: η απόλυτη σύνδεση δύο ανθρώπων, ιδανικό ανά τους αιώνες.

Ενημερωτικό, γενικευμένο, αόριστο, παραπλανητικό, εντυπωσιακό, συγκινητικό, φλύαρο, άχρωμο, λειτουργικό,  όποια εντύπωση κι αν δίνει το οπισθόφυλλο, σίγουρα είναι θέμα προσωπικού γούστου του αναγνώστη. Οπότε καλές οι θεωρίες, αλλά τον τελευταίο λόγο τον έχει μόνο αυτός.



Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2018

Στάχτη στα μάτια ή μήπως όχι; Ο ρόλος του εξώφυλλου σε ένα βιβλίο.

Μήπως πρέπει να αρχίσουμε να μιλάμε για οίκους μόδας και στα βιβλία; Δεν χαριτολογώ, καθώς διανύουμε πια την εποχή που το εξώφυλλο, το ντύσιμο δηλαδή του βιβλίου, αντιμετωπίζεται με τους ίδιους κανόνες και την ίδια λογική ενός προϊόντος υψηλής ραπτικής (αν και στη χώρα μας, μάλλον μικροβιοτεχνίας είναι πολλές φορές). 
Το εξώφυλλο καθορίζεται με διάφορους τρόπους. Αυτός που επιβάλλει η λογική είναι να έχει κάποια σχέση με το περιεχόμενο ή την κεντρική ιδέα ή τους ήρωες  ή σε τελευταία ανάλυση να είναι σε συνάφεια με τον τίτλο του βιβλίου, οπότε και ξεφεύγει από τη μαζική παραγωγή (όλα αυτά βέβαια πάντα σε συνάρτηση με το μέγεθος και τη σοβαρότητα του εκδοτικού οίκου). Ένας άλλος τρόπος είναι η τυποποίηση, ανάλογα με το λογοτεχνικό είδος που το βιβλίο εκπροσωπεί. Για παράδειγμα, τα ρομαντικά μυθιστορήματα είναι αδύνατον να έχουν το ίδιο σκεπτικό ως προς την επιλογή εξωφύλλου με τα αστυνομικά. Σίγουρα δεν περιμένεις να δεις μια κοπέλα με μια ανθοδέσμη στα χέρια σε ένα νουάρ μυθιστόρημα, αλλά ούτε και τον δολοφόνο που κραδαίνει ένα δρεπάνι σε ένα ρομαντικό, ΄Ενας τρίτος τρόπος είναι το τι ακριβώς επιτάσσει η μόδα της εποχής. ή τέλος πάντων η αντίληψη του εκδοτικού για το τι είναι μόδα. Πολλές φορές βλέπουμε κάποιους εκδοτικούς οίκους να παρουσιάζουν ένα συγκεκριμένο concept στα εξώφυλλά τους για τουλάχιστον έναν ολόκληρο χρόνο. Και ένας τέταρτος είναι ένα εξώφυλλο να φτιάχνει μόδα από μόνο του και να υπάρξουν πολλοί μιμητές του. 
To σύνηθες (για την Ελλάδα τουλάχιστον) είναι να δίνει ο συγγραφέας μια σύντομη περίληψη του έργου του στο ατελιέ και ο γραφίστας να του παρουσιάσει τρία έως πέντε εξώφυλλα, ώστε να επιλέξει. Με τη σύγχρονη κοινωνική δικτύωση, δεν είναι λίγοι αυτοί που θέτουν τα εξώφυλλα σε ένα είδος ψηφοφορίας, για να δουν την προτίμηση του αναγνωστικού κοινού. Στην πράξη, όλα τα παραπάνω σχετίζονται με το μπάτζετ του εκδοτικού οίκου αλλά και με το αν θεωρεί το βιβλίο καλλιτεχνική δημιουργία ή απλά εμπόρευμα ή προσπαθεί να βρει τη μέση τομή, ώστε να παρουσιάσει ναι μεν ένα βιβλίο που θα τραβήξει τον αναγνώστη, αλλά θα έχει και ένα καλαίσθητο πρωτότυπο εξώφυλλο. 
Πάμε να δούμε  πώς έχουν τα πράγματα από πιο κοντά. Σημερινή επίσκεψη σε μεγάλο βιβλιοπωλείο και ρίχνω μια ματιά στους νεώτερους τίτλους κυκλοφορίας, εστιάζοντας στα ελληνικά βιβλία. (Ναι, για κατασκοπία έχω πάει). Προσπερνάω στραβομουτσουνιάζοντας τα γνωστά και μη εξαιρετέα εξώφυλλα με γυναίκες προφίλ, ανφάς, μισογυρισμένη πλάτη, εντελώς γυρισμένη πλάτη, γονυπετείς, σαν τις κλαίουσες ιτιές ένα πράγμα, όσο για τα χρώματα στο εξώφυλλο, αν δεν είναι ροζ, θα είναι φούξια, κάτι γυναικείο τέλος πάντων. Καμία πρωτοτυπία, μετά από λίγο ούτε θυμάμαι τι είδα.
Θα σας πω όμως τι μου έκανε εντύπωση.
"Η έβδομη λειτουργία της γλώσσας" του Laurent Binet, εκδόσεις Όπερα. Το έντονο κίτρινο του φόντου και το τεράστιο εφτάρι τράβηξαν με τη μία το βλέμμα μου. Αμέσως σχεδόν, είδα ότι το επτά ήταν βασικά ένα τσεκούρι. Προτού γυρίσω να δω το οπισθόφυλλο, το εξέλαβα ως άλλο ένα θεωρητικό βιβλίο γλωσσολογίας. Προς στιγμήν δίστασα, μου είχε κάνει όμως τόση εντύπωση το εξώφυλλο (τότε διέκρινα ότι πάνω στην κόψη του τσεκουριού, έγραφε "777 Logos club"). Διαβάζοντας το οπισθόφυλλο διαπίστωσα ότι είναι αστυνομικό όπου ένας αστυνομικός επιθεωρητής αναλαμβάνει να εξιχνιάσει τον φόνο ενός καθηγητή σημειολογίας. Καθώς ο ίδιος δεν μπορεί να αντιληφθεί τον κώδικα επικοινωνίας του θεωρητικού ρεύματος στο οποίο ανήκει ο νεκρός, χρησιμοποιεί "διερμηνέα" για να εισχωρήσει στα άδυτα της "Γαλλικής θεωρίας".



"Ε, και;" της Ελένης Περινού, εκδόσεις Αρμός. Αδύνατον να μη τραβήξει το βλέμμα αυτό το από τη μία κόκκινο και από την άλλη πράσινο μήλο, ενωμένα με ράμματα ή βελονιές. Μου άρεσε το παιχνίδι με τα χρώματα, καθώς αυτά εναλλάσονται στα γράμματα του τίτλου και στα μήλα.  Πραγματεύεται τον κατ' αρχάς αντιδεοντολογικό έρωτα ανάμεσα σε έναν ψυχοθεραπευτή και την ασθενή του, για να μας δείξει τελικά ότι η αλήθεια βρίσκεται πάντα πάνω από τη λογική. Αυτά με πληροφόρησε το οπισθόφυλλο και βρήκα πολύ επιτυχημένο τον συνδυασμό ανάμεσα στον τίτλο και την εικόνα του εξωφύλλου.


"Ζωολογικός κήπος τσέπης" της Λίζα Μαμακούκα", εκδόσεις Μέθεξις. Ακριβώς αυτό που λέει ο τίτλος του. Τσέπη ενός τζιν και πάνω της κεντημένα επτά ζώα, σε άλλο χρώμα το καθένα. Μου άρεσε το concept, σκέφτηκα πως ο τίτλος μοιάζει να αναδύεται ή έτοιμος να καταδυθεί (όπως το πάρει κανείς) μέσα στην τσέπη. Μια συλλογή διηγημάτων, όπου οι δώδεκα ιστορίες τους μιλούν για ανθρώπους τσέπης, ανθρωπάκια της διπλανής πόρτας, με αφορμή την με κάποιον τρόπο εμπλοκή του καθενός με ένα θηρίο τσέπης, ένα μικρόσωμο ή μικροσκοπικό ζώο κάθε φορά.




"Golden girl" της Ειρήνης Τσάλη, εκδόσεις Μελάνι. Μου άρεσε το "φωτογραφικό" εξώφυλλο. Γυναικείες γάμπες ντυμένες με μια αέρινη μαύρη παντελόνα και αυτές οι κομψές όσο και θανατερές γόβες στιλέτο. Ο δείκτης ακουμπάει το τακούνι, σαν να σου λέει "κανένας δεν τα βάζει μαζί μου". Πραγματεύεται τη ζωή της Ζωής, που από το λαμπρό λονδρέζικο City καταλήγει σε ένα χωριουδάκι του νομού Κορινθίας, σαν να λέμε κάπου στο τέλος του κόσμου. Ή μήπως όχι;





"Ροζ στόρι" της Γεωργίας Δεμίρη", εκδόσεις Ψυχογιός. Το χιουμοριστικό στυλ της Δεμίρη ταιριάζει απόλυτα με το concept του εξωφύλλου, παρότι αμέσως μου θύμισε τα αντίστοιχα βιβλίων της Kinsella. Εδώ, το καρτουνίστικο σχεδόν εξώφυλλο με το λαχανί αυτοκίνητο και τις γυναικείες γάμπες να προβάλουν από το παράθυρο μού δημιούργησε μια αίσθηση ευφορίας και με έκανε να χαμογελάσω και να χαλαρώσω. Μια τρυφερή ιστορία αγάπης με ήρωες έναν πρίγκιπα και μια Σταχτοπούτα της εποχής μας.



Ψάξτε κι εσείς να βρείτε τι σας τραβάει σε ένα εξώφυλλο κι αν τελικά φτάνετε να διαβάσετε το βιβλίο. Ελπίζω να σας άνοιξα την όρεξη για αναζητήσεις.