Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

Άνν Πάτσετ: Μπελκάντο

Ένα πάρτυ συμφερόντων στην κατοικία του Αντιπροέδρου μιας χώρας της Λατινικής Αμερικής θα έχει τραγική κατάληξη. Όλοι οι καλεσμένοι βρίσκονται όμηροι μιας επαναστατικής ομάδας. Το ότι οι επαναστάτες είχαν σαν κύριο στόχο τους τον Πρόεδρο ο οποίος όμως δεν παρευρέθηκε στη γιορτή που διοργανώθηκε για τα γενέθλια ενός Γιαπωνέζου μεγαλοεπιχειρηματία και εν δυνάμει επενδυτή στην πολύπαθη χώρα, δημιουργεί μια σειρά προβλημάτων καθώς οι διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση δεν φαίνεται να προχωρούν. Οι επαναστάτες απελευθερώνουν τα τρία τέταρτα των ομήρων και κρατούν σαράντα άτομα, αυτά που φαίνονται πιο σημαντικά ως «δείκτες συναλλαγής». Ανάμεσά τους και η σοπράνο Ροξάν Κος, η γυναίκα που η φωνή της «εξημερώνει». Μέσα στους τέσσερις και μισό μήνες της ομηρίας, παρακολουθούμε την ιδιότυπη συμβίωση ανάμεσα σε διαφορετικά άτομα, τις εκμυστηρεύσεις, τις φιλίες, ακόμη και τον έρωτα που αναπτύσσεται. Μέχρι το τέλος, το τραγικό φινάλε.
Η Αν Πάτσετ στήριξε τον μύθο της σε ένα πραγματικό γεγονός, την ομηρία στην Ιαπωνική πρεσβεία στην Κούβα από τον Δεκέμβριο του 1996 έως τον Απρίλιο του 1997 επί προεδρίας Alberto Fujimori, φυσικά όμως οτιδήποτε μέσα στο μυθιστόρημα είναι προϊόν μυθοπλασίας. Και αν οι καταστάσεις που διαδραματίζονται μέσα στην τεράστια έπαυλη του Αντιπροέδρου μοιάζουν εξωπραγματικές, δίνοντάς την εντύπωση μιας χαλαρότητας, μιας νωχέλειας, ενός κλίματος διακοπών, αυτό δεν με ξένισε ως αναγνώστη, γιατί η συγγραφέας εστιάζει στα βιώματα των ηρώων της και ως εκ τούτου υπάρχει μια δεμένη αιτιώδης συνάφεια. Δεν επεδίωξε να κάνει πολιτική, να ασκήσει κριτική όσον αφορά το θέμα της ομηρίας ή της τρομοκρατίας γενικότερα, -κατά την άποψή μου- ο στόχος της ήταν η διάδραση μεταξύ ανόμοιων ανθρώπων κάτω από καταστάσεις πίεσης με σαφή αναφορά στο «σύνδρομο της Στοκχόλμης» όπου θύτης και θύμα βρίσκονται σε μια ιδιότυπη σχέση. Τα θύματα, με πρωταρχική ανάγκη την επιβίωση αποδέχονται τις συμπεριφορές των δραστών. Απομονωμένα από τον εξωτερικό κόσμο, δημιουργούν δεσμούς που η κοινή λογική θα απαξίωνε, μεγαλοποιώντας συνειδητά το «ενδιαφέρον» ή την «καλοσύνη» των τρομοκρατών, ζώντας σε μια εξωραϊσμένη πραγματικότητα. Όσον αφορά τους ήρωες-επαναστάτες της Πάτσετ σαφώς και πάλι από την αρχή της πλοκής, διαφαίνεται πως πρόκειται για ανθρώπους που δεν είναι στυγνοί δολοφόνοι, μπορεί κάποιος να τους αποκαλούσε «κατ’ ευφημισμόν» τρομοκράτες. Ο στρατηγός Μπενχαμίν, πρώην δάσκαλος, είναι ο πιο διαλλακτικός. Η ομάδα του, αμούστακα παιδιά οι περισσότεροι, κι ανάμεσά τους δυο κοπέλες. Εδώ θα διαφωνήσω με αυτά που έχουν ήδη λεχθεί όσον αφορά την αιτιολογία της γυναικείας παρουσίας μέσα στην ομάδα. Δεν πιστεύω πως στόχος της συγγραφέως ήταν να τις χρησιμοποιήσει ως θέλγητρα. Τα θέλω τους είναι ίδια με αυτά των εκπροσώπων του ανδρικού φύλλου. Στην ουσία όλο το μυθιστόρημα είναι μία μελέτη του πάνω στις αντιδράσεις και την αντιμετώπιση της ίδιας κατάστασης από διαφορετικά μεταξύ τους άτομα, και αυτό έχει να κάνει φυσικά με την υφιστάμενη ήδη κοινωνική και οικονομική τους θέση, την κουλτούρα τους, τα δυνατά και τρωτά του χαρακτήρα τους.
Εξαιρετικές εικόνες όπως αυτή του πολύτιμου βιβλίου με τους ζωγραφικούς πίνακες της γιαγιάς του Φιοντόροφ, οι πρώτες απόπειρες μαγειρέματος στην κουζίνα, η παρτίδα του σκακιού, το τραγούδι του Ισμαήλ, η ερωτική σκηνή ανάμεσα στην Κάρμεν και τον Τζεν στον κήπο.
Το «Μπελκάντο» είναι ένα μυθιστόρημα που διαπνέεται από αγάπη για τον άνθρωπο, μια άξια προσπάθεια ανάλυσης συμπεριφορών και κινήτρων. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ωκεανίδα».

Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014

Ματζ Σουίντελς: Η γυναίκα από την Κορσική

Ο κόσμος της Συμπίλια κλονίζεται όταν, δεκαέξι χρονών, οδηγείται νύφη ή για την ακρίβεια, ξεπουλιέται στην πανίσχυρη οικογένεια Ρότσα. Η ζωή στην Τάιτα, ένα μικρό χωριό της Κορσικής σμιλεμένο στον βράχο, αποκόβει τη νεαρή κοπέλα από τα όνειρά της. Ο γάμος της με τον Μισέλ δεν της χαρίζει ούτε έρωτα ούτε αγάπη. Τα ήθη στην Κορσική είναι σκληρά. Το χωριό, όπως και όλο το νησί, ζει σε έναν κόσμο δικό του, φρούριο των κατοίκων του που βλέπουν τους ξένους ως μόνιμους παρίες. Ξένη θεωρούν και την Συμπίλια κι ας είναι Κορσικανή. Γιατί απλά είναι γυναίκα και το φύλο της εξυπηρετεί μόνο την αναπαραγωγή του ανθρώπινου είδους και την τόνωση των φαλλοκρατικών αντιλήψεων των ανδρών. Όσο και να προσπαθεί να γίνει αρεστή στην οικογένεια του άντρα της, δεν θα το κατορθώσει. Είναι μακρύς ο δρόμος της και λίγα τα πατήματα που δε θα τη βγάλουν σε κακοτοπιές. Η σύγκρουση με τον πεθερό της είναι αναπόφευκτη, η αντιπαράθεσή τους αρχίζει από το 1939 για να πάρει τέλος το 1960 όταν ένα Αυγουστιάτικο μεσημέρι θα τον εκτελέσει εν ψυχρώ στην πλατεία του χωριού. Ο κόσμος παρακολουθεί με ανάμικτα συναισθήματα τη δίκη της. Θα αποδοθεί δικαιοσύνη τελικά;
Είναι σπάνιες οι φορές που ένα μυθιστόρημα θα το διαβάσω ξανά και ξανά. «Η γυναίκα από την Κορσική» ανήκει σε αυτή την κατηγορία των συναρπαστικών βιβλίων που σε κάνουν να ανατρέχεις σε αυτά και η κάθε νέα ανάγνωση να σε εκπλήσσει με τη μαγεία της. Η Ματζ Σουίντελς διαθέτει το χάρισμα να καθηλώνει τον αναγνώστη της με τη γραφή της. Μέσα από τις σελίδες, πίσω από τις λέξεις, νιώθεις τη χαύνωση των μεσημεριών κάτω από το λιοπύρι, την ομίχλη, τη βροχή που αλύπητα ραπίζει το σώμα, τις μυρωδιές του λόγγου, ακολουθείς τα χνάρια των βοσκών από και προς τα χειμαδιά, φτάνεις στο παλιό λατομείο όπου ο νεώτερος άνθρωπος θα αποδειχτεί πιο πρωτόγονος από αυτόν που ήρθε να μελετήσει στην Τάιτα ο αρχαιολόγος Τζακ Ουόλτερς. Σκηνές ηρωισμού, η μάχη της Κορσικής, ο βίος και η πολιτεία του λοχαγού Ρόμπιν Μουρ και πίσω από το κάθε τι πάθη. Πάθη που βγαίνουν στην επιφάνεια όσο κι αν προσπαθεί να τα κρύψει κανείς καθώς οι ήρωες του μυθιστορήματος περνούν από τον ρόλο του θύτη σε αυτόν του θύματος ή αντίστροφα.

«Η γυναίκα από την Κορσική» είναι ένα μυθιστόρημα που εξερευνεί έντεχνα το τι σημαίνει πάθος για έναν λαό, τα ήθη και τις παραδόσεις του, ποια είναι η έννοια της ελευθερίας στην ουσία της και πώς εμπλέκεται ο άνθρωπος ως μονάδα σε ένα ιδιότυπο κοινωνικό και πολιτιστικό γίγνεσθαι. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Φυτράκη. Την εξαιρετική μετάφραση έχει κάνει η αείμνηστη Καίτη Οικονόμου. 

Τρίτη, 12 Αυγούστου 2014

Η Αθήνα του χθες

Γνωστή στους λίγους, άγνωστη στους πολλούς η Αθήνα του χθες. Ένα κομμάτι της θα το βρει κανείς στην Πλατεία Κλαυθμώνος, να αναπαρίσταται στο Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών.
Ιδρύθηκε το 1973 από τον Λάμπρο Ευταξία και άρχισε να λειτουργεί για το κοινό το 1980. Αποτελείται από δύο κτίρια με είσοδο αυτό της οδού Παπαρρηγοπούλου 7.
Με το που μπαίνει κανείς, δεν μπορεί να μη θαυμάσει τον διάκοσμο και τον αρχιτεκτονικό ρυθμό. Να ένα από τα πιο παλιά κτίρια της Αθήνας, πρώτη κατοικία του Όθωνα και της Αμαλίας, αφού το βασιλικό ζεύγος είχε εγκατασταθεί εδώ από το 1836 έως το 1843.
Ανεβαίνοντας τις σκάλες, το βλέμμα σαγηνεύεται από τις χαλκογραφίες του Αντρέα Γκασπαρίνι που απεικονίζουν σημεία της πόλης, φιλοτεχνημένες ανάμεσα στα 1820-1844, αλλά και τα χρηστικά αντικείμενα του δέκατου ένατου αιώνα που φέρουν το βασιλικό οικόσημο. Στο μικρό δωμάτιο που ανοίγεται στον ημιώροφο, οι τοίχοι κοσμούνται από χάρτες της πόλης των Αθηνών, ενώ υπάρχει και ένα πρόπλασμα αρκετά μεγάλων διαστάσεων που δείχνει τα όρια της πόλης το 1842, όταν τα σπίτια της ήταν κοντά στα δύο χιλιάδες και οι κάτοικοί της γύρω στους τριάντα χιλιάδες. Μια Αθήνα μικρή, διαφορετική από τη σημερινή, βάζει στον πειρασμό τον επισκέπτη να ψάξει το ανάπτυγμα και να συγκρίνει το χθες με το σήμερα.
Η περιήγηση συνεχίζεται ανάμεσα σε αυθεντικά έπιπλα που κουβαλούν την αίγλη ενός και μισού αιώνα. Όπου και να κοιτάξει κανείς, τα μάτια αποτυπώνουν την καλαισθησία μιας άλλης εποχής. Ο χρόνος μοιάζει να μην έχει προχωρήσει, να έχει σταματήσει κοιτάζοντας κι αυτός την τραπεζαρία, το καθιστικό, το πρωινό δωμάτιο, τη μεγάλη σάλα, την κουζίνα, το γραφείο του Όθωνα και την αίθουσα του θρόνου. Μια γέφυρα ενώνει το κτίριο με τον αριθμό 7 και το διπλανό του που φέρει τον αριθμό 5. Από τα παράθυρα που βλέπουν στον κήπο, διακρίνει κανείς το κομμάτι που έχει απομείνει σήμερα, εκεί που κίσσες και κοτσύφια τριγυρίζουν αμέριμνα κάτω από τα πυκνόφυλλα δέντρα.
Τα πατώματα τρίζουν κάτω από τα πόδια, οι επισκέπτες περιηγούνται με κατάνυξη. Ο καθένας μοιάζει βυθισμένος στις δικές του σκέψεις. Φαντάζομαι πως οι περισσότεροι, όπως κι εγώ, βλέπουν μπροστά τους τα ιστορικά πρόσωπα και την αφρόκρεμα της παλιάς Αθήνας καθισμένα ή όρθια σε κάθε γωνιά. Παρατηρώ τα κεντήματα στις ταπετσαρίες, σκέφτομαι πόσοι άνθρωποι κάθισαν στις βελούδινες καρέκλες, πόσοι δείπνησαν στο τραπέζι που είναι στρωμένο με το πορσελάνινο σερβίτσιο.
Μπαίνεις στον πειρασμό να αγγίξεις το γραφείο του Κόμη Άρμανσμπεργκ κι εκείνο το ρολόι κηροπήγιο με τον γαλλικό μηχανισμό και την παράσταση της νύμφης που αναπαύεται.
Κατεβαίνοντας, πώς να αντισταθείς και να μην περάσεις ξανά από το μεγάλο δωμάτιο του ισογείου όπου δεσπόζει ο τεραστίων διαστάσεων (2,60 Χ 5, 20) πίνακας του 1674 που απεικονίζει την Ακρόπολη πριν την καταστροφή της από τον Μοροζίνι.
Βγαίνοντας από το μουσείο, κρατάω στα χέρια μου το βιβλιαράκι για το φυσικό περιβάλλον της Αθήνας τον 19ο αιώνα και φυσικά έχω ενημερωθεί για τον Μικρό Ρωμηό, την εφημερίδα του Μουσείου της Πόλεως των Αθηνών-Ιδρύματος Βούρου-Ευταξία, με έτος ίδρυσης το 1886. Κυκλοφορεί πλέον και σε ηλεκτρονική μορφή. Σταχυολογώ από το τεύχος με τον αριθμό 6: «Λουκούμης, ο πιο ένδοξος αστυνομικός σκύλος του κλεινού άστεως, Η καθιέρωση των πρώτων διοδίων στη λιθόστρωτη οδό Αθηνών-Πειραιώς, Η Αθήνα στις αρχές του 20ου αιώνα-Κ. Χρηστομάνου η κερένια κούκλα».
Το βλέμμα μου τρέχει στις γραμμές του εντυπωσιακού κτιρίου, στέκεται στα σφυρήλατα μπαλκόνια, στην όμορφη γαλάζια απόχρωση της πρόσοψης. Ένα στολίδι που ενώνει το χθες με το σήμερα. Ένα νοσταλγικό κομμάτι στην πίσω μεριά της πολύβουης Σταδίου σαν νότα αισιοδοξίας μέσα στο καυσαέριο, το μπετόν και τον θόρυβο των τροχοφόρων.