Σάββατο, 22 Ιουνίου 2013

Κωνσταντίνα Λαψάτη: Έμπονυ Βάργκας-Νυχτερινοί ψίθυροι



Μια λευκή οπτασία, η πιο όμορφη γυναίκα που συνάντησε ποτέ του, παρά την αυθάδειά της. Ο καθηγητής Ανατολικών και Αφρικανικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, Ρεν Στράλιν, θα ερωτευτεί την Έμπονυ Βάργκας με την πρώτη ματιά. Θα μπορούσε να γίνει ο πιο ευτυχισμένος άνδρας στον κόσμο καθώς αντιλαμβάνεται το δικό της ενδιαφέρον. Όμως, η καρδιά της Έμπονυ δεν χτυπάει σαν τη δική του, στην πραγματικότητα δεν χτυπάει καθόλου.
Η Έμπονυ Βάργκας ζει στην άλλη μεριά της νύχτας, το αίμα της κυλάει παγωμένο χωρίς σφυγμό, μόνη με τις αναμνήσεις τεσσάρων αιώνων και ενός έρωτα χωρίς φυσική παρουσία. Η Έμπονυ Βάργκας κάποτε ήταν άνθρωπος μέχρι που ένας άντρας την έκανε βρικόλακα με την υπόσχεση να ζουν αιώνια τον έρωτά τους.
Οι παραδεισένιες αναμνήσεις γίνονται μια χοάνη πόνου και θλίψης. Η φιλία και ο λόγος τιμής κάνουν την αθανασία της Έμπονυ χειρότερη κι από έναν θάνατο καθημερινό. Είναι ερωτευμένη, όμως δεν μπορεί να έχει δικό της τον Ρεν που είναι ολόιδιος ο πεθαμένος άντρας της ο Ζάγκρος.
Οι άνθρωποι έχουν καλοσύνη, κακία, αδυναμίες. Και οι βρικόλακες το ίδιο. Αν η Έμπονυ έχει εκπαιδεύσει τον εαυτό της να συγκρατείται για να συνυπάρχει με τους ανθρώπους, αυτό δεν ισχύει και για τους όμοιούς της. Μια αντίπαλος τεσσάρων αιώνων και μια αχόρταγη εκδικητική μανία θα μολύνει όλο το Λονδίνο. Μια σύγχρονη μεγαλούπολη μπαίνει σε καραντίνα, οι άνθρωποι κλειδαμπαρώνονται φοβισμένοι στα σπίτια τους μετά τη δύση του ήλιου. Το χάος ζητάει επτά ζωές και μια πλανητική σύγκλιση για να θραφεί και να κυριαρχήσει.
Και το βιβλίο του Στράλιν «Εισαγωγή στη Δαιμολογία της Ασσυροβαβυλωνιακής Αρχαιολογίας», αντικείμενο αμφισβήτησης μέχρι τώρα, επαληθεύεται. Για το μύθο και την αλήθεια σχετικά με την ύπαρξη θεών και δαιμόνων, τι έχει να αντικρούσει μια ολόκληρη πόλη όταν κάποιος προσπαθεί να ξυπνήσει τη Βαβυλώνια θεά Τιαμάτ και να φέρει το χάος και την αναρχία.
Συναρπαστική πλοκή στημένη σε ένα σύγχρονο Λονδίνο, καλοδουλεμένοι χαρακτήρες, άνετος γραπτός λόγος και ένα μυθιστόρημα που αν και διατηρεί τα στοιχεία του γοτθικού τρόμου, κινείται και σε διαφορετικούς άξονες, ξεπερνώντας τον χαρακτηρισμό «άλλη μια ιστορία με βρικόλακες». Πλήθος ιστορικών στοιχείων, αναπαράσταση εποχών, μια πολύ καλή ερωτική ιστορία και φυσικά και το ζητούμενο ενός καλού αστυνομικού θρίλερ.
Η Κωνσταντίνα Λαψάτη δεν αφήνει τίποτα στην τύχη του και αποδεικνύει ότι γνωρίζει να ψάχνει σε βάθος και έχει τον τρόπο να αξιοποιεί την έρευνά της. Όπως έχει τον τρόπο να μιλήσει με συμπάθεια για τα πλάσματα της νύχτας και ανεξάρτητα του αν πιστεύει κανείς σε όλα αυτά ή όχι, να τον οδηγήσει στο να καταλάβει ότι το διαφορετικό μπορεί να συνυπάρχει αρμονικά. Ανάμεσα στο λευκό και το μαύρο, τη ζωή και τον θάνατο, υπάρχει πάντα κάτι ακόμη.
Από το οπισθόφυλλο του μυθιστορήματος:
Η Έμπονυ Βάργκας είναι πουθενά και παντού. Αόρατη από τους περισσότερους, αλλά τόσο κοντά σε αυτούς. Έχει μνήμες, έχει ιστορία, έχει παρελθόν. Όπως όλοι… Είναι μια αριστοκρατική, γοητευτική φιγούρα του σκότους που ξέρει να κρύβεται καλά, καθώς η αγέρωχη σκιά της βρίσκει πάντα τον τρόπο να σκαρφαλώνει στους τοίχους του δικού μας θνητού κόσμου.
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ωκεανός.

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

Γιατί πηγαίνω στην έκθεση βιβλίου;




Πηγαίνω στην έκθεση, γιατί το να περπατάω ανάμεσα σε καινούρια και παλιά βιβλία με τα χρώματα και τις μυρωδιές τους με κάνει να νιώθω μια Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων. Γυρίζω, ξεφυλλίζω, απλά κοιτάζω, χαζεύω, απομνημονεύω τίτλους. Α, αυτό βγήκε σε νέα έκδοση! Ο τάδε έκανε τη μετάφραση! Θυμάμαι πως θέλω να αποκτήσω τόσους τίτλους που έχω σημειωμένους από δω κι από κει σε χαρτάκια υπενθύμισης.
Πηγαίνω στην έκθεση, γιατί είμαι εθισμένη στα βιβλία, παρότι οι βιβλιοθήκες μου ασφυκτιούν κι αναστενάζουν. Πολύχρωμα εξώφυλλα και χιλιάδες σελίδες όμορφα δεμένες με κάνουν να χάνω την αίσθηση του χρόνου. Το φως γίνεται μούχρωμα, τα τεχνητά φώτα ανάβουν. Ακόμη εκεί εγώ, να περπατάω φορτωμένη καταλόγους, να στέκομαι ξανά και ξανά πάνω από κάποια βιβλία-πειρασμούς σαν το μικρό παιδί που κοιτάζει λαίμαργα το βάζο με το γλυκό.
Πηγαίνω στην έκθεση, γιατί μου αρέσει να κρυφακούω τις κουβέντες των άλλων επισκεπτών, αυτών που περιδιαβαίνουν δίπλα μου. Να, όπως αυτό το ζευγαράκι που συζητάει διαφωνώντας για κάποιο θέμα γραφής, ύφους, αναγνωστικής εντύπωσης, δεν έχει σημασία εξάλλου, οι διαφωνίες πάνω στη λογοτεχνία είναι πολύ εποικοδομητικές.
Πηγαίνω στην έκθεση, γιατί μου αρέσει που οι μαμάδες κρατούν από τα χέρια τα παιδιά τους και τους αγοράζουν με αγάπη βιβλία. Και παρέα με το ζωγραφιστό παραμύθι που ανοίγει στη μέση και γεμίζει θαύματα τα μάτια τους, το γλιφιτζούρι κοκοράκι ή το μαλλί της γριάς.
Πηγαίνω στην έκθεση, γιατί ακόμη κι όταν υπάρχει συνωστισμός, δεν ακούς φασαρία και σαματά, αλλά χαρούμενα γέλια και φωνές έκπληξης καθώς όλοι ταξιδεύουν στη δική τους χώρα των θαυμάτων.
Πηγαίνω στην έκθεση, γιατί έτσι αποδίδω τον δικό μου φόρο τιμής στους δημιουργούς των βιβλίων, στους ανθρώπους που επιμένουν, γράφουν και εκδίδουν, που τολμούν σε καιρούς αντιπαραθέσεων και κρίσης.
Πηγαίνω στην έκθεση, γιατί τα βιβλία περιμένουν τα δικά μου και τα δικά σου χέρια για να ζωντανέψουν και να μας κλείσουν παιχνιδιάρικα το μάτι..
Ξεχάστηκα πάλι. Ο χρόνος τρέχει, έχω ραντεβού στην έκθεση. Αθήνα, Πειραιάς, Θεσσαλονίκη, Ναύπλιο, κι αλλού κι αλλού. Μια Ελλάδα γεμάτη βιβλία.

Το άρθρο μου δημοσιεύτηκε στο www.schooltime.gr

Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

Νία Μαγγέλου: Όσα ποτέ δεν είπαμε



Γνωρίζονται από παιδιά. Δυο γυναίκες, ένας άντρας, η ταλάντωση από τη φιλία στον έρωτα και το μεταξύ τους χάος. Χαώδεις είναι οι σχέσεις του Τάσου Καλαβρυνού, της Χρύσας Παπαστάμου και της Ευρυδίκης Ζησίμου. Πλησιάζοντας το κλείσιμο της έκτης δεκαετίας της ζωής τους, φέρνουν σε έναν ιδιότυπο ξενώνα βαλίτσες όχι μόνο με προσωπικά αντικείμενα, αλλά και απωθημένα, μυστικά, πάθη. Γυαλιστερές ιστορίες, επιστολές, παλιά ημερολόγια και μια συνέντευξη σε εκκρεμότητα.
Βραδιά γενεθλίων της Χρύσας κι όλοι ετοιμάζονται να γιορτάσουν την ξεχωριστή ημερομηνία. Όλοι; Όχι, γιατί η Ευρυδίκη αποφασίζει πως είναι η ευκαιρία να κινήσει για μία ακόμη φορά τα νήματα στις ζωές τους. Λογαριάζει χωρίς τον ξενοδόχο. Η καρδιά της Χρύσας την προδίδει και κλέβει τη στημένη παράσταση. Στο δωμάτιο της ιδιωτικής κλινικής, αρχίζει να ξεδιπλώνεται μια νέα οπτική της πραγματικότητας καθώς ο δημοσιογράφος Δημήτρης Δελής δηλώνει παρών στη ζωή των τριών ηρώων.
Μια ζωή σαν μυθιστόρημα, ένα μυθιστόρημα σαν τη ζωή.
Ήταν τέλη Σεπτεμβρίου 2011, όταν τέσσερις φίλοι ένωσαν τις γραφές τους, βάζοντας στοίχημα πως θα τα καταφέρουν και θα αποδείξουν πως όλα γίνονται.
Ο Δημήτρης Νίκου, η Ευρυδίκη Αμανατίδου, ο Τάσος Αγγελίδης-Γκέντζος και η Χρύσα Λουλοπούλου έγιναν Νία Μαγγέλου (το αρκτικόλεξο από τα αρχικά των επιθέτων τους) και δημιούργησαν το «Όσα ποτέ δεν είπαμε». Ένα μυθιστόρημα σε δέκα κεφάλαια, με τέσσερα μέρη το καθένα, κείμενα που γεννήθηκαν και ενηλικιώθηκαν τελικά μέσα από το διαδίκτυο, το ίδιο αυτό μέσο που τους έφερε κοντά. Πολλή αγωνία, κούραση, πολλές διορθώσεις, ατέλειωτες ώρες σε κουβέντα στο τηλέφωνο ή κατ’ ιδίαν, άγχος, αλλά και μαγευτικά ταξίδια σε έναν ονειρικό τόπο όπου τέσσερις διαφορετικές πένες ενώθηκαν.
Το αποτέλεσμα, ένα δομημένο μυθιστόρημα που ήρθε να αποδείξει πως στη φιλία δεν υπάρχουν μαρκίζες, αλλά τον πρώτο λόγο έχει η πίστη, η εμπιστοσύνη και η υπομονή.
Τα λόγια που δεν έχουμε πει, έρχονται στιγμές που μας χλευάζουν και τότε η φωνή τους είναι τόσο δυνατή που αποτελεί τη μόνη διέξοδο προς τη λύτρωση. Τα λόγια που θα πω εγώ είναι ευχαριστώ και ξανά ευχαριστώ στη Χρύσα, τον Τάσο και τον Δημήτρη, αυτοί ξέρουν τι σημαίνει ο καθένας τους για εμένα.
Το μυθιστόρημα «Όσα ποτέ δεν είπαμε» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ωκεανός. Θα ευχαριστήσω και από εδώ την κυρία Ελένη Κεκροπούλου για την υποστήριξη και τις δυναμικές της ιδέες.