Έχοντας διαβάσει τον εξαιρετικό «Ύπνο των αγαλμάτων», με όλη μου την καρδιά ανέτρεξα στα προηγούμενα έργα του Νίκου Διακογιάννη, μιας ανήσυχης και στοχαστικής συγγραφικής πένας.

Διάβασα απνευστί σχεδόν το «Τέρα Άμου», που εκδόθηκε από τον Αρμό το 2007. Για ξεκίνημα λοιπόν θα πω ότι μαγεύτηκα και συγκινήθηκα ταυτόχρονα.

Ένα ακριτικό νησί, εν προκειμένω η Νίσυρος γίνεται η αρένα παθών και εξομολογήσεων. Οι ήρωες καταθέτουν την πείρα του ηλικιακού τους φάσματος μαζί με τα όνειρα και τις ελπίδες που κουβαλά μαζί του ένας χάρτινος άγγελος. Η κυρά Ανθούλα και οι νοικάρηδές της ο δάσκαλος Πέτρος και ο ζωγράφος Μάρκος. Η εγγονή Σοφία που στέλνει λουλούδια και την αγάπη της μέσω του ουράνιου διαμεσολαβητή. Η Μαρία που έριξε μαύρη πέτρα πίσω της δίνοντας τροφή για κουτσομπολιά, εκεί σε μια γη που η πολιτεία θυμάται μόνο κατά την άγρα ψήφων. Τι ειρωνεία αλήθεια! Μια προεκλογική περίοδος είναι αυτή που μας εισάγει στο μύθο του «Τέρα Άμου». Μια παρωδία αγώνα μπροστά στον άλλον, τον βαθύ, τον επίπονο που χαράζει η ανθρώπινη ύπαρξη στην επίγεια ζωή της. Κι αν μια νέα σχολική χρονιά ξεκινά, οι διαδρομές του Πέτρου, του Μάρκου, του Αλέξη, της Ανθούλας, της Ισμήνης, της Μαρίας θα παρεκκλίνουν του αναμενόμενου. Γιατί πάντα υπάρχει ο αστάθμητος παράγοντας σαν συνέπεια μιας δυσπραγίας οικονομικής, συναισθηματικής ή καθαρά σωματικής. Αδυναμία κινήσεων, αδυναμία ακόμη και πραγματικής εκφοράς συναισθημάτων έως ότου αυτή γίνει ολοκληρωτική έλλειψη.

Πάνω και πίσω από αυτά στέκει ακλόνητος ο γίγαντας Πολυβώτης, αυτός που σηκώνει τη Νίσυρο στις πλάτες του, αυτός που τους στεναγμούς του ακούει κανείς μέσα από το ηφαίστειο, σαν το παράπονό του να βγαίνει από τα έγκατα της γης ή Γαίας που έστρεψε αυτόν και άλλους γίγαντες στην Τιτανομαχία. Και σαν αυτό το παράπονο να γίνεται θυμός και τότε η γη να σείεται σαν υπενθύμιση της ύπαρξής του.

«Έλα, πέρασε, μη στέκεσαι άλλο στη βροχή. Υπάρχει ζεστή σοκολάτα και μια γωνιά δίπλα στο παλιό τζάκι. Εκεί θα βρεις αφημένα κουβάρια κόκκινο μαλλί για να ντύσεις με αυτά ένα σου όνειρο». Ίσως ο αφηγητής να απευθύνεται σε όλους εμάς τους αναγνώστες του, σε αυτούς που θα ξεφυλλίσουν το μυθιστόρημα διαβάζοντας λέξεις, παραγράφους, σελίδες, ή πάλι θα σταθούν στο μαγικό εξώφυλλο που τα χρώματα και η απλότητά του διευρύνουν το τοπίο. Ίσως η βαρυχειμωνιά του καθενός παραμερίσει καθώς θα νιώσει την ανάγκη να σηκώσει έναν χάρτινο άγγελο από τη λάσπη για να του αναπτερώσει την ελπίδα. Για κάποιους είναι πιο εύκολο αν έχουν μαζί τους μικρούς ήλιους και φεγγάρια πανσέληνα. Κάποιοι πάλι παλεύουν όλη τη ζωή τους να αναστήσουν έναν κήπο παρά τους κινδύνους που ελλοχεύουν από τη θάλασσα που είναι τόσο κοντά. Τη θάλασσα με την προβέζα της, τη μανία της να τα καταπιεί όλα. Την ίδια θάλασσα από όπου Εκείνος καταφθάνει ταπεινός. «Φορούσε φύκια και πολύχρωμα κοράλλια στα μαλλιά, κοχύλια στις παλάμες και βλέμμα που έδιωχνε μακριά το αλάτι που είχε κατακαθίσει σε κάθε πονεμένη ψυχή». Αυτό και μόνο το απόσπασμα, προς το τέλος του μυθιστορήματος είναι το επιμύθιο μιας βιβλικής καταστροφής που τόσο δυνατά, και σαν εικόνα αλλά και σαν αλληλουχία συναισθημάτων, περιγράφει ο συγγραφέας. Και είναι η ένδεια που κουβαλά μαζί του ο πόνος αυτή που ντύνει επιτέλους τις ψυχές και κάνει τα σώματα να πλησιάσουν και να αγκαλιαστούν.

Φυσικά και δε μπορώ να μη σταθώ σε κάτι που παρατήρησα ότι μου συνέβη και στον Ύπνο των αγαλμάτων. Είναι τόσο ιδιαίτερη η γραφή του Νίκου Διακογιάννη που προσωπικά με ωθεί σε σημειολογικές ερμηνείες. Τέρα Άμου είναι ο τίτλος του μυθιστορήματος, αλλά και η κατακερματισμένη κραυγή του πόνου που αναζητά την εξιλέωση. Μητέρα μου! Είναι η ερμηνεία που έρχεται αυθόρμητα, όπου αυτή η λέξη περιλαμβάνει το μέγιστο που μεταλαμπαδεύει. Καταφύγιο στη χαρά, τη λύπη, την οδύνη, εξομολόγηση που δεν έγινε στην ώρα της, το άχθος ακόμη κι ενός γίγαντα στο σώμα ή την ψυχή, μητέρα αλλά και γη, όπως η λατινική θεότητα, αυτή που στέλνει τους σεισμούς, κάτω από αυτήν που η παραδαρμένη ψυχή της Μαρίας θα λουφάξει. Σε ποιον απευθύνεται άραγε; Στην πραγματική της μητέρα που άφησε πίσω βλέποντάς την σαν τέρας (άλλη μία παράφραση των φθόγγων που προφέρει) ή στη γενέθλια γη που εγκατέλειψε κι εκείνη την τιμώρησε ίσως κρατώντας την σιδηροδέσμια κοντά της; Την τιμώρησε ή της πρόσφερε την αγκαλιά ενός ακλόνητου κήπου μέσα στη φουρτουνιασμένη θάλασσα;

Πολλά θα ήθελα να πω καθώς ακόμη κι αυτή τη στιγμή που γράφω εικόνες και λέξεις πετούν μπροστά μου και σαν πολύχρωμες κορδέλες τις βλέπω να τυλίγονται γύρω από τα στιβαρά μπράτσα του Πολυβώτη.

Θα περιοριστώ όμως σε ένα μεγάλο ευχαριστώ για κάτι στο οποίο θα ανατρέχω ξανά και ξανά, καθώς θα συμφωνήσω με την τελευταία πρόταση του οπισθόφυλλου «είναι δύσκολη έως ακατόρθωτη η εξιχνίαση της ψυχής του Αγαπημένου. Του οποιουδήποτε Αγαπημένου…».Θα προσθέσω όμως πως πιο εύκολη γίνεται αυτή η αναζήτηση, η ψηλάφηση, η εξιχνίαση, διαβάζοντας μυθιστορήματα σαν το Τέρα Άμου, αφορμές για εσωτερικές αναζητήσεις και ταξίδια.