Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

Γιώργος Τσαντίκος: Οι Ναΐτες πετάχτηκαν δίπλα

Ένας εκρηκτικός συνδυασμός τσαμπουκά και ευαισθησίας με αποτέλεσμα εννιά ιστορίες της ζωής και της καρδιάς.

Ιστορίες που μας κάνουν να θυμώσουμε, να γελάσουμε, να ειρωνευτούμε, ιστορίες που αφήνουν μια πικρή γεύση στο στόμα και ένα σφίξιμο στο στήθος.

Σαν τους ήρωες ασφυκτιούμε και παλεύουμε για λίγο οξυγόνο. Γιατί είναι και τα δικά μας βιώματα αυτά που περιγράφονται, τα δικά μας ανομήματα, παθήματα, λάθη. Είναι ακόμα η δική μας ανεμελιά και αυθορμητισμός που συνθλίβονται καθημερινά στα γρανάζια ενός μηχανισμού που παρά τη σαθρότητά του συνεχίζει να δουλεύει ασταμάτητα.

Κι όμως κάθε που τελειώνει ένα διήγημα παίρνουμε και κάτι από το «όχι πια, μέχρι εδώ!». Το χέρι μας το διαπερνά το ρίγος από την ικανοποίηση του κόλαφου ή της εκτόξευσης μιας γαμήλιας τούρτας στον σινιέ ανταγωνιστή. Ή πάλι ακυρώνουμε τη μηχανική του συστήματος ξεσφίγγοντας και πετώντας στην άκρη τη γραβάτα-σύμβολο της υποτέλειας των ονείρων μας. Άλλοτε σερβίρουμε την εκδίκησή μας σαν ένα πιάτο που τρώγεται κρύο και άλλοτε απορρίπτουμε νοσηρές καταστάσεις με μία φράση και μία κίνηση.

Η γλώσσα τρέχει, λένε πως συνήθως τρέχει μπροστά από το νου. Πόσοι όμως έχουν το θάρρος να χρησιμοποιήσουν το θράσος; Πότε γίνεται αυτό; Πώς αισθανόμαστε μετά; Είναι πολλά τα ερωτήματα και οι προβληματικές του συγγραφέα.

Οι εννιά ιστορίες του δίνουν απαντήσεις και ορίζουν συμπεριφορές που οι περισσότεροι θα ήθελαν να έχουν.

Θα σταθώ σε τρία διηγήματα, τα οποία από σύμπτωση είναι και συνεχόμενα στο βιβλίο.

Το «Σήμερα γιορτάζουν οι Πλωτίνοι» ξεκινάει με ένα στοίχημα. Σε μια εποχή όπου η επικοινωνία υλοποιείται αθέατα μέσω υπολογιστή, ο ήρωας υποβάλει τον εαυτό του σε εθελούσιο εγκλεισμό και απομόνωση από τα εγκόσμια. Όλες του οι επαφές γίνονται διαδικτυακά. Η διχογνωμία σχετικά με το αν ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον ή όχι τον κάνει να επανεξετάσει τη δική του συμπεριφορά. Η αποκάλυψη στο τέλος είναι το κερασάκι στην τούρτα.

Στο «Σάμσταγκ» ο συμβολισμός κυριαρχεί με την ευρηματική κάθαρση του νοικιασμένου σπιτιού μέσα από ένα σύμπλεγμα άχρηστων υλικών και άυλων αγαθών.

Άφησα για το τέλος το αγαπημένο μου: Στο «Ο παράξενος μακαρίτης» ο θάνατος ενός παλιού συμμαθητή και το άνοιγμα της διαθήκης του είναι η αφορμή για να αποκαλυφθούν οι λυκοφιλίες και τα μαχαίρια να γυαλίσουν στον αέρα. Η μάσκα του καθωσπρεπισμού πέφτει και αποκαλύπτεται το ρυπαρό υπόβαθρο. Κάθε είδους ανομία και ανθρώπινο ελάττωμα βγαίνει στην επιφάνεια, αλλά γελάει καλύτερα βέβαια όποιος γελάει τελευταίος, έστω κι αν αυτός είναι ο ίδιος ο Διάβολος.

Οι Ναΐτες πετάχτηκαν δίπλα, ο Γιώργος Τσαντίκος όμως άνοιξε την πόρτα του και μας κάλεσε να μοιραστούμε εννιά ιστορίες-γροθιές στον «αγγελικά πλασμένο μας κόσμο».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου