Το Παλαιό Μοντεράνο, στα δυτικά της λίμνης Μπρατσάνο, αποτελεί μια όαση του μακρινού χθες μέσα στο θορυβώδες σύγχρονο Λάτσιο. Ένα παραδεισένιο τοπίο που εκπλήσσει τον περιπατητή με τις εκπλήξεις που κρύβει.
Η πρώτη μου γνωριμία με
το ιστορικό του παρελθόν έγινε μέσα από μία ιταλική ιστοσελίδα που φέρει το
όνομα Lazio
nascosto,
το κρυφό Λάτσιο. Εκεί βρήκα πολλά και ενδιαφέροντα, αλλά και φωτογραφίες που
δικαίωναν τις πληροφορίες.
Κι έτσι διάλεξα αυτό
ειδικά το σημείο για να εξελίξω τα τελευταία μέρη της πλοκής του μυθιστορήματός
μου Άμμος.
Πραγματικά, το Παλαιό
Μοντεράνο έχει πολλά να πει για την απαρχή, τη συνέχεια και τη δύση του, αυτό
εξάλλου μαρτυρούν εμβληματικά σημεία του, δεικτικά της ιστορικής αλληλουχίας.
Οι Ετρούσκοι, ο
αινιγματικός λαός που προηγήθηκε των Ρωμαίων, φυσικά και κατοίκησαν εκεί, αν
και η μαρτυρία της ύπαρξής τους σήμερα είναι μόνο τάφοι που υπάρχουν διάσπαρτοι
στον λόφο και το πέρασμα του Καβόνε, ένα μονοπάτι ανάμεσα στους ψηλούς βράχους,
κλειστό πλέον λόγω κατολισθήσεων.
Το Υδραγωγείο αποδίδεται
στην εποχή της Ρωμαϊκής κυριαρχίας, εσφαλμένα, καθώς η κατασκευή του ανάγεται
στον δέκατο έκτο αιώνα. Ο αστικός αυτός μύθος προφανώς οφείλεται στην ομοιότητα
με τα κτίσματα των Ρωμαίων, όντας εντυπωσιακό με τις διπλές αψίδες του και
φθάνοντας σε ύψος είκοσι μέτρων.
Καθώς περιδιαβαίνει
κανείς ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση και τους μικρούς καταρράκτες, οι θρύλοι του
παρελθόντος μοιάζουν να ζωντανεύουν. Εκεί που τα νερά αλλάζουν χρώμα λόγω της
μίξης με το θειάφι, στο μυαλό του επισκέπτη έρχεται εκείνη η κοκκινομάλλα κόρη
που μάταια περιμένει να γυρίσει ο αγαπημένος της από τον πόλεμο και από την
απελπισία της πνίγεται κι έτσι το νερό βάφεται κόκκινο. Ή πώς η αποπνικτική
μυρωδιά κλούβιου αυγού, το απόκοσμο του τοπίου, το νερό που κοχλάζει, για τους
Ετρούσκους τουλάχιστον, δεν οφείλονταν στις θειωνιές, γεωλογικό φαινόμενο που
υποδήλωνε την ηφαιστειακή δραστηριότητα, αλλά στο ότι εκεί βρισκόταν η πύλη για
τον Κάτω Κόσμο.
Κι όταν βρεθείς μέσα στην
ερειπωμένη, αλλά ακόμα επιβλητική μονή του Αγίου Μποναβεντούρα, κτισμένη σε
ρυθμό μπαρόκ υπό τον σχεδιασμό και την καθοδήγηση του μεγάλου Μπερνίνι, δεν
παύεις να αναρωτιέσαι αν τα γέρικα απομεινάρια της τεράστιας συκιάς, που μεγάλο
τμήμα της κατέρρευσε το καλοκαίρι του 2022, συνομιλούν με τα πνεύματα ενός
άλλου κόσμου ή αγκαλιάζουν στοργικά τα ερείπια, δηλώνοντας ότι είναι ο
προστάτης τους. Σήμερα, μπροστά από την εκκλησία θα μπορέσεις να δεις το
επιβλητικό οκταγωνικό συντριβάνι σε σχεδιασμό του Μπερνίνι, με τη διαφορά ότι
είναι πιστό αντίγραφο του πρωτότυπου το οποίο μπορεί κανείς να θαυμάσει στην κεντρική
πλατεία του πιο σύγχρονου Κανάλε Μοντεράνο.
Ανάμεσα στο υδραγωγείο
και τη μονή υψώνεται ό,τι έχει απομείνει από το παλάτι των Αλτιέρι και την ιδιόρρυθμη
κρήνη που ο κρουνός της είναι η φιγούρα ενός ρωμαλέου λέοντα.
Όλα τα παραπάνω δείχνουν ότι
αυτή η πόλη φάντασμα όπως αποκαλείται, γνώρισε ακμή κατά την ετρουσκική
περίοδο, παρακμή κατόπιν έως ότου στον πρώιμο μεσαίωνα εξελίχτηκε σε επισκοπική
πρωτεύουσα. Όταν όμως η έδρα της επισκοπής μεταφέρθηκε ξανά, το Μοντεράνο
άρχισε να χάνει την αίγλη του. Μέχρις ότου η οικογένεια του πάπα Κλήμη Αλτιέρι το
αναβίωσε αγοράζοντάς το στο δεύτερο μισό του δέκατου έβδομου αιώνα και δίνοντάς
του τα κτίρια που σχεδίασε ο Μπερνίνι.
Κάθε αρχή έχει ένα τέλος,
και αυτό ήρθε, οριστικά πλέον, λίγο πριν την εκπνοή του δέκατου όγδοου αιώνα, όταν
η πόλη ήδη εξουθενωμένη από την ελονοσία, υπήρξε θύμα των συγκρούσεων ανάμεσα
σε Ιακωβίνους και υποστηρικτές του Πάπα, συγκεκριμένα το 1799, τη χρονιά που ο
Γαλλικός στρατός το κατέκαυσε, οπότε οι εναπομείναντες κάτοικοι το εγκατέλειψαν.
Από το 1988 η περιοχή
ανακηρύχτηκε σε Περιφερειακό Φυσικό Καταφύγιο και τελικά το 1995 εντάχτηκε στο ευρωπαϊκό
δίκτυο προστασίας Natura
2000.


0 Σχόλια