Ένα ζευγάρι χρυσά σκουλαρίκια, γνωστά ως γκράπολο, καθώς το κάτω τους μέρος θυμίζει τσαμπί από σταφύλια. Στη μέση και πάνω από τις ρόγες των σταφυλιών απεικονίζεται ένα γυναικείο πρόσωπο ιδιαίτερης ομορφιάς, που έχουμε κάθε λόγο να υποθέσουμε ότι πρόκειται για την Ετρούσκα Άουλα. Οι ροζέτες σε σχήμα πετάλου στολίζουν όλο το επάνω τμήμα του, με τη διακόσμηση να ακολουθεί την τεχνική της κοκκίδωσης, της συρματερής και της σφυρηλάτησης, μεθόδους που χρησιμοποίησαν οι Ετρούσκοι με εντυπωσιακή ακρίβεια και συμμετρία.
Το
εμβληματικό κόσμημα που περιγράφεται στο μυθιστόρημα ΑΜΜΟΣ θα βρεθεί μέσα σε
έναν ετρουσκικό τάφο. Οι τεχνικές που έχουν χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή
του παραπέμπουν στην καταγωγή των δημιουργών του.
Ας
τις εξετάσουμε με περισσότερες λεπτομέρειες:
Η
κοκκίδωση είναι μια μέθοδος κατά την οποία μικροσκοπικά σφαιρίδια ενός
πολύτιμου μετάλλου συγκολλούνται πάνω σε ένα άλλο μέταλλο. Με αυτόν τον τρόπο
το κόσμημα αποκτά μια ανάγλυφη υφή. Η διαδικασία της συγκόλλησης χρειάζεται
μεγάλη δεξιοτεχνία, καθώς τα μικροσκοπικά σφαιρίδια του πολύτιμου μετάλλου
πρέπει να ενωθούν χωρίς να λιώσουν.
Η
συρματερή είναι μία τεχνική κατά την οποία λεπτά σύρματα από χρυσό ή ασήμι,
κάμπτονται και κολλιούνται ή πάνω σε μεταλλική επιφάνεια ή μεταξύ τους, οπότε
δημιουργείται ένα δαντελωτό σχήμα.
Η
σφυρηλάτηση είναι ο τρόπος με τον οποίο το μέταλλο διαμορφώνεται με χτυπήματα
σφυριού και αποκτά μια ιδιαίτερη υφή είτε στρογγυλή είτε γραμμωτή. Επειδή έτσι
ενισχύεται η φυσική φωτεινότητα του μετάλλου, το κόσμημα αποκτά μια ανάγλυφη
όψη.
Ο
συνδυασμός αυτών των τεχνικών προσδίδει όγκο και μεγαλοπρέπεια στα κοσμήματα. Ταυτόχρονα,
δεν παύει να προξενεί εντύπωση η απαράμιλλη τέχνη των Ετρούσκων με μοναδικά
κομμάτια που στολίζουν τις προθήκες γνωστών μουσείων.
Η
τεχνική και ο πλούτος αυτών των πολύτιμων αντικειμένων χαρακτηρίζει την πρώιμη
και την ύστερη περίοδο της ιστορίας κατασκευής τους, με την πρώτη να
διακρίνεται από τις επιδράσεις της Ανατολής και την αντίληψη ότι τα κοσμήματα
είναι συνοδεία και αφιέρωμα στον νεκρό, και τη δεύτερη να ξεχωρίζει για την
ιωνική απλότητά της.
Ένα
μείγμα εξωτισμού και θεοσέβειας, μία παρέλαση ζώων υπαρκτών και φανταστικών
ανάμεσα σε ανθρώπους, ιερά σύμβολα και θεϊκές μορφές.
Απαράμιλλη
τέχνη η οποία ενέπνευσε πολλούς Ιταλούς χρυσοχόους από τις αρχές του 19ου
αιώνα και ειδικότερα την οικογένεια Καστελάνι που επί δεκαετίες πάλεψε με τη σπαζοκεφαλιά της κοκκίδωσης, που
χρησιμοποιούσαν αγγίζοντας την τελειότητα οι Ετρούσκοι από τον ένατο μέχρι τον
τέταρτο προ Χριστού αιώνα, μιας τέχνης λησμονημένης μετά την εξαφάνισή τους.
Το
ζητούμενο της ενοποίησης της Ιταλίας και οι εθνικιστικές τάσεις δεν άφησαν
αδιάφορη την οικογένεια Καστελάνι, που ταύτισε το μακρινό παρελθόν με την
επαναστατική ιδεολογία, πιστεύοντας ότι η αναγέννηση της Ετρουσκικής τέχνης θα
εκτόξευε την πολιτιστική σημασία της νέας Ιταλίας έναντι της κυριαρχούσας
Γαλλίας και Αγγλίας.
Η
οικογένεια Καστελάνι με την ευρυμάθεια και την ασχολία της με ανασκαφές και
αρχαιότητες είχε την ευκαιρία και δυνατότητα να μελετήσει από πρώτο χέρι
κοσμήματα-κτερίσματα από τους πρόσφατα ανασκαμμένους ετρουσκικούς τάφους, χάρη
και στη γνωριμία και φιλία της με τον μαρκήσιο Καμπάνα. Τακτικές που
ακολουθήθηκαν ως προς τις μεθόδους συντήρησης των αρχαίων κοσμημάτων από τους
Καστελάνι καθώς και αναπαραγωγής αυτών στάθηκαν αφορμή για μια φημολογία
σχετικά με την αυθεντικότητα ή πλαστότητα συγκεκριμένων καλλιτεχνημάτων.
Το
γεγονός είναι πάντως ότι οι ορίζοντες της χρυσοχοΐας διευρύνθηκαν καθώς μια νέα
τάση έκανε την εμφάνισή της: η κατασκευή κοσμημάτων αρχαϊκής νοοτροπίας
δίνοντας μια άλλη διάσταση στη συνέχεια της συνομιλίας του παρελθόντος με το
παρόν.


0 Σχόλια