Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2018

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Σώματα (Συνέχεια 9)


Η Λένη σιχτίρισε τον εαυτό της που ποτέ δεν μπορούσε να φερθεί σαν φυσιολογικός άνθρωπος. Με τον κίνδυνο όμως ο Μάριος να αλλάξει γνώμη, συμμορφώθηκε και ανέβηκε στη μηχανή. Τον έπιασε αμήχανα λες και δεν είχε ακουμπήσει ποτέ ξανά ανδρικό σώμα.
«Κρατήσου γερά πάνω μου. Δεν είναι ανάγκη να σκοτωθούμε προτού παρουσιάσουμε τη χορογραφία» της είπε ο Μάριος και έσφιξε τα χέρια της γύρω από τη μέση του.
Στην τόσο σύντομη διαδρομή μέχρι το λοφτ η Λένη προσπάθησε να συμμαζέψει τις σκόρπιες σκέψεις της. Πότε έσφιγγε και πότε χαλάρωνε τα χέρια της γύρω από τον Μάριο, ενώ στην πραγματικότητα θα ήθελε να γείρει όλη επάνω του, να του χαϊδέψει το στέρνο, να… Την είχε καταλάβει μια βασανιστική ερωτική αίσθηση, που όμως εξανεμίστηκε καθώς, με το που έφτασαν στο Θησείο και ανέβηκαν στο διαμέρισμά της, η αμηχανία της επέστρεψε. Αντίθετα, ο Μάριος έμοιαζε σαν να βρισκόταν στο σπίτι του.
«Θα πιεις κάτι;» τον ρώτησε.
«Νερό μόνο».
Καθώς έβγαζε δύο μπουκαλάκια εμφιαλωμένο νερό από το ψυγείο, άκουσε τους ήχους του Drop του DjDahi και η διάθεσή της άλλαξε ως δια μαγείας. Άρα ο Μάριος δεν ήταν τόσο αδιάφορος όσο έδειχνε σχετικά με τη χορογραφία. Είχε προσθέσει κάτι ακόμη και αυτό σήμαινε ότι συνέχιζε να τον απασχολεί, ενώ η ίδια μόνο προβλήματα είχε δημιουργήσει μέχρι στιγμής.
«Θα είναι κι αυτό μέσα στη χορογραφία;»
«Εσύ, τι λες;» τη ρώτησε σαν να τον ενδιέφερε πραγματικά η γνώμη της.
«Ταιριάζει. Το έβαλες ανάμεσα στο δεύτερο και το τρίτο κομμάτι;»
«Ακριβώς. Το κομμάτι που θα χορέψουμε έγινε εξάλεπτο. Άκουσέ το»
Ήταν υπέροχο. Τα τέσσερα διαφορετικά ακούσματα είχαν δέσει όχι μόνο μεταξύ τους σε αυτή την εξάλεπτη μίξη, αλλά και απέδιδαν ολοκάθαρα το ύφος της χορογραφίας: πρόκληση, πάλη, παράδοση. Ήδη ένιωθε το σώμα της να θέλει να ακολουθήσει τον ρυθμό τους, να εκφράσει όλα τα συναισθήματα που καταπίεζε τόσο καιρό. Ήθελε να προκαλέσει, να παλέψει και να παραδοθεί. Κι ας ήταν μόνο για τόσο λίγο.
«Θέλεις να σου δείξω ή θα ξεκινήσουμε μαζί;» τη ρώτησε ο Μάριος κοιτώντας την στα μάτια.
«Μαζί» του απάντησε και προσπαθώντας να αλλάξει διάθεση συμπλήρωσε: «Δεν έχουμε όμως σπαθιά».
«Έχουμε τις λέξεις» της απάντησε εκείνος και έβαλε τη μουσική να παίζει στην επανάληψη.
Και μετά στάθηκε απέναντί της σε μια απόσταση τεσσάρων μέτρων, ενώ από τα ηχεία ξεχύνονταν οι πρώτες νότες της μουσικής σύνθεσης.
«Σε προκαλώ» της φώναξε και χτύπησε τα πόδια του στο πάτωμα.
«Κι εγώ» του απάντησε μιμούμενη την κίνησή του.
Τα βήματά τους γινόντουσαν όλο και πιο γρήγορα καθώς πλησίαζαν ο ένας τον άλλον φωνάζοντας ξανά και ξανά τις ίδιες λέξεις. Φθάνοντας πια σε απόσταση αναπνοής, η μουσική είχε αλλάξει περνώντας στην σκληράδα του χιπ χοπ. Το σώμα της Λένης τεντώθηκε σαν τόξο αριστερά και δεξιά από το σώμα του Μάριου, ο οποίος έκανε τις ίδιες κινήσεις αλλά με την αντίθετη φορά.
«Πάψε να σκέφτεσαι» του φώναξε κι εκείνος απάντησε αρνητικά αμυνόμενος ενώ οι κινήσεις τους γινόντουσαν όλο και πιο έντονες, τόσο που όταν το Drop έκανε τη μουσική γέφυρα, η Λένη συνέχισε στον ρυθμό του.
«Ξιφομαχούμε!» είπε δυνατά στον Μάριο.
«Φυλάξου τότε!» απάντησε εκείνος.
Αν και δεν κρατούσαν αληθινά σπαθιά η Λένη ένιωθε ότι άκουγε τους ήχους της ξιφομαχίας ενώ η αδρεναλίνη τής πότιζε όλο το σώμα. δίνοντας συνεχή ενεργειακά μηνύματα στα άνω και κάτω άκρα της: επίθεση, άμυνα, επίθεση, ιδρώτας, πάθος, πόθος.
«Ξιφομαχούμε!» επανέλαβε η Λένη, αυτή τη φορά όμως σε πιο χαμηλό τόνο καθώς ακούγονταν οι μουσικές νότες του πιο αισθησιακού και αργού Try.
«Με τις λέξεις!» ήταν η απάντηση του Μάριου.
Το σώμα του είχε ποτίσει από τον ιδρώτα της έντασης. Η Λένη με κομμένη την ανάσα τον είδε να πετάει από πάνω του τη μπλούζα του, ενώ συνέχιζε να κινείται στον ρυθμό του τελευταίου μέρους της χορογραφίας. Γύρω τους το σκοτάδι τούς τύλιγε αργά.
Το λάτρευε αυτό το κομμάτι, ένα τραγούδι που μέχρι πριν λίγο καιρό το έβρισκε αρκετά μελό για τα γούστα της. Της έβγαζε τόσα από μέσα της, πράγματα που μόνο με τον χορό μπορούσε να εκφράσει, αφού δεν θα τολμούσε ποτέ να τα ομολογήσει στον Μάριο. Σε αυτή την χορογραφία όμως όλα επιτρέπονταν μεταξύ τους.
«Γιατί φοβόμαστε να ερωτευτούμε;» του είπε καθώς πλησίαζε το σώμα της στο δικό του και το γύρισμα της μουσικής την έκανε πιο τολμηρή.
«Ακόμα κι αν δεν είναι το σωστό» συμπλήρωσε ο Μάριος καθώς οι ίδιες λέξεις ακούγονταν στα αγγλικά.
«Γιατί ξιφομαχούμε;» ρώτησε η Λένη, λες και στα χέρια τους κρατούσαν ακόμη σπαθιά.
«Γιατί φοβόμαστε…»
«Φοβόμαστε τι;»
«Μήπως μπλεχτούν τα χείλη και οι ανάσες μας…»
Και κάπου εκεί οι νότες γύρω της άρχισαν να σβήνουν, οι κινήσεις τους να γίνονται πιο αργές, έως ότου μέσα στην απόλυτη σιωπή τα χέρια του Μάριου τυλίχτηκαν γύρω της, το πρόσωπό του πλησίασε το δικό της και έμεινε σε αυτή τη στάση.

Ο Μάριος άκουσε την ανάσα της Λένης, είδε τα χείλη της να μισανοίγουν, και μόλις που συγκράτησε τον εαυτό του. Αν τη φιλούσε, θα χαλούσε όλη τη μαγεία, αυτό που με κόπο είχε καταφέρει. Δεν ήθελε όμως και να τη γειώσει. Ζώντας τη Λένη μέσα από την κοινή τους προσπάθεια, είχε καταλάβει αρκετά για τον χαρακτήρα της, πράγματα που εκείνη έβγαζε από άμυνα και μόνο, πράγματα που πάλευαν μέσα της και έψαχναν τρόπο να εκφραστούν. Φυσικά και μπορούσε να διαβάσει την ερωτική επιθυμία στην αναμονή της. Μια επιθυμία που θα μπορούσε βέβαια να έχει αποδέκτη τον οποιονδήποτε παρτενέρ της μετά τη φόρτιση που δίνει η τόσο κοντινή χορευτική επαφή. Μικρά βήματα, αυτό χρειαζόταν τώρα.
«Εντάξει;» τη ρώτησε τρυφερά.
«Όχι, δεν…» του απάντησε σαστισμένη.
«Ό,τι και να είναι, είναι καλό» τη βεβαίωσε απομακρύνοντας αργά τα χέρια του. «Θέλεις να το ξαναπροβάρουμε;»
«Εγώ…» σταμάτησε.
«Ξεκουράσου. Έχουμε τρεις μέρες ακόμη. Μπορούμε να κάνουμε τα πάντα μαζί, τα πάντα μπορούν να συμβούν. Θα τα πούμε αύριο, έτσι;» είπε και της έδωσε ένα στοργικό φιλί στο μέτωπο.
Τον κοίταξε ακόμα πιο σαστισμένη, αλλά δεν κουνήθηκε από τη θέση της καθώς ο Μάριος έκλεινε μαλακά την πόρτα πίσω του.(Συνεχίζεται)

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2018

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Σώματα (Συνέχεια 8)


Βλέποντας τον Μάριο να φεύγει σαν να μην έτρεχε τίποτα, η Λένη ένιωσε ένα μούδιασμα σε όλο της το σώμα. Το είχε παρατραβήξει το σκοινί και τώρα εισέπραττε ακριβώς ό,τι είχε δώσει. Δεν της άρεσε αυτό, καθόλου δεν της άρεσε. Την ήθελε την επιδοκιμασία του Μάριου. Τον είχε συνηθίσει όλον αυτόν τον καιρό, και αυτόν και τη ρουτίνα της πρόβας, που πλέον ομολογούσε στον εαυτό της ότι περίμενε ανυπόμονα. Όπως ομολογούσε το ότι ο Μάριος την τραβούσε όλο και πιο πολύ. ΚΙ επειδή όλο αυτό της ήταν πρωτόγνωρο, είχε πειστεί ότι εφαρμόζοντας τη γνωστή τακτική της, εκείνος θα γινόταν τελικά χαλί στα πόδια της. Όμως ο Μάριος είχε αποδειχτεί άντρας. Όχι σαν τον Ντένις τον οποίον είχε επιστρατεύσει παρορμητικά για να κάνει τον Μάριο να ζηλέψει. Ούτε αυτό είχε πιάσει, αφού εκείνος δεν ενδιαφερόταν.
Κι έρχονται στιγμές που συνειδητοποιείς ότι στη ζωή δεν σου χαρίζονται τα πάντα απλά και μόνο επειδή είσαι η κόρη του Ψαθά. Συνειδητοποιείς πως είσαι μια κακομαθημένη, ένας αλλοπρόσαλλος σκατοχαρακτήρας που τον προσεγγίζουν μόνο όσοι επιδιώκουν τη δική τους εξυπηρέτηση. Όμως ο Μάριος ήταν διαφορετικός. Αλήθεια, τι γνώριζε για αυτόν; Δυο χρόνια τραβούσαν παράλληλους δρόμους, ποτέ της όμως δεν είχε ενδιαφερθεί να μάθει το παραμικρό για το άτομό του. 
Στα μαθήματα της ημέρας ήταν εντελώς αφηρημένη. Οι παρατηρήσεις από τους καθηγητές έπεφταν βροχή, η Λένη όμως δεν αντιδρούσε. Στα δύο κοινά μαθήματα με τον Μάριο, τα μάτια της τον αναζητούσαν συνέχεια, εκείνος όμως έδειχνε ότι η Λένη Ψαθά δεν υπήρχε καν μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας.
Η χειρότερη στιγμή ήταν στο μάθημα του αυτοσχεδιασμού όταν η καθηγήτρια επέλεξε τον Μάριο και την κολλητή της, τη Ράνια, να εκφράσουν ό,τι τους έβγαζε η λέξη «πτώση». Η Λένη άλλαξε εκατό χρώματα βλέποντας τον Μάριο να γέρνει πάνω στην ξαπλωμένη στο πάτωμα Ράνια, που φαινόταν να το απολαμβάνει όλο και περισσότερο καθώς είχε χρειαστεί να επαναλάβουν τρεις φορές τις κινήσεις τους για να πετύχουν το ζητούμενο του αυτοσχεδιασμού.
Η Λένη προφασίστηκε μια ξαφνική αδιαθεσία και βγήκε βιαστικά από την αίθουσα. Με το ρολόι στο χέρι περίμενε το τέλος του μαθήματος. Όταν είδε τη Ράνια, μόνο που δεν την άρπαξε από τον λαιμό.
«Καλά, τσίπα δεν έχεις πάνω σου;» της είπε αστράφτοντας.
«Τι λες, κορίτσι μου;» τη ρώτησε εμβρόντητη η Ράνια.
«Μόνο που δεν άνοιξες τα πόδια σου στον Ραφαήλου».
«Πας καλά;»
«Με τον Ραφαήλου, ρε Ράνια;»
«Άσκηση για το μάθημα ήταν, ρε συ Λένη. Και στο κάτω κάτω, εσύ τι ζόρι τραβάς;»
«Κανένα. Για σένα το λέω. Μη νομίζει ο άλλος ότι του την πέφτεις».
«Και δεν πάει να το νομίζει; Σαν ξερολούκουμο τον κοιτάζουν όλες».
«Τον Ραφαήλου; Για τον ίδιο Ραφαήλου μιλάμε;» ρώτησε σαστισμένη, απάντηση όμως δεν πήρε καθώς ο Μάριος περνούσε μόλις από δίπλα τους.
«Αν χρειαστώ κάτι για τις ασκήσεις, θα με βοηθήσεις, Μάριε;» τον ρώτησε μέσα στο νάζι η Ράνια.
«Πες το κι έγινε» της απάντησε κλείνοντάς της το μάτι.
Η Λένη έμεινε σαν στήλη άλατος. Φλέρταρε; Ο Μάριος φλέρταρε; Ο δικός της Μάριος; Τι σκεφτόταν η ηλίθια! Ποιος δικός της Μάριος; Από πού της είχε έρθει αυτό;
Όχι μόνο δεν ήταν δικός της, αλλά δεν ήθελε και να έχει οποιαδήποτε σχέση μαζί της. Δεν έκαναν πρόβα ούτε την επόμενη ούτε τη μεθεπόμενη. Τη Λένη άρχισαν να τη ζώνουν τα φίδια. Οι μέρες που είχαν απομείνει μέχρι την επίσημη παρουσίαση της χορογραφίας ήταν πλέον ελάχιστες. Ένιωθε απογοητευμένη, προδομένη και μια απέραντη μοναξιά που καμιά παρέα δεν ήταν ικανή να την καλύψει. Προσπαθούσε να ηρεμήσει με τον χορό, δοκιμάζοντας μόνη της ξανά και ξανά τη χορογραφία, το μόνο που κατάφερνε όμως ήταν να βλέπει στο είδωλό της κάποια ατάλαντη, άχαρη κοπέλα που κορόιδευε τον εαυτό της.
Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να ρίξει τα μούτρα της και να παρακαλέσει τον Μάριο. Εκείνος θα δεχόταν για να πετύχει μια καλύτερη βαθμολογία, κι αυτή θα έπαυε να βασανίζεται.

Την είχε κάνει μπαρούτι. Καμιά φορά η λύση βρισκόταν μπροστά σου κι εσύ δεν την έβλεπες. Ο Μάριος σιγουρεύτηκε ότι στην τσέπη του είχε το στικάκι με την εξάλεπτη μουσική σύνθεση που είχε ετοιμάσει για τη χορογραφία, καθώς και ολόκληρο το Drop για να εξοικειωθεί μαζί του η Λένη. Ήλπιζε μόνο να είχε ερμηνεύσει σωστά τη συμπεριφορά της. Όπως κι αν είχαν τα πράγματα, ο χρόνος μέχρι την τελική παρουσίαση ήταν τόσο λίγος που και οι δυο τους έπρεπε να βάλουν νερό στο κρασί τους.
Το νερό στο κρασοπότηρο βέβαια πρέπει να ξέρεις μέχρι πού θα το φτάσεις. Ο Μάριος δεν είχε σκοπό να εξωθήσει άλλο την κατάσταση. Γι’ αυτό και έκανε υπομονή μέχρι να δει τη Λένη να βγαίνει από την πόρτα της Ακαδημίας. Μόνο τότε υιοθέτησε το συνηθισμένο τις τελευταίες μέρες αδιάφορο ύφος του και φόρεσε το κράνος του έτοιμος να φύγει μετρώντας όμως σιωπηλά τα δευτερόλεπτα. Δεν μπορούσε να δει τι έκανε η Λένη μια και της είχε γυρισμένη την πλάτη. Τα χείλη του σχημάτιζαν σιωπηλά τις λέξεις «Κάντο τώρα, κάντο επιτέλους».
«Μάριε!» τον φώναξε, και τότε μόνο επέτρεψε στον εαυτό του να χαλαρώσει λίγο παρότι έκανε ότι δεν την είχε ακούσει. «Περίμενε λίγο!» επέμεινε η Λένη.
«Όλα καλά;»
«Καλά… Δηλαδή, τι καλά; Σκατά! Ρε συ Μάριε, πρέπει να μιλήσουμε».
Ωπ! Πού πήγε εκείνο το Ραφαήλου; Δεν θυμόταν να την έχει ξανακούσει να τον αποκαλεί με το μικρό του όνομα.
«Να πούμε τι, Λένη; Τα έχουμε εξαντλήσει όλα, νομίζω».
«Πώς θα παρουσιάσουμε τη χορογραφία; Αφού το βλέπεις ότι δεν είμαστε έτοιμοι. Δεν μας βγαίνει».
«Εμένα μια χαρά μού βγαίνει. Όλα καλά, μην ανησυχείς!» είπε και έκανε να βάλει μπρος τη μηχανή του.
«Συγγνώμη!»
«Ορίστε;»
«Ζήτησα συγγνώμη. Και δεν μου είναι εύκολο. Φτάνει αυτό; Μη με κάνεις να πάρω πάλι ανάποδες. Θέλω να προσπαθήσουμε ξανά».
«Για να καταλήξουμε στα ίδια;»
«Μιλάω σοβαρά» του είπε αποφεύγοντας όμως να τον κοιτάξει.
«Όταν μιλάμε σοβαρά, κοιτάμε τον άλλον στα μάτια, Λένη.
«Ορίστε, σε κοιτάζω. Τι κατάλαβες τώρα;»
«Πολλά. Εμπρός, ανέβα!»
Η Λένη δεν έκανε καμία κίνηση.
«Θα το κουράσουμε πολύ, Λένη; Ανέβα στη μηχανή!» της είπε πιο επιτακτικά.
«Να πάμε πού;»
«Στο σπίτι σου, βέβαια».
«Δεν πας καλά, Ραφ…»
«Κομμένο το Ραφαήλου» της είπε απότομα. «Με λένε Μάριο όπως θυμάσαι. Και μην σου μπαίνουν ιδέες στο μυαλουδάκι σου. Για τη χορογραφία μιλάω. Δεν μπορούμε να μείνουμε άλλο στην Ακαδημία. Στο σπίτι μου δεν το συζητώ, καλά καλά δεν χωράει ούτε εμένα. Άρα, τι μας μένει;» (Συνεχίζεται)

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2018

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Σώματα (Συνέχεια 7)


Ο Μάριος είχε περάσει το Σαββατοκύριακο ετοιμάζοντας μια νέα χορογραφία για το στριπτιζάδικο. Ποτέ του δεν μπορούσε να το σκεφτεί με το νέο του όνομα, που του έφερνε ακόμα χειρότερο συνειρμό. Τι μπορούσες να υποθέσεις στο άκουσμα της λέξης «Orgasm»; Ακόμα και για κάποιον που δεν γνώριζε αγγλικά, ήταν πασιφανής η έννοια, αφού η ρίζα ήταν ελληνική. Όπως και να είχε, όφειλε να δουλέψει πάνω στο «Τζάγκουαρ», ένα θέμα που παρέπεμπε σε ζούγκλα και ό,τι αυτό συνεπαγόταν. Ο επιχειρηματίας είχε ξετρελαθεί με την ιδέα. Έτσι, να ανάβουν τα αίματα, είχε σχολιάσει περιχαρής.
Παρότι δεν μοιραζόταν τον ενθουσιασμό του, ο Μάριος ολοκλήρωσε τη χορογραφία που θα έμπαινε στο πρόγραμμα του μαγαζιού στις αρχές Νοεμβρίου. Ένα δεκαήμερο ήταν αρκετό για να μάθει και ο κάθε άσχετος. Το μόνο του άγχος ήταν ότι θα συνέπιπτε με την παρουσίαση της χορογραφίας στην Ακαδημία, κι ακόμα δεν ήταν σίγουρος για το αν τελικά θα είχε ή όχι παρτενέρ. Είχε κάνει μια κουβέντα με τον Αγοριανό, χωρίς να του αναφέρει τα προβλήματά του με τη Λένη, αν και δεν υπήρχε περίπτωση να μην είχε καταλάβει ο Διευθυντής της Ακαδημίας τι συνέβαινε. Δυστυχώς η Λένη σκόρπιζε όλεθρο στο πέρασμά της.
Από την Παρασκευή είχε να τη δει και να την ακούσει μετά την -για μια ακόμη φορά- αιφνιδιαστική αποχώρησή της από την πρόβα. Τουλάχιστον, είχε παρακολουθήσει μέχρι τέλους τη χορογραφία του. Ο Μάριος αναρωτήθηκε πόσο μπορούσε να δουλέψει κάποιος με τη Λένη για να καταφέρει να την πλησιάσει. Ευχόταν να περνούσε το δεκαπενθήμερο χωρίς παροξυσμούς, ώστε να ολοκληρώσουν κάτι ευπαρουσίαστο. Δεν είχε πια και πολλές ελπίδες ότι θα τύχαιναν κάποιας ιδιαίτερης διάκρισης.
Γι’ αυτό και αιφνιδιάστηκε όταν είδε τη Λένη να κάνει μόνη της πρόβα πρωί πρωί τη Δευτέρα. Στους σπουδαστές του τρίτου έτους και μέχρι την παρουσίαση της χορογραφίας τους είχε παραχωρηθεί μια ακόμα αίθουσα, που μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν πριν την έναρξη ή μετά το τέλος των μαθημάτων.
Ο Μάριος ήταν πάντα πολύ πρωινός, δεν ίσχυε όμως το ίδιο και για τη Λένη, που αργούσε μόνιμα από την αρχή της φοίτησης στην Ακαδημία ή υπήρχαν μέρες που δεν εμφανιζόταν καθόλου προβάλλοντας εκ των υστέρων τις πιο απίθανες αλλά εντέλει πάντα αποδεκτές δικαιολογίες.
Τώρα, καθώς είχε κολλήσει το πρόσωπό του πίσω από τη γυάλινη πόρτα, δεν ήξερε τι να υποθέσει. Αναρωτιόταν μόνο αν έπρεπε να χαρεί ή αν η Λένη τού φύλαγε κάποια δυσάρεστη έκπληξη. Ήθελε σαν τρελός να βρεθεί κοντά της και να χαθεί μαζί της στα βήματα του χορού, αποφάσισε όμως να μείνει λίγο ακόμη στη θέση του παρατηρητή και να απολαύσει αυτό που ακούσια του προσφερόταν. Μπορεί η μουσική να μην έφτανε μέχρι τα αυτιά του, ήταν σίγουρος όμως ότι η Λένη χόρευε στο μουσικό πάτημα του Try. Αυτές ήταν οι κινήσεις που είχε φανταστεί και ο ίδιος όταν χορογραφούσε πρώτη φορά το τραγούδι.
Του έκοβε την ανάσα όπως είχε αφεθεί να την παρασύρει ο χορός. Δεν μπορούσε να μείνει άλλο στην ίδια θέση. Ούτε που κατάλαβε για πότε άνοιξε την πόρτα και βρέθηκε να χορεύει δίπλα της, στον ίδιο ρυθμό, λες και ο ένας γνώριζε ακριβώς τι ζητούσε ο άλλος.
Το κομμάτι έπαιζε στην επανάληψη και κάθε φορά οι κινήσεις τους φορτίζονταν με μεγαλύτερη ένταση, περισσότερο πάθος. Και ο χρόνος κύλησε σαν μια στιγμή ή μπορεί και να έμεινε στάσιμος έως ότου το κουδούνι που σήμανε την έναρξη των μαθημάτων τούς επανέφερε στην πραγματικότητα.
Είναι σκληρή η πραγματικότητα όταν ξέρεις ότι μόνο μέσα από το όνειρο την αντέχεις. Έτσι ένιωσε ο Μάριος όταν είδε την έκφραση της Λένης να αλλάζει καθώς φόρεσε και πάλι τη μάσκα ή το πραγματικό της πρόσωπο, δεν ήξερε πια τι από τα δύο.
«Ικανοποιημένος τώρα, Ραφαήλου;» τον ρώτησε με τόση ειρωνεία στη φωνή της που αν δεν την ήξερε, αν δεν ένιωθε τόσα για αυτήν, θα τη μισούσε.
«Σχεδόν» της απάντησε παίζοντας το δικό της παιχνίδι. Της ανταπόδωσε το ειρωνικό βλέμμα και της γύρισε την πλάτη προτού η Λένη προλάβει να πει την τελευταία λέξη.

Το παιχνίδι της γάτας και του ποντικού συνεχίστηκε και τις επόμενες μέρες. Η Λένη ήταν τυπική στις πρόβες, η χορογραφία όμως δεν βελτιωνόταν, δεν ικανοποιούσε τον Μάριο. Η μαγεία εκείνης της πρώτης φοράς που χόρεψαν το Try είχε χαθεί. Με το που τελείωνε η κάθε πρόβα, η Λένη εξαφανιζόταν χωρίς καν να τον χαιρετήσει. Γενικότερα τον απέφευγε δείχνοντας ότι η παρουσία του και μόνο της ήταν ενοχλητική.
Ο Μάριος δεν έκανε κανένα σχόλιο και αποδεχόταν την κατάσταση με ένα ουδέτερο ύφος. Δεν είχε σκοπό να γκρεμίσει ό,τι είχαν καταφέρει με κόπο να στήσουν. Δεν σχολίαζε καν το γεγονός ότι η Λένη στις πρωινές πρόβες πολλές φορές μύριζε αλκοόλ. Ούτε ήθελε να φανταστεί πού και πώς περνούσε τα βράδια της, γιατί η σκέψη και μόνο τον αρρώσταινε. Αντίθετα, είχε δώσει όλη την προσοχή του σε αυτό που έπρεπε να παρουσιάσουν. Το δούλευε όλες τις ελεύθερες ώρες του σαν να του είχε γίνει μανία και αυτοσκοπός, ώσπου κατάλαβε τι ακριβώς έφταιγε. Χρειαζόταν ένα πάτημα ανάμεσα στο δεύτερο και το τρίτο κομμάτι. Το Drop του DJDahi έκανε τελικά την ιδανική γέφυρα.
Για τον Μάριο η χορογραφία άγγιζε πια την τελειότητα κι ας μην ακουγόταν καθόλου μετριόφρων. Έτσι ολοκληρωνόταν και η εικόνα που ήθελε από την αρχή να δώσει. Πρόκληση, επίθεση και άμυνα, άμυνα που γίνεται επίθεση, εκτόνωση, παράδοση. Το Drop που ανήκε στην κατηγορία της ηλεκτρονικής χορευτικής μουσικής βρισκόταν πιο κοντά στα δικά του μουσικά ακούσματα. Όταν το έβαλε να παίξει, ο ρυθμός τού έφερε στα αυτιά του ήχους ξιφομαχίας και το σώμα του πέρασε αυτόματα από την άμυνα στην επίθεση. Ίσως αυτό χρειαζόταν. Αυτό που δεν έκανε στην πραγματικότητα με τη Λένη.
Το πρόβλημα ήταν πώς θα της παρουσίαζε το κομμάτι που είχε προσθέσει χωρίς να την εξοργίσει. Γιατί ήταν απόλυτα σίγουρος για την αντίδρασή της. Η μόνη της συνεισφορά μέχρι στιγμής ήταν το Outta your mind, που και γι’ αυτό ο Μάριος είχε αντιρρήσεις και είχε εν μέρει αλλάξει τη χορογραφία. Χρόνο είχαν ακόμη, ένα δεκαήμερο σχεδόν. Έπρεπε να βρει έναν τρόπο να της το φέρει μαλακά. Αν την πετύχαινε μετά το τέλος των μαθημάτων…
Μετά το τέλος των μαθημάτων η Λένη δεν κάθισε να ακούσει το παραμικρό. Όπως κάθε Δευτέρα πρόβα είχαν κάνει το πρωί, και τώρα έφευγε βιαστική. Έξω από την Ακαδημία την περίμενε ο γνωστός ερωτιάρης αραγμένος νωχελικά στη μηχανή του σαν άλλος Τραβόλτα στο Grease. Η Λένη ήταν πέραν του δέοντος διαχυτική με τον επίδοξο Δον Ζουάν, ώσπου μάλλον έκρινε ότι είχε σκανδαλίσει αρκετά τους περαστικούς. Ψιθύρισε κάτι γελώντας στο αυτί του κι εκείνος ξεκίνησε με γκάζια τη μηχανή.
Ο Μάριος, υποκύπτοντας στην παρόρμηση ή τον πειρασμό της στιγμής, τούς ακολούθησε από μια σχετική απόσταση ασφαλείας, αν και γνώριζε ότι το μόνο που θα κατάφερνε θα ήταν να μειώσει τον εαυτό του. Η δικαιολογία που πρόβαλε στη συνείδησή του ήταν ότι έπρεπε να μιλήσει στη Λένη για την προσθήκη στη χορογραφία.
Ο προορισμός τους, όπως κατάλαβε πολύ σύντομα, ήταν το σπίτι της Λένης. Το αίμα τού ανέβηκε στο κεφάλι. Πώς μπορούσε να χορεύει μαζί του και μετά να τρέχει με τον ηλίθιο; Μια αφόρητη ζήλεια τον κυρίευσε. Πάρκαρε τη μηχανή έτοιμος να τους ακολουθήσει μέχρι επάνω στο λοφτ. Πώς θα έμπαινε μέσα ήταν άλλη ιστορία βέβαια.
Ακριβώς έξω από την πόρτα της εισόδου, ο ερωτιάρης είχε αγκαλιάσει τη Λένη και προσπαθούσε να τη φιλήσει, εκείνη όμως τον απέκρουε. Έμοιαζε να της έχει περάσει κάθε ερωτική διάθεση ξαφνικά, ο τύπος όμως επέμενε. Πάνω που ο Μάριος ήταν έτοιμος να επέμβει, είδε τη Λένη να σπρώχνει τον επίδοξο εραστή.
«Μάζευέ τα και φύγε. Άντε στο καλό, στη μαμάκα σου!» του φώναξε και του άστραψε ένα χαστούκι.
Για πότε ο Μάριος βρέθηκε να τον πιάνει από τον ώμο και να τον τραβολογάει με το ζόρι μέχρι τη μηχανή του, ούτε που το κατάλαβε. Ο τύπος ήταν από εκείνους τους άνδρες που κάνουν τον κόκορα μέχρι εκεί που τους παίρνει. Πετώντας κάτι ακατάληπτο ανέβηκε στη μηχανή και έφυγε με τα χίλια.
Ο Μάριος πρόλαβε τη Λένη την ώρα που ξεκλείδωνε την πόρτα.
«Γιατί το κάνεις αυτό;» τη ρώτησε πιάνοντάς της το χέρι.
«Κηδεμόνας μου είσαι, Ραφαήλου;» του είπε ξινά.
«Απλά νοιάζομαι για σένα» της απάντησε αυθόρμητα.
«Δικό σου πρόβλημα! Άντε παράτα με τώρα!»
«Δεν σε κρατάω από πουθενά, Λένη. Κάνε ό,τι νομίζεις. Τα βαρέθηκα τα παιχνίδια σου!»
Είχαν φτάσει να φωνάζουν ο ένας στον άλλον. Δεν την άντεχε άλλο αυτή την κατάσταση. Προτού βγει εντελώς εκτός εαυτού, ανέβηκε στη μηχανή του και έφυγε γκαζώνοντας κι αυτός. Προφανώς η επίθεση στην επίθεση ήταν τακτική που ούτε στην πραγματικότητα ούτε καν στη χορογραφία μπορούσε να εφαρμόσει.
Η μέρα κατέληξε στο απόλυτο φιάσκο καθώς το ίδιο βράδυ στο κλαμπ, στριπτιζάδικο ή όπως αλλιώς το σκεφτόταν, ήρθε η κρίση. Όχι η οικονομική, αφού παραδόξως εν καιρώ γενικής οικονομικής ανασφάλειας, το μαγαζί ήταν γεμάτο κάθε βράδυ. Ο Βλαδίμηρος, ένας από τους χορευτές, άρχισε να κάνει νερά, το οποίο μεταφραζόταν στο ότι τον είχε βάλει στο μάτι μια από τις χρυσές πελάτισσες. Ο Μάριος έπρεπε να εκτελέσει και χρέη ψυχολόγου, προσπαθώντας, ανάμεσα στα σπασμένα ελληνικά και αγγλικά του χορευτή, να τον βγάλει από το δίλημμα: να ακολουθήσει τη γριά κότα με τα χρυσά αυγά ή να μείνει με την πανέμορφη πλην πτωχή καλή του.
Αργά το βράδυ το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει. Το πρώτο που έκανε γυρίζοντας στο σπίτι του ήταν να κοιτάξει το ημερολόγιο τοίχου για να τσεκάρει τι ημέρα είχαν και πόσες ακόμα έμεναν μέχρι την παρουσίαση της χορογραφίας, λες και θα γινόταν κάτι μαγικό και ο χρόνος θα γύριζε πίσω. Λιγότερο από ένα δεκαήμερο και δεν είχε ιδέα πώς να συνεννοηθεί με τη Λένη. Λες και είχε βαλθεί να τον τιμωρήσει για κάτι. Απορούσε με τον εαυτό του. Μέχρι ποιο σημείο θα έφτανε ο μαζοχισμός του; Μήπως ήταν καιρός να ανοίξει τα μάτια και να σκεφτεί λογικά; Η χημεία που υπήρχε μεταξύ τους αφορούσε μόνο το κομμάτι του χορού, όταν και όποτε έβγαινε και εκεί.
Ο ίδιος είχε όλη την καλή διάθεση, η Λένη όμως γινόταν όλο και πιο εχθρική απέναντί του. Γιατί να βασανίζει τον εαυτό του; Με αυτή τη σκέψη αποκοιμήθηκε, με αυτή ξύπνησε το επόμενο πρωί. Είχε πάρει όμως την απόφασή του. Δεν θα έκανε τίποτα περισσότερο, μάλιστα θα έκανε πολύ λιγότερα αφού θα έπαυε να ασχολείται με τη Λένη και ό,τι την αφορούσε. 
Εκείνη τη μέρα έφτασε στην Ακαδημία ακριβώς την ώρα της έναρξης των μαθημάτων. Η Λένη μόνο που δεν τον έβρισε που την είχε στήσει στην πρόβα.
«Μαγκιά πουλάς, Ραφαήλου;»
Δεν μπήκε στον κόπο να της απαντήσει, με αποτέλεσμα εκείνη να τον ακολουθήσει μέχρι που τον έφτασε και βγήκε μπροστά του αναγκάζοντάς τον να σταθεί.
«Άντε παράτα μας, Ψαθά» της απάντησε βγάζοντας όλον τον θυμό που καταπίεζε. Επίθεση στην επίθεση, μόνο από αυτό καταλάβαινε η Λένη. Το είδε εξάλλου αμέσως στην αλλαγή της στάσης του σώματός της. Κουμπώθηκε, δεν την είχε συνηθίσει σε τέτοιες αντιδράσεις.
«Μύγα σε τσίμπησε;»
«Σκορπιός μάλλον και με πολύ δηλητήριο».
«Την πρόβα θα την κάνουμε;»
«Όχι».
«Γιατί;»
«Γιατί είναι μάταιο να προσπαθούμε να βελτιωθούμε. Και γιατί δεν γουστάρω. Δεν ταιριάξαμε, δεν πάμε παραπέρα. Όταν έρθει η ώρα, θα χορέψουμε και αυτό είναι όλο. Μην ανησυχείς. Είμαστε πολύ καλοί στην ξιφομαχία εμείς οι δύο» της είπε ειρωνικά.
«Με δουλεύεις, Ραφαήλου;»
 «Όπως το πάρεις» είπε και της γύρισε την πλάτη. 
(Συνεχίζεται)

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2018

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Σώματα (Συνέχεια 6)


«Λένη, άκουσε με! Κοίταξέ με λίγο!» της είπε ο Μάριος αγγίζοντας το πρόσωπό της και αναγκάζοντάς την να στρέψει το βλέμμα της στο δικό του. «Δεν θέλεις να αποδείξεις ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε; Φαντάσου ότι όλο αυτό είναι μια παράσταση στημένη αποκλειστικά για εμάς. Μόνο εμείς μπορούμε να το κάνουμε. Γιατί λειτουργούμε και φερόμαστε όπως υπαγορεύουν τα τραγούδια που επιλέξαμε. Ξιφομαχούμε, γιατί φοβόμαστε τις λέξεις, φοβόμαστε αυτό που μπορεί να πουν τα χείλη μας αν αφήσουν στην άκρη τον εγωισμό. Τι ήταν ό,τι χορογραφήσαμε μέχρι τώρα; Μια πρόκληση και μια πάλη. Ένας άντρας και μια γυναίκα που στέκονται αβέβαιοι ο ένας απέναντι στον άλλον. Φοβούνται, φυλάγονται, δεν θέλουν να εκτεθούν, να γυμνωθούν. Στο δικό σου κομμάτι έβγαλες τον εαυτό σου, επιλέγοντας την επίθεση. Επέλεξα την άμυνα, για τον ίδιο λόγο. Πιστεύω ότι έτσι δημιουργείται μεγαλύτερη ένταση μέσω της αντίθεσης των κινήσεων των δύο σωμάτων, που φυσιολογικά οδηγεί στην αλλαγή της μουσικής και στο άνοιγμα, την αποφόρτιση, την παράδοση…»
«Δεν μπορώ να το κάνω…» Κι εκεί σταμάτησε, γιατί ο Μάριος είχε εκφράσει ό,τι ακριβώς σκεφτόταν και η ίδια. Ξιφομαχούσαν δύο χρόνια τώρα. Κι ήταν λες και αυτή η χορογραφία είχε σαν λόγο ύπαρξης τους δυο τους και μόνο. Αυτό όμως την έβγαζε από όσα γνώριζε μέχρι τώρα, την πήγαινε σε μονοπάτια που δεν ήξερε αν ήθελε να τα περπατήσει.
«Προσπάθησε. Αυτό δεν λέει και το τραγούδι; Θα το βάλω να παίξει μια φορά ακόμη, και δες μόνο τις δικές μου κινήσεις. Δεν θέλω να κάνεις κάτι, απλά να σου δείξω τι μου βγάζει εμένα αυτό το κομμάτι. Δεν ζητάω κάτι παραπάνω. Σε παρακαλώ…»
Την παρακαλούσε κι αυτό έκανε το σώμα της να μουδιάσει. Φυσικά και είχε συνηθίσει σε όλη της τη ζωή να την παρακαλάνε, να τρέχουν από πίσω της. Όμως τώρα ήταν διαφορετικά. Δεν το ζητούσε ο Μάριος από τη Λένη, το ζητούσε από την παρτενέρ του. Ένα ψεύτικο όνειρο, να το ζήσουν μέχρι να τελειώσει ο χορός. Εκείνη η θυμωμένη εσωτερική φωνή όμως είχε ξεχαστεί και είχε σωπάσει. Κι έτσι η Λένη έγνεψε καταφατικά. Οι πρώτες νότες του κομματιού έκαναν την καρδιά της να χτυπήσει πιο δυνατά. Κράτησε την ανάσα της και αφέθηκε να την τυλίξει η μουσική και η μαγεία.

Θα χόρευε γι’ αυτήν. Τέσσερα λεπτά, όσο κρατούσε το κομμάτι. Τα καλύτερα τέσσερα λεπτά της ζωής του. Γιατί όπου υπάρχει επιθυμία, υπάρχει και φλόγα, όπως έλεγαν οι στίχοι. Θα χόρευε, κι ας καιγόταν. Αυτό ήθελε να της δείξει.
Έβαλε ξανά το κομμάτι και πήρε μια βαθιά ανάσα. Όλα ή τίποτα. Τώρα ή ποτέ. Ακολούθησε τους ήχους της μουσικής, που τον τραβούσαν προς τη Λένη. Δεν υπήρχαν πια σπαθιά ανάμεσά τους. Το σώμα του προσπαθούσε να της μιλήσει, να της πει όσα κρατούσε επί μήνες κρυφά. Οι κινήσεις του είχαν το γλυκό πάθος του έρωτα, κι έφτανε τόσο κοντά της ώστε την άγγιζε σχεδόν, και μετά απομακρυνόταν και ξανά κοντά της, γύρω της, να ελίσσεται, να έλκεται, να αποτραβιέται, πάντα στον ρυθμό που του υπαγόρευε η μουσική και η ανάγκη του να δώσει όλον του τον εαυτό. Καθώς οι τελευταίες νότες δονούνταν ακόμη γύρω τους, ο Μάριος πλησίασε ξέπνοος τη Λένη και έφερε το πρόσωπό του μια ανάσα από το δικό της.
«Όπου υπάρχει επιθυμία, υπάρχει φλόγα. Θα καείς μαζί μου;» της ψιθύρισε αγγίζοντας σχεδόν τα χείλη της.
Η Λένη τραβήχτηκε απότομα σαν να ξύπνησε από έναν μαγεμένο ύπνο. Το παραμύθι του χορού είχε τελειώσει και οι μαγικές κλωστές του έσπαγαν μία μία. Ήταν όμορφη η χορογραφία του Μάριου, αισθησιακή, ερωτική. Και σίγουρα η απόλυτη υλοποίηση αυτού που ήθελε να εκφράσει, -στα ψέματα φυσικά, για τη χορογραφία και μόνο. Κι αυτή, όση ώρα έπαιζε το τραγούδι, ήθελε να ανταποκριθεί, να χορέψει μαζί του, δεν μπορούσε όμως πια να διαχωρίσει τη φυσική έλξη από την άψογη εκτέλεση μιας χορογραφίας. Κι αυτό την μπέρδευε. Και μετά την απέλπιζε. Και μετά τη θύμωνε.
«Θα καείς μαζί μου;» τη ρώτησε ξανά ο Μάριος, και ήταν τόσο μα τόσο πειστικός.
Σαν να γύρισε έναν διακόπτη, η Λένη είδε το κοκκινόμαυρο σύννεφο του κακού εαυτού της να απλώνεται στην αίθουσα. Η διάθεσή της άλλαξε. Η καλύτερη άμυνα ήταν αυτή που γνώριζε από παιδί: η κατά μέτωπον επίθεση.
«Να καείς μόνος σου, Ραφαήλου! Αφού βλέπεις ότι δεν μας βγαίνει, τι το παιδεύουμε;» Το βλέμμα του πάγωσε. Καλύτερα. Έτσι κι αλλιώς, μια ψευδαίσθηση ήταν όλο αυτό. Μια απάτη. Τίποτα περισσότερο.
«Γιατί το βλέπεις έτσι;» τη ρώτησε προσπαθώντας να την πλησιάσει ξανά.
«Γιατί έτσι είναι. Μια γαμημένη χορογραφία, αυτό θέλεις να καταφέρεις».
«Να καταφέρουμε θέλω, Λένη. Δύο είμαστε, ζευγάρι. Πότε θα το καταλάβεις;»
«Ο καθένας καταλαβαίνει διαφορετικά πράγματα. Θα την έχεις την κολοχορογραφία σου. Μην ανησυχείς γι’ αυτό. Ξέρω πολύ καλά να κάνω πράγματα, ακόμα κι όταν δεν τα νιώθω».
Ήθελε να τον πληγώσει, γιατί έτσι ένιωθε ασφαλής. Ήταν όμως η πρώτη φορά που δεν εννοούσε τα σκληρά της λόγια. Κάπου δίστασε, σαν να ένιωσε να πονάει, καθώς είδε το βλέμμα του να σκοτεινιάζει. Από πότε όμως πονούσε για τον Ραφαήλου; Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Έκανε απότομα μεταβολή και βγήκε τρέχοντας σχεδόν. Άλλη μία πρωτιά: η Λένη Ψαθά να κλαίει. Ανάθεμά τον!


Η Λένη αναθεμάτιζε ακόμα ώρες αργότερα, όχι όμως τον Μάριο, αλλά τον εαυτό της, που δεν μπορούσε να φερθεί ποτέ φυσιολογικά. Λες και αν το έκανε, ο κόσμος θα γύριζε ανάποδα. Γιατί αλήθεια δεν προσπαθούσε; Αφού ήθελε να χορέψει μαζί του, γιατί δεν φαινόταν συνεπής; Ας τον είχε μόνο για τα ελάχιστα λεπτά που κρατούσε ένας χορός. Και μετά; Μετά τίποτα. Ο καθένας στον πάγκο του. Ο Μάριος δεν ήταν ο τύπος που θα του έκανε εντύπωση κάποια σαν τη Λένη, κακομαθημένη και στην ουσία χωρίς περιεχόμενο. Γιατί τότε δεν φρόντιζε να αλλάξει; Η δύναμη της συνήθειας; Απλά δεν είχε τίποτα να κερδίσει, δεν θα κέρδιζε τον Μάριο έτσι. Θα είχε όμως για μια φορά την εκτίμησή του, ότι στάθηκε άξια απέναντί του και όχι εναντίον του.
Κούνησε πεισμωμένη το κεφάλι ενώ με την παλάμη της σκούπιζε τα δάκρυα που έτρεχαν συνέχεια. Πώς είχαν έρθει έτσι τα πράγματα; Από πότε άρχισε να νιώθει διαφορετικά απέναντί του; Από τότε που τον σκέφτηκε ως Μάριο και όχι ως Ραφαήλου. Από τότε που πρόσεξε και κάτι άλλο πέρα από το πολύτιμο εγώ της.
Ηττοπάθειες! Ως πότε θα κλαψούριζε σαν κοριτσάκι; Αφού η χορογραφία έπρεπε να γίνει, θα γινόταν. Η Λένη δεν συνήθιζε να χάνει. Και αυτό το στοίχημα θα το κέρδιζε, όσο κι αν της κόστιζε μετά.
Βρήκε το cd της Pink και έβαλε το Try να παίζει στην επανάληψη. Χρειάστηκε να το ακούσει τουλάχιστον πέντε φορές μέχρι να αποφασίσει να ακολουθήσει τη μουσική ή μάλλον τα βήματα που είχε χορογραφήσει ο Μάριος. Και ήταν κάτι μαγικό. Εκείνος δεν ήταν στο πλάι της, τον αισθανόταν όμως δίπλα της, ότι χόρευε μονάχα γι’ αυτήν.
Άδειασε το κεφάλι της από κάθε περιττή σκέψη, έτοιμη νε πετάξει σε μέρη άγνωστα για τους αμύητους. Το σώμα της έγινε πόθος, πάθος, φλόγα. Κάθε φορά δοκίμαζε νέα βήματα, κάθε φορά ένιωθε πιο ζωντανή. Αν την έβλεπε ο Μάριος από μια μεριά, θα επικροτούσε σίγουρα. Την ήθελε την επιδοκιμασία του, την αποδοχή του, έστω κι αν δεν ήξερε τον τρόπο να του το εκφράσει. Την απόφασή της την είχε πάρει. Θα ήταν άψογη, όσο συνεργαζόντουσαν. Δεν θα δημιουργούσε άλλα προβλήματα. Πέρα από αυτό όμως, τίποτα. Ήταν ο μόνος τρόπος να προστατεύσει τον εαυτό της. (Συνεχίζεται)


Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2018

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Σώματα (Συνέχεια 5)


Η επόμενη μέρα όμως δεν ήταν καλύτερη, γιατί η ώρα της πρόβας είχε φτάσει και ο Μάριος μάταια περίμενε να εμφανιστεί η Λένη. Μα πού είχε πάει; Την είχε δει να βγαίνει από την τάξη μετά το τελευταίο μάθημα, άρα κάπου εκεί γύρω θα βρισκόταν. Εκτός αν ήταν πια τόσο αναίσθητη. Ο χαρακτήρας της βέβαια προς την αναισθησία έτεινε. Μόνιμα πνεύμα αντιλογίας, η Λένη ήθελε να έχει πάντα το πάνω χέρι και τον τελευταίο λόγο σε καθετί. Ο Μάριος σκέφτηκε ότι στη ζωή τις περισσότερες φορές δεν ωφελούσε να ψάχνεις τα γιατί. Προσπερνώντας λοιπόν τον λόγο που η Λένη φερόταν τόσο αλλοπρόσαλλα, έψαξε να βρει πού κρυβόταν.
Ή μάλλον μισοκρυβόταν. Δεν σοκαρίστηκε από το θέαμα, αν και η Λένη είχε βυθίσει τη γλώσσα της τόσο βαθιά στο στόμα του τύπου που μάλλον του είχε φτάσει στον λαιμό. Τι δουλειά όμως είχε σε αυτόν τον χώρο κάποιος άσχετος προς την Ακαδημία; Όσο για την εμφάνιση, ισχνός και με άπλυτα μακριά μαλλιά, δεν συζητούσε τι του είχε βρει. Παρ’ όλα αυτά, το αίμα τού ανέβηκε στο κεφάλι.
«Θα σου άστραφτα ένα χαστούκι, αλλά έχε χάρη!» είπε τραβώντας απότομα τη Λένη από το χέρι.
«Σιγά τα αίματα, Ραφάηλου! Φοβηθήκαμε τώρα!» του απάντησε εκείνη ενώ τα μάτια της έδειχναν την ολοφάνερη επιθυμία της να τον σουβλίσει.
«Εμένα όχι, τον Αγοριανό όμως μπορεί. Το ξέρεις ότι παραβιάζεις κανονισμό της Ακαδημίας;»
«Άντε παράτα μας!» του πέταξε.
Ο επίδοξος εραστής κοιτούσε αναποφάσιστος. Ο Μάριος τον έβγαλε από το δίλημμά του λέγοντας του κοφτά «Φίλε, σπάσε!» και μετά εστίασε την προσοχή του στη Λένη. «Και τώρα οι δυο μας. Μην κάνεις χαρές. Δεν ξεφεύγεις τόσο εύκολα από εμένα» της είπε ενώ εκείνη προσπαθούσε να απεγκλωβιστεί από τα χέρια του, έλα όμως που κάθε της νέα απόπειρα τον έκανε να τη σφίγγει και να την τραβάει περισσότερο. «Δεν έχω πρόβλημα και να σε πάω σέρνοντας για πρόβα».
«Τέτοιος Νεάντερνταλ που είσαι! Πάρε τα κουλά σου από πάνω μου, γιατί θα σε δαγκώσω».
«Ορίστε. Ελεύθερη. Ξέρεις κάτι, άλλαξα γνώμη. Θα την κάνω μόνος μου την πρόβα. Και μετά θα πάω στον Αγοριανό και θα ζητήσω να αλλάξω παρτενέρ» της είπε αφήνοντας τα χέρια της.
Η Λένη τον κοίταξε σαστισμένη. «Μα, δεν αλλάζουν οι παρτενέρ, εσύ το είπες πρώτος» είπε χωρίς να χρησιμοποιήσει τη συνηθισμένη αγριάδα της.
«Δεν έχω να χάσω τίποτα. Ούτε εσύ εξάλλου…» της πέταξε διφορούμενα και της γύρισε την πλάτη.
Η Λένη απόμεινε να κοιτάζει πιο σαστισμένη, αυτή τη φορά με τον εαυτό της. Κι αν τα κατάφερνε ο Ραφαήλου και δεν ήταν πια ζευγάρι; Η συμπεριφορά της είχε φτάσει ήδη στα αυτιά του Αγοριανού. Πόσο ακόμα να κάνει τα στραβά μάτια; Το είχε παρατραβήξει το σκοινί, και από την άλλη δεν ήθελε να παραδεχτεί πως δεν της άρεσε καθόλου η ιδέα να της δώσουν άλλον παρτενέρ. Ο εγωισμός της είχε ακόμα το επάνω χέρι. Το σώμα της ήθελε να ακολουθήσει τα βήματα του Μάριου, η ενοχλητική εσωτερική φωνή όμως έκανε ξανά την εμφάνισή της: Σιγά μη χάσει η Βενετιά βελόνι! «Σου είπα να το βουλώσεις!» τσίριξε η Λένη.
Η Ράνια, που ερχόταν χοροπηδώντας χαρούμενη προς το μέρος της, σταμάτησε απότομα και την κοίταξε φρικαρισμένη.
«Τι έκανα πάλι, ρε Λένη; Μ’ εμένα τα έχεις τώρα;»
«Ωχ! Παράτα με κι εσύ!» της απάντησε και παίρνοντας την τσάντα με τα πράγματά της κατευθύνθηκε βιαστικά προς την αίθουσα της πρόβας.
Δεν είχε σκοπό να χορέψει όμως. Ούτε και ήξερε τι ακριβώς πήγαινε να κάνει. Να τη σπάσει για μια ακόμη φορά στον Ραφαήλου ή μπορεί και να τον παρακολουθούσε μόνο παριστάνοντας την εντελώς αδιάφορη.
Ούτε να του τη σπάσει ούτε να το παίξει αδιάφορη μπόρεσε. Ο τύπος ήταν ταγμένος, αυτό συνειδητοποίησε με το που μπήκε στην αίθουσα. Όση ώρα τον παρακολουθούσε, εκείνος δεν κατάλαβε το παραμικρό. Τα ζευγάρια που έκαναν πρόβα σε άλλα σημεία είχαν σταματήσει και κοιτούσαν μια τον Μάριο και μια αυτήν. Το έβλεπε το υφάκι τους, αλλά το παράδοξο ήταν ότι δεν έδωσε καμία σημασία. Είχε μάτια μόνο για τον Μάριο. Δεν τον χόρταινε, αυτό καταλάβαινε όσο περνούσε η ώρα. Και ξαφνικά, από το πουθενά σχηματίστηκε στο μυαλό της μια άλλη εικόνα, μια εικόνα που της έφερε μια γλυκιά αναστάτωση. Η εσωτερική φωνή θυμωμένη την γύρισε στην πραγματικότητα. Δεν θα επέτρεπε ποτέ στον εαυτό της να ερωτευτεί, αν ήταν δυνατόν, τον Ραφαήλου!
Δεν είχε φέρει το cd μαζί της, γιατί απλά δεν το είχε πια. Το προηγούμενο βράδυ το είχε κάνει κομμάτια, ποδοπατώντας το αλύπητα. Έτσι κι αλλιώς κι εκείνος χόρευε τόση ώρα χωρίς μουσική. Αμήχανη -να μια ακόμα πρωτιά για τη Λένη- τον πλησίασε και έμεινε ακίνητη. Δεν ήξερε πώς θα αντιδρούσε ο Μάριος, μπορεί και να ήταν η σειρά του να της πετάξει το κοντάρι στο κεφάλι, όχι ότι θα είχε άδικο.
Ο Μάριος ένιωσε τη Λένη, κι όπως της είχε γυρισμένη την πλάτη, επέτρεψε στον εαυτό του να χαμογελάσει. Όταν όμως στράφηκε προς το μέρος της, το πρόσωπό του είχε γίνει μια μάσκα αδιαφορίας. Δεν της είπε το παραμικρό, απλά κοίταξε επιδεικτικά το ρολόι του, και μετά πήγε στο σύστημα ήχου και έβαλε το στικάκι όπου είχε κάνει μια μίξη τριών τραγουδιών. Μετά το Ganesh και το Outta your mind, είχε προσθέσει το Try της Pink.

«Έτοιμη;» τη ρώτησε ψυχρά.
Η Λένη δεν αντέδρασε.
«Με προκαλείς!» της είπε προσπαθώντας να δείξει θυμωμένος.
Χρειαζόταν να την κάνει να αντιδράσει, να της βγάλει επίσης θυμό. Μόνο τότε θα ήταν έτοιμη.
«Εγώ σε προκαλώ; Ό,τι κάνω, σου ξινίζει».
«Και ό,τι δεν κάνεις, επίσης. Δείξε μου λοιπόν τι μπορείς να κάνεις. Τώρα!» συμπλήρωσε ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής του.
Βλέποντας τη Λένη να σφίγγει τα δόντια, προφανώς για να συγκρατήσει την ήδη έτοιμη πληρωμένη απάντησή της, πάτησε το play. Είχε επίτηδες αφήσει ένα κενό δέκα δευτερολέπτων όταν έγραφε το κομμάτι, ώστε τα σώματά τους να πάρουν θέση περιμένοντας το ήδη γνωστό άκουσμα. Καθώς ο ξεσηκωτικός ήχος των τυμπάνων γέμισε τον χώρο, ο Μάριος έκανε την πρώτη κίνηση, αβέβαιος για την αντίδραση της Λένης. Δευτερόλεπτα μετά είχε αφοσιωθεί στη μουσική που άκουγε και στις κινήσεις του γυναικείου σώματος απέναντί του. Η Λένη είχε αφεθεί να χαθεί στον ονειρικό κόσμο της αρμονίας του χορού κάνοντας πράξη αυτό που ο ίδιος της είχε πει λίγο πριν. Πρόκληση. Ναι, το ganesh ήταν ιδανικό για να ανάψει τα αίματα. Τα χέρια και τα πόδια τους είχαν συγχρονιστεί. Ο ήχος των κρουστών έμοιαζε να μπαίνει ορμητικός μέσα τους, να κάνει τα σώματα να σπαρταρούν και μετά μόρια της ύπαρξής τους να εκτοξεύονται στο άπειρο.
Στα δύο λεπτά η μουσική είχε αλλάξει. Το Outta your mind έφτανε την πρόκληση στα όριά της. Ο Μάριος πήρε στάση άμυνας καθώς οι κινήσεις της Λένης γινόντουσαν όλο και πιο προκλητικές. Κάθε δικό του πισωπάτημα έμοιαζε να την κάνει να βγάζει περισσότερη οργή. Αν άφηνε τον εαυτό του, αν ξεχνούσε ότι εκτελούσαν απλά μια χορογραφία, θα μπορούσε να την αφήσει να τον κατασπαράξει. Τα σώματά τους είχαν πλησιάσει επικίνδυνα, ένιωθε την ανάσα της όλο και πιο κοφτή, ο ιδρώτας της είχε γίνει δικός του, τα συμβολικά σπαθιά τους έσκιζαν τον αέρα φορτίζοντας ακόμη περισσότερο την ατμόσφαιρα.
Εκτός εαυτού… Σε αυτήν ακριβώς την κατάσταση είχαν βρεθεί όταν η μουσική σταμάτησε. Ο Μάριος είχε αφήσει και σε αυτό το σημείο επίτηδες ένα κενό. Φυσικά δεν είχε έτοιμη χορογραφία για αυτό το κομμάτι και ούτε μπορούσε να μαντέψει ποια θα ήταν η αντίδραση της Λένης όταν θα το πρωτοάκουγε. Την έβλεπε που ανάσαινε βαθιά και τον κοιτούσε έντονα.
«Κλείσε τα μάτια και άκουσε… Μην πεις τίποτα, άκουσε μόνο» Αυτή τη φορά η φωνή του δεν ήταν αδιάφορη, σκληρή. Τα μάτια του είχαν αγκαλιάσει τη Λένη. Γνώριζε ότι η ένταση που είχαν δημιουργήσει οι προηγούμενοι μουσικοί ήχοι δεν την είχε εγκαταλείψει. Ούτε και τον ίδιον βέβαια, όμως αυτός ήξερε τι περίμενε να ακούσει. Ήλπιζε μόνο να μη βγει ο κακός εαυτός της Λένης στην επιφάνεια. 
Η Λένη ένιωθε την ένταση να διχάζει το σώμα της. Αισθανόταν ανικανοποίητη, σαν να είχε φτάσει λίγο πριν το τέλος μαζί με τον Μάριο και ξαφνικά να είχαν χαθεί τα πάντα. Προσπάθησε να κρατήσει τις προηγούμενες στιγμές, αυτές όμως έμοιαζαν να απομακρύνονται πεισματικά. Κι όμως, εκείνος έμοιαζε ήρεμος, αν εξαιρούσες ότι την κοίταζε παράξενα. Ίσως το επόμενο κομμάτι να έδινε τη λύση, κάποια μορφή λύτρωσης. Γιατί δεν μπορούσε να ελέγξει τα συναισθήματά της και το κακό ήταν ότι δεν κατάλαβε πώς είχε φτάσει σε αυτή την κατάσταση. Έκλεισε λοιπόν τα μάτια, ακριβώς όπως την προέτρεψε ο Μάριος, και εστίασε όλη της την προσοχή στις πρώτες νότες του τραγουδιού. Το αναγνώρισε αμέσως. Ήταν ένα κομμάτι που όταν το άκουγε με παρέα ο ψυχροπολεμικός εαυτός της το μηδένιζε. Όταν ήταν μόνη της όμως, αφηνόταν να χαθεί στη μουσική και τους στίχους του. Η καχυποψία της θα την έκανε να υποθέσει ότι ο Μάριος το είχε επιλέξει για να την πικάρει. Όμως δεν ήθελε να σκεφτεί άλλο. Ήθελε μόνο να ακούσει, να νιώσει. Να νιώσει τους στίχους που μιλούσαν για την επιθυμία και τη φλόγα που κρύβεται πίσω της, τη φλόγα που μπορεί να σε κάψει.
Ένα και μοναδικό δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της. Μα, δεν μπορούσε να της συμβαίνει κάτι τόσο παράλογο... Δεν ήθελε ούτε καν να το σκεφτεί. Το τραγούδι είχε τελειώσει κι αυτή, η δυνατή, σκληρή Λένη ένιωθε να μαλακώνει, να ανοίγει, να αφήνεται.
«Όχι!» είπε κουνώντας αρνητικά το κεφάλι της.  (Συνεχίζεται)

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2018

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Σώματα (Συνέχεια 4)


Και η επόμενη μέρα φυσικά και εξελίχτηκε από το κακό στο χειρότερο. Πέρα από τις επιπλήξεις των καθηγητών είχε να αντιμετωπίσει και τα ξινά μούτρα του Ραφαήλου. Γιατί η πρόβα τους αποδείχτηκε η χειρότερη στιγμή τους.
«Είχα την εντύπωση ότι κάναμε ένα βήμα μπροστά. Λάθος μου, μάλλον τρία βήματα πίσω ήταν» της είπε επικριτικά.
«Κι εσύ, ποιος είσαι; Ο κύριος σωστός που τα ξέρει όλα; Ούτε που με ενδιαφέρει η γνώμη σου, ούτε και στη ζήτησα» του απάντησε βγάζοντάς του τη γλώσσα.
«Τυπικό» σχολίασε μονολεκτικά.
«Μπορείς να το βουλώσεις;» του αντιγύρισε με θυμό.
«Εμείς οι δυο είμαστε ζευγάρι; Σου μοιάζουμε για ζευγάρι;»
«Ούτε στα πιο τρελά σου όνειρα, Ραφαήλου. Που να ναυαγούσα σε ερημονήσι, θα έπεφτα ξανά στη θάλασσα να με φάνε οι καρχαρίες».
«Μην ανησυχείς, δεν θα σε άφηνα να κουραστείς. Θα προλάβαινα να σε ρίξω εγώ».
«Χιουμοράκι;»
«Δεν παίζω, Λένη. Και μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Όταν λέω ζευγάρι, εννοώ στον χορό. Έχουμε μια γαμημένη χορογραφία, και κοίτα γύρω σου να δεις πού βρίσκονται οι άλλοι και πού εμείς!»
Οι άλλοι τούς κοίταζαν με το στόμα ανοιχτό, όλο προσμονή. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στον Μάριο και τη Λένη ήταν το καλύτερο χαλαρωτικό για τα κουρασμένα τους σώματα. Ακριβώς η ανάπαυλα που χρειάζονταν.
«Φτιάξτην εσύ τότε τη γαμημένη χορογραφία και άντε γαμήσου κι ο ίδιος!» Πετώντας με δύναμη το κοντάρι της, η Λένη δεν έμεινε να δει πού προσγειώθηκε. Με την ευχή να του έσπαγε οποιοδήποτε ζωτικό σημείο, βγήκε βράζοντας από την αίθουσα.
Μετά την εντυπωσιακή αποχώρηση της Λένης, κανένας δεν τόλμησε να σχολιάσει. Οι περισσότεροι εξάλλου είχαν τελειώσει την πρόβα τους και μάζευαν τα πράγματά τους για να φύγουν.
Ο Μάριος, που μόλις πρόλαβε να αρπάξει το κοντάρι στον αέρα και να αποφύγει τα χειρότερα, είχε κάτσει στο πάτωμα με το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια του. Καταλάβαινε ότι η Λένη είχε αγχωθεί, ότι προσπαθούσε να αποδείξει ότι ήταν καλύτερη, όμως το έκανε με λάθος τρόπο. Δεν του έμενε παρά να την πάρει με το καλό ή μάλλον να της δείξει ότι έκανε το σωστό, απλά έπρεπε να ακολουθήσει άλλο δρόμο.
Όταν η αίθουσα άδειασε εντελώς, ο Μάριος έβαλε να ακούσει ξανά το κομμάτι που είχε επιλέξει η Λένη. Η χιπ χοπ δεν ήταν και το αγαπημένο του μουσικό άκουσμα. Την έβρισκε ανώριμη, λες και ήταν ήχος που δημιουργούσε ένα πεισμωμένο παιδί. Και μόνο το πόσες φορές είχε ακούσει σε διάφορες παραλλαγές το fuck τού ήταν αρκετό για την υπόλοιπη ζωή του. Παρ’ όλα αυτά, ήταν το κομμάτι που η Λένη είχε διαλέξει, άρα θα το σεβόταν.
Το άκουσε ξανά και ξανά, ώσπου στη δέκατη ίσως φορά, κατανόησε τι ακριβώς είχε συμβεί. Η χορογραφία της Λένης ήταν ατομική. Όλες οι κινήσεις που έκανε αφορούσαν την ίδια και αυτός, κατά τη δική της υπόδειξη, όφειλε να τις επαναλάβει. Δεν ήταν ο σωστός τρόπος, γιατί απλά η Λένη δεν είχε μπει στους στίχους του τραγουδιού. Είχε κολλήσει στη μουσική, δημιουργώντας κάτι το άγριο, αλλά εντελώς ξεκάρφωτο.
Δεν χρειάστηκε να σκεφτεί κάτι περισσότερο. Με βιασύνη έβγαλε τη μπλούζα που φορούσε και έμεινε με το φαρδύ λευκό σαλβάρι. Χαλάρωσε το σώμα του, έκλεισε τα μάτια και στα τυφλά πάτησε να παίξει ξανά το κομμάτι. Με τη φαντασία του έβλεπε τις κινήσεις της Λένης, όμως τώρα ήξερε απ’ έξω τους στίχους του τραγουδιού, και χρησιμοποίησε την προτροπή «πάψε να σκέφτεσαι λογικά» στον αντίποδα. Η Λένη θα κρατούσε τη χορογραφία της, απλά ο Μάριος θα ενσωμάτωνε τη δική του απάντηση, μια απλή αντιστροφή κινήσεων.
Παρά την κούραση, χαμογέλασε. Τουλάχιστον απόψε η καλή του τύχη δεν περνούσε από το στριπτιζάδικο. Είχε καταφέρει να μάθουν όλοι τις χορογραφίες τους, οπότε είχε ησυχάσει από τον μπελά τους για κάποιες μέρες. Σαν να είχε πάρει μαζεμένα ρεπό, κάπως έτσι ένιωθε.
Προκαλώντας την καλή του τύχη και ίσως από κάποια παρόρμηση της στιγμής, αντί να πάρει τον δρόμο για το σπίτι του, τράβηξε για το Θησείο. Γνώριζε τη διεύθυνση της Λένης, είχε περάσει πολλές φορές από εκεί τους τελευταίους μήνες. Ποτέ του δεν είχε σκεφτεί να χτυπήσει το κουδούνι της, ήξερε ότι θα ήταν μάταιο. Ούτε μια δικαιολογία της προκοπής δεν θα είχε να πει. Απόψε όμως την είχε τη δικαιολογία έτοιμη στο μυαλό του ή μάλλον στην τσέπη του μπουφάν του: το cd της Λένης. Αν φυσικά του άνοιγε... Και εφόσον του άνοιγε, αν τον άφηνε να περάσει... Και εφόσον περνούσε, αν δεν του επεφύλασσε κάποια έκπληξη του τύπου «σου φέρνω κάτι στο κεφάλι, να σου το σπάσω επιτέλους»... Δεν ήταν αισιόδοξα όλα αυτά, ο Μάριος όμως δεν εγκατέλειπε ποτέ τη μάχη. 

Η Λένη είχε σωριαστεί στον καναπέ με ένα μπουκάλι εμφιαλωμένο νερό και το κουτί με τα παυσίπονα στο χέρι. Είχε ήδη πάρει τρία και παρότι είχε περάσει μισή ώρα, ο πονοκέφαλος που τη βασάνιζε δεν έλεγε να υποχωρήσει. Προσπαθούσε να σκεφτεί, αλλά δεν ήξερε τι ακριβώς. Όταν παράτησε τον Ραφαήλου στα κρύα του λουτρού, έκανε ένα γρήγορο ντους και ανανεωμένη, ντύθηκε για να φύγει από την Ακαδημία. Όμως, δεν έφυγε η ηλίθια. Γιατί; Αυτό αναρωτιόταν τώρα. Αν είχε φύγει, θα ήταν μια χαρά. Δεν θα είχε δει τίποτα και το κεφάλι της θα ήταν ελαφρύ και άδειο. Όμως το Outta your mind έπαιζε ξανά και έτσι πλησίασε στην πόρτα της μεγάλης αίθουσας και κρυφοκοίταξε. Είδε τον Ραφαήλου μόνο του, ακίνητο, να ακούει τη μουσική. Η παρόρμησή της ήταν να ορμήσει στην αίθουσα αιφνιδιάζοντάς τον, να αρπάξει το cd και να φύγει νικήτρια. Βλέποντάς τον όμως να βγαίνει από την ακινησία του και μετά να γυμνώνει το στέρνο του και να μένει μόνο με το φαρδύ παντελόνι, δεν έκανε το παραμικρό. Απλά τον κοιτούσε και αναρωτιόταν αν τον είχε ξαναδεί ημίγυμνο. Αυτό το σώμα θα μπορούσε να στείλει αδιάβαστη ακόμα και την πιο ξεβγαλμένη. Όμως σιγά που την ένοιαζε! Λες και είχε κάτι διαφορετικό από τους άλλους. Τράβηξε το βλέμμα της και οπισθοχώρησε. Σκοτούρα της τι ετοίμαζε ο Ραφαήλου. Και πάλι όμως δεν έφυγε. Όταν τον είδε να εκτελεί τα πρώτα βήματα, τις πρώτες κινήσεις, σάστισε. Στην αρχή δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς έκανε. Κρατούσε την ανάσα της και το μόνο που σκεφτόταν ήταν η αρμονία των άνω και κάτω άκρων του άνδρα που χόρευε μόνος του, του άνδρα που για μια φορά δεν σκεφτόταν με το όνομα που απεχθανόταν. Πόση ώρα πέρασε μέχρι εκείνος να πέσει αποκαμωμένος στο πάτωμα; Τόση όση χρειαζόταν για να γεμίσει το δικό της κεφάλι με μπλεγμένες σκέψεις που της δημιουργούσαν αντιφατικά συναισθήματα.
Είχε φύγει τρέχοντας από την Ακαδημία και είχε κάνει σαν παλαβή τη σύντομη διαδρομή μέχρι το Θησείο. Και να που μισή ώρα μετά ακόμα αναρωτιόταν. Τι ένιωθε; Ζήλευε που ο Μάριος είχε βρει τον τρόπο να βελτιώσει τη χορογραφία; Που είχε σκεφτεί το πιο απλό, να αντιστρέψει και όχι να ακολουθήσει τις δικές της κινήσεις; Ο πόνος στο κεφάλι της έγινε πιο έντονος καθώς συνειδητοποίησε ότι τον είχε σκεφτεί ως Μάριο και όχι ως Ραφαήλου.
Και τότε χτύπησε το κουδούνι της εξώθυρας. Τρίβοντας τους κροτάφους της μήπως μειωθεί ο πόνος, άνοιξε χωρίς να αναρωτηθεί. Δεν πρόλαβε να σωριαστεί ξανά στον καναπέ, και το κουδούνι της δικής της πόρτας ήχησε σαν στριγκλιά στα αυτιά της. Έκλεισε τα μάτια κρατώντας την ανάσα της. Όποιος κι αν ήταν, θα έφευγε.
Όποιος κι αν ήταν, δεν έφυγε. Χτύπησε και δεύτερη και τρίτη φορά. Η Λένη πήγε μέχρι την πόρτα και κοίταξε την κάμερα ασφαλείας που έδειχνε τον διάδρομο. Όλα τα περίμενε, όχι όμως αυτόν τον επισκέπτη.
Διώξτον! ψιθύριζε η φωνή μέσα στο ζαλισμένο της κεφάλι. Με έκπληξη διαπίστωσε ότι δεν ήθελε να το κάνει. Δηλαδή, μπορούσε να του ανοίξει, αλλά να τον αγνοήσει. Ήταν η μέση λύση για να μη φανεί αγενής. Αλλά, από πότε την ένοιαζε πώς φαινόταν ή δεν φαινόταν στους άλλους;
Μάλλον την ένοιαζε τελικά πώς φαινόταν στον Μάριο, γιατί τώρα τον κοιτούσε αμίλητη και για μία και μοναδική φορά στη ζωή της αμήχανη.
«Να περάσω ή μήπως ενοχλώ;»
«Τον έκρυψα στο μπάνιο τον γκόμενο, μην ανησυχείς!» ήρθε η απάντηση της Λένης, που ξαφνικά βρήκε τον εαυτό της και πέρασε στην επίθεση μέσω της ειρωνείας.
Ο Μάριος δεν έκανε κανένα σχόλιο. Πέρασε μέσα, έκανε μερικά βήματα και έμεινε να παρατηρεί τον χώρο.
«Άνετα είσαι εδώ» της είπε.
Δεν του απάντησε, όχι γιατί δεν είχε κάτι να πει και να τον τσιτώσει, αλλά γιατί δεν έβρισκε τον λόγο. Ίσως και να τον έκανε να φύγει, αν διαπίστωνε ότι της ήταν ενοχλητικός. Όμως, αυτή τη στιγμή δεν την ενοχλούσε. Της άρεσε που τον έβλεπε. Όχι, της ήταν αδιάφορος. Δεν της έκανε ούτε κρύο ούτε ζέστη. Στο κάτω κάτω, γιατί είχε έρθει; Α, μάλιστα! Το cd της. Τον είδε που το έβγαλε από την τσέπη του μπουφάν του.
«Έφυγες βιαστικά και ξέχασες αυτό» της είπε και της το έδωσε.
Το πήρε και πήγε να το βάλει στη θέση του, όμως ο Μάριος την ακολούθησε.
«Θέλεις να προσπαθήσουμε ξανά;» της είπε πιάνοντας της το χέρι.
Τι εννοούσε πάλι; Τράβηξε απότομα το χέρι της από το δικό του.
«Έχω πονοκέφαλο. Θα το φέρω στην επόμενη πρόβα, όταν θα μπορούμε να συγχρονιστούμε» του είπε με τη γνωστή της ειρωνεία.
Ο Μάριος έκανε δυο βήματα προς το μέρος της και την κοίταξε σταθερά στα μάτια. Η Λένη μαζεύτηκε και ευχήθηκε να την αφήσει ήσυχη. Η πρώτη της σκέψη ήταν να περάσει στην επίθεση στολίζοντάς τον με κάτι ειρωνικό, ώστε να καταλάβει ότι είναι ανεπιθύμητος. Το παράξενο όμως ήταν ότι ένιωθε κουρασμένη από τον διαρκή πόλεμο μεταξύ τους. Και από την άλλη, ήθελε να δοκιμάσουν ξανά τη χορογραφία. Πώς όμως να το παραδεχτεί; Κι αυτή η ηλίθια εικόνα του γυμνού του στέρνου, όπως τον είχε δει στην Ακαδημία, είχε κολλήσει σαν την τσίχλα στο μυαλό της και δεν έλεγε να φύγει.
«Χαλάρωσε…» άκουσε τη φωνή του Μάριου πίσω της ενώ ταυτόχρονα ένιωσε τα δάχτυλά του να διατρέχουν τους κροτάφους της.
Τινάχτηκε απότομα δίνοντας εντολή στις αισθήσεις της να πάψουν να πανηγυρίζουν σαν άβγαλτες μαθητριούλες. Καθόλου δεν της άρεσε η εξέλιξη της κατάστασης.
«Ένας κόμπος είσαι» συνέχισε να τη νανουρίζει η φωνή του Μάριου ενώ τα δάχτυλά του είχαν περάσει στο σβέρκο της κάνοντάς της μασάζ.

Καθώς όμως η Λένη έκλεισε τα μάτια χαλαρώνοντας επιτέλους, η διαβολική εσωτερική φωνή της την έκανε να τσιτώσει ξανά. Βάλτον στη θέση του. Τι θράσος! Αυτός δεν σε μισούσε μέχρι χθες; Τι θέλει τώρα; Ή να πηδήξει ή καμιά εκδούλευση. Κι εσύ; Μη μου πεις ότι τον γουστάρεις! Εκτός κι αν παίζεις μαζί του και απλά με δουλεύεις, δηλαδή δουλεύεις τον ίδιο σου τον εαυτό!
«Μακριά τα ξερά σου!» πέταξε όλο φαρμάκι η Λένη απευθυνόμενη και στην ενοχλητική φωνή αλλά και στον Μάριο. «Ραφαήλου, άντε στο σπιτάκι σου τώρα, μην ξημερώσουμε κιόλας. Όσο για τη χορογραφία, μου τη δείχνεις αύριο, αν τη θυμάσαι μέχρι τότε, βέβαια!» συμπλήρωσε με ένα θριαμβευτικό ύφος ενώ ταυτόχρονα είχε φτάσει στην πόρτα, την είχε ανοίξει και περίμενε χτυπώντας ανυπόμονα το αριστερό της πόδι στο πάτωμα.
«Τυπικό!» είπε μόνο ο Μάριος και αγνοώντας το ασανσέρ κατέβηκε βιαστικά τις σκάλες ενώ σκεφτόταν ότι ήταν ολότελα ηλίθιος που είχε υποκύψει στην παρόρμηση και είχε έρθει μέχρι το σπίτι της Λένης.
Η στρίγκλα δεν θα γινόταν αρνάκι τόσο εύκολα, κι αυτός δεν είχε καιρό για παιχνίδια. Τις σπουδές του στην Ακαδημία τις έπαιρνε σοβαρά. Αν δεν ολοκλήρωναν τη χορογραφία, αντίο χορός και καριέρα. Δεν μπορούσε να καταλάβει τη Λένη. Τι μύγα την είχε τσιμπήσει ξαφνικά; Ίσως έφταιγε κι ο ίδιος. Τι τον έπιασε να της κάνει μασάζ; Όπως και να είχαν τα πράγματα, δεν ωφελούσε να κάνει εικασίες. Ένιωθε τόση αισιοδοξία όση του επέτρεπε να ελπίζει ότι η μέρα που ερχόταν θα ήταν καλύτερη... (Συνεχίζεται)