Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

Μαρία Χίου: Ο κήπος της μοναξιάς

Υποκλίνομαι στους σεμνούς ανθρώπους, αυτούς που με ό,τι καταπιάνονται, το κάνουν με μεράκι και μακριά από τυμπανοκρουσίες. Η Μαρία Χίου ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Αγαπάει αυτό που κάνει, γράφει με πείσμα, δύναμη, θέληση, ψυχή. Και αυτό το απέδειξε από την πρώτη κατάθεσή της σε μυθιστορηματική μορφή, με το «Η σιωπή του ποταμού». Ακολούθησε το «Χέρια γυμνά» και με μεγάλη μου χαρά πήρα στα χέρια μου πρόσφατα το «Ο κήπος της μοναξιάς» για να διαπιστώσω, διαβάζοντάς το χωρίς ανάσα σχεδόν, ότι το καλό γίνεται καλύτερο.
Βρέθηκα στην πολύ όμορφη και σεμνή παρουσίασή της στο Αθηναϊκό Ωδείο και μαγεύτηκα από τα απλά και μεστά λόγια της, αλλά και από το νέο της δημιούργημα με το οποίο ήρθα σε πρώτη επαφή μέσα από έξι επιλεγμένα αποσπάσματα. Είπε η συγγραφέας ότι δεν θέλησε να διδάξει, αλλά να μιλήσει για αυτά που ο καθένας έχει μέσα του, ο καθένας γνωρίζει. Όταν όμως ένα δημιούργημα γράφεται από τα μύχια της ύπαρξής μας, μέσα από την ψυχή μας, μεταλαμπαδεύει. Γιατί το σωστό, το δίκαιο, το καλό και το κακό όλοι τα γνωρίζουμε, άσχετα από το τι εφαρμόζουμε. 
Ο κήπος της μοναξιάς είναι ένα πολυπρόσωπο μυθιστόρημα που για εμένα έχει μια ξεκάθαρη κεντρική ιδέα. Αυτό μου έδειξε η συγγραφέας με τον στρωτό, ορθολογικό τρόπο της, χωρίς να με κουράσει με ατελείωτες περιγραφές, λιτά, τονίζοντας τα συναισθήματα και το βάθος το ανθρώπινο με το στοιχείο της προσωποποίησης, που δίνει πνοή στο κείμενο. Με έκανε φτάνοντας στο τέλος, να κλείσω το βιβλίο και να σκεφτώ αυτά που βρήκα στις σελίδες, να συναισθανθώ τους ήρωες. Και θαύμασα τον τρόπο που η Μαρία Χίου έστησε αυτό το δύσκολο έργο που η ραχοκοκαλιά του είναι οι δανεικές ταυτότητες, και κατ’ επέκταση οι δανεικές ζωές. Γιατί δεν είναι εύκολο να μιλήσεις για την ψυχή, αν δεν μπορείς να δεις με την ψυχή. Μα δεν είναι εύκολο να δεις με την ψυχή αν δεν την έχεις ήδη ντύσει με αγάπη. Και ό,τι δώσεις, αυτό θα πάρεις. Αυτά τα απλά αλλά βαθιά νοήματα δένουν όλο το μυθιστόρημα, σαν τα λουλούδια που φυτρώνουν σε έναν κήπο, άλλα ευωδιαστά, άλλα όμορφα, άλλα ασήμαντα, κι όμως όλα φτιάχνουν την εικόνα, όλα μπορούν να φυτρώσουν, να αναπτυχθούν, να μαραθούν. Τα λουλούδια εξάλλου έχουν την πρώτη θέση σε αυτό το μυθιστόρημα. Μια γαρδένια θα προσφέρει ο Λάσκαρης και θα πυροδοτήσει δεινά που κανένας δεν περίμενε. Αυτές τις γαρδένιες θα ποτίζει η Αθηνά, γαρδένιες πάλλευκες μέχρι η πνοή τους να γίνει πίκρα, σπαραγμός και θάνατος για την ίδια. Ένα κλαδί βασιλικό θα απιθώνει ο Φίλιππος στα πόδια της Ανθής δυο τριαντάφυλλα θα λαχταράει σε όλη της τη ζωή η Δόμνα. Τον κήπο της Δόμνας θα φροντίσει η Αλίκη από εγωισμό και για να εκδικηθεί τη δική της μητέρα, μα μόνο τα χέρια της Αλεξίας θα ποτίσουν αγάπη το διψασμένο χώμα. 
Πέντε γυναίκες: Η Αθηνά, η Ανθή και η Δόμνα, κόρη της Αθηνάς η πρώτη, ψυχοκόρη η δεύτερη, η εγγονή Αλίκη, η δισέγγονη Αλεξία ακολουθούν έναν δρόμο γεμάτο εμμονές, μυστικά, σκιές. Πώς είναι αλήθεια να ζεις στη σκιά των άλλων, πώς είναι να νομίζεις ότι ζεις μέσα από τις ζωές των άλλων; Τι είναι αυτό που ορίζει τις πράξεις μας, τι κάνουμε συνειδητά και τι χωρίς δεύτερη σκέψη; Ποιος είναι αυτός που θα κοντοσταθεί στο σταυροδρόμι της Αρετής και της Κακίας και που τελικά θα διαλέξει τον δύσκολο δρόμο για να βγει νικητής;
Μέσα στα αγκάθια και τους θεριεμένους θάμνους, πίσω από γωνιές που κρύβουν τον Παράδεισο μέσα σε μια χούφτα Κόλαση, εκεί που το σπουργίτι θα πετάξει σαν τον αετό, ο κήπος της μοναξιάς είναι γεμάτος πάθη ανθρώπινα, αλλά και μεγαλείο ψυχής. 
Το μυθιστόρημα «Ο κήπος της μοναξιάς» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Έξη. 

Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Ο πρίγκιπας και το φεγγάρι


Ivan Aivatzovsky: Moonlight in Feodosia, 1852
Σε ένα βασίλειο κάπου στον κόσμο του σήμερα και του παραμυθιού, ο βασιλιάς έψαχνε να βρει τον διάδοχό του. Σαν το άκουσαν οι πρίγκιπες έφτασαν με βιάση, να προλάβουν και να διεκδικήσουν όλα τα επίγεια. Η επιθυμία του βασιλιά ήταν ανήκουστη. Ζητούσε να του φέρουν το φεγγάρι!
Άνθρωποι υπερφίαλοι με πλούτη και όλα τα καλά, πρίγκιπες με παράσημα και πλουμίδια, με στολές χρυσαφιές και ατλαζένιες εμφανίστηκαν και πέταξαν προς το φεγγάρι με τον πιο εύκολο τρόπο: με αερόστατα, ελικόπτερα, αεροπλάνα ως και διαστημόπλοια. Γύρισαν πίσω άπραγοι όλοι, με το κεφάλι κάτω, και ντροπιασμένοι χάθηκαν πάλι στα δήθεν πριγκιπάτα τους.
Ο βασιλιάς χαμογέλασε πικρά. Λυπόταν, γιατί όταν αυτός θα αποσυρόταν, όλοι του οι κόποι θα πήγαιναν χαμένοι και όχι τίποτα άλλο, όμως για να διατηρηθεί η ομόνοια και η γαλήνη χρειαζόταν ο ιδανικός. Προφανώς, αυτό ήταν το ακατόρθωτο, και όχι το να του φέρουν το φεγγάρι στα χέρια.
Κι εκεί που είχε απελπιστεί, εμφανίστηκε ένας πρίγκιπας που κανένας δεν ήξερε τον τόπο απ’ όπου ερχόταν. Δεν είπε λέξη στον βασιλιά, -φαινόταν πως ήταν άνθρωπος που τα λόγια δεν τα είχε για σπατάλη. Και τι παράδοξο! Ο βασιλιάς ανακουφίστηκε και είπε να κάνει όση υπομονή χρειαζόταν μέχρι να γυρίσει ο πρίγκιπας, που ήταν και η τελευταία του ελπίδα.
Ο πρίγκιπας είχε μόνο τα πόδια του να χρησιμοποιήσει στο μακρύ του ταξίδι. Πήρε τον δρόμο και περπατούσε μέρες. Σταματούσε ελάχιστα ίσα για μια ανάσα.
Κάποτε αντίκρισε ένα μεγάλο βουνό και το φεγγάρι στην κορυφή του.
«Τι περίεργο!» θαύμασε ο πρίγκιπας. «Το φεγγάρι είναι ολόγιομο! Πώς γίνεται αυτό;» αναρωτήθηκε ενώ συνέχιζε την δύσκολη ανάβαση.
Τα πόδια του πλήγιασαν από τα αγκάθια, τα χέρια του μάτωσαν από τα ξερόκλαδα, η αναπνοή του μόλις που ακουγόταν, ώσπου με μια ύστατη προσπάθεια, έφτασε στην κορυφή. Μεμιάς ξέχασε όλη του την κούραση καθώς μαγεμένος στύλωσε το βλέμμα στο φεγγάρι. Μια μυστική συνομιλία ξεκίνησε κι ο πρίγκιπας άπλωσε τα χέρια. Ήταν ιδέα του ή το φεγγάρι χαμήλωνε προς τη μεριά του;
Αλήθεια ήταν, γιατί το φεγγάρι βρέθηκε ξαφνικά στην αγκαλιά του, ένας ζεστός φωτεινός δίσκος. Ο πρίγκιπας με δάκρυα στα μάτια το απίθωσε προσεκτικά στο σάκο του και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
Κάποτε έφτασε στο παλάτι του βασιλιά, εξουθενωμένος, βρώμικος, με ρούχα κουρέλια. Οι φρουροί, για να δείξουν ότι άξιζαν τη θέση τους, δεν τον άφησαν να περάσει προβάλλοντας τα όπλα τους και απειλώντας. Ακούγοντας τη φασαρία, ο βασιλιάς ενοχλήθηκε και βγήκε να δει τι γινόταν.
«Το έφερα!» είπε ο πρίγκιπας κι ένα εξαντλημένο χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του ενώ με χέρια που έτρεμαν, έβγαζε το φεγγάρι από τον σάκο.
Όλα σιώπησαν γύρω, οι φρουροί κοκάλωσαν στη θέση τους, ο βασιλιάς παρακολουθούσε κρατώντας την αναπνοή του.
Κι εκεί μπροστά στα έκπληκτα μάτια, το φεγγάρι έλαμψε δυνατά κι οι αχτίδες του αγκάλιασαν τον πρίγκιπα ντύνοντάς τον με ασήμι. Οι πληγές του έκλεισαν και η εξάντληση χάθηκε κι αυτή. Τα μάτια του πρίγκιπα γέμισαν από το φως του φεγγαριού, ένα φως γεμάτο όλη τη σοφία και την καλοσύνη του κόσμου.
Τότε, οι πόρτες του βασιλείου άνοιξαν ορθάνοιχτες και πίσω από αυτές πρόβαλε ο Παράδεισος, ένας Παράδεισος όλος δικός του.

Κάπου ψηλά ή χαμηλά, κάπου εντός μας, είναι ο Παράδεισος, εκεί που οδηγεί η υπομονή, η επιμονή κι ένα ολόγιομο φεγγάρι.