Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2016

Απαγορευμένος έρωτας


Sir Frederic William Burton: Hellelil and 

Hildebrand,

the Meeting on the Turret Stairs, 1864

Ο Σεπτέμβρης είχε μεστώσει για τα καλά. Τα φορτωμένα αμπέλια, που βαριά από τον καρπό τους σερνόντουσαν στη φολιδιασμένη γη, καρτερούσαν τον τρύγο. Τα τραγούδια αντήχησαν ξανά καθώς τα ιδρωμένα σώματα γέμιζαν τα κοφίνια και φόρτωναν τα γαϊδούρια και τα μουλάρια. Οι χωρικοί είχαν ξεχάσει τις προφητείες κι έμοιαζαν να βλέπουν μια νέα κατάσταση των πραγμάτων. 
Ακόμη κι ο Στέφανο Καστίγιο είχε ανασκουμπωθεί και μάζευε σαν απλός εργάτης τους καρπούς της γης από τα απέραντα κτήματα του Μοναστηριού  της Καλής Καρδιάς. Οι κακές γλώσσες έλεγαν βέβαια πως ο καρδινάλιος είχε θορυβηθεί από την απραγία κι ότι ο ισχυρός άρχοντας είχε αποφασίσει να βάλει ένα χεράκι καθώς από στιγμή σε στιγμή οι καθολικές μοναχές θα έκαναν την εμφάνισή τους στο μοναστήρι. Κανένας δεν μπορούσε να φανταστεί τον πραγματικό λόγο. Ο Στέφανο Καστίγιο είχε διαλέξει αυτόν τον τρόπο για να ξεφύγει από τις αμαρτωλές σκέψεις του. Δεν του πήγαινε να φύγει για τη Χώρα και να αφήσει την Αραμπέλα μόνη στο Γκραντουκάλε. Σκέφτηκε ξανά να τη στείλει στα πατρογονικά του εδάφη, η ιδέα όμως του αποχωρισμού τού ήταν αφόρητη. Έτσι επέλεξε αυτή τη λύση, να είναι κοντά και συνάμα μακριά της, όμως την ησυχία του την είχε χάσει για πάντα. Η Αραμπέλα είχε, θαρρείς, αποκτήσει το πείσμα και την επιμονή γυναίκας που ξέρει ότι ο έρωτάς της έχει βρει ανταπόκριση. Σαν να ήταν ενωμένοι ενώπιον Θεού και ανθρώπων, έδειχνε μια έγνοια καθαρά συζυγική. Τα απογεύματα τού έφερνε φαγητό και κρασί και καθόταν δίπλα του παρακολουθώντας την κάθε του κίνηση. Αυτός έτρωγε ανόρεχτα γνωρίζοντας ότι η πραγματική του πείνα δεν μπορούσε να χορτάσει.  
Μοναχά τις ώρες που ο ήλιος έκαιγε, η Αραμπέλα έμενε μακριά από τον Στέφανο καθώς η ευαισθησία που είχε από μικρή και η γυναικεία ματαιοδοξία στην οποία πρόσφατα είχε εντρυφήσει ήταν δυο σοβαροί λόγοι για να μην εκθέτει τη λευκή επιδερμίδα της. Χαμένη σ’ έναν ονειρικό κόσμο παραμόνευε τις ώρες πίσω από τις βαριές κουρτίνες του Γκραντουκάλε με το βλέμμα στους αμπελώνες. Το στήθος της φούσκωνε παλεύοντας να ξεχυθεί από τον γαλλικό κορσέ κι ένα παράξενο μυρμήγκιασμα απλωνόταν μέχρι τα πέλματα των ποδιών της, ένα φούντωμα που όμοιό του δεν είχε γνωρίσει. Στη σκέψη της υπήρχε μόνο ο Στέφανο. Η ανάμνηση του Βάγη ήταν πολύ μακρινή πια, κάτι που απλά έφερνε ένα μελαγχολικό χαμόγελο στα χείλη της. 

Απόσπασμα από το μυθιστόρημά μου "Αραμπέλα/τα όρια της πίστης. Αν θέλετε να διαβάσετε το μυθιστόρημα, μπορείτε να το κατεβάσετε δωρεάν σε ψηφιακή μορφή πατώντας εδώ