Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

Δικαιοσύνη ζητάμε

Μιχάλης Κάσιαλος: Όλη η οικογένεια στο χωράφι
Το αγροτικό ζήτημα ήταν ένα από τα πολλά θέματα-πληγές που είχε να αντιμετωπίσει το νεοσύστατο ελληνικό κράτος στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Η ελπίδα για κοινωνική δικαιοσύνη ως προς το ζήτημα των εθνικών γαιών μεταφραζόταν για μεν τους ακτήμονες στο ότι αυτές πλέον θα περιέρχονταν στους ίδιους, για δεν τους παλαιούς οπλαρχηγούς ότι η γη θα τους δινόταν ως ανταμοιβή για τη συμμετοχή τους στην απελευθέρωση. Και από την άλλη, οι ήδη μεγαλοϊδιοκτήτες είχαν απλώσει λαίμαργα τα χέρια τους πάνω σε κομμάτια γης με το που είχαν εκδιωχθεί από αυτά οι Οθωμανοί. Πολλοί βέβαια με το πρόσχημα της χρησικτησίας είτε με θρασύτατη καταπάτηση οικειοποιήθηκαν καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Γεγονός είναι ότι το νεοσύστατο κράτος κατά τα νηπιακά του βήματα κρατάει ως εθνική περιουσία τη γη μη θέλοντας να πάει ούτε με το μέρος των ακτημόνων ούτε και των ήδη μεγάλων ιδιοκτητών. Ένα ταξικό μίσος έχει ήδη πατήσει σε γερά θεμέλια. Πολλοί ακτήμονες βρίσκονται να έχουν γίνει "ενοικιαστές γης" και να πληρώνουν στο κράτος φόρους μεγαλύτερους και από την εποχή του τουρκικού ζυγού (μια και στην παλιά και διατηρούμενη δεκάτη έρχεται να προστεθεί και ένα δεκαπέντε τοις εκατό επί του ακαθαρίστου προϊόντος ως ενοίκιο προς το Κράτος). Οι αγροτικοί κλήροι  στην πλειονότητά τους δουλεύονται από την οικογένεια, δηλαδή τα λίγα και μισερά εργατικά χέρια, χωρίς δυνατότητες βελτίωσης του καλλιεργείν , χωρίς τεχνογνωσία, συνεπώς με πενιχρά αποτελέσματα. Ας σημειωθεί ότι οι άκληροι γεωργοί κατά το έτος 1838 αποτελούν το 42, 4% του οικονομικά ενεργού αντρικού πληθυσμού και ότι οι εθνική γη ενώ στη Ρούμελη κάλυπτε το 80,7%, στα νησιά κάλυπτε μόνο το 11,7% των καλλιεργήσιμων εκτάσεων, σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνει ο Frederick Strong. 
Στο μυθιστόρημά μου "Αραμπέλα/τα όρια της πίστης" ένας βασικός ιστός της μυθιστορίας είναι οι ακτήμονες σε ένα νησί των Κυκλάδων, στα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα. Η κατάσταση που επικρατεί εκεί παρουσιάζει και μια ιδιαιτερότητα. Ο ακτήμονας καλλιεργητής δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνο την κρατική αδιαφορία αλλά και τους καθολικούς ευγενείς, απογόνους των παλιών φεουδαρχών, που εκπροσωπούνται από τον Στέφανο Καστίγιο. Η διαφορά στο θρήσκευμα αλλά και στην κοινωνική τάξη πυροδοτεί ακόμη μεγαλύτερο μίσος. Οι ντόπιοι δεν έχουν τίποτα να περιμένουν τη στιγμή που οι εκτάσεις προς καλλιέργεια δεν ανήκουν καν στο κράτος. Ζητάνε δικαιοσύνη και όταν εμφανίζεται στο νησί τους ο Βάγης, όλοι θα τον χρίσουν αυτόματα ως αρχηγό τους, παρότι είναι ξενοτοπίτης. Ο Βάγης γεμάτος επαναστατικές ιδέες προσπαθεί να αφυπνίσει τους ντόπιους.

Παραθέτω ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα, όπου την Τυρινή Κυριακή του 1862 ο Βάγης και η παρέα του, ντυμένοι ως Κουδουνάτοι, κάνουν την εμφάνισή τους στο μοναστήρι της Καλής Καρδιάς όπου έχουν μαζευτεί και γευματίζουν οι καθολικοί ευγενείς:

«Ο Καστίγιο σας προσκαλεί στο μοναστήρι» ανακοίνωσε μεγαλόθυμα ο νοτάριος και παραμέρισε για να περάσει το βρωμερό τσούρμο.
Ο Βάγης δεν περίμενε μια τέτοια πρόσκληση. Όταν ξεκίνησαν από το χωριό, σκοπός του ήταν να προκαλέσουν όσο περισσότερο σαματά μπορούσαν και να χαλάσουν τη διασκέδαση αυτών που τους κάθονταν στο σβέρκο. Οι σύντροφοί του δεν είχαν το θάρρος για τίποτα παραπάνω, ευχαριστημένοι με τα ψίχουλα που τους πετούσε όχι η συμπόνια, αλλά η εκμετάλλευση. Δεν γνώριζαν τη δύναμή τους, δεν ήξεραν τι μπορούσαν να πετύχουν αν ήταν ενωμένοι. Κοίταξε πίσω του και τους είδε μαζεμένους, ένα αλλόκοτο σώμα, μασκαράδες πραγματικά για γέλια.
«Εμπρός!» τους φώναξε. «Ο άρχοντας μας προσκαλεί, μην τον κάνουμε να περιμένει!»
Ο νοτάριος του έριξε ένα περιφρονητικό βλέμμα κι έπιασε να ανεβαίνει τα φαρδιά μαρμάρινα σκαλιά.
«Και οι υπόλοιποι;» τον ρώτησε ο Βάγης ακολουθώντας τον.
«Θα τους μοιράσουν ψωμί και παστό. Είναι γιορτή σήμερα, ο άρχοντας κερνάει όλο τον κόσμο για τον μελλοντικό του διάδοχο» συμπλήρωσε ο Σίγκλης συνεχίζοντας να ανεβαίνει τη σκάλα.
«Ανάθεμα!» μουρμούρισε ο Βάγης μέσα από τα δόντια του.
Είχε πάντα την ελπίδα ότι ο Καστίγιο θα πέθαινε άκληρος και μαζί με το όνομά του θα γκρεμιζόταν και ο τελευταίος στυλοβάτης της παλιάς φεουδαρχίας. Η κυβέρνηση, όσο υπήρχαν ισχυροί καθολικοί σαν του λόγου του, δεν ήταν διατεθειμένη να τους πάρει ούτε έναν πήχη γης από τα χέρια. Και το μόνο κοινό σημείο ανάμεσα στην εκκλησία του Πάπα και την ορθόδοξη ήταν ότι επίσκοποι και μοναστήρια εκμεταλλεύονταν την ανάγκη του λαού. 

Αν θέλετε να διαβάσετε το μυθιστόρημα, μπορείτε να το κατεβάσετε δωρεάν σε μορφή pdf ή σε μορφή epub

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

Κλειδώνουμε τον Κλήδονα

Την παραμονή του Αϊ Γιάννη, οι ανύπαντρες κοπέλες μαζεύονται σε ένα από τα σπίτια του χωριού και περιμένουν αυτήν που θα φέρει από το πηγάδι ή την πηγή το αμίλητο νερό. Το νερό θα μπει σε ένα πήλινο δοχείο στο οποίο η κάθε κοπέλα θα έχει ρίξει ένα δικό της αντικείμενο. το ριζικάρι. Μετά το πήλινο δοχείο θα σκεπαστεί με ένα πανί και τα δεθεί με μια κληματσίδα συνήθως και μετά θα τοποθετηθεί σε ψηλό και ανοιχτό χώρο όπου θα παραμείνει όλη τη νύχτα της 23ης προς την 24η Ιουνίου κάτω από το φως των αστεριών. Ανήμερα του Αί Γιάννη και προτού βγει ο ήλιος η κοπέλα που έχει αναλάβει το πήλινο δοχείο το βάζει ξανά στο σπίτι. Μετά το μεσημέρι, μαζεύονται ξανά οι ανύπαντρες κοπέλες κι ο Κλήδονας ξεκλειδώνεται για να φανερώσει το ριζικό της καθεμιάς. Ακολουθεί η περιγραφή του εθίμου στο χωριό της Βέργας από το μυθιστόρημα "Αραμπέλα/τα όρια της πίστης" το οποίο μπορείτε να κατεβάσετε δωρεάν  πατώντας εδώ
Η οχλοβοή όλο και μεγάλωνε μέχρι που επιτέλους η Μαρούσα απόθεσε τον μαστραπά στο τραπέζι κι όλες βιάστηκαν να ρίξουν μέσα ό,τι δικό της είχε φέρει η καθεμιά. Η Αραμπέλα τράβηξε από τα μαλλιά της το χτένι από ταρταρούγα, το μοναδικό στολίδι επάνω της αφού τα ρούχα της ήταν απλά, δανεικά της Λεμονιάς. Μετά η Μαρούσα σκέπασε τον μαστραπά με ένα κόκκινο πανί κι έδεσε ολόγυρά του μια κληματσίδα.
«Κλειδώνομε τον Κλήδονα στου Αι Γιαννιού τη χάρη κι όποια είναι η καλορίζικη πρωί θα ξενεφάνει» τραγούδησε η Μαρούσα κι όλες την ακολούθησαν έξω για να σιγουρευτούν πως θα αποθέσει τον μαστραπά πάνω στο δώμα για να ξαστριστεί. Πουρνό πουρνό θα τον έμπαζε και πάλι μέσα στο σπίτι.
Ώρα μετά η Αραμπέλα έμπαινε με χίλιες προφυλάξεις στο Γκραντουκάλε. Εκείνο το βράδυ ο ύπνος σφάλισε επιτέλους τα μάτια της. Είδε στο όνειρό της τον Βάγη και το πρωί που ξύπνησε σκέφτηκε πως δεν είχε ανάγκη τα μαντέματα για να μάθει ποιον θα παντρευόταν. Σαν όμως έφτασε το
απομεσήμερο, περίμενε πώς και πώς πότε θα φύγουν με τη Λεμονιά για το άνοιγμα του Κλήδονα.
«Ανοίγομε τον Κλήδονα στου Αι Γιαννιού τη χάρη, κι όποια είναι καλορίζικη, να ρθει να τονε πάρει» τραγούδησε η Μαρούσα κι έλυσε την κληματσίδα από τον μαστραπά.
«Άντε, θα μας σκάσεις!» είπε γελαστά η μητέρα της.
«Βγάλε το πανί, βγάλε το πανί!» φώναξαν ρυθμικά οι κοπέλες χτυπώντας ανυπόμονα χέρια και πόδια ενώ οι γεροντότερες γυναίκες συνέχιζαν να γνέθουν χαμογελώντας με τα φαφούτικα στόματά τους.
Η Μαρούσα άρχισε να τραβάει τα ριζικάρια και δεν ήταν λίγες οι κοπέλες που είχαν βάλει τόσο όμοια μαντέματα στον μαστραπά που τώρα μάλωναν συναμεταξύ τους για το ποια θα ήταν η επόμενη καλότυχη. Η Αραμπέλα κρατούσε την ανάσα της καθώς περίμενε τη σειρά της, κι όταν επιτέλους το χέρι της Μαρούσας χούφτωσε το χτένι της, αναστέναξε με ανακούφιση.
«Σαν έχεις ρούσα τα μαλλιά απ’ τη φωτιά φυλάξου, σάματις είναι αυτοί πολλοί που θέλουν να τ’ αλλάξου» απάγγειλε η Μαρούσα και την κοίταξε χαμογελώντας.
«Δηλαδή;» ρώτησε απορημένη η Αραμπέλα.
«Θα πάρεις έναν γανωματή!» κορόιδεψε κάποια.
«Έναν πλούσιο φούρναρη σαν αυτούς στη Χώρα!» είπε άλλη.
Κι έλεγαν όλες τους ό,τι τους ερχόταν κι είχε να κάνει με τη φωτιά κι άλλες πάλι μιλήσανε για τσοπάνηδες με ρούσες προβατίνες.

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

Η γυναίκα που έβλεπε οράματα

Hieronymous Bosch-Paradise
Ascent of the Blessed (1500-1504)
Πρακτικά μιλώντας, αυτός που οραματίζεται ονειρεύεται ξύπνιος. Τι βλέπει και γιατί το βλέπει όμως; Πολλές οι ερμηνείες, ανάλογα βέβαια με τον χώρο από τον οποίο θα αποσπάσουμε την απάντηση στο ερώτημά μας. Αναζητούμε μια επιστημονική, μια θεολογική ή μια μεταφυσική ερμηνεία; Και επίσης, ποια είναι η προσωπικότητα του οραματιζόμενου, ποιο είναι το ιστορικό του; Σε ποια εποχή ζει, σε ποιον απευθύνεται; 
Προσωπικά με κουράζουν οι στεγνές θεωρίες. Γι' αυτό και θα μιλήσω για την περίπτωση της Γιουλής. Η Γιουλή ζει τον 19ο αιώνα σε ένα απομονωμένο νησί. Είναι μια φτωχή, αγράμματη γυναίκα, η εξωτερική της εμφάνιση εντελώς ασήμαντη. Δεν έχει κανέναν στον κόσμο, ζει μόνη της σε ένα άθλιο καλύβι, η συντροφιά της είναι τα χάρτινα εικονίσματά της και η μυρωδιά του λιβανιού. Είναι θεοφοβούμενη και θρησκόληπτη. Έχει εναποθέσει όλες τις ελπίδες της στον Θεό και τον Δόκιμο, έναν ψευτοκαλόγερο που κηρύττει νηστεία και προσευχή για τη δήθεν άφεση των αμαρτιών. Όταν η Γιουλή μαθαίνει από τον Δόκιμο ότι μια εικόνα της Παναγίας βρίσκεται θαμμένη στα μέρη τους από την εποχή των Εικονομαχιών προσεύχεται με θέρμη να αξιωθεί να δει την Παναγία, να της φανερωθεί και να τη φωτίσει. Το καταπονημένο σώμα της δεν αντέχει και η γυναίκα θα πέσει σε παραλήρημα και θα καταληφθεί από ψευδαισθήσεις. Νομίζει ότι βλέπει μια γυναικεία μορφή την οποία αναγνωρίζει ως την Παναγία να την παίρνει από το χέρι και να την οδηγεί σαν να πετάνε πάνω από το χωριό και να της υποδεικνύει το σημείο όπου βρίσκεται θαμμένη η εικόνα. Όμως η ιστορία της χαμένης εικόνας είναι μια καλοστημένη απάτη, κάτι που φυσικά η Γιουλή δεν γνωρίζει. Ο θρησκευτικός της ζήλος και η αγάπη της προς τα θεία είναι που την κάνουν να δει το όραμα, που στην ουσία δεν είναι παρά μια οπτική, ηχητική και κινητική ψευδαίσθηση. Σήμερα, θα μπορούσε να πει κανείς ότι το όραμα οφειλόταν σε μια νευρολογική ή μια ψυχιατρική διαταραχή και όχι στο ότι το συγκεκριμένο άτομο θεωρείτο πεφωτισμένο. Το ιστορικό της Γιουλής δείχνει άτομο διαταραγμένο και με κακή υγεία, υποσιτισμένο λόγω ανέχειας και εξαντλητικής νηστείας.
Η Γιουλή δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Ζει μόνο στη φαντασία μου για τις ανάγκες του μυθιστορήματος "Αραμπέλα/τα όρια της πίστης". Παρότι δεν είναι βασικό πρόσωπο του δράματος, ο χαρακτήρας της μού γέννησε συμπάθεια. Τι να καταλογίσει κανείς σε ένα τέτοιο άτομο; Απομονωμένη και μόνιμα δακτυλοδεικτούμενη ωθεί τον περίγυρό της να την περιπαίξει, να την ειρωνευτεί. Μην ξεχνάμε ότι στην εποχή που ζει η θέση μιας φτωχής και μόνης γυναίκας σε μια κλειστή κοινωνία προκαλεί ακόμη και αν η συμπεριφορά της είναι καθ' όλα άμεμπτη. Η ψυχολογία θα είχε πολλά να πει για τη Γιουλή σήμερα. Εκατόν πενήντα χρόνια πίσω όμως, ποιος θα καθόταν να ασχοληθεί με τη Γιουλή και την κάθε Γιουλή;
Αν θέλετε να γνωρίσετε τη Γιουλή και τους υπόλοιπους ήρωες του μυθιστορήματος "Αραμπέλα/τα όρια της πίστης, μπορείτε να το κατεβάσετε δωρεάν από τον σύνδεσμο
http://www.saitapublications.gr/2016/05/ebook.201.html

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

Οι δικοί μας βρικόλακες

Burne Jones- Le Vampire 1897
Μεταφυσικές ανοησίες, θα έλεγε ένας ορθολογιστής. Χολυγουντιανά παραμυθάκια, ίσως κάποιος άλλος. Σήμερα, πέρα από το να βλέπουμε τα βαμπίρ στη μεγάλη ή τη μικρή οθόνη, δεν νομίζω ότι περιμένει κανείς να τα συναντήσει και στη γειτονιά του. Διανύουμε βέβαια τον εικοστό πρώτο αιώνα και αυτές οι δοξασίες έχουν πλέον μια πιο λογική ή πιο επιστημονική εξήγηση. Μην ξεχνάμε το ότι οι πρωτοπόροι των επιστημών και οι οραματιστές θεωρήθηκαν ως αιρετικοί στη δική τους εποχή. Ο σκοταδισμός, η αμάθεια, η καταπίεση των πολλών από τους λίγους υπήρξαν πρόσφορο έδαφος για μυθοπλασίες τέτοιου τύπου. 
Η Ελλάδα έχει μια πλούσια παράδοση σχετικά με τους βρικόλακες και πολλά και διαφορετικά ονόματα για αυτούς ανάλογα με την περιοχή. Η ετυμολογία της λέξης παραπέμπει κατά μερικούς στη μη σήψη του σώματος, κατά άλλους στο τραγικό προσωπείο (βρίκελος) του πλάσματος αυτού. Θα τους συναντήσουμε σε κείμενα ως καταχανάδες, βουρβούλακες, βουρκόλακες, τυμπανιαίους. Η εμφάνισή τους όπως και η αντιμετώπισή τους είναι διαφορετική ανάλογα με την περιοχή απ' όπου προέρχονται οι μαρτυρίες. Κατατοπιστικό είναι το κείμενο του Κυριάκου Σιμόπουλου στον πρώτο τόμο του "Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα" που αναφέρεται σε ιστορίες που έμαθαν οι περιηγητές κατά τον 16ο και 17ο αιώνα και που σήμερα τις χαρακτηρίζουμε ως λαϊκές δεισιδαιμονίες. Το παλούκωμα και το κάψιμο των σωμάτων ήταν ο πιο συνηθισμένος τρόπος απαλλαγής από αυτούς. Φυσικά εκείνες τις εποχές κανένας δεν στάθηκε στο ότι το έδαφος κάποιων περιοχών ήταν λόγω της σύστασής του ο κυριότερος λόγος που τα νεκρά σώματα δεν έλιωναν. Όταν λοιπόν ο παραλογισμός κυρίευε τους ανθρώπους ή συνέβαινε κάτι για το οποίο δεν έβρισκαν άλλη εξήγηση, όπως βαριές αρρώστιες και επιδημίες, διαδιδόταν πολύ γρήγορα ότι κάποιος είχε βρικολακιάσει. Κι αυτός ο κάποιος ήταν συνήθως άνθρωπος που είχε διαπράξει βαρύ κρίμα όσο ήταν ζωντανός, ή ακόμα αυτός που είχε αυτοκτονήσει ή δεν είχε ταφεί ή είχε αφοριστεί από την Εκκλησία. Για να μην επισκεφτεί και τα δικά τους σπίτια σχημάτιζαν σύμβολα στους τοίχους ή τοποθετούσαν δίχτυα από κόκκινη κλωστή ή καλάμια στο σχήμα του σταυρού. Φυσικά και η λογοτεχνία δεν θα μπορούσε να μείνει αμέτοχη. Παραθέτω απόσπασμα από το ποίημα "Θανάσης Βάγιας" του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη όπου ο βρικολακιασμένος Βάγιας συνομιλεί με τη γυναίκα του. Ο Θανάσης Βάγιας, Ηπειρώτης στην αυλή του Αλή Πασά,  κατηγορήθηκε (κατά πολλούς άδικα) για την προδοσία του Γαρδικίου και τον θάνατο 600 Γαρδικιωτών. Το κρίμα τόσων θανάτων κατά τη λαϊκή παράδοση λέγεται ότι τον στοίχειωσε.  Αριστοτεχνικός ο τρόπος με τον οποίο ο ποιητής περιγράφει τον τρόμο και την απελπισία του Βάγια και της γυναίκας του.

Δ΄
Ο βρικόλακας

-Πες μου τί στέκεσαι, Θανάση, ορθός,βουβός σα λείψανο στα μάτια εμπρός;Γιατί, Θανάση μου, βγαίνεις το βράδυ;
Ύπνος για σένανε δεν είν’ στον Άδη;
Τώρα περάσανε χρόνοι πολλοί…Βαθιά σ’ ερίξανε μέσα στη γη…Φεύγα, σπλαχνίσου με! Θα κοιμηθώ.Άφες με ήσυχη ν’ αναπαυθώ.

Το κρίμα πὄκαμες με συνεπήρε.Βλέπεις πώς έγινα. Θανάση, σύρε.Όλοι με φεύγουνε, κανείς δε δίνειστην έρμη χήρα σου ελεημοσύνη.
Στάσου μακρύτερα… Γιατί με σκιάζεις;
Θανάση, τί έκαμα και με τρομάζεις;Πώς είσαι πράσινος… μυρίζεις χώμα…Πες μου, δεν έλιωσες, Θανάση, ακόμα;
Λίγο συμμάζωξε το σάβανό σου…Σκουλήκια βόσκουνε στο πρόσωπό σου.
Θεοκατάρατε, γιά ιδές, πετάνε,κι έρχονται επάνω μου για να με φάνε.
Πες μου πούθ’ έρχεσαι με τέτοι’ αντάρα;Ακούς τί γίνεται, είναι λαχτάρα.Μέσ’ απ’ το μνήμα σου γιατί να βγεις;
Πες μου πούθ’ έρχεσαι, τ’ ήλθες να ιδείς;.

Ε΄

-Μέσα στου τάφου μου τη σκοτεινιάκλεισμένος ήμουνα τέτοια νυχτιά,κι εκεί που έστεκα σαβανωμένοςβαθιά στο μνήμα μου συμμαζωμένος,

Έξαφνα επάνω μου μια κουκουβάγιαακούω που φώναζε: «Θανάση Βάγια,σήκου κι επλάκωσαν χίλιοι νεκροίκαι θα σε πάρουνε να πάτ’ εκεί.»
Τα λόγια τ’ άκουσα και τ’ όνομά μου.
Σκάνε και τρίβονται τα κόκαλά μου.Κρύβομαι, χώνομαι όσο μπορώβαθιά στο λάκκο μου, μη τους ιδώ.
«Έβγα και πρόβαλε, Θανάση Βάγια,έλα να τρέξομε πέρα στα πλάγια.
Έβγα, μη σκιάζεσαι, δεν είναι λύκοι.Το δρόμο δείξε μας για το Γαρδίκι».
Έτσι φωνάζοντας σα λυσσασμένοιπέφτουν επάνω μου οι πεθαμένοι.Και με τα νύχια τους και με το στόμα
πετάνε, σκάφτουνε το μαύρο χώμα.
Και σαν μ’ ευρήκανε όλοι με μιαέξω απ’ του τάφου μου την ερημιά,γελώντας, σκούζοντας, άγρια με σέρνουνκι εκεί που μου είπανε με συνεπαίρνουν.

Πετάμε, τρέχομε· φυσομανάει,το πέρασμά μας κόσμο χαλάει.Το μαύρο σύννεφο, όθε διαβεί,οι βράχοι τρέμουνε, ανάφτ’ η γη.
Φουσκώνει ο άνεμος τα σάβανά μας
σαν ν’ αρμενίζαμε με τα πανιά μας.Πέφτουν στο δρόμο μας και ξεκολλάνετα κούφια κόκαλα, στη γη σκορπάνε.
Εμπρός μάς έσερνε η κουκουβάγιαπάντα φωνάζοντας «Θανάση Βάγια».
Έτσι εφθάσαμε σ’ εκειά τα μέρη,που τόσους έσφαξα μ’ αυτό το χέρι.
Ω, τί μαρτύρια! Ω! τί τρομάρες!Πόσες μου ρίξανε σκληρές κατάρες!Μου δώκαν κι έπια αίμα πημένο.
Γιά ιδές, το στόμα μου το ’χω βαμμένο.
Κι ενώ με σέρνουνε και με πατούνεκάποιος εφώναξε… Στέκουν κι ακούνε.«Καλώς σ’ ευρήκαμε, Βιζίρη Αλή.Εδώθε μπαίνουνε μες στην αυλή.»

Πέφτουν επάνω του οι πεθαμένοι.Με παραιτήσανε. Κανείς δεν μένει.Κρυφά τούς έφυγα και τρέχω εδώμε σε, γυναίκα μου, να κοιμηθώ.

Κυριακή, 12 Ιουνίου 2016

Τα κουδούνια τους βροντούν


H τσαμπούνα τρύπαγε με τον ήχο της τους ετοιμόρροπους τοίχους των μισερών σπιτιών συνοδεύοντας την ομάδα των Κουδουνάτων που η φοβερή τους όψη έκανε τα ορνίθια που τσιμπολόγαγαν τις βρωμιές να φτεροκοπάνε τρομαγμένα και τα σκυλιά να αλυχτάνε σαν τους κολασμένους. Οι μασκαρεμένοι γίγαντες δεν θύμιζαν τίποτα το ανθρώπινο καθώς η ασχήμια της γουρουνίσιας μουτσούνας έκρυβε το πρόσωπό τους και τα βροντερά κουδούνια τους έφταναν μέχρι τα γόνατα σχεδόν. Τα πόδια τους θα έπαιρνες όρκο πως ήταν διπλάσια από το υπόλοιπο σώμα, εικόνα όμως απατηλή αφού καθεμιά από τις αποκρουστικές φιγούρες είχε ποδέσει τα τσαρούχια της πάνω σε έναν πολτό δουλεμένο με φλούδια δέντρων και λάσπη.

Ο Βάγης έκανε νόημα στους υπόλοιπους. Μεμιάς η τσαμπούνα σώπασε και για λίγο άκουγες μόνο τις κουδούνες όσο η παρέα ξυνόταν ή λιάνιζε κανένα έντομο σαν αυτό ξετρύπωνε από τις προβιές που ξαπόσταιναν στις δέκα αντρικές πλάτες. Ο Βάγης έστρεψε τη γουρουνίσια του μούρη στο παραθύρι της Γιουλής μαντεύοντας πως η μυξοπαρθένα δεν τον είχε αφήσει από τα μάτια της. Έμεινε ακίνητος σαν τάχα μου να μην ήξερε κατά πού να τραβήξει. Κανένας δεν μιλούσε παρά μόνο ένα βραχνό γέλιο ξέφευγε πού και πού από την τερατόμορφη κομπανία. Aδημονούσαν αν και γνώριζαν τι θα ακολουθούσε. Ο Βάγης ανασήκωσε το φύλλο συκιάς που στόλιζε το μπροστινό μέρος της βράκας του και χούφτωσε το ξυλάγγουρο που είχε κρεμάσει στα αχαμνά του, αθέατο μέχρι εκείνη τη στιγμή πίσω από τα κουδούνια. Προκλητικά το έτεινε κατά το παραθύρι της Γιουλής κι ήταν σαν το υπερφυσικό αντρικό μόριο να ήθελε να διαπεράσει τα σαραχλιασμένα ξύλα και να χωθεί στο ορθάνοιχτο στόμα της γυναίκας.
(Απόσπασμα από το μυθιστόρημά μου Αραμπέλα/τα όρια της πίστης. 
Μπορείτε να το κατεβάσετε δωρεάν από
http://www.saitapublications.gr/2016/05/ebook.201.html)

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2016

Πόσο μακριά μπορείς να φτάσεις για την πίστη σου;

Τι πιστεύει κανείς, πώς και γιατί; Κάτω από ποιες συνθήκες; Πίστη, εμπιστοσύνη, ευπιστία, αφέλεια. Ποια είναι τα όρια, πόσο δυσδιάκριτα κάθε φορά; Με απασχόλησε και ακόμη με απασχολεί το πόσο άκοπα ή κατόπιν ωρίμου σκέψεως μπορεί ένας άνθρωπος να διαμορφώσει τα δικά του πιστεύω (θρησκευτικά, πολιτικά, κοινωνικά). Ίσως ήταν και εκείνη "η ψυχολογία των μαζών" του Γουσταύου Λε Μπον που μου έμεινε από τα μαθητικά μου χρόνια. Λογική, συνείδηση, κριτική ικανότητα ώστε το άτομο να αξιολογεί τις καταστάσεις και να διαμορφώνει τη δική του θέση μέσα στο εκάστοτε σύστημα ιδεών. Κι έτσι θέλησα να γράψω για τα όρια της πίστης και γεννήθηκε η ιδέα της Αραμπέλας.
Στο μυθιστόρημα την έννοια του όχλου που άγεται και φέρεται εκπροσωπούν οι δουλευτές της γης σε έναν τόπο όπου τριάντα χρόνια μετά την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους τίποτα δεν έχει αλλάξει. Ο φτωχός κόσμος περίμενε ότι ο Όθωνας και το επιτελείο του θα ρύθμιζαν το αγροτικό ζήτημα. Απαλλοτριώσεις δεν έγιναν και οι δυναμικές των τοπικών ισχυρών γαιοκτημόνων παρέμεναν για να λυθούν τον επόμενο αιώνα μετά από πάμπολλα κινήματα. Το 1862 είναι η χρονιά που ο Όθωνας θα αποπεμφθεί και θα εγκαταλείψει την Ελλάδα. Όλη αυτή η χρονιά χαρακτηρίζεται από τοπικά αγροτικά κινήματα και εξεγέρσεις. Αυτό το κλίμα προσπάθησα να μεταφέρω στο νησί της Κατένας (έναν φανταστικό μικρό τόπο που όμως έχει όλα τα χαρακτηριστικά της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής θέσης εκείνης της εποχής). Οι αγράμματοι και απαίδευτοι άνδρες του χωριού είναι το σύνολο που ζητάει πάντα έναν αρχηγό, κάποιον που θα τον αναγνωρίσει ως δικό του άνθρωπο (αφού βιώνει την ίδια οικονομική ανέχεια και ανήκει στην ίδια τάξη), ξεχωρίζει όμως από τους υπόλοιπους γιατί έχει θράσος, αποκοτιά, ετοιμότητα λόγου. Ο Βάγης είναι το πρόσωπο που θα ορίσουν ως αρχηγό τους οι δουλευτές της Βέργας. Παρότι δεν είναι ντόπιος, του αναγνωρίζουν πως είναι ένας από αυτούς. Αυτός είναι που θα τους ξεσηκώσει την τελευταία μέρα της Αποκριάς κατά την αναβίωση του εθίμου των Κουδουνάτων, όταν ντυμένοι με προβιές, μάσκες γουρουνιών και κουδούνες θα εισβάλουν στη γιορτή των Καθολικών του νησιού. Από τις πρώτες εικόνες που δίνει το μυθιστόρημα γίνεται αντιληπτό ότι σε αυτόν τον απομονωμένο τόπο δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με διαφορά κοινωνικών τάξεων αλλά και θρησκεύματος, αφού υπάρχει αντιπαράθεση ανάμεσα στον καθολικό γαιοκτήμονα και τους ορθόδοξους δουλευτές της γης του. Σε όλα αυτά θα ρίξει λάδι στη φωτιά η φιγούρα του Δόκιμου. Ο τελευταίος είναι ένας από τους πολλούς πρώην αμαρτωλούς και νυν μετανοήσαντες. Δοκιμασμένος από μια βαριά αρρώστια, γλυτώνει τον θάνατο και αποφασίζει να κηρύττει τον λόγο του Κυρίου. Άλλος ένας απαίδευτος από αυτούς που ο δικός τους φανατισμός γίνεται καλοδεχούμενη βροχή στα διψασμένα χωράφια των ομοίων του. Ο Δόκιμος μπορεί να μην είναι γαιοκτήμονας, είναι όμως και αυτός ένας εκμεταλλευτής. Έχοντας περιβληθεί το μαύρο ράσο της αγιοσύνης δεν διστάζει να πουλήσει συγχωροχάρτια, να κάνει αφορισμούς, να τρώει και να πίνει από το υστέρημα των δικών του πιστών. Αναφέρθηκα επιγραμματικά σχεδόν σε δύο πρόσωπα από το μυθιστόρημά μου Αραμπέλα/τα όρια της πίστης δείχνοντας και πάλι επιγραμματικά δύο διαφορετικές μορφές πίστης. 
Αν θέλετε να κατεβάσετε σε ελεύθερη ψηφιακή μορφή το μυθιστόρημα πατήστε εδώ


Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016

Κι όμως μοιάζει ζωντανή

Αυτή τη φωτογραφία την τράβηξα στη Νάξο. Βλέποντας τις κούκλες στη βιτρίνα, σκέφτηκα τη σκηνή της δημοπρασίας που είναι και το ξεκίνημα του δεύτερου μέρους του μυθιστορήματός μου "Αραμπέλα/τα όρια της πίστης". Να και το σχετικό απόσπασμα:


«Και φτάνουμε στο αντικείμενο νούμερο δέκα πέντε!»
Μια νεκρική σιγή απλώθηκε στην αίθουσα. Ο Σέργιος ένιωσε τους σφυγμούς του να ανεβαίνουν. Η βελούδινη καρέκλα δεν τον χωρούσε. Το σώμα του έμοιαζε έτοιμο να εκτιναχτεί δηλώνοντας ότι αυτός θα ήταν ο πρώτος πλειοδότης.
«Αραμπέλα. Κούκλα με πιστοποιημένη χρονολογία κατασκευής το 1890. Το κεφάλι καθώς και τα άνω και κάτω άκρα έχουν προέλευση Simon & Halbig, όπως αποδεικνύεται από τον εγχάρακτο αριθμό στον αυχένα της κούκλας κάτω από την περίτεχνη περούκα. Το υλικό τους είναι πορσελάνη κατασκευασμένη με τη μέθοδο μπισκουί, μια διαδικασία όπου τα ατόφια κεραμικά υλικά καλουπώνονται και ψήνονται σε θερμοκρασία περίπου 1260 βαθμών Κελσίου. Το τελικό αποτέλεσμα δίνει στο πρόσωπο μια φυσική όψη και τα χαρακτηριστικά του βάφονται ξανά και ξανά. Όλα αυτά συνηγορούν στο να διατηρείται η ζωντάνια δεκαετίες μετά. Το μέγεθος της κούκλας είναι 65 εκατοστά. Το φόρεμά της ελάχιστα φθαρμένο, ιβουάρ βελούδο με χρυσά κεντήματα στον ποδόγυρο και το μπούστο. Αυτό όμως που σίγουρα θα ανεβάσει την τιμή της είναι το γεγονός πως η περούκα είναι φτιαγμένη από φυσική τρίχα σε μορφή σκουροκόκκινων βοστρύχων» απάγγειλε ο δημοπράτης σαν να υπνώτιζε το ακροατήριο.
Ένα κύμα ηδονής σάρωσε το σώμα του Σέργιου καθώς φανταζόταν ότι τα δάχτυλά του χάιδευαν τις φλόγινες μπούκλες. Δεν είχε καμία αμφιβολία πως αυτά ήταν τα μαλλιά της Αραμπέλας Καστίγιο. Δεν ήταν η φαντασία του, όχι!
«Τιμή εκκίνησης έχει οριστεί το ποσόν των 800 ευρώ» κατέληξε ο δημοπράτης αφού βομβάρδισε το κοινό του με όλες τις λεπτομέρειες της κατασκευής της κούκλας.
Από πέντε διαφορετικά σημεία της αίθουσας, η πλειοδοτική διαδικασία ακολούθησε τη συνηθισμένη οδό. Οι ανταγωνίστριες του Σέργιου ήταν όλες ηλικιωμένες γυναίκες, σεβαστής οικονομικής επιφάνειας σίγουρα. Κάποιες από αυτές ίσως επιθυμούσαν να αποκτήσουν την κούκλα για τα εγγόνια τους, κάποιες απλά για λόγους ματαιοδοξίας. Όπως και να είχε το πράγμα, η τιμή είχε φτάσει ήδη στα 2500 ευρώ και ο Σέργιος έκρινε πως η επίμαχη κούκλα παραήταν ακριβό δώρο, οπότε σε λίγο το τοπίο θα ξεκαθάριζε. Παρατηρούσε την κάθε τους κίνηση, το κρέμασμα των ώμων, την αβέβαιη ανάταση του χεριού για την επόμενη πλειοδότηση. Ήταν ζήτημα λεπτών μέχρι το χρονικό σημείο που η Αραμπέλα θα γινόταν δική του.
Στα 4200 ευρώ ήταν πλέον σίγουρος πως δεν υπήρχε άλλος ενδιαφερόμενος πέρα από τον ίδιο.
«4200 για αυτό το υπέροχο δημιούργημα; Είναι κάποιος που δίνει παραπάνω;» Ο τόνος της φωνής του δημοπράτη έκρυβε μια λεπτή ειρωνεία που ώθησε τον Σέργιο στην επόμενη κίνηση.
«4650! Χαίρομαι που έχουμε έναν cognoscente ανάμεσά μας!» επιδοκίμασε ο δημοπράτης χαμογελώντας δουλικά. «Κάποιος άλλος θα κοντράρει το ποσό;»
Όπως το είχε φανταστεί ο Σέργιος, κανένας δεν έκανε την παραμικρή κίνηση. Εξάλλου το επόμενο νεύμα θα ανέβαζε την τιμή στα 5150 ευρώ, ποσό πολύ υψηλό πλέον και για τον ίδιο.

«4650 μία, 4650 δύο….» Ο δημοπράτης ετοιμαζόταν να χτυπήσει για τρίτη φορά το σφυρί του στο μαονένιο τραπέζι όταν ένας απότομος ήχος αιφνιδίασε τους πάντες και τράβηξε όλα τα βλέμματα προς τη μεριά της εισόδου

Αν θέλετε να διαβάσετε το μυθιστόρημα, μπορείτε να το κατεβάσετε δωρεάν πατώντας εδώ

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2016

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Πίστευε και μη, ερεύνα!


Η  συγγραφέας Ευρυδίκη Αμανατίδου συνομιλεί με τον Τάσο Αγγελίδη Γκέντζο αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή και τα σκυλιά λυμένα…
Ο Τάσος Αγγελίδης Γκέντζος μισεί τις κλειδαρότρυπες και συνομιλεί με εκείνους τους εργάτες της τέχνης που του δανείζουν τα κλειδιά και τα αντικλείδια για τις πόρτες του νου και της ψυχής!
1. Ένας από τους βασικούς στόχους μιας συνέντευξης είναι να φιλοξενήσει μέσα στις γραμμές της τις αλήθειες κι ένας δεύτερος να διαβαστεί από όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους. Φυσικά μέσω αυτής “διαφημίζεται” και αυτός που την παραχωρεί στο μέσο. Έχετε την ευκαιρία να διαφημίσετε ανοιχτά και ξεκάθαρα αυτό που θα θέλατε και να πείσετε τους αναγνώστες μας για την αλήθεια σας.
Έμμεση διαφήμιση μπορεί να είναι μια συνέντευξη, δεν θα επιχειρήσω όμως να πείσω τον αναγνώστη για τις αλήθειες μου. Ούτως ή άλλως ακόμη και ως προς την προσωπική αλήθεια εισχωρεί πάντα το στοιχείο της υποκειμενικότητας. Αφήνω τον αναγνώστη ελεύθερο να βρει τις δικές του αλήθειες. Και λίγος πλουραλισμός δεν βλάπτει.
2. Θα σας προκαλούσα να σκεφτείτε την μέχρι τώρα ζωή σας και να επιλέξετε στην συνέχεια να μας παρουσιάσετε τα ελαττώματα ή τα προτερήματά σας. Ξέρω πως όλοι οι άνθρωποι έχουν και ελαττώματα και προτερήματα. Στην παρούσα στιγμή θα με ενδιέφερε να επιλέξετε μόνο την αυτοσύσταση των προτερημάτων σας ή μόνο την αυτοσύσταση των ελαττωμάτων σας.
Επειδή κάθε νόμισμα έχει δύο όψεις, νομίζω ότι κάθε προτέρημα μπορεί να θεωρηθεί και ως ελάττωμα. Θα περιγράψω λοιπόν τον εαυτό μου ως άνθρωπο χαμηλών τόνων, επίμονο, δογματικό όπου θεωρώ ότι έχω επαρκή και τεκμηριωμένη γνώση, ρεαλιστή σε τέτοιο βαθμό που πολλές φορές να αντιμετωπίζομαι ως άτομο απαισιόδοξο και από την άλλη πάντα ονειροπόλο (δεν αναιρεί τον προηγούμενο χαρακτηρισμό), γκρινιάρη γιατί απαιτώ το άθροισμα του 1+1 να είναι πάντα 2 και τέλος πολλές φορές άτομο αναβλητικό (όταν προσπαθώ να διατηρήσω μια κατάσταση επίπλαστης ηρεμίας). 
Συνεχίστε την ανάγνωση πατώντας εδώ