Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2016

Χάνα Κεντ: Έθιμα ταφής

Ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα που παρά το ζοφερό της θεματικής του κρατάει τον αναγνώστη από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα.

Βόρεια Ισλανδία, 1929. Η Άγκνες, καταδικασμένη σε θάνατο, στέλνεται σε ένα αγροτόσπιτο περιμένοντας να οριστεί η εκτέλεσή της δια απαγχονισμού. Έχει κριθεί ένοχη για τον φόνο δύο αντρών. Σε ένα εχθρικό περιβάλλον, δακτυλοδεικτούμενη από τον κοινωνικό περίγυρο, προσπαθεί να προσαρμοστεί στον ιδιότυπο ρόλο της υπηρέτριας με «ημερομηνία λήξης». Γιατί έτσι την αντιμετωπίζουν ή μάλλον χειρότερα. Δυο χέρια για να βοηθήσουν στις δουλειές μέσα και έξω από το σπίτι, δυο χέρια που μοιάζουν αυτόνομα, που δεν ανήκουν σε ένα σώμα, που δεν τα ορίζει ένα μυαλό που υποφέρει. Μυαλό, αυτό είναι που ξεχωρίζει την Άγκνες από χιλιάδες άλλους που μεγάλωσαν όπως αυτή. Εγκαταλειμμένη από τη μητέρα της στο έλεος της κοινωνικής πρόνοιας στην ηλικία των έξι της χρόνων. Μέσα στην ατυχία της έχει την τύχη να περάσει τρία χρόνια κοντά σε ένα ζευγάρι που γίνονται οι θετοί της γονείς, να μάθει να διαβάζει και να σκέφτεται, να μάθει να αγαπά αυτούς τους ανθρώπους που τους φωνάζει «πατέρα» και «μητέρα». Μέχρι που ο θάνατος της θετής της μητέρας, θα την ορφανέψει από τη ζέστη μιας αγκαλιάς αλλά και ενός σπιτιού. Από αυτή τη στιγμή και για όλη την υπόλοιπη ζωή της, περιπλανιέται από τη μία φάρμα στην άλλη. Και δεν έχει θέση πουθενά αφού η ίδια της η τάξη δεν την αποδέχεται. Τη θεωρούν ακατάδεκτη και αν η Άγκνες δεν δίνει σημασία, θα έρθει η στιγμή που η γνώμη των άλλων θα βαρύνει ακόμα περισσότερο στην απόφαση για τη ζωή της.
Ζήλεψα τον αριστουργηματικό τρόπο που η συγγραφέας χειρίστηκε το θέμα της, προσπαθώντας να φωτίσει με τη δική της μυθοπλασία μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Γιατί η Άγκνες Μάγκουσντότιρ υπήρξε και ήταν η τελευταία γυναίκα που εκτελέστηκε στην Ισλανδία. Η ιστορία της συνάρπασε την Αυστραλιανή Χάνα Κεντ, όταν βρέθηκε, φοιτήτρια ακόμα, ως υπότροφη στην Ισλανδία. Κάποια χρόνια μετά, και έπειτα από διεξοδική έρευνα στα αρχεία και τις πηγές, έγραψε τα «έθιμα ταφής», δημιουργώντας ένα μυθιστόρημα-ύμνο στον αγώνα του ανθρώπου για επιβίωση, στην ανάγκη του να βρει την αλήθεια και το φως εκεί που υπάρχει και όχι εκεί που θέλουν ή απαιτούν οι άλλοι.
Οι περιγραφές του αφιλόξενου τοπίου κόβουν την ανάσα. Διαβάζεις και είναι σαν να χάνεσαι στο χιόνι, έρμαιο των στοιχείων της φύσης ή πάλι σαν να απολαμβάνεις το χάδι του ήλιου στο σώμα που αφήνεται να ιαθεί από τα βάσανα.
Χαρακτήρες σκληροί επιφανειακά, άλλοι βολεμένοι σε μια θέση εξουσίας, άλλοι να προσπαθούν να εναρμονίσουν τη συμπεριφορά τους με τις επιταγές της θρησκείας. Ο εφημέριος, ο διοικητής, η οικογένεια του νομαρχιακού υπαλλήλου, πρωταγωνιστές και δευτερεύοντες ήρωες αποδίδονται με τέχνη από τη συγγραφέα.
Η μεικτή οπτική αφήγησης (από τη μία, σε πρώτο πρόσωπο, η Άγκνες θυμάται τη ζωή της και από την άλλη, σε τρίτο πρόσωπο, τα βιώματα του περίγυρού της και πώς αυτός αντιλαμβάνεται την ιστορία της) λειτουργεί αποτελεσματικότατα καθώς η συγγραφέας δίνει την απόλυτη ελευθερία στον αναγνώστη να επεξεργαστεί τον βαθμό της ενοχής της Άγκνες, αλλά και να εμβαθύνει σε συμπεριφορές και πρακτικές, δίνοντας αφορμή για σκέψη σχετικά με τον ορισμό του «εγκληματία» αλλά και του συστήματος «απονομής δικαιοσύνης».
Είναι συγκινητική η ιστορία της Άγκνες. Και δεν νομίζω πως θα βρεθεί κάποιος να μη βουρκώσει διαβάζοντας τις τελευταίες σελίδες του βιβλίου. Γιατί όταν φτάνεις κοντά στον θάνατο, είτε βασιλιάς είτε υπηρέτης, προσπαθείς να αγκιστρωθείς από τη ζωή. Είτε πήρες πολλά από αυτήν είτε σχεδόν τίποτα.

Κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ίκαρος σε μετάφραση της Μαρίας Αγγελίδου.