Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

Οι δικοί μας βρικόλακες

Burne Jones- Le Vampire 1897
Μεταφυσικές ανοησίες, θα έλεγε ένας ορθολογιστής. Χολυγουντιανά παραμυθάκια, ίσως κάποιος άλλος. Σήμερα, πέρα από το να βλέπουμε τα βαμπίρ στη μεγάλη ή τη μικρή οθόνη, δεν νομίζω ότι περιμένει κανείς να τα συναντήσει και στη γειτονιά του. Διανύουμε βέβαια τον εικοστό πρώτο αιώνα και αυτές οι δοξασίες έχουν πλέον μια πιο λογική ή πιο επιστημονική εξήγηση. Μην ξεχνάμε το ότι οι πρωτοπόροι των επιστημών και οι οραματιστές θεωρήθηκαν ως αιρετικοί στη δική τους εποχή. Ο σκοταδισμός, η αμάθεια, η καταπίεση των πολλών από τους λίγους υπήρξαν πρόσφορο έδαφος για μυθοπλασίες τέτοιου τύπου. 
Η Ελλάδα έχει μια πλούσια παράδοση σχετικά με τους βρικόλακες και πολλά και διαφορετικά ονόματα για αυτούς ανάλογα με την περιοχή. Η ετυμολογία της λέξης παραπέμπει κατά μερικούς στη μη σήψη του σώματος, κατά άλλους στο τραγικό προσωπείο (βρίκελος) του πλάσματος αυτού. Θα τους συναντήσουμε σε κείμενα ως καταχανάδες, βουρβούλακες, βουρκόλακες, τυμπανιαίους. Η εμφάνισή τους όπως και η αντιμετώπισή τους είναι διαφορετική ανάλογα με την περιοχή απ' όπου προέρχονται οι μαρτυρίες. Κατατοπιστικό είναι το κείμενο του Κυριάκου Σιμόπουλου στον πρώτο τόμο του "Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα" που αναφέρεται σε ιστορίες που έμαθαν οι περιηγητές κατά τον 16ο και 17ο αιώνα και που σήμερα τις χαρακτηρίζουμε ως λαϊκές δεισιδαιμονίες. Το παλούκωμα και το κάψιμο των σωμάτων ήταν ο πιο συνηθισμένος τρόπος απαλλαγής από αυτούς. Φυσικά εκείνες τις εποχές κανένας δεν στάθηκε στο ότι το έδαφος κάποιων περιοχών ήταν λόγω της σύστασής του ο κυριότερος λόγος που τα νεκρά σώματα δεν έλιωναν. Όταν λοιπόν ο παραλογισμός κυρίευε τους ανθρώπους ή συνέβαινε κάτι για το οποίο δεν έβρισκαν άλλη εξήγηση, όπως βαριές αρρώστιες και επιδημίες, διαδιδόταν πολύ γρήγορα ότι κάποιος είχε βρικολακιάσει. Κι αυτός ο κάποιος ήταν συνήθως άνθρωπος που είχε διαπράξει βαρύ κρίμα όσο ήταν ζωντανός, ή ακόμα αυτός που είχε αυτοκτονήσει ή δεν είχε ταφεί ή είχε αφοριστεί από την Εκκλησία. Για να μην επισκεφτεί και τα δικά τους σπίτια σχημάτιζαν σύμβολα στους τοίχους ή τοποθετούσαν δίχτυα από κόκκινη κλωστή ή καλάμια στο σχήμα του σταυρού. Φυσικά και η λογοτεχνία δεν θα μπορούσε να μείνει αμέτοχη. Παραθέτω απόσπασμα από το ποίημα "Θανάσης Βάγιας" του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη όπου ο βρικολακιασμένος Βάγιας συνομιλεί με τη γυναίκα του. Ο Θανάσης Βάγιας, Ηπειρώτης στην αυλή του Αλή Πασά,  κατηγορήθηκε (κατά πολλούς άδικα) για την προδοσία του Γαρδικίου και τον θάνατο 600 Γαρδικιωτών. Το κρίμα τόσων θανάτων κατά τη λαϊκή παράδοση λέγεται ότι τον στοίχειωσε.  Αριστοτεχνικός ο τρόπος με τον οποίο ο ποιητής περιγράφει τον τρόμο και την απελπισία του Βάγια και της γυναίκας του.

Δ΄
Ο βρικόλακας

-Πες μου τί στέκεσαι, Θανάση, ορθός,βουβός σα λείψανο στα μάτια εμπρός;Γιατί, Θανάση μου, βγαίνεις το βράδυ;
Ύπνος για σένανε δεν είν’ στον Άδη;
Τώρα περάσανε χρόνοι πολλοί…Βαθιά σ’ ερίξανε μέσα στη γη…Φεύγα, σπλαχνίσου με! Θα κοιμηθώ.Άφες με ήσυχη ν’ αναπαυθώ.

Το κρίμα πὄκαμες με συνεπήρε.Βλέπεις πώς έγινα. Θανάση, σύρε.Όλοι με φεύγουνε, κανείς δε δίνειστην έρμη χήρα σου ελεημοσύνη.
Στάσου μακρύτερα… Γιατί με σκιάζεις;
Θανάση, τί έκαμα και με τρομάζεις;Πώς είσαι πράσινος… μυρίζεις χώμα…Πες μου, δεν έλιωσες, Θανάση, ακόμα;
Λίγο συμμάζωξε το σάβανό σου…Σκουλήκια βόσκουνε στο πρόσωπό σου.
Θεοκατάρατε, γιά ιδές, πετάνε,κι έρχονται επάνω μου για να με φάνε.
Πες μου πούθ’ έρχεσαι με τέτοι’ αντάρα;Ακούς τί γίνεται, είναι λαχτάρα.Μέσ’ απ’ το μνήμα σου γιατί να βγεις;
Πες μου πούθ’ έρχεσαι, τ’ ήλθες να ιδείς;.

Ε΄

-Μέσα στου τάφου μου τη σκοτεινιάκλεισμένος ήμουνα τέτοια νυχτιά,κι εκεί που έστεκα σαβανωμένοςβαθιά στο μνήμα μου συμμαζωμένος,

Έξαφνα επάνω μου μια κουκουβάγιαακούω που φώναζε: «Θανάση Βάγια,σήκου κι επλάκωσαν χίλιοι νεκροίκαι θα σε πάρουνε να πάτ’ εκεί.»
Τα λόγια τ’ άκουσα και τ’ όνομά μου.
Σκάνε και τρίβονται τα κόκαλά μου.Κρύβομαι, χώνομαι όσο μπορώβαθιά στο λάκκο μου, μη τους ιδώ.
«Έβγα και πρόβαλε, Θανάση Βάγια,έλα να τρέξομε πέρα στα πλάγια.
Έβγα, μη σκιάζεσαι, δεν είναι λύκοι.Το δρόμο δείξε μας για το Γαρδίκι».
Έτσι φωνάζοντας σα λυσσασμένοιπέφτουν επάνω μου οι πεθαμένοι.Και με τα νύχια τους και με το στόμα
πετάνε, σκάφτουνε το μαύρο χώμα.
Και σαν μ’ ευρήκανε όλοι με μιαέξω απ’ του τάφου μου την ερημιά,γελώντας, σκούζοντας, άγρια με σέρνουνκι εκεί που μου είπανε με συνεπαίρνουν.

Πετάμε, τρέχομε· φυσομανάει,το πέρασμά μας κόσμο χαλάει.Το μαύρο σύννεφο, όθε διαβεί,οι βράχοι τρέμουνε, ανάφτ’ η γη.
Φουσκώνει ο άνεμος τα σάβανά μας
σαν ν’ αρμενίζαμε με τα πανιά μας.Πέφτουν στο δρόμο μας και ξεκολλάνετα κούφια κόκαλα, στη γη σκορπάνε.
Εμπρός μάς έσερνε η κουκουβάγιαπάντα φωνάζοντας «Θανάση Βάγια».
Έτσι εφθάσαμε σ’ εκειά τα μέρη,που τόσους έσφαξα μ’ αυτό το χέρι.
Ω, τί μαρτύρια! Ω! τί τρομάρες!Πόσες μου ρίξανε σκληρές κατάρες!Μου δώκαν κι έπια αίμα πημένο.
Γιά ιδές, το στόμα μου το ’χω βαμμένο.
Κι ενώ με σέρνουνε και με πατούνεκάποιος εφώναξε… Στέκουν κι ακούνε.«Καλώς σ’ ευρήκαμε, Βιζίρη Αλή.Εδώθε μπαίνουνε μες στην αυλή.»

Πέφτουν επάνω του οι πεθαμένοι.Με παραιτήσανε. Κανείς δεν μένει.Κρυφά τούς έφυγα και τρέχω εδώμε σε, γυναίκα μου, να κοιμηθώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου