Κυριακή, 12 Ιουνίου 2016

Τα κουδούνια τους βροντούν


H τσαμπούνα τρύπαγε με τον ήχο της τους ετοιμόρροπους τοίχους των μισερών σπιτιών συνοδεύοντας την ομάδα των Κουδουνάτων που η φοβερή τους όψη έκανε τα ορνίθια που τσιμπολόγαγαν τις βρωμιές να φτεροκοπάνε τρομαγμένα και τα σκυλιά να αλυχτάνε σαν τους κολασμένους. Οι μασκαρεμένοι γίγαντες δεν θύμιζαν τίποτα το ανθρώπινο καθώς η ασχήμια της γουρουνίσιας μουτσούνας έκρυβε το πρόσωπό τους και τα βροντερά κουδούνια τους έφταναν μέχρι τα γόνατα σχεδόν. Τα πόδια τους θα έπαιρνες όρκο πως ήταν διπλάσια από το υπόλοιπο σώμα, εικόνα όμως απατηλή αφού καθεμιά από τις αποκρουστικές φιγούρες είχε ποδέσει τα τσαρούχια της πάνω σε έναν πολτό δουλεμένο με φλούδια δέντρων και λάσπη.

Ο Βάγης έκανε νόημα στους υπόλοιπους. Μεμιάς η τσαμπούνα σώπασε και για λίγο άκουγες μόνο τις κουδούνες όσο η παρέα ξυνόταν ή λιάνιζε κανένα έντομο σαν αυτό ξετρύπωνε από τις προβιές που ξαπόσταιναν στις δέκα αντρικές πλάτες. Ο Βάγης έστρεψε τη γουρουνίσια του μούρη στο παραθύρι της Γιουλής μαντεύοντας πως η μυξοπαρθένα δεν τον είχε αφήσει από τα μάτια της. Έμεινε ακίνητος σαν τάχα μου να μην ήξερε κατά πού να τραβήξει. Κανένας δεν μιλούσε παρά μόνο ένα βραχνό γέλιο ξέφευγε πού και πού από την τερατόμορφη κομπανία. Aδημονούσαν αν και γνώριζαν τι θα ακολουθούσε. Ο Βάγης ανασήκωσε το φύλλο συκιάς που στόλιζε το μπροστινό μέρος της βράκας του και χούφτωσε το ξυλάγγουρο που είχε κρεμάσει στα αχαμνά του, αθέατο μέχρι εκείνη τη στιγμή πίσω από τα κουδούνια. Προκλητικά το έτεινε κατά το παραθύρι της Γιουλής κι ήταν σαν το υπερφυσικό αντρικό μόριο να ήθελε να διαπεράσει τα σαραχλιασμένα ξύλα και να χωθεί στο ορθάνοιχτο στόμα της γυναίκας.
(Απόσπασμα από το μυθιστόρημά μου Αραμπέλα/τα όρια της πίστης. 
Μπορείτε να το κατεβάσετε δωρεάν από
http://www.saitapublications.gr/2016/05/ebook.201.html)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου