Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2016

Πόσο μακριά μπορείς να φτάσεις για την πίστη σου;

Τι πιστεύει κανείς, πώς και γιατί; Κάτω από ποιες συνθήκες; Πίστη, εμπιστοσύνη, ευπιστία, αφέλεια. Ποια είναι τα όρια, πόσο δυσδιάκριτα κάθε φορά; Με απασχόλησε και ακόμη με απασχολεί το πόσο άκοπα ή κατόπιν ωρίμου σκέψεως μπορεί ένας άνθρωπος να διαμορφώσει τα δικά του πιστεύω (θρησκευτικά, πολιτικά, κοινωνικά). Ίσως ήταν και εκείνη "η ψυχολογία των μαζών" του Γουσταύου Λε Μπον που μου έμεινε από τα μαθητικά μου χρόνια. Λογική, συνείδηση, κριτική ικανότητα ώστε το άτομο να αξιολογεί τις καταστάσεις και να διαμορφώνει τη δική του θέση μέσα στο εκάστοτε σύστημα ιδεών. Κι έτσι θέλησα να γράψω για τα όρια της πίστης και γεννήθηκε η ιδέα της Αραμπέλας.
Στο μυθιστόρημα την έννοια του όχλου που άγεται και φέρεται εκπροσωπούν οι δουλευτές της γης σε έναν τόπο όπου τριάντα χρόνια μετά την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους τίποτα δεν έχει αλλάξει. Ο φτωχός κόσμος περίμενε ότι ο Όθωνας και το επιτελείο του θα ρύθμιζαν το αγροτικό ζήτημα. Απαλλοτριώσεις δεν έγιναν και οι δυναμικές των τοπικών ισχυρών γαιοκτημόνων παρέμεναν για να λυθούν τον επόμενο αιώνα μετά από πάμπολλα κινήματα. Το 1862 είναι η χρονιά που ο Όθωνας θα αποπεμφθεί και θα εγκαταλείψει την Ελλάδα. Όλη αυτή η χρονιά χαρακτηρίζεται από τοπικά αγροτικά κινήματα και εξεγέρσεις. Αυτό το κλίμα προσπάθησα να μεταφέρω στο νησί της Κατένας (έναν φανταστικό μικρό τόπο που όμως έχει όλα τα χαρακτηριστικά της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής θέσης εκείνης της εποχής). Οι αγράμματοι και απαίδευτοι άνδρες του χωριού είναι το σύνολο που ζητάει πάντα έναν αρχηγό, κάποιον που θα τον αναγνωρίσει ως δικό του άνθρωπο (αφού βιώνει την ίδια οικονομική ανέχεια και ανήκει στην ίδια τάξη), ξεχωρίζει όμως από τους υπόλοιπους γιατί έχει θράσος, αποκοτιά, ετοιμότητα λόγου. Ο Βάγης είναι το πρόσωπο που θα ορίσουν ως αρχηγό τους οι δουλευτές της Βέργας. Παρότι δεν είναι ντόπιος, του αναγνωρίζουν πως είναι ένας από αυτούς. Αυτός είναι που θα τους ξεσηκώσει την τελευταία μέρα της Αποκριάς κατά την αναβίωση του εθίμου των Κουδουνάτων, όταν ντυμένοι με προβιές, μάσκες γουρουνιών και κουδούνες θα εισβάλουν στη γιορτή των Καθολικών του νησιού. Από τις πρώτες εικόνες που δίνει το μυθιστόρημα γίνεται αντιληπτό ότι σε αυτόν τον απομονωμένο τόπο δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με διαφορά κοινωνικών τάξεων αλλά και θρησκεύματος, αφού υπάρχει αντιπαράθεση ανάμεσα στον καθολικό γαιοκτήμονα και τους ορθόδοξους δουλευτές της γης του. Σε όλα αυτά θα ρίξει λάδι στη φωτιά η φιγούρα του Δόκιμου. Ο τελευταίος είναι ένας από τους πολλούς πρώην αμαρτωλούς και νυν μετανοήσαντες. Δοκιμασμένος από μια βαριά αρρώστια, γλυτώνει τον θάνατο και αποφασίζει να κηρύττει τον λόγο του Κυρίου. Άλλος ένας απαίδευτος από αυτούς που ο δικός τους φανατισμός γίνεται καλοδεχούμενη βροχή στα διψασμένα χωράφια των ομοίων του. Ο Δόκιμος μπορεί να μην είναι γαιοκτήμονας, είναι όμως και αυτός ένας εκμεταλλευτής. Έχοντας περιβληθεί το μαύρο ράσο της αγιοσύνης δεν διστάζει να πουλήσει συγχωροχάρτια, να κάνει αφορισμούς, να τρώει και να πίνει από το υστέρημα των δικών του πιστών. Αναφέρθηκα επιγραμματικά σχεδόν σε δύο πρόσωπα από το μυθιστόρημά μου Αραμπέλα/τα όρια της πίστης δείχνοντας και πάλι επιγραμματικά δύο διαφορετικές μορφές πίστης. 
Αν θέλετε να κατεβάσετε σε ελεύθερη ψηφιακή μορφή το μυθιστόρημα πατήστε εδώ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου