Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2015

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Ο Δράκος και οι σκορδοφάγοι ιππότες

ΤίτλοςΟ Δράκος και οι σκορδοφάγοι ιππότες
Συγγραφέας: Ευρυδίκη Αμανατίδου
ISBN978-618-5147-14-3

Συντελεστές
Εικονογράφηση: Απολλώνια Παραμυθιώτη
Σελιδοποίηση: Ηρακλής Λαμπαδαρίου

Σύντομη περίληψη
Ο Μάρκος είναι ένας Δράκος που ούτε να πετάξει μπορεί ούτε να βγάλει φωτιά από το στόμα του. Ζει ειρηνικά στην Παμφουκία μέχρι τη στιγμή που η μακρινή ανάμνηση των Ιπποτών της Σκορδοφαγίας θα τον οδηγήσει στον Τρομερό Βάλτο. Μαζί του ο Φίλανδρος, ο Σπίγκος και η Σπιθαμή έχουν ένα μεγάλο ταξίδι να κάνουν και πολλούς γρίφους να λύσουν: Ποια είναι η Πράσινη και πού βρίσκεται τώρα; Ποιος πήρε το αμίλητο νερό και τι θέλει να το κάνει; Γιατί για κάποιους η μυρωδιά του σκόρδου παραείναι αποπνικτική;
Θα φτάσουν άραγε ο Δράκος και οι φίλοι του πάνω στην ώρα για να πολεμήσουν το κακό που έρχεται από τον Τρομερό Βάλτο;

Η σύγκρουση δύο ακραίων κόσμων, η μάχη, το αποτέλεσμα. Μια αλληγορία για την πάλη του καλού και του κακού, την αγάπη, τη φιλία, την ανθρωπιά.
Το συγκεκριμένο βιβλίο πετάει ελεύθερα στο Διαδίκτυο από τον Ιανουάριο του 2015.
Μπορείτε να το κατεβάσετε δωρεάν

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

Προξενιό εξ απροόπτου


The wedding morning
John Bacon
Με βρήκε ξαφνικό. Περίεργη έκφραση όταν τη χρησιμοποιούμε για τον θάνατο. Πανταχού παρών και αναμενόμενος, για τους άλλους βέβαια. Εμείς πάντα εξαιρούμαστε λες και έχουμε υπογράψει κανένα συμβόλαιο. Το σίγουρο είναι ότι ο πατέρας μου δεν είχε κάνει καμιά ιδιαίτερη συμφωνία. Ο ίδιος έτσι κι αλλιώς δε θεωρούσε τον εαυτό του ικανό να πετυχαίνει προσωπικά οφέλη. Παρά ταύτα, οι πελάτες του είχαν αντίθετη άποψη. Η αλήθεια είναι ότι ο θάνατος χτύπησε την πόρτα του εντελώς αναπάντεχα, ζητώντας τα δεδουλευμένα. Το αποτέλεσμα ήταν να βρεθώ ορφανή και με την οικογενειακή επιχείρηση στην πλάτη.
Μικρή, όταν με ρωτούσαν τι δουλειά έκανε ο πατέρας μου, εγώ ντρεπόμουν να απαντήσω. Προσπαθούσα να μηχανευτώ εντυπωσιακά επαγγέλματα, μάταια όμως. Στο τέλος, η αλήθεια έλαμπε: Bγάζαμε τα προς το ζην από τα προξενιά.
Για να βάλω τα πράγματα στη θέση τους, ο πατέρας μου ήταν σωστός επαγγελματίας. Το γραφείο λειτουργούσε άψογα, με απόλυτη εχεμύθεια, τάξη και τιμιότητα. Οι πελάτες ήταν πάντα ή σχεδόν πάντα ευχαριστημένοι. Σε όσους δε μοίραζε κουφέτα, μοίραζε τουλάχιστον υποσχέσεις για άμεση αποκατάσταση. Κι επειδή ο γάμος αποτελούσε ανέκαθεν κοινό αγαθό, οι δουλειές πήγαιναν καλά. Μέχρι που η τεχνολογία ήρθε και σάρωσε τα πάντα. Κι έφερε το Διαδίκτυο και τα δωμάτια επικοινωνίας μαζί της, και μας ισοπέδωσε. Μας πήρε την μπουκιά από το στόμα κι αυτός ήταν ένας από τους λόγους που ο πατέρας μου βιάστηκε να συναντήσει τοn Δημιουργό του.
Έμεινα λοιπόν να κοιτάζω τους τοίχους του γραφείου λες και περίμενα να μου μιλήσουν. Δεν πήγαινε άλλο, θα το πούλαγα! Έπεσε η μάνα μου επάνω μου: «Παιδί μου, εμάς δεν μας έκλεισαν οι πόλεμοι, οι χούντες, το χρηματιστήριο, τώρα θα το βάλουμε κάτω; Θα τρίζουν τα κόκαλα του πατέρα σου». Ήρθα στο φιλότιμο. Στο κάτω-κάτω, άξιζε μία προσπάθεια.
Το γραφείο ήταν ηλιόλουστο και συμπαθητικό. Είχε γλάστρες με πρασινάδα, είχε φωτογραφίες γάμων, -προσωπικών επιτυχιών του γεννήτορά μου-, είχε και την Τασία, τη γραμματέα. Γεροντοκόρη εκ πεποιθήσεως η ίδια, δεν έβρισκε καθόλου αντίθετο προς την ιδεολογία της το να εργάζεται σε γραφείο συνοικεσίων. Αντίθετα, παρότρυνε τους υποψηφίους απαριθμώντας τα πολλά καλά του έγγαμου βίου. Για να εισέλθει κάποιος στα άδυτα του γραφείου και να τύχει της προσωπικής της εκτίμησης, έπρεπε να συμπληρώσει ένα ερωτηματολόγιο που θύμιζε κοριτσίστικο λεύκωμα. «Τι εστί έρως, ποιος είναι ο ιδανικός σύντροφος, αγαπάτε τα παιδιά» και άλλα παρόμοια, αποτελούσαν μέρος της διαδικασίας στρατολόγησης που εφάρμοζε.
Η Τασία με υποδέχτηκε σαν τον αναμενόμενο σωτήρα. Έστω και με τις σπουδές υποκριτικής που είχα κάνει, πίστευε ότι θα αποκαταστούσα τη χαμένη αίγλη της επιχείρησης. Το γραφείο δεν έπασχε από διπλώματα, από πελάτες έπασχε. Κι όμως, ο κόσμος εξακολουθούσε να έχει ανάγκη ενός συντρόφου. Ο θεσμός του γάμου δεν είχε ξεφτίσει. Τι να έκανα;
«Να δεις ελληνικές ταινίες» απάντησε σιβυλλικά η Τασία. «Στις παλιές ταινίες, τα προξενιά δίνουν και παίρνουν. Κάτι μπορεί να βγάλεις από εκεί» συμπλήρωσε.
Πέρασα δύο μερόνυχτα παρέα με το βίντεο. Το πρωινό της τρίτης ημέρας με βρήκε με μια σατανική ιδέα στο μυαλό. Μπορεί να έμοιαζε λίγο απάτη, όταν όμως δεν έχεις από πού να πιαστείς, όλα τα βλέπεις για σανίδες σωτηρίας.
Η Τασία παραξενεύτηκε όταν είδε το βαλιτσάκι του μακιγιάζ και τη μεγάλη σακούλα που ξεχείλιζε από περούκες.
«Πού τα πας όλα αυτά;» ρώτησε.
«Ακολουθώ τη συμβουλή σου» της απάντησα εύθυμα.
Πίσω από το τεράστιο γραφείο από ξύλο κερασιάς -το μόνο σημάδι ματαιοδοξίας του μπαμπά- στρίμωξα το φορτίο μου. Μετά, βολεύτηκα στην πολυθρόνα και άρχισα να μελετάω τα «αζήτητα», δηλαδή παλιούς πελάτες που δεν είχαν αποκατασταθεί, καθώς και τις καινούριες αφίξεις. Όλοι έψαχναν απεγνωσμένα το ταίρι τους. Οι γνωριμίες μέσω γραφείου είχαν ακόμα τους οπαδούς τους. Τι έφταιγε όμως που τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά; Ο τρόπος πλασαρίσματος φυσικά! Οι πελάτισσες του γραφείου -αποφάσισα να ασχοληθώ πρώτα με τις γυναίκες- φυσικά και δεν ήταν τέλειες, ποιος είναι άλλωστε! Εδώ όμως μιλούσαμε για εμφανή ανάγκη αισθητικού, κινησιολόγου, δάσκαλου ορθοφωνίας και οποιουδήποτε άλλου ειδικού μπορούσε να σκεφτεί κανείς πάνω στην απελπισία του. Δεν αδικούσα τους υποψήφιους που εγκατέλειπαν στη δεύτερη συνάντηση!
Από τους φακέλους, διάλεξα τρεις περιπτώσεις, αυτές που μου έμοιαζαν οι πιο ελπιδοφόρες. Κάλεσα τις κυρίες στο γραφείο και μιλήσαμε για ώρα. Κατά βάθος ήταν όλες τους καλές, απλά μόνο λίγο ατυχήσασες. Η κάθε μια είχε ένα πρότυπο, μια γυναίκα-σύμβολο που λάτρευε και στην οποία ήθελε να μοιάσει. Η Εριέττα, η Ευαγγελία και η Αναστασία, όλες τους πάλευαν κάτι να θυμίζουν, το αποτέλεσμα όμως αδικούσε κάθε τους προσπάθεια.
Κάναμε μια συμφωνία. Θα συναντούσα εγώ τους υποψήφιους. Για λίγο, θα έπαιρνα τη θέση τους. Μετά, θα μετέφερα στις τρεις του το τι είχα αποκομίσει από τη συνάνητης και αυτές θα αφομοίωναν τις νέες γνώσεις και θα προσπαθούσαν να βελτιωθούν. Σιγά την κοροϊδία! Απλά θα τους άνοιγα το δρόμο.
Σαν Εριέττα, γνώρισα τον Αλέξανδρο. Μου φάνηκε ενδιαφέρουσα περίπτωση. Ρομαντικός και περιποιητικός, ήταν ιδανικός για τη χαμηλοβλεπούσα μελαχρινή, αρκεί αυτή να γινόταν λίγο πιο εκδηλωτική. Στο τρίτο ραντεβού, είχα φτιάξει το πορτρέτο του Αλέξανδρου με τόσες λεπτομέρειες που έμοιαζε λες και τον γνώριζα χρόνια!
Σαν Ευαγγελία, γνώρισα τον Θωμά. Με καστανή περούκα και έντονο μακιγιάζ, ο Θωμάς που δε με είχε γνωρίσει ποτέ ως ιδιοκτήτρια του γραφείου συνοικεσίων, πίστεψε πως είμαι η υποψήφια και μου άνοιξε την καρδιά του.
Ο Ανδρόνικος, θεωρώντας πως η κοκκινομάλλα με τα πράσινα μάτια απέναντί του ήταν η Αναστασία, υπήρξε και ο πιο εκδηλωτικός από όλους, δεν μπορούσε καν να κρύψει τον ενθουσιασμό του.
Ωραία! Καλά τα είχα καταφέρει! Ποτέ εξάλλου δεν αμφέβαλα για το υποκριτικό μου ταλέντο. Το πρόβλημα ήταν τώρα πώς θα παρουσίαζα τις πραγματικές υποψήφιες χωρίς να καταλάβει κανένας τη διαφορά. Ευτυχώς που στο μισοσκόταδο του ίδιου καφέ όπου είχα δώσει ραντεβού σε όλους, αυτός που είχα κάθε φορά απέναντί μου, μόνο γενικά χαρακτηριστικά μπορούσε να διακρίνει.
Επέσπευσα τα ιδιαίτερα μαθήματα στις κοπέλες. Η αλήθεια ήταν πως και οι τρεις αποδείχτηκαν επιμελείς μαθήτριες. Σε μια βδομάδα είχαν βελτιώσει τόσο τον τρόπο ομιλίας τους όσο και την εξωτερική τους εμφάνιση. Τους έμαθα τα μυστικά της υποκριτικής τέχνης, γιατί μπορεί να ακούγεται λίγο τετριμμένο, αλλά κάθε γυναίκα δείχνει μόνο ένα κομμάτι του εαυτού της. Τα υπόλοιπα αλλάζουν ανάλογα με το ταλέντο μας.
Η πλάκα είναι ότι μέσα από αυτά τα ραντεβού πέτυχα διάνα. Τρία στα τρία! Η γιαγιά μου έλεγε πως άμα οργώσεις το χωράφι, τα άλλα γίνονται από μόνα τους. Αυτή η ανέλπιστη επιτυχία με έκανε να σκεφτώ καλύτερα το θέμα του γραφείου. Χρειαζόμασταν άλλη οργάνωση, έπρεπε να εκμοντερνιστούμε. Το πείραμα μού έδωσε μιαν ιδέα. Η πελατεία του γραφείου ήταν δεδομένη, το ζητούμενο ήταν να την κάνουμε επιθυμητή.
Νοίκιασα και το διπλανό διαμέρισμα. Το επίπλωσα και το διακόσμησα δίνοντάς του το χαρακτήρα ενός χώρου χαλάρωσης, με διακριτικό φωτισμό και απαλά χρώματα. Το παλιό γραφείο μετατράπηκε σε κάτι παραπλήσιο μιας αίθουσας φροντιστηρίου. Εξοπλίστηκε με στερεοφωνικό και μηχανή προβολής. Εδώ γινόταν η εκπαίδευση των «μαθητών» μας.
Τα πράγματα ήταν απλά. Έκλεινα το πρώτο ραντεβού με τον ή την υποψήφια και τα λέγαμε φιλικά. Μέσα από την κουβέντα μας, καταλάβαινα τι ήθελε ο άλλος. Το ζητούμενο πλέον ήταν να δημιουργήσω το κατάλληλο πρόσωπο. Ούτε απάτες, ούτε τίποτα! Στο γραφείο μας, βοηθούσαμε δυο ανθρώπους να έρθουν πιο κοντά προσθέτοντας κάποια στοιχεία για να γίνουν επιθυμητοί. Δεν είναι κακό! Όλοι μας έχουμε ένα απόθεμα δυνατοτήτων. Γιατί να μείνει αχρησιμοποίητο;
Ακόμη και η Τασία άλλαξε προσέγγιση σχετικά με το γάμο και ήταν από τις πιο επιμελείς μαθήτριές μου,  τόσο που σε λίγους μήνες βρέθηκε παντρεμένη!
Αναστέναξα ανακουφισμένη. Στο γραφείο από ξύλο κερασιάς απέναντί μου -το μόνο ενθύμιο της παλιάς επίπλωσης- ο πατέρας μου χαμογελούσε ικανοποιημένος μέσα από την κορνίζα του.


«Όχι!» τον μάλωσα ανταποδίδοντάς του ένα αυστηρό χαμόγελο. «Μη χαίρεσαι! Εμένα θα περάσει πολύς καιρός μέχρι να με αποκαταστήσεις!»

Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2015

Πρόσκληση σε γάμο

After the reception
Douglas Volk
Εγώ που δεν παντρεύτηκα ποτέ μου, δυο χρόνια τώρα δεν έχω αφήσει γάμο που να μην έχω πάει. Και κάθε φορά παίρνω κι ένα κομμάτι από τη χαρά των άλλων και την κάνω δική μου.
Θυμάμαι τότε που πρωτοβρέθηκα απρόσκλητη σε γάμο. Περνούσα έξω από την εκκλησία, κοντοστάθηκα, είδα τον γαμπρό που αδημονούσε ιδρώνοντας και σφίγγοντας πάνω του την ανθοδέσμη. Η μητέρα του από κοντά διόρθωνε το λουλούδι στο πέτο, τίναζε αόρατη σκόνη από τις βάτες του σακακιού του. Πιο πέρα οι συγγενείς είχαν πιάσει κουβεντολόι φουσκώνοντας και ξεφουσκώνοντας. Ένα χαρούμενο μελίσσι, περίμεναν με αγωνία τη βασίλισσά τους. Δυνατά κορναρίσματα έκαναν όλα τα κεφάλια να στραφούν, καθώς το νυφικό αμάξι ήρθε και σταμάτησε σχεδόν δίπλα μου. Κοίταξα τη νύφη, δροσερή και ξένοιαστη, μου θύμισε τα χαμένα μου νιάτα. Σκούπισα το νοτισμένο μου μάγουλο και μηχανικά ακολούθησα το σμάρι των καλεσμένων. Σαν παρείσακτη αισθάνθηκα. Έφυγα προτού τελειώσει το μυστήριο. Κάθισα σ’ ένα παγκάκι εκεί έξω. Το μυαλό μου γύρισε πίσω στα χρόνια που κύλησαν ορμητικά σαν το νερό που σαρώνει τα πάντα στο διάβα του. Αχ! τα νιάτα. Σε κάνουν υπερφίαλο και σε ξεγελάνε. Νομίζεις πως θα τα έχεις μια ζωή κι αυτά κάποτε σε βαριούνται και σε αφήνουν στα κρύα του λουτρού. «Σε καλό μου!» μονολόγησα και ρούφηξα τη μύτη μου. Κοίταξα γύρω μου. Ευτυχώς, δεν ήταν κανένας να με δει να κλαίω. Όχι που θα είχε σημασία. Το πολύ να με περνούσαν για καμιά θεία που δεν άντεξε τη συγκίνηση.
Κάθε αρχή και δύσκολή που λένε, κι έτσι απλά το ξεπέρασα. Γιατί από εκείνο το απόγευμα που σαν λαθρεπιβάτης βρέθηκα ανάμεσα στους καλεσμένους, μου έγινε συνήθεια. «Όπου γάμος και χαρά, η Βασίλω πρώτη», λέει η παροιμία. Κάπως έτσι ήταν! Σύντομα, ξεθάρρεψα τόσο που έπιανα και την κουβέντα. Βέβαια μετρημένα λόγια, μην κάνω και καμιά γκάφα! Άφηνα τον συνομιλητή μου να με κατατοπίσει για τη συγγένειά του με τον γαμπρό ή τη νύφη και μετά κανόνιζα την πορεία μου. Αοριστολογούσα σχετικά με τη δική μου σχέση με τους μελλόνυμφους. Αν βέβαια είχα εξασφαλίσει τα νώτα μου, θρασύτατα έφερνα την κουβέντα στα δώρα του γάμου, στο γαμήλιο τραπέζι ή το ταξίδι του μέλιτος.
«Είστε συγγενής της νύφης; Μήπως είστε θεία του γαμπρού;» ρωτούσαν.
Με τον καιρό απόκτησα αέρα. Σαν πραγματική θεία μιλούσα για το αγοράκι ή το κοριτσάκι -τόσο δα καλέ το θυμάμαι!- επινοώντας ιστορίες εκ του μηδενός. Έχτιζα πυραμίδες μυθοπλασίας χωρίς τύψεις και το γλεντούσα. Καμιά φορά κρυφογελούσα και σκεφτόμουν πως είχα ταλέντο. ¨Έπρεπε να είχα γίνει ηθοποιός. Τότε ήταν που θυμόμουν τη μάνα μου. Είχε φάει μια ζωή στα μπουλούκια. Μέχρι που πέθανε άδοξα στην ψάθα, αχώριστες ήμασταν. Ήξερα όλους τους ρόλους της απ’ έξω, το σανίδι όμως δεν το ήθελα. Ποτέ μου δεν ανέβηκα επάνω του, ούτε κι όταν η μάνα μου αρρώστησε ξαφνικά και κάποιος έπρεπε να παίξει τον ρόλο της. Αυτόν τον ρόλο τον πήρε τελικά η Βέρα που ήμασταν συμμαθήτριες. Μεγάλη θαυμάστρια της μητέρας μου! Όταν ερχόταν το μπουλούκι, παράσταση δεν έχανε. Τη Βέρα την κέρδισε η σκηνή. Μεγάλη όμως δεν έγινε ποτέ. Ο πρώτος ρόλος πάντα της ξέφευγε, κάποια της έκλεβε την τελευταία στιγμή τη δόξα. Τώρα, το δυαράκι της στην Κυψέλη ήταν ασφυκτικά γεμάτο από φωτογραφίες κι αποκόμματα, η ζωή της όλη. Άντρα και κόρη που έκανε, της ξέφυγαν κι αυτοί σαν τους μεγάλους ρόλους. Κάποια στιγμή βαρέθηκαν τη ζούρλα της όπως έλεγαν κι οι δυο και πήγαν να ζήσουν στην Αμερική.
Η Βέρα με πήρε τηλέφωνο. Θα ερχόταν για καφέ το απόγευμα. Της είπα κατά τις πέντε. Υπολόγιζα έξη και μισή άντε επτά θα τελειώναμε, ήτανε και Σάββατο, να προλάβαινα και κανένα γάμο!
Η Βέρα άργησε. Το κουδούνι αντήχησε εκνευριστικά στ’ αυτιά μου όταν οι δείχτες του ρολογιού έδειχναν ήδη έξη και δέκα.
«Συχώρα με Ελένη μου! Δε φταίω εγώ. Τρία τέταρτα περίμενα ταξί, δεν ξέρεις τι ταλαιπωρία τράβηξα» είπε φουριόζα. Τότε πρόσεξε που ήμουν ντυμένη στολισμένη και σταμάτησε ξαφνιασμένη. «Φεύγεις;» ρώτησε μονολεκτικά κι όλη η απογοήτευση φάνηκε στο πρόσωπό της.
Κοίταξα με τρόπο το ρολόι μου. Τι έφταιγε η καημένη η Βέρα; Ας έχανα κι ένα δυο γάμους, δε θα πάθαινα και τίποτα πια!
Πίναμε τον καφέ μας κι η Βέρα με κοίταζε όλο περιέργεια. Στο τέλος δεν κρατήθηκε.
«Ραντεβουδάκι;»
«Άσε μας καημένη στην ηλικία μας. Πάει, το χάσαμε το τρένο! Αυτά είναι για τους νέους».
«Ε, δεν μας πήραν δα και τα χρόνια» θίχτηκε η Βέρα.
«Δε λέω αυτό! Εδώ τον εαυτό μας με το ζόρι φέρνουμε βόλτα, να χουμε κι άλλον έννοια;»
«Αυτό ξαναπέστο» βιάστηκε να συμφωνήσει η Βέρα και ρούφηξε με θόρυβο μια γουλιά καφέ.
Αφηρημένη, κοίταζα τα γάντια μου παρατημένα στο τραπεζάκι, όταν ξαναρώτησε.
«Λοιπόν, για πού με το καλό;»
«Σ’ ένα γάμο πάω» απάντησα, γιατί ήξερα πως από τη Βέρα δε γλιτώνεις εύκολα.
«Μπα! Παντρεύεται κανένας γνωστός;»
«Πού να σου λέω τώρα! Δεν τους ξέρεις».
«Περίεργο! Συγγενείς και φίλους, τους ξέρω όλους. Δεν είναι και πολλοί. Στα δάχτυλα μετριούνται».
Δεν το είπε από κακία, εγώ όμως βούρκωσα, δεν ξέρω γιατί.
«Έχεις δίκιο», παραδόθηκα αποκαμωμένη. «Ούτε που ξέρω ποιανού είναι ο γάμος. Έτσι, στην τύχη πηγαίνω». Αναγκάστηκα να της εξηγήσω, να ομολογήσω το αμάρτημά μου. «Ευτυχώς που άνοιξε ο καιρός κι από γάμους ένα σωρό. Φαντάσου τον χειμώνα με τις βροχές και τα κρύα, τι τράβηξα!» κατέληξα μετά από ένα τέταρτο αγχωμένης αφήγησης.
Η Βέρα σιγόπινε τον καφέ της αμίλητη. Πάνω που αναρωτιόμουν αν έπρεπε διακριτικά να της θυμίσω πως ήταν ώρα να φύγω...
«Θα έρθω μαζί σου», μου πέταξε.
Στην αρχή μού κακοφάνηκε. Λες κι ο γάμος ήταν δικός μου και μου εμφανιζόταν απρόσκλητη. Μετά, ήρθα στα συγκαλά μου. Μήπως εμένα με είχαν προσκαλέσει; Γινόμουν παράλογη.
Κι έτσι βρεθήκαμε να περιμένουμε τη νύφη, ανακατεμένες με τους καλεσμένους. Η ώρα περνούσε, όλοι αδημονούσαν. Με τα πολλά, το νυφικό αμάξι έφτασε, η πόρτα όμως δεν έλεγε να ανοίξει. Όλοι περιμέναμε παραξενεμένοι, από κάπου ακούγονταν ψίθυροι. Ο γαμπρός πλησίασε κι άνοιξε την πόρτα.
«Μαρίνα, τι συμβαίνει;» ρώτησε τη μέλλουσα συμβία του.
Η Μαρίνα όμως δεν έλεγε να βγει. Ο κόσμος άρχισε να μουρμουρίζει. Σκόρπια λόγια πήγαιναν κι ερχόντουσαν πως η νύφη είχε μετανιώσει. Εγώ κι η Βέρα ενστικτωδώς είχαμε πλησιάσει το αυτοκίνητο. Τώρα ακούγαμε φωνές.
«Ουφ! το παλιοκόριτσο», ξεφύσησε ο πατέρας της νύφης βροντώντας την πόρτα θυμωμένος. «Δεν της αρέσει το χτένισμα, δεν της αρέσει το βάψιμο, δεν της αρέσει το ένα, δεν της αρέσει το άλλο. Σε λίγο θα μας πει πως δεν της αρέσει κι ο γαμπρός. Φταίω εγώ που δεν την έδειρα όσο ήταν μικρή. Αυτά πληρώνω τώρα» και πάνω που τελείωνε την αυτοκριτική του, αντίκρισε το χαμόγελο της Βέρας. 
Και δεν ξέρω αν ήταν η καλοκάγαθη μορφή του ή το κωμικοτραγικό της στιγμής, η Βέρα όμως ένοιωσε πως κάπου εκεί βρισκόταν ο ρόλος που χρόνια πριν της είχε ξεφύγει. Το κατάλαβα από το πρόσωπό της και φοβούμενη τα χειρότερα, τη σκούντηξα διακριτικά. Σαν να συνήλθε, το χαμόγελό της έγινε πιο πλατύ, πλησίασε τον πατέρα της νύφης και είπε: «Μα, δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείτε! Κι εγώ έτσι έκανα στο γάμο μου. Τα νιάτα βλέπετε!» Και το χαμόγελο πλάτυνε κι άλλο, ενώ ο πατέρας της νύφης την κοίταζε σαν μαγεμένος. Κάτι ήθελε να της πει αλλά δίσταζε.
«Εσείς δεν είσαστε η Βέρα Βολάνη;» αποτόλμησε.
Η φιλενάδα μου του έγνεψε καταφατικά.
«Αιώνιος θαυμαστής σας!» τραύλισε αυτός και της φίλησε το χέρι.
Αυτό το «αιώνιος» δεν της καλάρεσε της Βέρας, πάντως γενικότερα κολακεύτηκε που τη θυμόντουσαν ακόμα.
«Λοιπόν, τι λέτε; Μπορώ να μιλήσω για λίγο στη νύφη;» ρώτησε πεταρίζοντας κοκέτικα τις βλεφαρίδες και χωρίς να περιμένει απάντηση, χώθηκε στο αμάξι.
Ένα τέταρτο έμεινε κλεισμένη με τη νύφη, ενώ ο παπάς πηγαινοερχόταν εκνευρισμένος λέγοντας πως δε θα προλάβαινε το επόμενο μυστήριο και πως όλο το πρόγραμμα της εκκλησίας θα πήγαινε πίσω. Ο γαμπρός πηγαινοερχόταν κι αυτός μοιράζοντας βεβιασμένα χαμόγελα.
Και πάνω που το μουρμουρητό του κόσμου -που ευκαιρία δε χάνει όταν διακρίνει σύννεφα στον ορίζοντα, να χαρεί για την επερχόμενη καταιγίδα- όλο και δυνάμωνε, ανοίγει η πόρτα του αυτοκινήτου και πρώτα βγαίνει η Βέρα, απλώνει το χέρι σαν αρχαία τραγωδός, και η νύφη ξεπροβάλλει λαμπερή στο κάτασπρο νυφικό της.
Το μυστήριο τελέστηκε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, κάπως βιαστικά είναι η αλήθεια, για να πάρουν σειρά και οι μετέπειτα.
«Τι λες; Θα μείνεις και στον επόμενο;» ρώτησα τη Βέρα.
«Δεν ξέρω για σένα καλή μου, εγώ όμως θα πάω στο τραπέζι. Και θα σε συμβούλευα να κάνεις κι εσύ το ίδιο».
«Καλά σοβαρολογείς; Δεν έχω δα και τόσο θράσος!»
«Έλα που θίγεσαι! Ο Δημήτρης, ο πατέρας της νύφης θέλω να πω, μας προσκάλεσε και δεν ακούει κουβέντα».
Μιάμιση ώρα αργότερα, ενώ τρώγαμε τα εξαίσια εδέσματα κάτω από τους ήχους μιας απαλής χορευτική μουσικής, δεν κρατήθηκα.
«Μάγια τής έκανες;» ρώτησα μπουκωμένη τη Βέρα.
«Ποτέ δε μιλάμε με το στόμα γεμάτο εκτός κι αν το κάνουμε για λόγους ορθοφωνίας» με ψευτομάλλωσε κι έσκασε στα γέλια.
«Να δω μέχρι πότε θα με δουλεύεις! Στο κάτω-κάτω, δικός μου ήταν ο γάμος».
«Τι μας λες!» ξαναγέλασε αυτή. Είδε όμως που πειράχτηκα στ’ αλήθεια. «Δε θα το πιστέψεις! Όταν μπήκα στο αμάξι, ιδέα δεν είχα τι θα της έλεγα. Έτσι που την είδα όμως κλαμένη, πασαλειμμένη, ξεκίνησα μιαν ιστορία μισή ψέμα-μισή αλήθεια».
Της συστήθηκε σαν θεία που διέπρεπε στα θέατρα της Νέας Υόρκης, πως είχε έρθει ειδικά για το γάμο, πως ο ανιψιός της, ο γαμπρός δηλαδή, της το φύλαγε για έκπληξη και άλλα τέτοια. Η νύφη εντυπωσιάστηκε. Μικρή κοπέλα ήταν, το ψωμί της ο κινηματογράφος και το θέατρο.
«Καλά βρε θηρίο, αυτή όταν βγήκε από το αμάξι έλαμπε. Ποιος την έβαψε, ποιος τη χτένισε;»
Η Βέρα χαμογέλασε κι έσκυψε να πιάσει την τσάντα της.
«Ορίστε ο αυτουργός», είπε και σαν ταχυδακτυλουργός, άνοιξε την τσάντα.
Ό,τι είχε σχέση με μακιγιάζ, βούρτσες, τσιμπιδάκια, ως και κουάφ, στριμωχνόταν εκεί μέσα.
«Τον Θεό σου δεν έχεις» της είπα γελώντας και την αγκάλιασα.
«Και σαν να μην έφταναν αυτά…» συνέχισε ξελιγωμένη. Εκείνη τη στιγμή, πέρασε από δίπλα ο πατέρας της νύφης. Με έκπληξη είδα που έκλεισε το μάτι στη Βέρα.
«Μη μου πεις!» την κοίταξα καλά- καλά.
«Σου το λέω! Ο Δημήτρης δεν ξέρει πώς να με ευχαριστήσει. Άσε που δηλώνει καταγοητευμένος» πρόσθεσε η Βέρα και για πρώτη φορά την είδα να κοκκινίζει σαν κοριτσόπουλο.
Έξη μήνες αργότερα η Βέρα μού ανακοίνωσε πως παντρεύεται τον Δημήτρη.
«Να έχεις τον νου σου, Ελένη μου, γιατί θα σου πετάξω την ανθοδέσμη. Κι αυτή που θα την πιάσει, λένε πως μέσα στον χρόνο παντρεύεται!»
«Δεν είμαστε με τα καλά μας!» είπα κι έφτυσα τον κόρφο μου!