Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2015

Evridiki Amanatidou: The Dragon and the Garlic Eater Knights

TitleThe Dragon and the Garlic Eater Knights
AuthorEvridiki Amanatidou
ISBN978-618-5147-71-6


Contributors
Translation from Greek: Evridiki Amanatidou 
Editing, Proofreading: Brenda Whittaker
IllustrationsApollonia Paramythioti 
Page LayoutIraklis Lampadariou 

Description
Marcos is a dragon who can neither fly nor blow fire out of his mouth. He lives peacefully in Pamfoukia until the moment when the distant memory of the Garlic Eater Knights will lead him to the Scary Swamp. Along with Filandros, Spigos and Spithami, they have a long journey ahead of them, and many riddles to solve; who is Green and where to find her? Who grabbed the silent water, and for which reason? Why the odour of garlic is too suffocating for some people?
Will they make it in time to fight against the evil that the Scary Swamp emits?
The conflict between two extremely different worlds, the fight, the result; an allegory about the battle of good and evil, love, friendship, and compassion.

(Recommended age: 10+)

This book has been flying on the Internet since November 2015.


Download the book in .pdf (document size: 1,47 MΒ)


Read the book online without downloading the file:


This book as well as all our ebooksis flying free on the Internet with Creative Commons license

  
(Attribution-Non Commercial-No Derivs 3.0 Unported)

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Η ακριβή ανάσα του νερού

ΤίτλοςΗ ακριβή ανάσα του νερού
ΣυγγραφέαςΕυρυδίκη Αμανατίδου
ISBN978-618-5147-68-6

Συνεργάτες
Φωτογραφία εξωφύλλου: Ευρυδίκη Αμανατίδου
Σελιδοποίηση: Ηρακλής Λαμπαδαρίου

Σύντομη περίληψη
Το 1983, η Μαρίτα εγκαταλείπει τις σπουδές της στη Νομική για να γίνει ηθοποιός, επισύροντας την οργή του πατέρα της. Ένας αινιγματικός Γερμανός σκηνοθέτης θα αναλάβει να τη βοηθήσει, ώστε να πραγματοποιήσει το όνειρό της. Τρελά ερωτευμένη μαζί του, ελπίζει πως εκείνος θα ανταποκριθεί στα αισθήματά της, διαψεύδεται όμως.
Κάποια χρόνια μετά, σε μια ενωμένη Γερμανία, θα συναντηθούν στο Φεστιβάλ κινηματογράφου στο Βερολίνο. Η παρεξήγηση που είχε δημιουργηθεί μεταξύ τους λύνεται και τίποτα δεν τους εμποδίζει να γίνουν ζευγάρι. Τουλάχιστον έτσι πιστεύουν, ώσπου όλα ανατρέπονται.

Ένα μυστικό από τα χρόνια της Κατοχής θα στοιχειώσει τις ζωές ενόχων και αθώων. Γύρω τους τα νερά των μύθων και των θρύλων της Αρκαδίας κυλάνε ορμητικά σκορπίζοντας την ακριβή ανάσα τους. Μέχρι τη λύτρωση, μέχρι το τέλος.

Το συγκεκριμένο βιβλίο πετάει ελεύθερα στο Διαδίκτυο από τον Οκτώβριο του 2015.



Κατεβάστε το βιβλίο σε μορφή .pdf (μέγεθος αρχείου: 1,92 ΜΒ)



Διαβάστε το σε μορφή εικονικού βιβλίου, χωρίς να κατεβάσετε το αρχείο:
Το συγκεκριμένο βιβλίο, όπως και όλα τα βιβλία των Εκδόσεών μας, ταξιδεύει ελεύθερα στο Διαδίκτυο με άδεια Creative Commons 

  
(Αναφορά Δημιουργού – Μη εμπορική χρήση - Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Ελλάδα)

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2015

Νίκος Φαρούπος: Έγκλημα στην Αντίπαρο

Ο αστυνόμος Αντρέας Ρούσσος βρίσκεται για διακοπές στην Αντίπαρο, τόπο καταγωγής του, έχοντας αφήσει πίσω του τις υποθέσεις του Τμήματος Εγκλημάτων κατά της ζωής. Όμως, ο αυγουστιάτικος παράδεισος που ονειρεύεται απέχει από την πραγματικότητα καθώς μια επείγουσα τηλεφωνική συνομιλία με ανώτερό του του υπενθυμίζει ότι είναι ακατόρθωτο να ξεφύγει κανείς από τον θάνατο. Ο ταξίαρχος Σκούρας τον πληροφορεί ότι ο Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, μεγαλοεπιχειρηματίας και γνωστός κοσμικός έχει εξαφανιστεί στο στενό πέρασμα ανάμεσα στο Δεσποτικό και την Αντίπαρο. Μάρτυρες βεβαιώνουν ότι τον είδαν να καυγαδίζει με νεαρό άντρα, να πέφτει στη θάλασσα, ενώ σχεδόν ταυτόχρονα το σκάφος του πιάνει φωτιά και ο άγνωστος νεαρός διαφεύγει με το φουσκωτό του σκάφους. Μάταια ο αστυνομικός της ΕΛΑΣ θα προσπαθήσει να ξεκλέψει κάποιες ώρες προσωπικής χαλάρωσης. Καθώς οι μέρες περνούν, η υπόθεση θα τον μπλέξει στον δαίδαλό της, φέρνοντάς τον αντιμέτωπο με αντιφατικές μαρτυρίες, παλιούς του γνώριμους από τις φυλακές, «αναγκαστικές» εξομολογήσεις, έρωτες του χθες αλλά και της στιγμής. Μια σειρά περίεργων ατυχημάτων όσον αφορά πρόσωπα του άμεσου ή του έμμεσου περιβάλλοντος του Κωστόπουλου θα γεννήσει νέα ερωτηματικά. Κι όλα αυτά πασπαλισμένα και σερβιρισμένα με το glitter του κόσμου του θεάματος.
Ο Νίκος Φαρούπος δανείζει τη «φωνή» του στον ήρωά του και μας χαρίζει έναν αυθεντικό τύπο που αναζητά όχι το έννομο αλλά το ηθικό δίκαιο. Ο αστυνόμος Ρούσσος τσαλακώνεται, λοιδορεί, φιλοσοφεί, διακατέχεται από πάθη, κάνει σωστές και λάθος εκτιμήσεις, ακρογωνιαίος λίθος αυτού του συναρπαστικού νουάρ μυθιστορήματος. Ευρηματική η κωδική ονομασία «Μανταλένα», αφού εμείς οι πιο παλιοί τουλάχιστον, θυμόμαστε ότι το βασικό στόρι της ελληνικής ταινίας είναι ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε δυο οικογένειες ιδιοκτητών καϊκιών και ο τόπος των γυρισμάτων η Αντίπαρος. Πόσο απέχει το χθες από το σήμερα, εκείνος ο μικρός, παραδοσιακός, πρωτόγονος τόπος από το κοσμοπολίτικο, σαγηνευτικό και αν θέλετε, απατηλό παρόν, όπου κυριαρχεί ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους Κωστόπουλο και Μυλωνά, ο αναγνώστης θα το βρει μέσα στις σελίδες του «έγκλημα στην Αντίπαρο». Η γλαφυρή μαρτυρία της θείας Μαρουσώς είναι απολαυστική και ιδιαίτερα κατατοπιστική για να πάρει κανείς μια πρώτη γεύση.
Μεστός λόγος, γεμάτος αναφορές ιστορικής και φιλοσοφικής φύσης. Ο Νίκος Φαρούπος ανατέμνει τον εγκληματία και τον περίγυρό του παραπέμποντας σε όρους και θεωρητικά ρεύματα της Εγκληματολογίας και της Δικαστικής Ψυχολογίας. Ο Αντρέας Ρούσσος είναι αμείλικτος αλλά και αθεράπευτα ρομαντικός, μπορεί να κρατάει το υπηρεσιακό του περίστροφο στο ένα χέρι και στο άλλο τον Άμλετ του Σαίξπηρ, αναρωτιέται για τον έρωτα, τον θάνατο, τον φόβο, τον εγωισμό, ονειρεύεται σε μία χώρα όπου κυριαρχεί η κρίση σε κάθε της έκφανση, σε μια εποχή που δεν παύει να εκπλήσσει και τον πιο κυνικό. Θα ξεσκεπάσει άραγε την αλήθεια και ποιο θα είναι το κόστος; Η ανατροπή μπορεί να συμβεί ακόμη και τη «δωδεκάτη» ώρα.
Κλείνοντας δεν θα μπορούσα να μην αναφερθώ στο λιτό και έξοχο καλοκαιρινό εξώφυλλο που δίνει ανάγλυφα και το στίγμα του μυθιστορήματος: η αμέριμνη femme fatale που καπνίζει ατενίζοντας τη θάλασσα ενώ στην άκρη της σελίδας φαίνονται τα πόδια που παραπέμπουν σε ντυμένο αντρικό σώμα κάνοντας εμφανές το πόσο παράταιρα αυτά βρίσκονται στο ειδυλλιακό τοπίο.

Το μυθιστόρημα "Έγκλημα στην Αντίπαρο" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. 

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2015

Ο ήλιος που έχασε τον δρόμο του (audio book)



«Και τι πειράζει που μου αρέσουν τα παιχνίδια και βαριέμαι να μάθω Γεωγραφία;». Αυτό έλεγε συνέχεια ο σκανταλιάρης ήλιος, ο Λάμπης.
Έλα όμως που ήρθε η ώρα να ανατέλλει και να φωτίζει, για να ξεκινήσει η μέρα των ανθρώπων.
Και τότε…
Τότε, τα βρήκε λίγο δύσκολα τα πράγματα. Χαρούμενος και με πολλή όρεξη ξεκίνησε, μα γρήγορα μπερδεύτηκε και λίγο μετά έχασε το δρόμο του.
Τι θα κάνουν οι άνθρωποι για να βοηθήσουν τον άτακτο μικρό;
Μια ιστορία για τη χρησιμότητα που έχει το κάθε τι και τη δύναμη της αλληλοβοήθειας.

Audio book από τις Εκδόσεις Σαΐτα (www.saitapublications.gr)
Συγγραφέας: Ευρυδίκη Αμανατίδου
Εισαγωγή: Κωνσταντίνα Χαρλαβάνη
Ανάγνωση: Ηρακλής Λαμπαδαρίου

Στοιχεία ebook:
Ο ήλιος που έχασε τον δρόμο του, Ευρυδίκη Αμανατίδου, ISBN: 978-618-80220-8-9, Νοέμβριος 2012, Εκδόσεις Σαΐτα

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

Μίνως Αθανάσιος Καρυωτάκης: Κωδικό όνομα:Αφύπνιση

Νέα Υόρκη, σήμερα. Κανένας δεν υποπτεύεται ότι υπάρχουν και ζουν ανάμεσα στο ανώνυμο πλήθος κάποιοι χαρισματικοί άνθρωποι. Ένα παιδί θα τους αποκαλούσε σούπερ ήρωες. Ένας ενήλικος ανάλογα με τον χαρακτήρα του θα τους έλεγε μεταλλαγμένους ή φρικιά ή κατά το πολιτικώς ορθότερο, διαφορετικούς. 
Ο Λεξ σταματάει τον χρόνο για πέντε δευτερόλεπτα, ο Πίτερ μπορεί να μεταμορφωθεί σε λυκάνθρωπο. η Μέγκαν εξουσιάζει τους κεραυνούς, η Έλεν μπορεί να ζωντανέψει τα δύο τατουάζ που κοσμούν τα χέρια της. Ο Τζέικομπ καταφέρνει να μετατρέψει τα χέρια του σε καρφιά και η Μύριαμ να αποπλανήσει τον οποιονδήποτε με την ανάσα της. 
Θα έλεγε κανείς ότι η διαφορετικότητά τους και μόνο θα τους έκανε συμμάχους, είναι όμως αντίπαλοι και η κάθε ομάδα διεκδικεί έναν δικό της κόσμο. Η ομάδα του Πίτερ προσπαθεί να αφυπνίσει έναν ισχυρό δαίμονα, η ομάδα του Λεξ να αποτρέψει την αφύπνιση. 
Τα πράγματα μπλέκονται όταν ο ανύποπτος Ντέιβιντ Μπέικερ, πρώην ρεπόρτερ, πέφτει στα χέρια της ομάδας του Πίτερ, αγνοώντας ότι είναι ο εκλεκτός, το άτομο δηλαδή που θα αφυπνίσει τον δαίμονα. 
Ο Μίνως Αθανάσιος Καρυωτάκης γράφει ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα με καταιγιστική πλοκή που ναι μεν έχει να κάνει με το υπερφυσικό και το fantasy, στην ουσία όμως είναι ένα ψυχογράφημα του σημερινού ανθρώπου: του ατόμου που έχει καταπνίξει τα συναισθήματά του, που προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με τις αυξημένες υποχρεώσεις βλέποντας τις ελπίδες του να ματαιώνονται καθημερινά. Αλλά και του ανθρώπου που έμαθε να είναι καχύποπτος απέναντι στο κάθε τι, εγωιστής, προπετής, ιδιοτελής, πλεονέκτης. 
Κάθε ιστορία έχει δύο όψεις. Έτσι και σε αυτό το μυθιστόρημα υπάρχουν δύο οπτικές. Πώς βλέπουν οι ιδιαίτεροι "ήρωες" τον εαυτό τους, το χάρισμα ή την κατάρα τους και πώς τους αντιμετωπίζουν οι άλλοι. Πέρα από τις εντυπωσιακές σκηνές, τη σύγκρουση των διαφόρων χαρακτήρων, τα κυνηγητά, εγώ θα εστιάσω στην εσωτερική πάλη των ηρώων, ακόμη και αυτών που κρατάνε "δεύτερους" ρόλους και θα δώσω τα συγχαρητήριά μου στον συγγραφέα που τους έφερε κοντά μου και κοντά στον κάθε αναγνώστη θέλω να πιστεύω. Κατ΄εμένα το "κωδικό όνομα: αφύπνιση" είναι ένα στοίχημα που βάζει ο άνθρωπος από τη στιγμή που θα κληθεί να αλληλεπιδράσει σε αυτόν τον κόσμο και μια αλληγορία πάνω στο τι σημαίνει καλό και κακό, τι σημαίνει πάλη σώματος, πνεύματος και ψυχής. 
Κυκλοφορεί σε ελεύθερη ψηφιακή μορφή από τις εκδόσεις Σαΐτα. 

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2015

Χάρης Γαντζούδης: Η απεργία των λαχανικών


ΤίτλοςΗ απεργία των λαχανικών
Συγγραφέας: Χάρης Γαντζούδης
ISBN978-618-5147-19-8

Συντελεστές
Εικονογράφηση: Γεωργία Πανώρη
Επιμέλεια κειμένου, διορθώσεις: Ευρυδίκη Αμανατίδου
Σελιδοποίηση: Ηρακλής Λαμπαδαρίου

Σύντομη περίληψη
Μια φορά κι έναν καιρό,
σ’ ένα τόσο δα μικρό χωριό,
υπήρχε ένας λαχανόκηπος μαγικός
τον οποίο φρόντιζε ο κυρ Ανέστης ο γλυκός.
Ντομάτες, πατάτες, πιπεριές,
σκόρδα, κρεμμύδια κι αγγουριές.
Όλα στη σειρά βαλμένα,
όμορφα και φροντισμένα.
Όλα κυλούσαν κανονικά.
Ήσυχα και αρμονικά.
Ώσπου ξαφνικά ένα βράδυ
κάτι ακούστηκε μες το σκοτάδι.
Η άποψή μου: Ένα τρυφερό παραμύθι καμωμένο από εύστοχες ρίμες θα διασκεδάσει αλλά και θα βάλει σε σκέψεις μικρούς και μεγάλους. Όλα πηγαίνουν καλά στον λαχανόκηπο του κυρ Ανέστη. Αυτός φροντίζει με αγάπη τα λαχανικά του κι αυτά ανταποδίδουν την αγάπη του με τη σειρά τους δίνοντας τους καρπούς τους. Μέχρι που από το πουθενά εμφανίζεται ο παρείσακτος. Κι όπως κάθε νέα άφιξη που έχει κάτι το πρωτόγνωρο και το εξωτικό, αυτός ο εισβολέας θα καταλάβει όσο χώρο διαθέτει  η καρδιά του κυρ Ανέστη με αποτέλεσμα οι ισορροπίες στον λαχανόκηπο να αλλάξουν. Τι θα γίνει τότε; Θα βρεθεί κάποιος ή κάτι να φέρει ξανά την ομόνοια και την αγάπη ή όλα θα τελειώσουν άδοξα; Διαβάστε το. Μια πρόταση για όλες τις ηλικίες και ένα μήνυμα για τις κρυμμένες ευαισθησίες, για την ισονομία, τη συνύπαρξη και τη συμβίωση πέρα από κάθε είδους διάκριση. 
Ένα μεγάλο μπράβο στον Χάρη Γαντζούδη για το πλέξιμο των στίχων, στη Γεωργία Πανώρη για την πολύ πετυχημένη εικονογράφηση που αποδίδει εύστοχα τη ζωντάνια της παρέας του κυρ Ανέστη και στη Σαΐτα για τη φροντίδα της υλοποίησης αυτής της όμορφης προσπάθειας. 

Το συγκεκριμένο βιβλίο πετάει ελεύθερα στο Διαδίκτυο από τον Φεβρουάριο του 2015.
Μπορείτε να το κατεβάσετε σε ελεύθερη ψηφιακή μορφή εδώ

Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

Γιώργος Φράγκας: Ελληνικές παροιμίες

ΤίτλοςΕλληνικές παροιμίες
Υπότιτλος: με αντίστοιχες στα Αγγλικά, Γαλλικά, Ιταλικά, Γερμανικά, Ισπανικά
Συγγραφέας: Γιώργος Φράγκας
ISBN978-618-5147-17-4

Συντελεστές
Σχεδιασμός εξωφύλλου, σελιδοποίηση: Ηρακλής Λαμπαδαρίου

Σύντομη περίληψη
Με κέντρο αναφοράς τις ελληνικές παροιμίες, γίνεται μία προσπάθεια να αντιστοιχισθούν με αγγλικές, γαλλικές, γερμανικές, ιταλικές και ισπανικές, εστιάζοντας στις ιδιαίτερες εικόνες, έννοιες και λέξεις που χρησιμοποιεί ο κάθε λαός. Παραλείφθηκε δηλαδή σκόπιμα κάθε ξενόγλωσση παροιμία που η εκφορά της είναι πανομοιότυπη με την αντίστοιχη ελληνική. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται για ένα απλώς μεταφραστικό εγχείρημα. Πρόκειται για μία συγκριτική ταξινόμηση περίπου 3200 παροιμιών…

Η άποψή μου: Κατέβασα το βιβλίο και διάβασα αρκετά κομμάτια, μια και υπάρχει μια αλφαβητική εννοιολογική κατάταξη. Αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι το πόσα στοιχεία λαογραφικά και ανθρωπολογικά μπορεί να συλλέξει κανείς μελετώντας τις εκφράσεις της λαϊκής σοφίας σε πέντε γλώσσες: ελληνικά, αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, ισπανικά. Το θεωρώ επίσης ένα πολύτιμο βοήθημα για επαγγελματικές και μη μεταφράσεις. 

Το συγκεκριμένο βιβλίο πετάει ελεύθερα στο Διαδίκτυο από τον Φεβρουάριο του 2015 και μπορείτε να το κατεβάσετε δωρεάν




Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2015

Χάρης Γαντζούδης: Σώματα

Μοναξιά, αλλοτρίωση, φόβος. Σπαράγματα έρωτα που προβάλλονται στο λευκό ενός τοίχου σαν σκιά, μια σκιά που ακολουθεί σαν το πιστό σκυλί τον μοναχικό εραστή. Όνειρα που θρυμματίστηκαν, όνειρα που διαλύθηκαν σαν τον καπνό του τσιγάρου της. Σκέψεις πλάνες καθώς το σώμα θυμάται και πονάει. Σκέψεις μάταιες σε μια διαδικασία διαχείρισης που κοστίζει. Άρνηση και απομόνωση, γιατί δεν μπορεί, δε θέλει, δεν είναι έτοιμος να δεχτεί τη νέα πραγματικότητα. Πόνος, μάταιος εγωισμός. Παραίτηση και μέρες που ξημερώνουν άσκοπα. Και το μυαλό εμμονικά να αναζητάει το οικείο σώμα. Κι όμως κάπου εκεί, κρυφοκοιτάει η ελπίδα, μια ελπίδα που ελλοχεύει πίσω από μια σημαντική διαπίστωση, ότι δυο σώματα ενώνονται πραγματικά μόνο όταν θα ταιριάξουν οι ψυχές.
Σε αυτή τη μικρή καλαίσθητη ποιητική συλλογή, ο Χάρης Γαντζούδης με λιτό αλλά ευαίσθητο ύφος καταγράφει τον κλονισμό, την απομόνωση, την άρνηση και τελικά την αποδοχή, αυτές τις φάσεις που κάθε άνθρωπος περνάει όταν μια σχέση παύει να υφίσταται. Το τέλος είναι απλά ένας κύκλος που κλείνει. Και αφήνουμε κάτι πίσω μας για να προχωρήσουμε μόνο όταν περάσουμε από την επίπονη διαδικασία του πένθους. Γιατί κάθε τέλος σημαίνει ότι ζούμε, συνεχίζουμε να ζούμε και μπορούμε να κάνουμε μια νέα αρχή, εκεί που της ψυχής το κούμπωμα αταίριαστο δε θα είναι.

Η ποιητική συλλογή Σώματα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Θράκα.

Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2015

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Ο Δράκος και οι σκορδοφάγοι ιππότες

ΤίτλοςΟ Δράκος και οι σκορδοφάγοι ιππότες
Συγγραφέας: Ευρυδίκη Αμανατίδου
ISBN978-618-5147-14-3

Συντελεστές
Εικονογράφηση: Απολλώνια Παραμυθιώτη
Σελιδοποίηση: Ηρακλής Λαμπαδαρίου

Σύντομη περίληψη
Ο Μάρκος είναι ένας Δράκος που ούτε να πετάξει μπορεί ούτε να βγάλει φωτιά από το στόμα του. Ζει ειρηνικά στην Παμφουκία μέχρι τη στιγμή που η μακρινή ανάμνηση των Ιπποτών της Σκορδοφαγίας θα τον οδηγήσει στον Τρομερό Βάλτο. Μαζί του ο Φίλανδρος, ο Σπίγκος και η Σπιθαμή έχουν ένα μεγάλο ταξίδι να κάνουν και πολλούς γρίφους να λύσουν: Ποια είναι η Πράσινη και πού βρίσκεται τώρα; Ποιος πήρε το αμίλητο νερό και τι θέλει να το κάνει; Γιατί για κάποιους η μυρωδιά του σκόρδου παραείναι αποπνικτική;
Θα φτάσουν άραγε ο Δράκος και οι φίλοι του πάνω στην ώρα για να πολεμήσουν το κακό που έρχεται από τον Τρομερό Βάλτο;

Η σύγκρουση δύο ακραίων κόσμων, η μάχη, το αποτέλεσμα. Μια αλληγορία για την πάλη του καλού και του κακού, την αγάπη, τη φιλία, την ανθρωπιά.
Το συγκεκριμένο βιβλίο πετάει ελεύθερα στο Διαδίκτυο από τον Ιανουάριο του 2015.
Μπορείτε να το κατεβάσετε δωρεάν

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

Προξενιό εξ απροόπτου


The wedding morning
John Bacon
Με βρήκε ξαφνικό. Περίεργη έκφραση όταν τη χρησιμοποιούμε για τον θάνατο. Πανταχού παρών και αναμενόμενος, για τους άλλους βέβαια. Εμείς πάντα εξαιρούμαστε λες και έχουμε υπογράψει κανένα συμβόλαιο. Το σίγουρο είναι ότι ο πατέρας μου δεν είχε κάνει καμιά ιδιαίτερη συμφωνία. Ο ίδιος έτσι κι αλλιώς δε θεωρούσε τον εαυτό του ικανό να πετυχαίνει προσωπικά οφέλη. Παρά ταύτα, οι πελάτες του είχαν αντίθετη άποψη. Η αλήθεια είναι ότι ο θάνατος χτύπησε την πόρτα του εντελώς αναπάντεχα, ζητώντας τα δεδουλευμένα. Το αποτέλεσμα ήταν να βρεθώ ορφανή και με την οικογενειακή επιχείρηση στην πλάτη.
Μικρή, όταν με ρωτούσαν τι δουλειά έκανε ο πατέρας μου, εγώ ντρεπόμουν να απαντήσω. Προσπαθούσα να μηχανευτώ εντυπωσιακά επαγγέλματα, μάταια όμως. Στο τέλος, η αλήθεια έλαμπε: Bγάζαμε τα προς το ζην από τα προξενιά.
Για να βάλω τα πράγματα στη θέση τους, ο πατέρας μου ήταν σωστός επαγγελματίας. Το γραφείο λειτουργούσε άψογα, με απόλυτη εχεμύθεια, τάξη και τιμιότητα. Οι πελάτες ήταν πάντα ή σχεδόν πάντα ευχαριστημένοι. Σε όσους δε μοίραζε κουφέτα, μοίραζε τουλάχιστον υποσχέσεις για άμεση αποκατάσταση. Κι επειδή ο γάμος αποτελούσε ανέκαθεν κοινό αγαθό, οι δουλειές πήγαιναν καλά. Μέχρι που η τεχνολογία ήρθε και σάρωσε τα πάντα. Κι έφερε το Διαδίκτυο και τα δωμάτια επικοινωνίας μαζί της, και μας ισοπέδωσε. Μας πήρε την μπουκιά από το στόμα κι αυτός ήταν ένας από τους λόγους που ο πατέρας μου βιάστηκε να συναντήσει τοn Δημιουργό του.
Έμεινα λοιπόν να κοιτάζω τους τοίχους του γραφείου λες και περίμενα να μου μιλήσουν. Δεν πήγαινε άλλο, θα το πούλαγα! Έπεσε η μάνα μου επάνω μου: «Παιδί μου, εμάς δεν μας έκλεισαν οι πόλεμοι, οι χούντες, το χρηματιστήριο, τώρα θα το βάλουμε κάτω; Θα τρίζουν τα κόκαλα του πατέρα σου». Ήρθα στο φιλότιμο. Στο κάτω-κάτω, άξιζε μία προσπάθεια.
Το γραφείο ήταν ηλιόλουστο και συμπαθητικό. Είχε γλάστρες με πρασινάδα, είχε φωτογραφίες γάμων, -προσωπικών επιτυχιών του γεννήτορά μου-, είχε και την Τασία, τη γραμματέα. Γεροντοκόρη εκ πεποιθήσεως η ίδια, δεν έβρισκε καθόλου αντίθετο προς την ιδεολογία της το να εργάζεται σε γραφείο συνοικεσίων. Αντίθετα, παρότρυνε τους υποψηφίους απαριθμώντας τα πολλά καλά του έγγαμου βίου. Για να εισέλθει κάποιος στα άδυτα του γραφείου και να τύχει της προσωπικής της εκτίμησης, έπρεπε να συμπληρώσει ένα ερωτηματολόγιο που θύμιζε κοριτσίστικο λεύκωμα. «Τι εστί έρως, ποιος είναι ο ιδανικός σύντροφος, αγαπάτε τα παιδιά» και άλλα παρόμοια, αποτελούσαν μέρος της διαδικασίας στρατολόγησης που εφάρμοζε.
Η Τασία με υποδέχτηκε σαν τον αναμενόμενο σωτήρα. Έστω και με τις σπουδές υποκριτικής που είχα κάνει, πίστευε ότι θα αποκαταστούσα τη χαμένη αίγλη της επιχείρησης. Το γραφείο δεν έπασχε από διπλώματα, από πελάτες έπασχε. Κι όμως, ο κόσμος εξακολουθούσε να έχει ανάγκη ενός συντρόφου. Ο θεσμός του γάμου δεν είχε ξεφτίσει. Τι να έκανα;
«Να δεις ελληνικές ταινίες» απάντησε σιβυλλικά η Τασία. «Στις παλιές ταινίες, τα προξενιά δίνουν και παίρνουν. Κάτι μπορεί να βγάλεις από εκεί» συμπλήρωσε.
Πέρασα δύο μερόνυχτα παρέα με το βίντεο. Το πρωινό της τρίτης ημέρας με βρήκε με μια σατανική ιδέα στο μυαλό. Μπορεί να έμοιαζε λίγο απάτη, όταν όμως δεν έχεις από πού να πιαστείς, όλα τα βλέπεις για σανίδες σωτηρίας.
Η Τασία παραξενεύτηκε όταν είδε το βαλιτσάκι του μακιγιάζ και τη μεγάλη σακούλα που ξεχείλιζε από περούκες.
«Πού τα πας όλα αυτά;» ρώτησε.
«Ακολουθώ τη συμβουλή σου» της απάντησα εύθυμα.
Πίσω από το τεράστιο γραφείο από ξύλο κερασιάς -το μόνο σημάδι ματαιοδοξίας του μπαμπά- στρίμωξα το φορτίο μου. Μετά, βολεύτηκα στην πολυθρόνα και άρχισα να μελετάω τα «αζήτητα», δηλαδή παλιούς πελάτες που δεν είχαν αποκατασταθεί, καθώς και τις καινούριες αφίξεις. Όλοι έψαχναν απεγνωσμένα το ταίρι τους. Οι γνωριμίες μέσω γραφείου είχαν ακόμα τους οπαδούς τους. Τι έφταιγε όμως που τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά; Ο τρόπος πλασαρίσματος φυσικά! Οι πελάτισσες του γραφείου -αποφάσισα να ασχοληθώ πρώτα με τις γυναίκες- φυσικά και δεν ήταν τέλειες, ποιος είναι άλλωστε! Εδώ όμως μιλούσαμε για εμφανή ανάγκη αισθητικού, κινησιολόγου, δάσκαλου ορθοφωνίας και οποιουδήποτε άλλου ειδικού μπορούσε να σκεφτεί κανείς πάνω στην απελπισία του. Δεν αδικούσα τους υποψήφιους που εγκατέλειπαν στη δεύτερη συνάντηση!
Από τους φακέλους, διάλεξα τρεις περιπτώσεις, αυτές που μου έμοιαζαν οι πιο ελπιδοφόρες. Κάλεσα τις κυρίες στο γραφείο και μιλήσαμε για ώρα. Κατά βάθος ήταν όλες τους καλές, απλά μόνο λίγο ατυχήσασες. Η κάθε μια είχε ένα πρότυπο, μια γυναίκα-σύμβολο που λάτρευε και στην οποία ήθελε να μοιάσει. Η Εριέττα, η Ευαγγελία και η Αναστασία, όλες τους πάλευαν κάτι να θυμίζουν, το αποτέλεσμα όμως αδικούσε κάθε τους προσπάθεια.
Κάναμε μια συμφωνία. Θα συναντούσα εγώ τους υποψήφιους. Για λίγο, θα έπαιρνα τη θέση τους. Μετά, θα μετέφερα στις τρεις του το τι είχα αποκομίσει από τη συνάνητης και αυτές θα αφομοίωναν τις νέες γνώσεις και θα προσπαθούσαν να βελτιωθούν. Σιγά την κοροϊδία! Απλά θα τους άνοιγα το δρόμο.
Σαν Εριέττα, γνώρισα τον Αλέξανδρο. Μου φάνηκε ενδιαφέρουσα περίπτωση. Ρομαντικός και περιποιητικός, ήταν ιδανικός για τη χαμηλοβλεπούσα μελαχρινή, αρκεί αυτή να γινόταν λίγο πιο εκδηλωτική. Στο τρίτο ραντεβού, είχα φτιάξει το πορτρέτο του Αλέξανδρου με τόσες λεπτομέρειες που έμοιαζε λες και τον γνώριζα χρόνια!
Σαν Ευαγγελία, γνώρισα τον Θωμά. Με καστανή περούκα και έντονο μακιγιάζ, ο Θωμάς που δε με είχε γνωρίσει ποτέ ως ιδιοκτήτρια του γραφείου συνοικεσίων, πίστεψε πως είμαι η υποψήφια και μου άνοιξε την καρδιά του.
Ο Ανδρόνικος, θεωρώντας πως η κοκκινομάλλα με τα πράσινα μάτια απέναντί του ήταν η Αναστασία, υπήρξε και ο πιο εκδηλωτικός από όλους, δεν μπορούσε καν να κρύψει τον ενθουσιασμό του.
Ωραία! Καλά τα είχα καταφέρει! Ποτέ εξάλλου δεν αμφέβαλα για το υποκριτικό μου ταλέντο. Το πρόβλημα ήταν τώρα πώς θα παρουσίαζα τις πραγματικές υποψήφιες χωρίς να καταλάβει κανένας τη διαφορά. Ευτυχώς που στο μισοσκόταδο του ίδιου καφέ όπου είχα δώσει ραντεβού σε όλους, αυτός που είχα κάθε φορά απέναντί μου, μόνο γενικά χαρακτηριστικά μπορούσε να διακρίνει.
Επέσπευσα τα ιδιαίτερα μαθήματα στις κοπέλες. Η αλήθεια ήταν πως και οι τρεις αποδείχτηκαν επιμελείς μαθήτριες. Σε μια βδομάδα είχαν βελτιώσει τόσο τον τρόπο ομιλίας τους όσο και την εξωτερική τους εμφάνιση. Τους έμαθα τα μυστικά της υποκριτικής τέχνης, γιατί μπορεί να ακούγεται λίγο τετριμμένο, αλλά κάθε γυναίκα δείχνει μόνο ένα κομμάτι του εαυτού της. Τα υπόλοιπα αλλάζουν ανάλογα με το ταλέντο μας.
Η πλάκα είναι ότι μέσα από αυτά τα ραντεβού πέτυχα διάνα. Τρία στα τρία! Η γιαγιά μου έλεγε πως άμα οργώσεις το χωράφι, τα άλλα γίνονται από μόνα τους. Αυτή η ανέλπιστη επιτυχία με έκανε να σκεφτώ καλύτερα το θέμα του γραφείου. Χρειαζόμασταν άλλη οργάνωση, έπρεπε να εκμοντερνιστούμε. Το πείραμα μού έδωσε μιαν ιδέα. Η πελατεία του γραφείου ήταν δεδομένη, το ζητούμενο ήταν να την κάνουμε επιθυμητή.
Νοίκιασα και το διπλανό διαμέρισμα. Το επίπλωσα και το διακόσμησα δίνοντάς του το χαρακτήρα ενός χώρου χαλάρωσης, με διακριτικό φωτισμό και απαλά χρώματα. Το παλιό γραφείο μετατράπηκε σε κάτι παραπλήσιο μιας αίθουσας φροντιστηρίου. Εξοπλίστηκε με στερεοφωνικό και μηχανή προβολής. Εδώ γινόταν η εκπαίδευση των «μαθητών» μας.
Τα πράγματα ήταν απλά. Έκλεινα το πρώτο ραντεβού με τον ή την υποψήφια και τα λέγαμε φιλικά. Μέσα από την κουβέντα μας, καταλάβαινα τι ήθελε ο άλλος. Το ζητούμενο πλέον ήταν να δημιουργήσω το κατάλληλο πρόσωπο. Ούτε απάτες, ούτε τίποτα! Στο γραφείο μας, βοηθούσαμε δυο ανθρώπους να έρθουν πιο κοντά προσθέτοντας κάποια στοιχεία για να γίνουν επιθυμητοί. Δεν είναι κακό! Όλοι μας έχουμε ένα απόθεμα δυνατοτήτων. Γιατί να μείνει αχρησιμοποίητο;
Ακόμη και η Τασία άλλαξε προσέγγιση σχετικά με το γάμο και ήταν από τις πιο επιμελείς μαθήτριές μου,  τόσο που σε λίγους μήνες βρέθηκε παντρεμένη!
Αναστέναξα ανακουφισμένη. Στο γραφείο από ξύλο κερασιάς απέναντί μου -το μόνο ενθύμιο της παλιάς επίπλωσης- ο πατέρας μου χαμογελούσε ικανοποιημένος μέσα από την κορνίζα του.


«Όχι!» τον μάλωσα ανταποδίδοντάς του ένα αυστηρό χαμόγελο. «Μη χαίρεσαι! Εμένα θα περάσει πολύς καιρός μέχρι να με αποκαταστήσεις!»

Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2015

Πρόσκληση σε γάμο

After the reception
Douglas Volk
Εγώ που δεν παντρεύτηκα ποτέ μου, δυο χρόνια τώρα δεν έχω αφήσει γάμο που να μην έχω πάει. Και κάθε φορά παίρνω κι ένα κομμάτι από τη χαρά των άλλων και την κάνω δική μου.
Θυμάμαι τότε που πρωτοβρέθηκα απρόσκλητη σε γάμο. Περνούσα έξω από την εκκλησία, κοντοστάθηκα, είδα τον γαμπρό που αδημονούσε ιδρώνοντας και σφίγγοντας πάνω του την ανθοδέσμη. Η μητέρα του από κοντά διόρθωνε το λουλούδι στο πέτο, τίναζε αόρατη σκόνη από τις βάτες του σακακιού του. Πιο πέρα οι συγγενείς είχαν πιάσει κουβεντολόι φουσκώνοντας και ξεφουσκώνοντας. Ένα χαρούμενο μελίσσι, περίμεναν με αγωνία τη βασίλισσά τους. Δυνατά κορναρίσματα έκαναν όλα τα κεφάλια να στραφούν, καθώς το νυφικό αμάξι ήρθε και σταμάτησε σχεδόν δίπλα μου. Κοίταξα τη νύφη, δροσερή και ξένοιαστη, μου θύμισε τα χαμένα μου νιάτα. Σκούπισα το νοτισμένο μου μάγουλο και μηχανικά ακολούθησα το σμάρι των καλεσμένων. Σαν παρείσακτη αισθάνθηκα. Έφυγα προτού τελειώσει το μυστήριο. Κάθισα σ’ ένα παγκάκι εκεί έξω. Το μυαλό μου γύρισε πίσω στα χρόνια που κύλησαν ορμητικά σαν το νερό που σαρώνει τα πάντα στο διάβα του. Αχ! τα νιάτα. Σε κάνουν υπερφίαλο και σε ξεγελάνε. Νομίζεις πως θα τα έχεις μια ζωή κι αυτά κάποτε σε βαριούνται και σε αφήνουν στα κρύα του λουτρού. «Σε καλό μου!» μονολόγησα και ρούφηξα τη μύτη μου. Κοίταξα γύρω μου. Ευτυχώς, δεν ήταν κανένας να με δει να κλαίω. Όχι που θα είχε σημασία. Το πολύ να με περνούσαν για καμιά θεία που δεν άντεξε τη συγκίνηση.
Κάθε αρχή και δύσκολή που λένε, κι έτσι απλά το ξεπέρασα. Γιατί από εκείνο το απόγευμα που σαν λαθρεπιβάτης βρέθηκα ανάμεσα στους καλεσμένους, μου έγινε συνήθεια. «Όπου γάμος και χαρά, η Βασίλω πρώτη», λέει η παροιμία. Κάπως έτσι ήταν! Σύντομα, ξεθάρρεψα τόσο που έπιανα και την κουβέντα. Βέβαια μετρημένα λόγια, μην κάνω και καμιά γκάφα! Άφηνα τον συνομιλητή μου να με κατατοπίσει για τη συγγένειά του με τον γαμπρό ή τη νύφη και μετά κανόνιζα την πορεία μου. Αοριστολογούσα σχετικά με τη δική μου σχέση με τους μελλόνυμφους. Αν βέβαια είχα εξασφαλίσει τα νώτα μου, θρασύτατα έφερνα την κουβέντα στα δώρα του γάμου, στο γαμήλιο τραπέζι ή το ταξίδι του μέλιτος.
«Είστε συγγενής της νύφης; Μήπως είστε θεία του γαμπρού;» ρωτούσαν.
Με τον καιρό απόκτησα αέρα. Σαν πραγματική θεία μιλούσα για το αγοράκι ή το κοριτσάκι -τόσο δα καλέ το θυμάμαι!- επινοώντας ιστορίες εκ του μηδενός. Έχτιζα πυραμίδες μυθοπλασίας χωρίς τύψεις και το γλεντούσα. Καμιά φορά κρυφογελούσα και σκεφτόμουν πως είχα ταλέντο. ¨Έπρεπε να είχα γίνει ηθοποιός. Τότε ήταν που θυμόμουν τη μάνα μου. Είχε φάει μια ζωή στα μπουλούκια. Μέχρι που πέθανε άδοξα στην ψάθα, αχώριστες ήμασταν. Ήξερα όλους τους ρόλους της απ’ έξω, το σανίδι όμως δεν το ήθελα. Ποτέ μου δεν ανέβηκα επάνω του, ούτε κι όταν η μάνα μου αρρώστησε ξαφνικά και κάποιος έπρεπε να παίξει τον ρόλο της. Αυτόν τον ρόλο τον πήρε τελικά η Βέρα που ήμασταν συμμαθήτριες. Μεγάλη θαυμάστρια της μητέρας μου! Όταν ερχόταν το μπουλούκι, παράσταση δεν έχανε. Τη Βέρα την κέρδισε η σκηνή. Μεγάλη όμως δεν έγινε ποτέ. Ο πρώτος ρόλος πάντα της ξέφευγε, κάποια της έκλεβε την τελευταία στιγμή τη δόξα. Τώρα, το δυαράκι της στην Κυψέλη ήταν ασφυκτικά γεμάτο από φωτογραφίες κι αποκόμματα, η ζωή της όλη. Άντρα και κόρη που έκανε, της ξέφυγαν κι αυτοί σαν τους μεγάλους ρόλους. Κάποια στιγμή βαρέθηκαν τη ζούρλα της όπως έλεγαν κι οι δυο και πήγαν να ζήσουν στην Αμερική.
Η Βέρα με πήρε τηλέφωνο. Θα ερχόταν για καφέ το απόγευμα. Της είπα κατά τις πέντε. Υπολόγιζα έξη και μισή άντε επτά θα τελειώναμε, ήτανε και Σάββατο, να προλάβαινα και κανένα γάμο!
Η Βέρα άργησε. Το κουδούνι αντήχησε εκνευριστικά στ’ αυτιά μου όταν οι δείχτες του ρολογιού έδειχναν ήδη έξη και δέκα.
«Συχώρα με Ελένη μου! Δε φταίω εγώ. Τρία τέταρτα περίμενα ταξί, δεν ξέρεις τι ταλαιπωρία τράβηξα» είπε φουριόζα. Τότε πρόσεξε που ήμουν ντυμένη στολισμένη και σταμάτησε ξαφνιασμένη. «Φεύγεις;» ρώτησε μονολεκτικά κι όλη η απογοήτευση φάνηκε στο πρόσωπό της.
Κοίταξα με τρόπο το ρολόι μου. Τι έφταιγε η καημένη η Βέρα; Ας έχανα κι ένα δυο γάμους, δε θα πάθαινα και τίποτα πια!
Πίναμε τον καφέ μας κι η Βέρα με κοίταζε όλο περιέργεια. Στο τέλος δεν κρατήθηκε.
«Ραντεβουδάκι;»
«Άσε μας καημένη στην ηλικία μας. Πάει, το χάσαμε το τρένο! Αυτά είναι για τους νέους».
«Ε, δεν μας πήραν δα και τα χρόνια» θίχτηκε η Βέρα.
«Δε λέω αυτό! Εδώ τον εαυτό μας με το ζόρι φέρνουμε βόλτα, να χουμε κι άλλον έννοια;»
«Αυτό ξαναπέστο» βιάστηκε να συμφωνήσει η Βέρα και ρούφηξε με θόρυβο μια γουλιά καφέ.
Αφηρημένη, κοίταζα τα γάντια μου παρατημένα στο τραπεζάκι, όταν ξαναρώτησε.
«Λοιπόν, για πού με το καλό;»
«Σ’ ένα γάμο πάω» απάντησα, γιατί ήξερα πως από τη Βέρα δε γλιτώνεις εύκολα.
«Μπα! Παντρεύεται κανένας γνωστός;»
«Πού να σου λέω τώρα! Δεν τους ξέρεις».
«Περίεργο! Συγγενείς και φίλους, τους ξέρω όλους. Δεν είναι και πολλοί. Στα δάχτυλα μετριούνται».
Δεν το είπε από κακία, εγώ όμως βούρκωσα, δεν ξέρω γιατί.
«Έχεις δίκιο», παραδόθηκα αποκαμωμένη. «Ούτε που ξέρω ποιανού είναι ο γάμος. Έτσι, στην τύχη πηγαίνω». Αναγκάστηκα να της εξηγήσω, να ομολογήσω το αμάρτημά μου. «Ευτυχώς που άνοιξε ο καιρός κι από γάμους ένα σωρό. Φαντάσου τον χειμώνα με τις βροχές και τα κρύα, τι τράβηξα!» κατέληξα μετά από ένα τέταρτο αγχωμένης αφήγησης.
Η Βέρα σιγόπινε τον καφέ της αμίλητη. Πάνω που αναρωτιόμουν αν έπρεπε διακριτικά να της θυμίσω πως ήταν ώρα να φύγω...
«Θα έρθω μαζί σου», μου πέταξε.
Στην αρχή μού κακοφάνηκε. Λες κι ο γάμος ήταν δικός μου και μου εμφανιζόταν απρόσκλητη. Μετά, ήρθα στα συγκαλά μου. Μήπως εμένα με είχαν προσκαλέσει; Γινόμουν παράλογη.
Κι έτσι βρεθήκαμε να περιμένουμε τη νύφη, ανακατεμένες με τους καλεσμένους. Η ώρα περνούσε, όλοι αδημονούσαν. Με τα πολλά, το νυφικό αμάξι έφτασε, η πόρτα όμως δεν έλεγε να ανοίξει. Όλοι περιμέναμε παραξενεμένοι, από κάπου ακούγονταν ψίθυροι. Ο γαμπρός πλησίασε κι άνοιξε την πόρτα.
«Μαρίνα, τι συμβαίνει;» ρώτησε τη μέλλουσα συμβία του.
Η Μαρίνα όμως δεν έλεγε να βγει. Ο κόσμος άρχισε να μουρμουρίζει. Σκόρπια λόγια πήγαιναν κι ερχόντουσαν πως η νύφη είχε μετανιώσει. Εγώ κι η Βέρα ενστικτωδώς είχαμε πλησιάσει το αυτοκίνητο. Τώρα ακούγαμε φωνές.
«Ουφ! το παλιοκόριτσο», ξεφύσησε ο πατέρας της νύφης βροντώντας την πόρτα θυμωμένος. «Δεν της αρέσει το χτένισμα, δεν της αρέσει το βάψιμο, δεν της αρέσει το ένα, δεν της αρέσει το άλλο. Σε λίγο θα μας πει πως δεν της αρέσει κι ο γαμπρός. Φταίω εγώ που δεν την έδειρα όσο ήταν μικρή. Αυτά πληρώνω τώρα» και πάνω που τελείωνε την αυτοκριτική του, αντίκρισε το χαμόγελο της Βέρας. 
Και δεν ξέρω αν ήταν η καλοκάγαθη μορφή του ή το κωμικοτραγικό της στιγμής, η Βέρα όμως ένοιωσε πως κάπου εκεί βρισκόταν ο ρόλος που χρόνια πριν της είχε ξεφύγει. Το κατάλαβα από το πρόσωπό της και φοβούμενη τα χειρότερα, τη σκούντηξα διακριτικά. Σαν να συνήλθε, το χαμόγελό της έγινε πιο πλατύ, πλησίασε τον πατέρα της νύφης και είπε: «Μα, δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείτε! Κι εγώ έτσι έκανα στο γάμο μου. Τα νιάτα βλέπετε!» Και το χαμόγελο πλάτυνε κι άλλο, ενώ ο πατέρας της νύφης την κοίταζε σαν μαγεμένος. Κάτι ήθελε να της πει αλλά δίσταζε.
«Εσείς δεν είσαστε η Βέρα Βολάνη;» αποτόλμησε.
Η φιλενάδα μου του έγνεψε καταφατικά.
«Αιώνιος θαυμαστής σας!» τραύλισε αυτός και της φίλησε το χέρι.
Αυτό το «αιώνιος» δεν της καλάρεσε της Βέρας, πάντως γενικότερα κολακεύτηκε που τη θυμόντουσαν ακόμα.
«Λοιπόν, τι λέτε; Μπορώ να μιλήσω για λίγο στη νύφη;» ρώτησε πεταρίζοντας κοκέτικα τις βλεφαρίδες και χωρίς να περιμένει απάντηση, χώθηκε στο αμάξι.
Ένα τέταρτο έμεινε κλεισμένη με τη νύφη, ενώ ο παπάς πηγαινοερχόταν εκνευρισμένος λέγοντας πως δε θα προλάβαινε το επόμενο μυστήριο και πως όλο το πρόγραμμα της εκκλησίας θα πήγαινε πίσω. Ο γαμπρός πηγαινοερχόταν κι αυτός μοιράζοντας βεβιασμένα χαμόγελα.
Και πάνω που το μουρμουρητό του κόσμου -που ευκαιρία δε χάνει όταν διακρίνει σύννεφα στον ορίζοντα, να χαρεί για την επερχόμενη καταιγίδα- όλο και δυνάμωνε, ανοίγει η πόρτα του αυτοκινήτου και πρώτα βγαίνει η Βέρα, απλώνει το χέρι σαν αρχαία τραγωδός, και η νύφη ξεπροβάλλει λαμπερή στο κάτασπρο νυφικό της.
Το μυστήριο τελέστηκε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, κάπως βιαστικά είναι η αλήθεια, για να πάρουν σειρά και οι μετέπειτα.
«Τι λες; Θα μείνεις και στον επόμενο;» ρώτησα τη Βέρα.
«Δεν ξέρω για σένα καλή μου, εγώ όμως θα πάω στο τραπέζι. Και θα σε συμβούλευα να κάνεις κι εσύ το ίδιο».
«Καλά σοβαρολογείς; Δεν έχω δα και τόσο θράσος!»
«Έλα που θίγεσαι! Ο Δημήτρης, ο πατέρας της νύφης θέλω να πω, μας προσκάλεσε και δεν ακούει κουβέντα».
Μιάμιση ώρα αργότερα, ενώ τρώγαμε τα εξαίσια εδέσματα κάτω από τους ήχους μιας απαλής χορευτική μουσικής, δεν κρατήθηκα.
«Μάγια τής έκανες;» ρώτησα μπουκωμένη τη Βέρα.
«Ποτέ δε μιλάμε με το στόμα γεμάτο εκτός κι αν το κάνουμε για λόγους ορθοφωνίας» με ψευτομάλλωσε κι έσκασε στα γέλια.
«Να δω μέχρι πότε θα με δουλεύεις! Στο κάτω-κάτω, δικός μου ήταν ο γάμος».
«Τι μας λες!» ξαναγέλασε αυτή. Είδε όμως που πειράχτηκα στ’ αλήθεια. «Δε θα το πιστέψεις! Όταν μπήκα στο αμάξι, ιδέα δεν είχα τι θα της έλεγα. Έτσι που την είδα όμως κλαμένη, πασαλειμμένη, ξεκίνησα μιαν ιστορία μισή ψέμα-μισή αλήθεια».
Της συστήθηκε σαν θεία που διέπρεπε στα θέατρα της Νέας Υόρκης, πως είχε έρθει ειδικά για το γάμο, πως ο ανιψιός της, ο γαμπρός δηλαδή, της το φύλαγε για έκπληξη και άλλα τέτοια. Η νύφη εντυπωσιάστηκε. Μικρή κοπέλα ήταν, το ψωμί της ο κινηματογράφος και το θέατρο.
«Καλά βρε θηρίο, αυτή όταν βγήκε από το αμάξι έλαμπε. Ποιος την έβαψε, ποιος τη χτένισε;»
Η Βέρα χαμογέλασε κι έσκυψε να πιάσει την τσάντα της.
«Ορίστε ο αυτουργός», είπε και σαν ταχυδακτυλουργός, άνοιξε την τσάντα.
Ό,τι είχε σχέση με μακιγιάζ, βούρτσες, τσιμπιδάκια, ως και κουάφ, στριμωχνόταν εκεί μέσα.
«Τον Θεό σου δεν έχεις» της είπα γελώντας και την αγκάλιασα.
«Και σαν να μην έφταναν αυτά…» συνέχισε ξελιγωμένη. Εκείνη τη στιγμή, πέρασε από δίπλα ο πατέρας της νύφης. Με έκπληξη είδα που έκλεισε το μάτι στη Βέρα.
«Μη μου πεις!» την κοίταξα καλά- καλά.
«Σου το λέω! Ο Δημήτρης δεν ξέρει πώς να με ευχαριστήσει. Άσε που δηλώνει καταγοητευμένος» πρόσθεσε η Βέρα και για πρώτη φορά την είδα να κοκκινίζει σαν κοριτσόπουλο.
Έξη μήνες αργότερα η Βέρα μού ανακοίνωσε πως παντρεύεται τον Δημήτρη.
«Να έχεις τον νου σου, Ελένη μου, γιατί θα σου πετάξω την ανθοδέσμη. Κι αυτή που θα την πιάσει, λένε πως μέσα στον χρόνο παντρεύεται!»
«Δεν είμαστε με τα καλά μας!» είπα κι έφτυσα τον κόρφο μου!