Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

Μια ιστορία για παχουλές Σταχτοπούτες

Igor Grabar:The fat women (1904)
Όλοι έλεγαν πως γεννήθηκα χοντρή, ένα υπερβολικά παχουλό μωρό που δυσκόλεψε τη μαμά του στη γέννα. Παρόλα αυτά ήμουν ένα χαριτωμένο μωρό. Όλοι έλεγαν πως μεγαλώνοντας, θα έστρωνα. Καλύτερη απόδειξη του αντιθέτου από την πραγματικότητα, δεν υπήρξε.
Από τη στιγμή που θυμάμαι τον εαυτό μου, μία είναι η εικόνα του καθρέφτη. Χοντρή, χοντρή, απίστευτα χοντρή. Κι όλοι να λένε το γνωστό: «Θα μεγαλώσει και θα στρώσει». Ως ελπίδα, αποδείχτηκε μάταιη. Κι εγώ βαρέθηκα να κοιτάζομαι στον καθρέφτη. Η εικόνα μου κατάντησε αφόρητη. Καθώς έβλεπα τα φουσκωμένα μάγουλα, το διπλοσάγονο, την ολοστρόγγυλη κοιλιά με έπιανε απελπισία. Και δεν έφταναν όλα αυτά παρά είχα και τα πόδια μου που, σε αντίθεση με το υπόλοιπο σώμα, αποτελούσαν, ως τραγική ειρωνεία, ένα κομψοτέχνημα. Τόσο τέλεια και καλοσχηματισμένα που έμοιαζαν εντελώς παράταιρα. Σαν αστείο κοτοπουλάκι, έτσι με έλεγαν στο δημοτικό. Δεν πολυκαταλάβαινα κιόλας τότε και δεν έδινα σημασία.
Καθώς περνούσα τις τάξεις, ανάλογα αυξάνονταν και τα κιλά μου. Οι συμμαθητές μου αντιμετώπιζαν την κατάσταση με όλο και γλαφυρότερο πνεύμα. Το αστείο κοτοπουλάκι έγινε αστείο γουρουνάκι, ελεφαντάκι, χοντροβάρελο, ώσπου στα γυμνασιακά χρόνια εντρύφησα σε πιο μνημειώδεις χαρακτηρισμούς, όπως ογκόλιθος, μενίρ, μεγαθήριο. Τότε άρχισε και το μεγάλο δράμα! Αγόρια και κορίτσια στην ίδια τάξη, παρεούλες, αστειάκια, χαβαλές κι εγώ η μόνιμη απόκληρη ως ασθενής με μολυσματική νόσο.
Είδα και αποείδα, ξεκίνησα τις δίαιτες. Δίαιτες με μπανάνες, με μήλα, με πατάτες, δίαιτες υγρής διατροφής, δίαιτες εξπρές και δίαιτες διαρκείας. Αποτέλεσμα μηδέν. Πάχαινα και μόνο που άνοιγα το στόμα μου. Με τον αέρα! Έτρωγα αέρα κοπανιστό και η σκάλα στη ζυγαριά ανέβαινε.
Γράφτηκα σε γυμναστήριο. Ματαιοπονούσα! Με το που γύριζα στο σπίτι, αναπλήρωνα όσες θερμίδες είχα κάψει. Δοκίμασα χάπια αδυνατίσματος. Κόντεψα να αποδημήσω εις Κύριον, κιλά όμως δεν έχασα. Έβαλα μασαζοκορσέδες, ελαστικές βερμούδες, κιλότες, καλσόν, τρεις ζώνες τη μία πάνω στην άλλη. Το μοναδικό αποτέλεσμα ήταν να πάθω ψύξη από την εφίδρωση. Κατανάλωσα δεκαπέντε κιλά κρέμες αδυνατίσματος κάθε πιθανής υφής και απόχρωσης. Μηδέν, μηδέν, μηδέν!
Στο μεταξύ, οι συμμαθήτριές μου κέρδιζαν την εύνοια και προτίμηση των θελκτικότερων αρσενικών ενώ εγώ βασανιζόμουν να λύσω το άλυτό μου πρόβλημα. Η μεγαλύτερη ειρωνεία ήταν που δε γύριζε να με κοιτάξει ακόμα κι ο χειρότερος σε εμφάνιση! Λες κι ο κόσμος όλος είχε πλαστεί μόνο για αδύνατες ή κατ’ εξαίρεση για ελάχιστα εύσωμες.
Είχα πέσει σε μαύρη κατάθλιψη. Κι όσο πλησίαζε ο καιρός για τη μεγάλη σχολική εκδρομή της τελευταίας τάξης του Λυκείου, εγώ είχα κρεμάσει μεσίστια σημαία. Αφού έλεγα να μην πάω! Τι θα έκανα πέντε ολόκληρες μέρες μαζί με όλους αυτούς; Τι γύρευα εγώ σε έναν κόσμο καλοφτιαγμένων και επιθυμητών σωμάτων; Ίσα-ίσα που όλοι θα είχαν την ευκαιρία να με κοροϊδέψουν και να συναγωνιστούν σε εξυπνάδες εις βάρος μου. Τι κόμπλεξ κατωτερότητας, τι μανιοκαταθλιπτικό σύνδρομο, θα μου πείτε! Καλά, ας ήσασταν στη θέση μου και τότε, θα βλέπαμε πόσα απίδια πιάνει ο σάκος. Στο τέλος, χωρίς κι εγώ να καταλάβω πώς, πήγα στην εκδρομή.
Ακολουθούσα το σύνολο για να μη με πουν απόκληρη. Όχι πως γλίτωσα την καζούρα. Κάποια στιγμή, βρεθήκαμε σε ένα κλαμπ της επαρχιακής πόλης όπου είχαμε καταλύσει. Εκείνο το βράδυ γινόταν ένα χάπενινγκ, όπως τον τελευταίο καιρό συνηθιζόταν, έτσι για να ταραχτεί λίγο το τέλμα της επαρχίας. Μοντέλα, ο Θεός να τα κάνει, παρέλασαν σε μια αυτοσχέδια πασαρέλα φορώντας σύνολα ενός άγνωστου οίκου.
Τότε ήταν που μου μπήκε πρώτη φορά η διαβολική ιδέα. Τι παραπάνω είχαν όλες αυτές; Παραπάνω όχι, παρακάτω σίγουρα ναι: αρκετά κιλά, δεκάδες λιγότερα από εμένα. «Και λοιπόν;» ξανασκέφτηκα. Στον κόσμο υπάρχουν και εύσωμες, παχουλές, χοντρές. Δε θα έπρεπε να κυκλοφορούν ρούχα και γι αυτές; Και βέβαια! Ρούχα υπήρχαν, κανένας όμως δεν τα διαφήμιζε πάνω κάτω στις πίστες και στις πασαρέλες. Κανένας δεν είχε στηθεί μπροστά στην κάμερα ή τη φωτογραφική μηχανή για να τα προβάλει.
Κι αν το έκανα εγώ; Αν γινόμουν μοντέλο για παχουλές; Έπαιξα λίγο την ιδέα στο μυαλό μου και μετά χαμογέλασα πικρά. Ποιος θα καθόταν να ασχοληθεί; Όλοι θα με κορόιδευαν για μια ακόμα φορά. Παρά ταύτα, το σκεφτόμουν συνέχεια. Αν μπορούσα να το κάνω!
Με αυτό το όνειρο, η σχολική εκδρομή κακήν-κακώς τελείωσε. Επιστρέψαμε στα θρανία και το πηγάδι των εξετάσεων κατάπιε τις φαντασιώσεις μου.
Μήνες μετά, στο πρώτο εξάμηνο της Φιλοσοφικής είχα βρει την ησυχία μου. Στο Πανεπιστήμιο, μέσα στο ανώνυμο πλήθος, κανένας δεν πρόσεχε την εμφάνισή μου. Εγώ πάλι αφοσιώθηκα στις παραδόσεις και τα βιβλία της Σχολής. Ξέχασα εντελώς τη σχολική εκδρομή και τίποτα δε θα μου θύμιζε εκείνη τη βραδιά στο κλαμπ, αν δε συνέβαινε το απροσδόκητο.
Η μητέρα μου είχε μία φίλη κι αυτή η φίλη είχε μια βιοτεχνία γυναικείων ρούχων. Αυτό δεν το ήξερα. Το έμαθα εκείνο το απόγευμα που, γυρίζοντας από τη Σχολή, τις βρήκα να πίνουν τσάι και να κουβεντιάζουν παρέα.
«Αχ, θα σκάσω, Κλειώ μου» έλεγε η φίλη της μαμάς.
«Μην κάνεις έτσι βρε Καίτη μου» την παρηγορούσε η μαμά. «Αυτά έχει το εμπόριο. Τα πάνω του και τα κάτω του».
«Ναι, αλλά πού θα πάει αυτή η κατάσταση; Θα μας φάει ο ανταγωνισμός. Βγήκε τώρα και η κουτσή Μαρία κι έκανε βιοτεχνία. Πάει, χάλασε και το ρούχο!»
«Θα έρθουν και καλύτεροι καιροί» αντιγύρισε η μαμά.
«Γι’ αυτό σκέφτηκα εσένα, Κλειώ μου! Δηλαδή όχι ακριβώς εσένα, την Ερμιόνη σκέφτηκα».
Για να μη μπερδευτείτε, Ερμιόνη είναι η αφεντιά μου. Δε μου έφτανε η εμφάνισή μου, είχα οικονομήσει και το ανυπόφορο όνομα της γιαγιάς μου. Εμένα όμως τι με ήθελε; Ώρες είναι να έφταιγα και για την οικονομική κρίση της κυρίας Καίτης.
«Να!» συνέχισε ασθμαίνουσα αυτή. «Σκέφτομαι να κάνω μια διαφήμιση. Κάπου το γυρίζω στο μυαλό μου, όμως κάτι δε μου πάει καλά στην παρουσίαση. Θυμήθηκα λοιπόν που η Ερμιόνη έγραφε πάντα καλές εκθέσεις. Ε, και τώρα που είναι στη Φιλοσοφική, κάτι θα ξέρει παραπάνω».
Μπράβο μνημονικό η κυρία Καίτη μας! σκέφτηκα κι αποφάσισα να κάνω αισθητή την παρουσία μου, όχι για κανέναν άλλο λόγο παρά για να της ξεκαθαρίσω πως ο Πλάτωνας κι ο Αριστοτέλης καμιά σχέση δεν είχαν με τις διαφημιστικές λεζάντες.
Εις μάτην! Μετά τα φιλιά, τις αγκαλιές και τα «πώς μεγάλωσες Ερμιονάκι μου», μπήκε στο ψητό.
«Δε ζητάω τίποτα υπερβολικό. Κάτι σπιρτόζικο θέλω, κάτι λιτό αλλά εντυπωσιακό. Να δείξω πως τα ρούχα μου δεν είναι σαν τα άλλα».
Τίποτα δε ζητούσε η κυρία Καίτη μας. Μοναχά τον ουρανό με τ’ άστρα!
«Νομίζω πως θα ήταν προτιμότερο να απευθυνόσασταν σε κάποιον ειδικό» της είπα όσο πιο μελιστάλακτα μπορούσα.
«Εγώ δε θέλω ειδικό» επέμεινε στο τροπάριό της αυτή. «Ένα δικό μου άνθρωπο θέλω, να μπορώ να τον εμπιστευτώ. Αχ Ερμιονάκι μου, με το αζημίωτο…» κατέληξε.
Με τα πολλά, υποσχέθηκα να περάσω από τη βιοτεχνία της. Όπερ και εγένετο! Κι εκεί, βρέθηκα προ εκπλήξεως. Η εν λόγω βιοτεχνία είχε μεταξύ άλλων και ρούχα για εύσωμες. Ρίχνοντας μια ματιά στα κομμάτια, αν και δεν είχα και μεγάλη ιδέα από αυτά, κατάλαβα πως τα ρούχα ήταν αξιόλογα, και σαν ποιότητα και σαν ράψιμο. Τους έλειπε όμως το κάτι που καμιά διαφήμιση δε θα αναπλήρωνε. Σε σχέση με αυτά που κυκλοφορούσαν στην αγορά, έμοιαζαν με παλαιολιθικά ευρήματα. Η κυρία Καίτη είχε μείνει πίσω τουλάχιστον δύο δεκαετίες.
Ένοιωσα κάτι να με γαργαλάει. Μέσα από τα άδυτα της μνήμης μου, ξεπήδησε η ανάμνηση της σχολικής εκδρομής, η πασαρέλα, τα μοντέλα, τα ρούχα για εύσωμες, οι παραπεταμένες χοντρές αυτού του κόσμου.
«Κυρία Καίτη μου! Με όλο το σεβασμό…» ξεκίνησα και κοντοστάθηκα περιμένοντας.
Αυτή τσίμπησε.
«Πες μου, παιδί μου! Τι σκέφτηκες;»
«Χρειάζεστε ριζική ανανέωση. Εδώ βλέπω πως αναλώνεστε».
Το ρήμα την ξένισε. Αποφάσισα να γίνω σαφέστερη.
«Να! Ασχολείστε με τόσα πολλά πράγματα! Τα νούμερά σας, ας πούμε! Μέτρησα τουλάχιστον δέκα. Αν τα μειώνατε;» πρότεινα δειλά.
«Μα πώς, παιδί μου; Το γυναικείο σώμα ποικίλει. Τι να κάνω; Να κόψω τα νούμερά μου;»
«Όχι, κυρία Καίτη μου» πήρα φόρα εγώ και της σέρβιρα καρυκευμένη εκείνη την αραχνιασμένη μου τρέλα. «Όλοι ασχολούνται με τις αδύνατες. Όλοι τις λατρεύουν και συναγωνίζονται ποιος θα αναδείξει την πιο λεπτή μέση, τα κόκαλα που πετάνε, την πιο καλοφτιαγμένη περιφέρεια. Αν όμως, αν λέω, δείχνατε μια προτίμηση στις παχουλές;»
«Τι λες, παιδάκι μου!» απόρησε αυτή και κατσούφιασε.
Αποφάσισα να θολώσω τα νερά.
«Εσείς βγάζετε ωραία ρούχα. Γιατί να μην τολμήσετε; Γιατί να μην ταράξετε τον κόσμο; Γιατί να μη φέρετε την επανάσταση στη μόδα;»
«Δηλαδή;»
«Θα φτιάξετε μοντέρνα ρούχα μόνο για παχουλές. Αν περιοριστείτε σε δύο-τρία νούμερα και πειραματιστείτε σε πρωτοποριακά σχέδια, είμαι σίγουρη πως όλοι θα στραφούν σ’ εσάς».
«Βρε παιδάκι μου! Σαν να έχεις δίκιο. Τι απλό πράγμα και να μην το έχω σκεφτεί!»
Περιττό να σας πω ότι από εκείνη τη στιγμή, εγώ και η κυρία Καίτη γίναμε αχώριστες. Μέρα έμπαινε, μέρα έβγαινε, ώρες ολόκληρες πέρναγαν μέσα σε σωρούς από υφάσματα, ξένα φιγουρίνια και πειραματικά σχέδια σε κάθε υπαρκτή χάρτινη επιφάνεια. Μετά από βδομάδες σκληρής δουλειάς, η κυρία Καίτη κατέληξε σε δέκα μοντέλα ρούχων που με άφησαν άφωνη. Ρούχα που τόσα χρόνια ονειρευόμουν να φορέσω, ανύπαρκτα στο νούμερό μου, κομμάτια εντυπωσιακά μοντέρνα παρά τη φαρδιά γραμμή τους. Και μέσα στη γενική ευφορία, το αποτόλμησα.
«Τώρα, Καίτη, πρέπει να βρεις και κάποια να τα παρουσιάσει» πέταξα εντελώς αθώα. (Το κυρία και ο πληθυντικός είχαν γίνει προ πολλού θυσία στον βωμό της στενής μας συνεργασίας).
«Μα δεν υπάρχουν παχουλά μοντέλα. Όλες είναι κοκαλιάρες, σαν κολλημένες είναι βρε παιδί μου!»
Εγώ σηκώθηκα, τάχα μου αθώα, κι έκανα μια στροφή γύρω της.
«Τι θα έλεγες για εμένα;» πέταξα εντελώς ανέμελα.
«Εσύ!» αναφώνησε αυτή και με κοίταξε καλύτερα.
Για να πω και την αλήθεια, τον τελευταίο καιρό είχα αρχίσει να περιποιούμαι τον εαυτό μου. Μπορεί να ήμουν σταθερή και αμετακίνητη στα κιλά μου, είχα όμως αρκετά ωραία μάτια και βλεφαρίδες που τα μυστικά του μακιγιάζ, στα οποία πρόσφατα είχα εντρυφήσει, τα αναδείκνυαν. Παρά το πάχος μου, φόραγα οτιδήποτε μπορούσε να προβάλει τα πόδια μου, αφού πρόσφατα πάλι, είχα θυμηθεί το μοναδικό σημείο του σώματός μου για το οποίο δε μεμψιμοιρούσα.
«Μην πεις τίποτα. Περίμενε και θα δεις» είπα και προτού προλάβει να αντιδράσει, άρπαξα ένα κομμάτι που μου άρεσε ιδιαίτερα και χάθηκα στο δοκιμαστήριο. «Πώς σου φαίνομαι;» ρώτησα βγαίνοντας.
«Καλέ, εσύ είσαι μία κούκλα!» αναφώνησε με ζήλο.
Για να μη μακρηγορώ, το αυτοσχέδιο δοκιμαστικό μου, σαν την κυλιόμενη πέτρα οδήγησε σε μια σειρά ευτυχών γεγονότων. Η Καίτη οργάνωσε μια διαφημιστική καμπάνια για τα ρούχα της με μοντέλο εμένα. Σαν να βρισκόμουν σε χειμερία νάρκη τόσο καιρό και περίμενα τα πρώτα σκιρτήματα μιας καθυστερημένης άνοιξης, ένιωσα πως επιτέλους είχα βρει τον δρόμο μου. Λες κι όλες οι παχουλές αυτού του κόσμου ξύπνησαν κι αυτές ξαφνικά και βγήκαν με συνθήματα στους δρόμους. Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν θερμότερη κι απ’ ό,τι σ’ εκείνα τα εφηβικά μου όνειρα είχα φανταστεί.
Ένα μοντέλο για παχουλές! Ποιος να το πίστευε! Όχι δηλαδή πως ήταν και καμιά πρωτοπορία, μέχρι τώρα όμως, μόνο σε καμιά κακότεχνη φωτογραφία προβαλλόταν κάτι τέτοιο. Εδώ όμως μιλάμε για ανέλπιστη επιτυχία. Φωτογράφοι, μακιγιέρ, προβολείς, συνεντεύξεις, πώς ξεκινήσατε, πού κρυβόσασταν τόσο καιρό, ποιος σας δίδαξε κίνηση και σκηνική παρουσία και άλλα τέτοια.
Κι εγώ, η μέχρι χτες παραπεταμένη, έγινα ξαφνικά το πρόσωπο της ημέρας. Από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκα περιτριγυρισμένη από ετερόκλητα άτομα που με ήθελαν για παρέα τους. Ακόμα κι εκείνοι οι παλιοί συμμαθητές και συμμαθήτριες ένιωσαν ξαφνική περηφάνια που με γνώριζαν παιδιόθεν. Βλέπετε, τα φώτα της δημοσιότητας τραβάνε τον κόσμο σαν τις μύγες. Όλα προς εκμετάλλευση. Και τα πάχη ακόμα!
Όμως, τελικά εγώ, η υπέρβαρη Σταχτοπούτα τούς την έφερα!


Το «μια ιστορία για παχουλές Σταχτοπούτες» απέσπασε τιμητική διάκριση στον Λασκαρίδειο διαγωνισμό διηγήματος που οργάνωσε το Λύκειο Ελληνίδων το 2005.

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

Βιομηχανικό Μουσείο Φωταερίου: ο πολιτισμός της ενέργειας

Ένα ηλιόλουστο μεσημέρι, λίγες ημέρες πριν, ακολούθησα τη μουσειακή διαδρομή στο Βιομηχανικό Μουσείο Φωταερίου στο Γκάζι, έναν χώρο που καταλαμβάνει μια έκταση 25.000 τ.μ. Το παλιό εργοστάσιο φωταερίου λειτούργησε επί σχεδόν 130 χρόνια, από το 1862 έως το 1984, οπότε και η σύγχρονη ζωή το κατέστησε ανεδαφικό. Η περιοχή γύρω του που υπήρξε γνωστή με την ονομασία Γκαζοχώρι, αναβαθμίστηκε. Δώδεκα χρόνια μετά την έναρξη αποκατάστασης των κτιρίων και μηχανημάτων, και η Αθήνα είχε πλέον το πρώτο βιομηχανικό και τεχνολογικό της μουσείο.
Η μουσειακή διαδρομή ξεκινάει από τα κτίρια των νέων φούρνων, περνάει από την εντυπωσιακή καμινάδα για να οδηγήσει τον επισκέπτη, ακολουθώντας ακριβώς τη γραμμή παραγωγής του φωταερίου, στο κτίριο των παλαιών φούρνων. Πραγματικά εντυπωσιακός ο χώρος. Μπαίνεις μέσα και σε πλημμυρίζει αυτή η αίσθηση του παλιού. Μια μυρωδιά υγρασίας ανακατεμένη με κάτι παράξενο που αργότερα αναγνώρισα σαν ναφθαλίνη (κατάλοιπο του καθαρισμού του φωταερίου) πλανάται στον χώρο. Περνάς την αψίδα πατώντας πάνω στο πέτρινο πάτωμα και φτάνεις στα κορνούτα. Σε αυτά τα στόματα που με τα φτυάρια τους τροφοδοτούσαν λιθάνθρακα οι εργάτες, αν ως επισκέπτης βάλεις το χέρι σου μέσα, θα συντελεστεί ένα μικρό θαύμα. Τα κορνούτα ζωντανεύουν κι εσύ ακούς μαγεμένος μαρτυρίες ανθρώπων που δούλεψαν στο παλιό εργοστάσιο ή ζούσαν στην περιοχή. Ένα φωτοκύτταρο ενεργοποιεί φωνές του άλλοτε και η ιστορία ξεδιπλώνεται μπροστά σου. Θυμάμαι πόση εντύπωση μού έκανε το ότι οι μανάδες συνήθιζαν να πηγαίνουν μέχρι το εργοστάσιο τα παιδιά τους για να εισπνεύσουν τον αέρα και να γιατρευτούν από τον κοκίτη. Ή πάλι οι περιγραφές της ατμόσφαιρας στο ίδιο σημείο που στεκόμουν εγώ, στους φούρνους, εικόνες από μια Δαντική κόλαση.
Αφήνω αυτό το επίπεδο και ανεβαίνω στο πατάρι. Θέα αφ’υψηλού με τη συνοδεία γουργουρητού περιστεριών. Σωληνώσεις και οβάλ δεξαμενές, ο χώρος έχει κάτι από ταινία επιστημονικής φαντασίας. Εγκαταλείπω το φουτουριστικό σκηνικό και κατεβαίνω για να συνεχίσω την περιήγηση. Κατατοπιστικές ταμπέλες παντού, πλούσιες επεξηγήσεις, εντυπωσιακά στοιχεία. Κοιτάζω τους ανακαινισμένους χώρους που χρησιμοποιούνται σήμερα για εκδηλώσεις ή εκθέσεις, περιηγούμαι καθώς ο ήλιος χρυσίζει τα παλιά δομικά υλικά. Παρατηρώ τα τρία τεράστια αεριοφυλάκια, τις ογκώδεις κατασκευές τους.
Στο κτίριο του Σιδηρουργείου, εκτίθενται παλιά κομμάτια, κυρίως από το εργοστάσιο, που άμεσα ή έμμεσα σχετίζονται με το φωταέριο. Το βλέμμα μου επιμένει σε ένα παλιό σώμα καλοριφέρ. Χαζεύω το απαλό του χρώμα και τα περίτεχνα διακριτικά του σχέδια ενώ ο ήχος που με συνοδεύει είναι παλιές διαφημίσεις που ακούγονται να παίζουν στον χώρο. Και εδώ επεξηγηματικοί πίνακες για τη χρήση του φωταερίου, την άνοδο και την πτώση της ζήτησής του, τη μετατροπή του εργοστασίου σε χώρο πολιτισμού.
Κάπου εδώ η μουσειακή διαδρομή τελειώνει. Τυπικά, γιατί ουσιαστικά δε σου κάνει καρδιά να φύγεις. Ο χώρος έχει τη δική του ιστορία κι όλα γύρω σου μοιάζουν σαν φιλόξενοι οικοδεσπότες που επιμένουν να κάτσεις λίγο ακόμη. Περνάω την πύλη αφήνοντας οριστικά πίσω μου το Μουσείο. Κατευθύνομαι προς τον σταθμό του Μετρό χαζεύοντας δεξιά κι αριστερά τη σύγχρονη όψη της περιοχής. Τίποτα δε θυμίζει πια το παλιό «Γκαζοχώρι», τις λαϊκές γειτονιές με τα στενόχωρα και υγρά σπίτια, τη βαριά ατμόσφαιρα τη γεμάτη καυσαέριο και καρβουνόσκονη, αλλά και τα ταβερνάκια, τα καφενεία, τα χυτήρια, τα σιδηρουργεία. 
Η πόλη αλλάζει, ελίσσεται και εξελίσσεται. Το Γκάζι σήμερα έχει άλλη όψη, ο νεαρόκοσμος το κατακλύζει. Η σύγχρονη πραγματικότητα όμως δείχνει πως το παλιό μπορεί να συνυπάρξει με το καινούριο, όσο παράδοξο αισθητικά κι αν φαίνεται αυτό.
Περισσότερα για το Βιομηχανικό Μουσείο Φωταερίου στο www.technopolis-athens.com

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2014

Το επιθυμητό τροχαίο

Everett Shinn: the tightrope Walker, 1904
Με λένε Λιάνα και είμαι σχοινοβάτης σε τσίρκο. Γελάσατε; Εντάξει! Όλοι γελάνε, βρίσκοντας τη δουλειά μου από παράξενη έως αστεία. Στην αρχή, ένιωθα αμήχανα. Τι αντίδραση κι αυτή να σε βλέπουν και να γουρλώνουν τα μάτια λες κι έχουν μπροστά τους τη γυναίκα με τη γενειάδα! Στο τέλος όμως μπούχτισα, στόμωσα, βαρέθηκα ακόμη κι αυτή τη ζωή στο τσίρκο. Ένας μικρόκοσμος που θύμιζε βαλτόνερα όπου βουλιάζεις αφήνοντας πίσω σου κάτι ελάχιστες φυσαλίδες αέρα. Πήρα την απόφαση να φύγω. Για πού; Τι θα έκανα; Ερωτήματα ανάξια να βασανίσουν το μυαλό μου καθώς βάδιζα στην άκρη του επαρχιακού δρόμου.
Γρήγορα, η απόδρασή μου εξελίχτηκε σ’ έναν ωραίο περίπατο στην εξοχή. Καθώς ο δρόμος ανηφόριζε, μόνο ένας στενός πέτρινος τοίχος, ένα μέτρο ψηλός, εξασφάλιζε τον ανύποπτο περαστικό από το να κατρακυλήσει στην απότομη πλαγιά. Για μένα, ήταν απλώς μια πρόκληση. Σκαρφάλωσα κι άρχισα να περπατάω με την ψευδαίσθηση πως ακροβατώ σε τεντωμένο σχοινί. Σήκωσα τα χέρια στο ύψος των ώμων μου, πάτησα στις μύτες των ποδιών και βρέθηκα να κάνω φιγούρες με θεατή το αμέτοχο τοπίο.
Είχα τόσο απορροφηθεί που το κορνάρισμα του φορτηγού και το απότομο στρίγκλισμα των φρένων, μου έκοψε τη χολή. Παραπάτησα κι ευτυχώς η εξάσκηση τόσων χρόνων με έκανε να προσγειωθώ στην άσφαλτο και όχι στον πάτο του γκρεμού.
«Είσαι τρελή κοπέλα μου; Να αυτοκτονήσεις θέλεις; Τι δουλειά έχεις να περπατάς εκεί πάνω;»
«Κι εσύ τι είσαι; Ο στρατός της σωτηρίας;» αντιγύρισα ενοχλημένη.
«Εγώ φταίω που ανακατεύομαι! Δεν πα να κόψεις και το λαιμό σου!» ο φορτηγατζής ξεκίνησε φουριόζος λούζοντάς με την εξάτμισή του.
Εκνευρισμένη, συνέχισα να περπατάω, στην άκρη του δρόμου αυτή τη φορά, μήπως και κάποιος άλλος καλοθελητής ανησυχήσει για τη σωματική μου ακεραιότητα. Όχι πως θα πάθαινα και τίποτα βέβαια! Από μικρή με τη γυμναστική είχα φτιάξει ένα σώμα λάστιχο. Και στις ρόδες του φορτηγού να έπεφτα, τίποτα δε θα συνέβαινε. Καλά, φτάνει, μας έπεισες, μια φωνούλα μέσα μου με ειρωνεύτηκε. Για να σε δούμε τώρα χωρίς δουλειά, χωρίς σπιτικό, χωρίς κανέναν!
Ορφανή από τόση δα, η μοναδική μου οικογένεια υπήρξε το τσίρκο και οι άνθρωποί του. Από πόλη σε πόλη, στα είκοσι δύο μου είχα φτάσει να θέλω να ριζώσω κάπου. Αυτό που άλλες κοπέλες της ηλικίας μου θα έβρισκαν αναχρονιστικό και ξεπερασμένο, ήταν για μένα όνειρο ζωής: Να κάνω τη δικιά μου οικογένεια, να φτιάξω σπιτικό, να έχω ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μου. Να χτίσω τη δική μου φωλιά, τον κόσμο μου γεμάτο από την αγάπη που στερήθηκα.
Με αυτά κι αυτά, ούτε που κατάλαβα για πότε έφτασα στην κοντινή πόλη. Η πλατεία ήταν γεμάτη μοντέρνες καφετέριες. Κάθισα στη σκιά προσπαθώντας να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου. Και πρώτα-πρώτα ο άνδρας των ονείρων μου. Πώς θα έβγαινε από το όνειρο, βρε παιδί μου, να γίνει πραγματικότητα;
Το κακόφωνο κορνάρισμα με ξάφνιασε.
«Ζεις ακόμα; Πώς και δεν έπεσες σε καμιά ρόδα;» ο ίδιος εκείνος φορτηγατζής εξακολουθούσε να μου κάνει πλάκα.
Τι ενοχλητικός! Πουθενά δεν ησυχάζει κανείς. Ας κάνω την αδιάφορη, μήπως και σηκωθεί να φύγει, αποφάσισα.
Αμ δε! Λες και τον προσκάλεσα, στρογγυλοκάθισε δίπλα μου.
«Τι θα πάρεις;» ρώτησε καθώς ο σερβιτόρος στάθηκε από πάνω μας σαν το κοράκι.
«Τίποτα!» απάντησα μουτρωμένη. «Δεν έχω λεφτά».
«Κερνάω εγώ! Σε παρακαλώ, ένα καφέ, δυο τοστ και μια πορτοκαλάδα».
Στο άκουσμα της παραγγελίας ξεροκατάπια και το στομάχι μου πανηγύρισε με θορυβώδη ενθουσιασμό.
Τι έχει και μου τη δίνει τόσο στα νεύρα; αναρωτήθηκα καθώς άκουσα τον τύπο να γελάει. Ετοιμαζόμουν να τον βρίσω, δεν ξέρω όμως πώς, μ’ έπιασαν κι εμένα τα γέλια.
«Μάλλον πείναγες!» διαπίστωσε βλέποντας με να κατεβάζω και την τελευταία μπουκιά από το δικό του τοστ.
«Ο καθαρός αέρας μού άνοιξε την όρεξη», κατόρθωσα να απαντήσω ενώ σκεφτόμουν πως δεν είχα φάει τίποτα εδώ και δεκάξι ώρες.
«Ώστε δουλεύεις σε τσίρκο».
«Δούλευα μέχρι χθες το βράδυ» τον διόρθωσα, «τα παράτησα όμως κι έφυγα. Άστα, άλλος κόσμος».
«Δεν έχεις άδικο. Μικρός, μου άρεσε το τσίρκο! Τώρα, τα βλέπω κι εγώ διαφορετικά. Και δε μου λες! Τι θα κάνεις τώρα; Έχεις πουθενά να πας;»
«Δε βαριέσαι! Κάτι θα βρεθεί. Κανείς δεν χάνεται».
«Αυτό το λένε για τα πετεινά του ουρανού. Για τους ανθρώπους, ισχύουν άλλα. Να σου πω…», κοντοστάθηκε. «Έρχεσαι να μείνεις μαζί μου; Έτσι, για μερικές μέρες μέχρι να δεις τι θα κάνεις».
«Για ποια με πέρασες; Σου μοιάζω για καμιά εύκολη; Μπορεί να μεγάλωσα από δω κι από κει, δεν είμαι όμως και καμιά πεταμένη!» άστραψα και κόρωσα.
«Πού τα βρίσκεις και τα λες! Αμάν αδερφέ, τσακμάκι γίνεσαι! Δεν ξέρω τι βάζει το μυαλουδάκι σου, αλλά αν είναι να πειραχτεί κάποιος, αυτός είμαι εγώ. Εσύ για ποιον με πέρασες;»
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ένα ανοιχτό σπορ αμάξι μπήκε στριγκλίζοντας στην πλατεία για να σταματήσει λίγο πιο μακριά από τα πόδια μας, μισό πάνω και μισό κάτω από το πεζοδρόμιο. Συνηθισμένη να αρπάζομαι εύκολα, ήμουν έτοιμη να βρίσω, αντικρίζοντας όμως τον ανυπόμονο οδηγό, έμεινα μ’ ανοιχτό το στόμα. Τι κούκλος!
«Καλημέρα Γρηγόρη!» πέταξε ο άγνωστος περνώντας από μπροστά μας και χάθηκε φουριόζος στο διπλανό μαγαζί.
«Ποιος είναι αυτός;» ρώτησα εκνευρισμένη που ο άνδρας δεν με είχε καν κοιτάξει.
«Αυτός; Ο περιβόητος Μάρκος! Τα μισά μαγαζιά εδώ γύρω είναι δικά του! Δεν ξέρει τι έχει και τι δεν έχει! Ωραίος και πλούσιος, καλός συνδυασμός, ε;» μου μισοέκλεισε ειρωνικά το μάτι. «Βλέπω, δεν σε άφησε ασυγκίνητη. Να σκεφτείς πως κάποτε ήμασταν συμμαθητές. Άλλα χρόνια τότε!» κατέληξε αναστενάζοντας.
Εγώ πάλι σκέφτηκα πως αφού είχε ωραία εμφάνιση και γεμάτο πορτοφόλι, μπορούσα να παραβλέψω όλα τα υπόλοιπα. Μου έφτανε και μου περίσσευε!
Τα πράγματα ήταν απλά. Σε κλάσματα δευτερολέπτου, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης μου υπαγόρευσε να βάλω στο στόχαστρό μου τον Μάρκο. Βέβαια, χρειαζόμουν το σωστό βέλος για να τον καρφώσω. Ένα βέλος που θα έβρισκε σίγουρα κέντρο, γιατί το σχέδιο που σκάρωσα στη στιγμή ήταν σατανικό αν και ριψοκίνδυνο.
Αποφασισμένη να εκμεταλλευτώ το προηγούμενό μου επάγγελμα όπως και το ότι κάποια πράγματα δεν είναι για να τα σκέφτεσαι δεύτερη φορά, θα έπεφτα στις ρόδες του Μάρκου. Όχι, μην τρομάζετε! Δεν σκόπευα να αυτοκτονήσω, αλλά να αποπλανήσω τον επίδοξο γαμπρό. Το σχέδιό μου ήταν απλό. Αφού μάθαινα ποια διαδρομή ακολουθούσε, θα προσγειωνόμουν -χρησιμοποιώντας όλη μου την τέχνη- κοντά στο αμάξι του. Δήθεν θα λιποθυμούσα από την τρομάρα μου, αυτός θα σταματούσε ανήσυχος για το παρά τρίχα δυστύχημα, θα μ’ έπαιρνε στην αγκαλιά του, κλπ, κλπ. Έτσι ή κάπως έτσι περνούσε το επιθυμητό τροχαίο από το μυαλό μου.
Η πίσω αυλή ήταν το ιδανικό σημείο για να εξασκούμαι. Επί ώρες εκτελούσα την ίδια και την ίδια άσκηση μέχρι να δώσω στον εαυτό μου το σφύριγμα της λήξης. Πολλές φορές, έπιανα με την άκρη του ματιού την κυρά Μάρθα να με κοιτάει ανήσυχη. Η αλήθεια είναι πως εκείνη την ώρα ντρεπόμουν λίγο, αλλά σαν το καλοσκεφτόμουν, έλεγα πως δεν έκανα τίποτα κακό, μια ευκαιρία ζητούσα κι εγώ. Βέβαια δεν ήμουν και τόσο σίγουρη πως ο Μάρκος θα έπεφτε σαν τον τυφλό και απονενοημένο στην αγκαλιά μου. Όταν με έπιανε κρίση λογικής, έβλεπα πως το σχέδιό μου έμπαζε νερά.
Ευτυχώς ο Γρηγόρης ήταν ανεκτικός μαζί μου. Η ολιγοήμερη παραμονή μου στο σπίτι του είχε παραταθεί σιωπηλά. Κι ας ήταν το μεροκάματό του ίσα να τα φέρνουν βόλτα αυτός και η μάνα του. Τις τελευταίες μέρες όμως, κάτι είχε αλλάξει. Φαίνεται πως ούτε ο ευγενικός Γρηγόρης μπορούσε να με ανεχτεί, με το ζόρι αλλάζαμε δυο κουβέντες κι έφευγε βιαστικός κοιτάζοντάς με περίεργα, σαν να τον ενοχλούσε η παρουσία μου. Είχα κι ένα στόμα η άτιμη! Κάτι θα του είχα πει και μου το κρατούσε μανιάτικο.
Δυο βδομάδες χρειάστηκαν για να τελειοποιήσω το σχέδιό μου. Και να ‘μαι επιτέλους στημένη στη διασταύρωση, στο έμπα της πόλης.
Διάλεξα επίτηδες ένα σημείο που το σήμα του STOP εξασφάλιζε τουλάχιστον μια λογική ταχύτητα για τα αυτοκίνητα που θα περνούσαν. Περίμενα υπομονετικά μισή ώρα. «Όπου να ‘ναι, θα φανεί», μονολογούσα. Ο ήλιος με τύφλωνε, εγώ όμως εκεί, πρόβαρα ξανά και ξανά στο μυαλό μου την άσκηση που θα μου επέτρεπε να περάσω πάνω από το καπό του Μάρκου και να προσγειωθώ δίπλα στο αυτοκίνητο χωρίς να πάθω τίποτα.
Το σχέδιό μου ήταν άψογο, απλά δεν είχα υπολογίσει τις συγκυρίες. Ο Μάρκος εμφανίστηκε τη σωστή ώρα στο σωστό σημείο κι εγώ με άψογο συγχρονισμό, εκτέλεσα το ακροβατικό μου περνώντας με φόρα πάνω από το αμάξι και έτοιμη να προσγειωθώ στις ρόδες του. Μόνο που ο ήλιος με τύφλωνε, είχα κλείσει τα μάτια κι έτσι συγκρούστηκα με τον κάδο απορριμμάτων του δήμου.
«Πού βρέθηκε αυτή η ανισόρροπη εδώ πέρα;» άκουσα τον Μάρκο να βρίζει από το ανοιχτό παράθυρο του σπορ αμαξιού του.
Πήγα να βρίσω κι εγώ, από την τρομάρα μου όμως πρόλαβα και λιποθύμησα. Λεπτά, ώρες ή αιώνες αργότερα, άνοιξα τα μάτια μου στην αγκαλιά του Γρηγόρη που με κανάκευε σαν μωρό.
«Γρηγόρη! Τι κάνεις εδώ; Πού είμαστε;» ρώτησα ανόητα.
«Φτηνά τη γλίτωσες! Κουτή, τι είχες βάλει στο μυαλό σου; Κόντεψες στ’ αλήθεια να σκοτωθείς!»
Ντροπιασμένη, με πήραν τα κλάματα. Κι ο Μάρκος είχε γίνει καπνός, σαν να μην έτρεχε τίποτα. Το σχέδιό μου ήταν τελικά ολόιδιο σαμπρέλα που ξεφούσκωσε απότομα.
«Μην κλαις άλλο!» με παρηγόρησε ο Γρηγόρης και μ’ ακούμπησε απαλά στο πεζούλι. «Περίμενε εδώ, μη φύγεις!»
«Να πάω πού; Δεν μου φτάνει το ρεζιλίκι μου;»
Γύρισε με μια αγκαλιά λουλούδια.
«Για μένα;» ρώτησα έκπληκτη.
«Ήταν να στα δώσω …το βράδυ», έκανε κομπιάζοντας. «Μετά σκέφτηκα πως τώρα είναι καλύτερα. Α! παραλίγο να το ξεχάσω! Θα στο έλεγα το βράδυ! Μετά σκέφτηκα πως ..»
«Τώρα είναι καλύτερα!» συμπλήρωσα αυθόρμητα.
«Θα μείνεις μαζί μου;» ρώτησε γελώντας.
«Γιατί;» έκανα χαζά.
«Γιατί αξίζει να δοκιμάσουμε» μου απάντησε απλά.
Πιαστήκαμε χέρι χέρι σαν μαθητές δημοτικού και πήραμε το δρόμο για το σπίτι του.
Έμεινα μαζί του και μένω ακόμα. Σαν όλα τα ζευγάρια έχουμε τις καλές και τις κακές μας στιγμές. Ξέρετε όμως τι κατάλαβα απ’ όλα αυτά; Πως η αγάπη είναι φορές που περιμένει σε ένα σταυροδρόμι, αρκεί να είσαι στο σωστό σημείο τη σωστή στιγμή. Κι αν πάλι δεν είσαι, φτάνει να μετακινηθείς λίγα εκατοστά μέχρι ο ήλιος να πάψει να σε τυφλώνει και να δεις καθαρά

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών: ένα στολίδι κάτω από τη γη (Δεύτερο μέρος)

Χρηστικά αντικείμενα (βενετοκρητικό εμπόριο)
Έχοντας διανύσει πάνω από το μισό της έκθεσης, φθάνουμε στα τμήματα που αφορούν τους αιώνες μετά την Άλωση μέχρι τη Νεότερη εποχή. Οι υπήκοοι της πρώην βυζαντινής αυτοκρατορίας βρίσκονται πλέον είτε υπό τους Δυτικούς είτε υπό τους Οθωμανούς.
Διασχίζουμε τη μεγάλη αίθουσα όπου οι φορητές εικόνες απεικονίζουν τη μεικτή τεχνοτροπία στην Κρήτη όπου η βυζαντινή παράδοση συναντά την δυτική Αναγέννηση. Πιο κάτω, θαυμάζουμε μια προθήκη με χρηστικά αντικείμενα, κανάτια, κούπες, πινάκια που χρονολογούνται γύρω στον 15ο με 16ο αιώνα και παραπέμπουν στο βενετοκρητικό εμπόριο. Τα σχέδια, τα χρώματα, η γυαλάδα τους μαγεύουν το οπτικό αισθητήριο.
Πρόσφυγες από την Κρήτη, μετά την αλλαγή κατακτητών και το πέρασμά της στους Οθωμανούς, έρχονται στα Επτάνησα, ανανεώνοντας την εκεί τέχνη ώστε να προκύψει τελικά η Επτανησιακή Σχολή του 18ου αιώνα. Κάπου εδώ, βρίσκονται και τα μουριόνια, γλυπτά ανθρώπινα κεφάλια με προστατευτικό χαρακτήρα ενάντια στα κακά πνεύματα που κοσμούν δημόσια και ιδιωτικά κτίρια. Μετά από αυτά, μια σειρά από αναθηματικές εικόνες που δείχνουν τη νοοτροπία της εποχής. Οι αναθηματικές εικόνες ήταν τάματα εύπορων τάξεων για να δηλώσουν την ευγνωμοσύνη τους για τη σωτηρία τους από μια θαλασσινή ή στεριανή περιπέτεια.
Πολλά τα σημεία όπου το μάτι «στέκεται και δεν αντιστέκεται» είναι η εικόνα που κλάπηκε το 1976 από τον ναό του Προφήτη Ηλία στην Άνω Κορακιάνα της Κέρκυρας. Η εικόνα μάλιστα η οποία απεικονίζει σκηνές από τον βίο του προφήτη Ηλία είχε χωριστεί σε εννέα τεμάχια και ακόμη και μετά την εύρεση και αποκατάστασή της, οι φθορές του τεμαχισμού είναι ορατές. Το θρησκευτικό έργο φέρει την υπογραφή του Κρητικού ζωγράφου Θεόδωρου Πουλάκη και εντυπωσιάζει με τα ζωηρά του χρώματα και τη στάση των απεικονιζόμενων μορφών.
Γυρίζοντας λίγο πίσω, μπαίνουμε σε έναν μικρό χώρο με πολύ χαμηλό φωτισμό. Εδώ εκτίθενται τα ανθίβολα που δεν είναι άλλο από τα σχέδια εργασίας των μεταβυζαντινών κυρίως ζωγράφων. Αποτελούν πολύτιμα εργαλεία και μεταβιβάζονται από ζωγράφο σε ζωγράφο μεταφέροντας μια ιδιαίτερη εικονογραφική παράδοση από ένα καλλιτεχνικό εργαστήριο σε άλλο.
Αφήνουμε πίσω μας τις Δυτικές επιρροές και ακολουθούμε την πορεία των κοινοτήτων των Ρωμιών που αφού στενάζουν τους δύο πρώτους αιώνες της οθωμανικής υποτέλειας φτάνουν τον 17ο αιώνα να γνωρίσουν οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη μαζί με τη δημογραφική τους αύξηση. Αυτό που κάνει εντύπωση εδώ είναι τα κεντημένα βαρύτιμα υφάσματα. Θαυμάζουμε το Πέτασμα της Ωραίας Πύλης με παράσταση της Υπαπαντής, κεντημένο από την Κοκόνα του Ρολωγά τον 19ο αιώνα, αλλά και τον βελούδινο χρυσοκέντητο σάκο με τον πλούσιο φυτικό διάκοσμο, άλλο ένα έργο τέχνης από την Προύσα της Μικράς Ασίας, του 19ου αιώνα. Ένα μικρό κομμάτι είναι αφιερωμένο και στην καταπολέμηση «δαιμονίων». Εκτίθενται θεραπευτικοί κρίκοι, χειρόγραφα με ευχές, συμβουλές και ξόρκια για δαιμονισμένους, προγνώσεις θεραπείας ή θανάτου ασθενών, όλα από τον 18ο-19ο αιώνα.
Την προσοχή μας θα τραβήξει το εντυπωσιακό τέμπλο, η εκκλησία έτσι κι αλλιώς σε αυτούς τους καιρούς δεν είναι μόνο τόπος πίστης και λατρείας, αλλά και κοινωνικής συνοχής.
Έρωτας
Φθάνοντας στο κομμάτι που αφορά τη ζωγραφική στο νεώτερο ελληνικό κράτος, η ορθόδοξη θρησκευτική ζωγραφική θα υιοθετήσει τις δυτικές τάσεις, παράλληλα όμως υπάρχει και η παραδοσιακή «λαϊκή» τάση. Εντύπωση κάνει το έργο «Έρωτας» του ζωγράφου Δευτερεύοντος Σίφνιου, 1825, ως σχόλιο για τα επιβλαβή αποτελέσματα του ερωτικού πάθους.
Έχοντας ανέβει πάλι στο επίπεδο του εδάφους, βρισκόμαστε πια στο τελευταίο τμήμα της διαδρομής μας, θαυμάζοντας έργα που έχουν αποτυπωθεί σε μουσαμά ή χαρτί και σπανιότερα σε γύψο ή βιομηχανοποιημένο ξύλο, με λάδι, τέμπερα ή υδρόχρωμα. Χρονολογούνται από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα έως τη δεκαετία του 1960, και φτιάχτηκαν άλλοτε για να διασώσουν θησαυρούς του παρελθόντος –μετατρέποντάς τους ταυτόχρονα σε προσιτά αντικείμενα μελέτης– και άλλοτε για λόγους άσκησης στους καλλιτεχνικούς τρόπους του Βυζαντίου. Είναι τα έργα των συντηρητών του Μουσείου, ανάμεσα σε αυτούς και ο Φώτης Κόντογλου.
Κάπου εδώ τελειώνει το ταξίδι στο χθες, έχουμε ανέβει πάλι στην επιφάνεια της γης, στον υπέροχο κήπο της Βίλας Ιλίσια. Ποιος θα αρνηθεί αλήθεια πως αυτό το μουσείο είναι ένας θαυμαστός χώρος όπου βρίσκονται συγκεντρωμένοι αιώνες ιστορίας, τέχνης, συνείδησης;