Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2014

Άλεξ Κάπους: Η λίμνη

Λίγο πριν ξεσπάσει ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, μια ασυνήθιστη επιχείρηση ξεκινάει. Από το Πάπενμπουργκ της Γερμανίας, το ολοκαίνουργιο ατμόπλοιο Είδωλα ετοιμάζεται να κάνει το παρθενικό του ταξίδι μέσα σε κιβώτια. Είναι ο μόνος τρόπος να μεταφερθεί στο λιμάνι Κιγκόμα στη λίμνη Ταγκανίκα, εξυπηρετώντας το μεγαλεπήβολο σχέδιο του Γερμανού αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β. Και οι τρεις άντρες από το Πάπενμπουργκ θα φτάσουν σε έναν τόπο που τα πάντα μοιάζουν ειδυλλιακά μέχρις ότου ο πόλεμος γίνει ορατός εχθρός.
Μια λίμνη, μεγάλη σαν θάλασσα. Την εποφθαλμιούν οι πάντες. Όλοι ζητούν να εδραιώσουν την κυριαρχία τους στην Αφρική λες και η ήπειρος ανέκαθεν ή εξ ορισμού ανήκε σε Βρετανούς, Βέλγους ή Γερμανούς. Εύθραυστες είναι οι συμμαχίες σε καιρό ειρήνης, πολύ περισσότερο όμως όταν τα τύμπανα του πολέμου θα ηχήσουν καλύπτοντας ακόμη και τις κραυγές του ζώου, θηράματος και θύτη, μέσα στην αφρικανική νύχτα.
Μια άγνωστη σε εμένα τουλάχιστον, σελίδα της παγκόσμιας ιστορίας ξεδιπλώνεται ημερολογιακά, για να επιβεβαιώσει τη ματαιότητα και την ανθρώπινη ματαιοδοξία. Ζητάμε την κυριαρχία όταν αυτό πάνω στο οποίο την επιδιώκουμε δεν είναι δικό μας. Ξεγελάμε με ασήμαντα δώρα τους πάντες, είτε αυτά είναι μια χούφτα πρόκες, ένας καλύτερος μισθός ή η αίγλη και η υστεροφημία.
Κι αυτό που μένει είναι η σήψη κι ο θάνατος, η απώλεια της ανθρωπιάς, η ισοπέδωση.
Ο Άλεξ Κάπους δημιουργεί ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα όπου όλοι οι ήρωες μοιάζουν να κινούνται σε ένα απέραντο θέατρο παραλόγου. Μα όμως είναι όλοι τους ήρωες, όχι με την έννοια των προσώπων που κυριαρχούν και εξελίσσουν την πλοκή, αλλά ως άνθρωποι που δείχνουν ανωτερότητα μέσα στον όλεθρο και την απαξία. Ακόμη και ο στρυφνός και σκληρός Φον Τσίμερ ή ο Βρετανός Σπάισερ Σίμσον που όσο γελοίος και πομπώδης είναι τη μια στιγμή, την άλλη υπερβαίνει τον εαυτό του και τα βγάζει πέρα σε ανυπέρβλητες δυσκολίες.
Ένα αντιμιλιταριστικό μυθιστόρημα όπου το τραγικό και το κωμικό εναλλάσσονται, ως οι δύο όψεις του δράματος.
Μα «η λίμνη» (το μόνο ατόπημα στην ελληνική μετάφραση, αυτή η αλλαγή τίτλου, καθώς ο πρωτότυπος μεταφράζεται ως «θέμα χρόνου») είναι και ένα τρυφερό μυθιστόρημα, γιατί η δύναμη του ανθρώπου βρίσκεται ακριβώς μέσα στην ανάγκη του για αγάπη, άσχετα αν τις περισσότερες φορές ο καθένας αυτό το εξωτερικεύει αδόκιμα.
Την αγάπησα τη λίμνη, ίσως γι’ αυτό την διάβασα απνευστί και μάλιστα δύο φορές μέσα σε διάστημα λίγων μηνών. Ίσως και να δοκίμασα το μυθιστόρημα, να δω αν θα μου αφήσει τις ίδιες εντυπώσεις. Και αυτή η δεύτερη ανάγνωση με γέμισε ακόμη πιο βαθιά συναισθήματα, έκανε τις εικόνες πιο ζωντανές, μα και τα δικά μου συμπεράσματα στέρεα, έχοντας περάσει από πιο πολύπλοκα μονοπάτια. Ίσως κάπως σαν το ταξίδι του υπερμεγέθους ατμόπλοιου, κομμάτια μέσα σε εκατοντάδες κιβώτια ώσπου να ανασυντεθούν και να φτιάξουν το όραμα. Ποιο όμως είναι τελικά αυτό το όραμα; Πόσο εύκολα μπορεί να αγιοποιήσει κανείς από την πιο ανόητη και άχρηστη μέχρι την πιο βάρβαρη και χυδαία πράξη κάτω από τη σημαία μιας ευγενούς ιδέας; Μα, απουσιάζουν οι ευγενείς ιδέες όταν τα μυαλά που τις σκέφτονται δεν είναι ευγενή. Κι ακόμη περισσότερο όταν υπάρχουν θύματα, ένα ή εκατόμβες δεν έχει σημασία, αφού οι αθώοι είναι αυτοί που πληρώνουν το μεγαλύτερο τίμημα. Κάπως σαν τον κεντρικό ήρωα, τον Άντον Ρίτερ που …Σύρθηκε κάτω από τις ρίζες ενός πεσμένου δέντρου, αφουγκράστηκε τα γαβγίσματα των σκυλιών και τις φωνές των ανθρώπων, οι οποίοι δεν έδειχναν να πλησιάζουν, και έγλυψε τον χυλό που είχε πέσει επάνω του, ξέροντας πως αργά ή γρήγορα θα τον ανακάλυπταν. Μετά τον πήρε ο ύπνος και ξέχασε κατσαρόλα και πιστολιές, σκυλιά και σιδηροτροχιές, το χωρίς τέλος νερό, όλα όσα είχε βιώσει και υποφέρει, όλα όσα είχε κάνει τα τέσσερα τελευταία χρόνια.

Το μυθιστόρημα «Η λίμνη» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κονιδάρη. 

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

Γιάννης Μακριδάκης: Ανάμισης ντενεκές

Η ψυχή σου κάπου εδώ θα γυρίζει, του είπα. Δεν θ’ αναπαύεται, θα πηδάει από βράχο σε βράχο, θα πλανάρει στη ράχη των γερακιών, θα δροσίζεται στις Γούρνες, θα μυρίζει τα φρέσκα πευκαρούδια, θα χώνεται μες στα χάρβαλα των ξερολιθιών, θ’ αναπολεί τον ανθρώπινο μόχθο, τότε που τα βουνά ήσαν γεμάτα κόσμο.
Ένα μικρό απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Γιάννη Μακριδάκη «Ανάμισης ντενεκές», (Βιβλιοπωλείον της Εστίας), όπου ο συγγραφέας επιχειρεί να ανασυνθέσει τον θρύλο του Γιώργη Πέτικα, φυγόδικου μετά τον φόνο που διέπραξε τον Φεβρουάριο του 1915. Ενενήντα χρόνια μετά, το όνομα κι η ιστορία, περνώντας από γενιά σε γενιά, κρατάει ακόμη πάνω στο Πελλιναίο. Ένα φονικό για τα μάτια μιας γυναίκας, που το όνομά της ποτέ δεν θα αποκαλυφθεί, αναπάντητο ερώτημα στο τέλος αυτού του μυθιστορηματικού ντοκουμέντου, ως τήρηση του απαράβατου νόμου της σιωπής. Μια αντιζηλία με τον αδερφικό φίλο, το σταυραδέρφι και μια ανηλεής καταδίωξη από το σώμα της χωροφυλακής.
Ανάμισης ντενεκές το σύνθημα για το καταφύγιο του Πέτικα. Εκεί που θα βρεθεί κι ο ίδιος ο συγγραφέας ερευνητής, σχεδόν έναν αιώνα μετά, ψάχνοντας τις απαντήσεις, μερώνοντας τη ματιά του στους ίδιους τόπους, μόνο που το πράσινο που έβλεπε ο Πέτικας έχει γίνει καφέ, κι η ιστορία του σαν τη γη έχει ξεθωριάσει, μέχρις όλα να γίνουν χώμα και νερό.
Μέσα από ένα τριπλό εύρημα στον αφηγηματικό χρόνο (η μυθιστορηματική ανασύσταση του βίου και της πολιτείας του Πέτικα, η παράθεση των αποσπασμάτων του τύπου και οι μαρτυρίες που συλλέγει ο ερευνητής), ο συγγραφέας ανασκαλίζει τα κομμάτια του χθες, τιμή στη συλλογική μνήμη. Η ανασύσταση της ιστορίας του φυγόδικου πορεύεται με την ιστορία της Ελλάδας, σημειολογικά δοσμένη. Ο Ενικός Διχασμός και η αντιγνωμία Βενιζέλου και βασιλιά για την είσοδο στον πόλεμο ζωντανεύει μέσα στο καφενείο του Κούβακα, όπου ο Φώτης από το αναλόγιό του διαβάζει στους θαμώνες τα γεγονότα, αυτά των παθών του βασανισμένου λαού παράλληλα με τα πάθη του κυνηγημένου Πέτικα. Για την ελευθερία γίνονται υποτίθεται οι πόλεμοι, μέχρι κάποιος αντικειμενικός κριτής να δείξει την πραγματικότητα. Για την ελευθερία τους πέρασαν τη θάλασσα κι οι Μικρασιάτες να έρθουν πρόσφυγες στη Χίο και αλλού στην παλιά Πατρίδα και να τύχουν αντίγνωμης υποδοχής. Κι όμως, τι παράξενο, μα στην ιστορία του Γιώργη του Πέτικα, ακόμη κι αν οι αφηγήσεις των παλιών όπως το δημοσιογραφικό μαγνητόφωνο του Μακριδάκη τις καταγράφει, αλλοιώνουν ή παραλλάσουν κάποια σημεία της, ο θρύλος δικαιώνει την επιμονή του. Γιατί ο λαός πάντα στο πρόσωπο αυτού που θέλει να μείνει λεύτερος, αφήνει παράμερα την παράβαση και εστιάζει στον ηρωισμό, την μη αποδοχή της καταπίεσης, την πάλη για μιαν ανάσα ολόκληρη και μια ματιά που τίποτα δεν την περιορίζει.
Σαν την ανάσα και το βλέμμα του Πέτικα, εκεί πάνω στον Ανάμιση ντενεκέ. 

Άξια γραφή, γεμάτη από τους ήχους και τις εικόνες ενός τόπου όπου το χθες συναντά το σήμερα ως απάντηση στο τι σημαίνει συλλογική μνήμη, αλλά και τι σημαίνει ελεύθερη ψυχή. 
Κρατάω ένα ακόμη μικρό απόσπασμα που μέσα στη λιτότητά του τα λέει όλα.
"Πως δυστυχώς κανένας δεν ξεφεύγει και ευτυχώς όλοι μπορούν να ξεφύγουν. Πως ευτυχώς κανένας δεν ξεφεύγει και δυστυχώς όλοι μπορούν να ξεφύγουν". 

Κυριακή, 6 Ιουλίου 2014

Στο χώμα αυτό, εγώ σου ψιθυρίζω

Κατακαλόκαιρο και ώρα για περιήγηση στο αρχαίο νεκροταφείο της πόλης των Αθηνών, στον Κεραμεικό.
Ο αρχαιολογικός χώρος -ξεκίνησε να ανασκάπτεται το 1863 και οι ανασκαφές συνεχίζονται έως τις ημέρες μας- έχει έκταση περίπου σαράντα στρέμματα. Ακούγεται πολύ; Προσωπικά ούτε κατάλαβα τον χρόνο. Εισιτήριο και ενημερωτικό φυλλάδιο στο κιόσκι δεξιά και ξεκινάω αφού μελετήσω την κάτοψη του χώρου όπως αποτυπώνεται στο φυλλάδιο. Εντυπωσιάζομαι από το γεγονός ότι περπατάω στο ίδιο επίπεδο με τους Αθηναίους της Κλασσικής εποχής. Είναι εξάλλου η εποχή που το Θεμιστόκλειο τείχος τέμνει πλέον τον Κεραμεικό. Το κομμάτι εντός των τειχών έχει οικιστική χρήση, το δε εκτός χρήση ταφική.
Ο τόπος είναι καθαρός, περιποιημένος. Ένα ειδυλλιακό τοπίο μέσα στην ζούγκλα της Αθήνας, σκέφτομαι καθώς βαδίζω δίπλα στον Ηριδανό και πάνω στην Ιερά Οδό κάνοντας τον ίδιο δρόμο από όπου περνούσε η πομπή των Ελευσίνιων Μυστηρίων. Στέκομαι αναποφάσιστη, θέλω να συνεχίσω προς τη μεριά που βρίσκεται πιο κοντά στην οδό Πειραιώς, γιατί εκεί συνωστίζονται τα πιο εντυπωσιακά ταφικά μνημεία.
Τελικά στρέφομαι δεξιά σαν να επιστρέφω στην αρχαία Πόλη των Αθηνών, βρίσκοντας μπροστά μου την Ιερά Πύλη. Από εκεί κατευθύνομαι προς την άλλη πύλη της πόλης, το Δίπυλον. Από εδώ ξεκινούσε ο δρόμος προς την Ακαδημία Πλάτωνος και εδώ πραγματοποιούνταν οι επίσημες τελετές για τον ενταφιασμό των πεσόντων στον πόλεμο.
Φθάνω ξανά στην Ιερά οδό και ακολουθώ πλέον τη διακλάδωσή της που ονομάζεται Οδός των Τάφων (το αρχαίο όνομα δεν μας είναι γνωστό). Εδώ ο επισκέπτης έχει τη δυνατότητα να δει τα πιο μεγαλοπρεπή ταφικά μνημεία που σώθηκαν από τα Κλασσικά χρόνια. Θαυμάζω στα αριστερά μου το ανάγλυφο του Δεξίλεω παρότι σε αντίγραφο, έτσι κι αλλιώς γνωρίζω πως σε λίγο θα απολαύσω το πρωτότυπο στο Μουσείο που βρίσκεται μέσα στον αρχαιολογικό χώρο.
Είναι όμορφη αυτή η μεριά του Κεραμεικού, έτσι όπως περιηγούμαι ανάμεσα σε αναθηματικές στήλες και τάφους. Ανηφορίζω το τελευταίο κομμάτι, εκεί που τα μάρμαρα και οι αρχαίες φωνές ξεκουράζονται κάτω από ελιές, κυπαρίσσια και δάφνες. Σκέφτομαι τον πλούτο και την πολυτέλεια, τη ματαιότητα ή την ανάγκη να τιμηθεί ο νεκρός που οδήγησε σε όλα αυτά τα υπέροχα έργα. Μορφές αποτυπωμένες με κάθε λεπτομέρεια, πρόσωπα όπου έχει εγκατασταθεί πλέον η απάθεια καθώς έρχεται η συνειδητοποίηση ότι βρίσκονται πλέον μακριά από τα εγκόσμια.
Γυρίζω πίσω και ανηφορίζω προς το Μουσείο. Μικρό αλλά προσεγμένο, κάθε έκθεμα αφήνει την αίσθηση του δέους. Στέκομαι μπροστά στο ανάγλυφο της μάμμης Αμφαρέτης με το εγγόνι της. Διαβάζω ξανά και ξανά το επίγραμμα στο επιστύλιο: «το τέκνο της θυγατέρας μου κρατώ εδώ το αγαπητό, που κρατούσα στα γόνατά μου, όταν ζωντανοί βλέπαμε το φως του ήλιου και τώρα νεκρό το κρατώ, εγώ η νεκρή».
Κι άλλες μορφές σε στάση αποχαιρετισμού, απόκοσμες. Και μετά ο εντυπωσιακός Κούρος. Διαβάζω ότι αποκαλύφθηκε μαζί με μία σφίγγα, δύο λιοντάρια, δύο κιονόκρανα και έναν κίονα το 2002 κατά τη διάρκεια στρωματογραφικών ερευνών από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο. Τα γλυπτά αυτά προέρχονταν από αρχαϊκούς ταφικούς περιβόλους που είχαν καταστραφεί από τους Πέρσες και όταν επί Θεμιστοκλή γινόντουσαν οι εργασίες ανέγερσης της Ιεράς Πύλης τοποθετήθηκαν κάτω από την Ιερά οδό ώστε να ενισχυθεί το οδόστρωμα. Παλιά και δοκιμασμένη λοιπόν η μέθοδος να επαναχρησιμοποιείται το κάθε τι, μονολογώ.
Καιρός να δω τα εκθέματα που είναι σχεδόν αποκλειστικά ταφικού χαρακτήρα και προερχόμενα από τις ανασκαφές μέσα στην Νεκρόπολη του Κεραμεικού. Πήλινα, χάλκινα, χρυσά αντικείμενα, κοσμήματα, αγγεία, φιαλίδια, καθρέφτες, ψαλίδια και άλλα είδη καλλωπισμού λες και η ματαιότητα συνεχίζεται μετά θάνατον. Επίφαση ζωής, εκδήλωση λατρείας, ποιος ξέρει;
Σταματάω στην προθήκη με τον αριθμό 10. Εδώ εκθέτονται κτερίσματα που αποδίδονται στην ομαδική ταφή των νεκρών του λοιμού, που ενέσκηψε στην Αθήνα στην αρχή του Πελοποννησιακού πολέμου (καλοκαίρι του 430/29 π.Χ.). Μας αποκαλύφθηκαν εκτός του οργανωμένου αρχαιολογικού χώρου κατά τις εργασίες της κατασκευής του ΜΕΤΡΟ.

Λίγο προτού αφήσω πίσω μου τη Νεκρόπολη, κοιτάζω μια τελευταία φορά σαν να θέλω να την αποτυπώσω σε έναν νοερό χάρτη. Μετά σκέφτομαι πως τα αρχαία βρίσκονται πάντα δίπλα μας να ομορφαίνουν την καθημερινότητά μας, να ηρεμούν τους φρενήρεις ρυθμούς μας. Και χαμογελάω ξανά. Κοιτάζω το ρολόι μου. Δύο ώρες σχεδόν. Πότε πέρασαν; Ίσως ο χρόνος σταματάει εδώ ή ίσως έχει τους δικούς του άχρονους ρυθμούς.