Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

Σπύρος Πετρουλάκης: Στα χνάρια του κουρσάρου Μπαρμπαρόσα

Ένα μαύρο τόσο δα κλειδί κι ένας πολυμήχανος παππούς. Ο καπετάν Σήφης ξέρει καλά πώς να κάνει μικρούς και μεγάλους να κρέμονται από τα χείλη του. Κωνσταντίνος, Ειρήνη, Παρασκευή, Δημήτρης.
Θα μπουν στο παιχνίδι για να βρουν τι ξεκλειδώνει αυτό το θαυμαστό κλειδί που τόσες φορές έχουν δει να ξετρυπώνει από το πουκάμισο του καπετάνιου. Δεν θέλεις και πολύ να κινήσεις την περιέργεια σε αυτές τις ηλικίες που διψούν για παιχνίδι, εξερεύνηση, γνώση. Κι ο παραμυθάς παππούς θα τα προσφέρει απλόχερα στα εγγόνια και τους φίλους τους. Γιατί τα παιδιά, όσο κι αν οι καιροί αλλάζουν, παραμένουν το ίδιο αυθόρμητα, με την ίδια ανάγκη για περιπέτεια και παιχνίδι, την ίδια δίψα να ακούσουν ιστορίες και κατορθώματα. Αυτή είναι η τροφή της φαντασίας τους για να χορτάσει και να φτιάξει αργότερα τα δικά της όνειρα, τα δικά της παραμύθια.
Ο παππούς βάζει τους τέσσερις πιτσιρικάδες να αλωνίσουν πάνω κάτω τα Χανιά, για να λύσουν τους γρίφους που τους θέτει κάθε φορά και να βρουν τον θησαυρό ενός ξακουστού πειρατή εκεί που είναι η θαμμένη εκκλησιά. Και θα μου πείτε τώρα, καψόνια κάνει ο καπετάνιος μόνο και μόνο για να κρατήσει απασχολημένα τα παιδιά σε αυτό το τριήμερο της σχόλης τους; Μήπως θέλει να τα κάνει να φάνε με μεγαλύτερη όρεξη τα φαγητά της γιαγιάς; Ή μήπως θέλει να δείξει κάτι πολύ απλό, αλλά με τέτοιο τρόπο που θα μείνει χαραγμένο στο μυαλό και στην ψυχή τους;
Ο Σπύρος Πετρουλάκης είναι ένας κουρσάρος που παίρνει τα μυαλά του κόσμου με τις δημιουργίες-αποκοτιές του. Πλασμένος από στόφα εξερευνητή, -και δεν μου το βγάζετε από το μυαλό πως αυτός είναι ο καπετάν Σήφης της ιστορίας του-, μοιάζει να κουμαντάρει εκείνο το Μινωικό πλοίο που αναφέρει στην περιπέτειά του, σαν να υπάρχει από χρόνια αρχαία στον κόσμο αυτόν. Πολεμιστής, θαλασσοπόρος, θαυματοποιός, παραμυθάς. Γράφει μουσική, στίχους και ιστορίες που μας ποτίζουν αρμύρα και μυστήριο, ξεδιπλώνει την ομορφιά του τόπου του, ενός τόπου που γνώρισε κατακτητές πολλούς κι ο καθένας τους άφησε ξοπίσω του το δικό του χνάρι. Οι ιστορίες ξεκινούν σαν τον γάντζο του πειρατή, σε αρπάζουν κι εσύ μένεις με τη θέλησή σου να ακολουθήσεις ψάχνοντας πλούτη αμύθητα. Κι είναι αυτά τα πλούτη γύρω σου, μπροστά στα μάτια σου, εικόνες πολύτιμες, σελίδες ιστορίας από αιώνες πίσω. Είναι όσα θαυμαστά έκανε ο άνθρωπος, ο ίδιος λησμόνησε κι αυτός πάλι ανάστησε.
Κι είναι οι γάντζοι του πειρατή Πετρουλάκη βουτηγμένοι στο αλατοπίπερο της περιπέτειας, ποτισμένοι με μυρωδιές από τα λουλούδια του κήπου έξω στον δρόμο κι εκείνης της τριανταφυλλιάς που επίμονα κορφολογάει τα ρόδα της ο γείτονας και φίλος του, ο κατεργάρης μπαρμπα Γιάννης. Είναι τα κοκκινιστά κάστανα και τα άλλα φαγητά, γεύσεις της Κρήτης που κάνουν το στόμα μας να γεμίζει σάλια και το στομάχι να γουργουρίζει. Είναι οι καμάρες, οι κρήνες και τα παλάτια, οι δρόμοι και η ιστορία των ονομάτων τους. Είναι εκείνος ο μαύρος βαρκάρης ο Σαλής, ο άγιος άνθρωπος. Είναι οι φόβοι κι οι ελπίδες, το μακρινό χθες που πρόβαλε την εικόνα του σε άλλοτε εντυπωσιακά κτίρια, το πιο πρόσφατο παρελθόν με πολέμους και βομβαρδισμούς, το σήμερα που λούστραρε τις ρωγμές κι έκανε μουσεία κοσμήματα και χώρους πολιτισμού. Μα είναι και το μήνυμα πίσω από όλα αυτά, το ότι η συνεργασία και η αποδοχή της διαφορετικότητας μόνο οφέλη έχουν να φέρουν. Η ίδια η πόλη των Χανίων το αποδεικνύει αντικρίζοντας περήφανα το σήμερα, εκθέτοντας στα μάτια μας το πέρασμα, τη συνύπαρξη, την άνθηση.

Είναι όμορφο τελικά όσο και να μεγαλώσεις να μην αφήνεις το παιδί μέσα σου να φύγει. Κι αν το έχεις κάπου λησμονήσει εσύ, άνθρωποι σαν τον Σπύρο Πετρουλάκη, με μια κουβέντα και μόνο, σε κάνουν να το θυμηθείς. Καλά κουρσέματα, Σπύρο!
Το νεανικό μυθιστόρημα "Στα χνάρια του Κουρσάρου Μπαρμπαρόσα" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μίνωας στη σειρά Λογοτεχνικές εξερευνήσεις. 

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

Ιωάννα Νοταρά: Μια συγγνώμη για την Εύα

Καθισμένη μπροστά στο τζάκι, αναπολεί. Οι αναμνήσεις κι οι φλόγες της φωτιάς αντάμα στήνουν χορό μπροστά στα μάτια της. Η θαλπωρή εκεί στην αγαπημένη της θέση, δίνει ξανά ζωή στον πρώτο της έρωτα. Εξήντα πέντε χρονών στο σήμερα η Νικολέτα Δαβρή γυρνάει πολύ πίσω, σε εκείνο το καλοκαίρι στη Λευκάδα και τη γνωριμία της με τον Σταύρο Σιδέρη. Αρμύρα και ήλιος, η ξεγνοιασιά των διακοπών κι η αποκοτιά της νιότης παρακάμπτουν το χάσμα της κοινωνικής διαφοράς. Ένας έρωτας παθιασμένος που αποκοιμίζει τις αντιστάσεις της νεαρής Νικολέτας. Τα πάντα θα κάνει για το Νικάκι του, όπως χαϊδευτικά την αποκαλεί ο Σταύρος. Αυτά τα πάντα περιλαμβάνουν φυσικά μόνο το να περνάνε καλά, όσο οι σπουδές της Νικολέτας δεν φέρνουν προσκόμματα στη σχέση τους, όσο το Παρίσι είναι η στέγη της εφήμερης ευτυχίας, όσο ο πατέρας του Σταύρου αγνοεί τους χτύπους της καρδιάς του γιου του.
Τα θέλω της Νικολέτας όμως είναι ισχυρά, ο χαρακτήρας της αδάμαστος. Μια απρόβλεπτη εγκυμοσύνη δεν φτάνει για να ξεθωριάσει το δικό της όνειρο. Μα κάπου ο λογαριασμός γίνεται χωρίς τον ξενοδόχο, εν προκειμένω τον Ιάσονα Σιδέρη, πατέρα του Σταύρου. Τα καπρίτσια του γιου του δεν τον αφορούν όσο δεν πηγαίνουν κόντρα στις δικές του προσταγές. Γιατί ο Ιάσονας είναι ο άνθρωπος που βλέπει όλους τους άλλους σαν απλά μυρμήγκια, χρήσιμα μόνο για να αυξάνουν το κύρος και τα πλούτη του. Ένα μυρμήγκι είναι και η Νικολέτα, η παρακατιανή που τόλμησε να θεωρήσει τον εαυτό της ίσο και ισάξιο του μεγαλείου του.
Η Νικολέτα, προτού καν καθίσει στο θρόνο της, αποπέμπεται και βρίσκεται να μαζεύει τα συντρίμμια της ζωής της. Θα ολοκληρώσει τις σπουδές της, παύει όμως να είναι ακέραιη και στέρεη σαν άνθρωπος. Μίσος και εκδίκηση, αυτά νιώθει και επιδιώκει για τους δυο άντρες, πατέρα και γιο, που της στέρησαν την αθωότητα και τη γλύκα της σπουδαιότερης στιγμής στη ζωή μιας γυναίκας.
Μα όμως είναι η εκδίκηση ένα πιάτο που τρώγεται κρύο; Αρκετά χρόνια μετά, μια μοιραία συνάντηση σε ένα μπαρ, μια γνωριμία της μιας νύχτας όπως θα τη χαρακτήριζε η Νικολέτα σύμφωνα με τις νεόκοπες πεποιθήσεις της για τον έρωτα, θα κεντρίσει το μίσος και η ίδια θα γίνει μια γυναίκα αράχνη.
Δε θα σταθώ στην πλοκή του μοτίβου προδοσία, εκδίκηση, κάθαρση, καθώς η Ιωάννα Νοταρά στήνει άξια τον κορμό της ιστορίας της. Θα σταθώ στον ψυχισμό των ηρώων που η συγγραφέας ανάγλυφα δίνει. Γιατί πίσω από κάθε πράξη υπάρχει η αιτία.
Οι πράξεις του Σταύρου αποδεικνύουν τη μαλθακότητά του, την τάση του να αντλεί χαρές από μια επίπλαστη ευμάρεια χωρίς να εμβαθύνει περισσότερο. Ρηχός και επιπόλαιος, γίνεται το πιστό ζωάκι που τρώει από το χέρι του πατέρα του, ξετινάζοντας τη ζωή του, πληρώνοντας με πολύ ακριβό νόμισμα τις δικές του επιλογές.
Η Νικολέτα από τη μεριά της, είναι η αντισυμβατική γυναίκα, εκείνη που δεν αποδέχεται τα στερεότυπα. Που δεν βλέπει κανένα εμπόδιο στο να βάλει στόχους και να τους πραγματοποιήσει, που πιστεύει στη γυναικεία χειραφέτηση και διακωμωδεί την επαναπροβολή μπαγιάτικων ιδεών. Τη δική της πορεία δεν θα ανακόψει κανείς και τίποτα. Θα αναγεννηθεί από τις στάχτες της, έτσι τουλάχιστον πιστεύει. Αυτό που την πονάει όμως είναι μια πληγή που δεν κλείνει, μια πληγή που η ίδια σκαλίζει. Όντας ψυχίατρος, βλέπει πως αυτά που λέει στους ασθενείς της έρχονται σε πλήρη αντίθεση με αυτά που η ίδια κάνει. Πώς να βοηθήσεις μια άλλη ψυχή να βρει τον δρόμο της όταν η δική σου έχει συμμαχήσει με τον διάβολο;
Το τρίτο μέρος του ιδιότυπου τριγώνου, ο Ιάσονας Σιδέρης, ένας ήρωας που μέχρι τη μέση του μυθιστορήματος παρουσιάζεται σε όλο το μεγαλείο της αποκρουστικότητας του χαρακτήρα του, βρίσκει τον δάσκαλό του, όπως συνηθίζουμε να λέμε. Η σχέση του με την Εύα θα ποτίσει κάθε στοιχείο της ύπαρξής του και θα τον αλλάξει σαν άνθρωπο. Ή μάλλον θα τον κάνει επιτέλους άνθρωπο.
Δεν είναι τυχαίο, θέλω να πιστεύω ότι η Ιωάννα Νοταρά επέλεξε να ονομάσει Εύα την αινιγματική φιγούρα που θρυμματίζει τον ανδρικό εγωισμό. Εύα η πρώτη γυναίκα, αυτή που έσπευσαν να της προσάψουν πως εξαπάτησε τον άνδρα, αυτή που αποποιήθηκε κάθε δική της ευθύνη, ρίχνοντας το φταίξιμο στον όφι. Εύα ή Λίλιθ, Ελένη της Τροίας, Μήδεια και ο κατάλογος δεν έχει τέλος. Γυναίκες που αμαρτάνουν ή τους φορτώνουν αμαρτίες άλλων. Γυναίκες που παρασύρουν στα δίχτυα τους τους δυνατούς άνδρες. Γυναίκες που εκδικούνται, που σχεδιάζουν και εκτελούν χάνοντας και βρίσκοντας ξανά τον εαυτό τους. Μοιραίες, πολυμήχανες, ερωτικές.
Η Ιωάννα Νοταρά τολμάει και φτιάχνει μια ιστορία αλλιώτικη μη διστάζοντας να τσαλακώσει την ηρωίδα της αλλά και όσους έρχονται σε επαφή μαζί της. Γράφει μια ιστορία για το τι σημαίνει να είσαι γυναίκα, να αντιλαμβάνεσαι τη θέση που σου ορίζεται σε αυτόν τον κόσμο και να μη συμφωνείς, να επαναστατείς, να πολεμάς για τις ιδέες σου. Μα πάνω απ’ όλα, να καταλάβεις πως η ζωή είναι ένα μυθιστόρημα που έχει πάντα τέλος, αίσιο ή όχι, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει πως κάθε τέλος είναι μία λύτρωση. Κάθε αποτέλεσμα έχει μία αιτία, αλλά στο χέρι μας βρίσκεται πάντα η επιλογή της οπτικής γωνίας.
Το «Μια συγγνώμη για την Εύα» είναι η δεύτερη ευκαιρία, η εκ νέου θεώρηση, το ειλικρινές ψάξιμο, το ξεφόρτωμα της ψυχής και τελικά η γαλήνη, αυτό που η λέξη «συγγνώμη» περιλαμβάνει εντέλει. Μια συγγνώμη που οφείλουμε και μας οφείλουν, μια συγγνώμη για ό,τι είδαμε επιφανειακά και επιπόλαια, για όσα πάθη οδήγησαν σε λάθη όχι όμως στη λήθη.

Το «Μια συγγνώμη για την Εύα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μίνωας. 

Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

Ισμήνη Μπάρακλη: Λικέρ τριαντάφυλλο

Αρχές εικοστού αιώνα, Ναύπλιο. Άλλες εποχές, χρόνια δύσκολα. Η θέση της γυναίκας ταπεινή μονάδα, εξαρτημένη από τον αφέντη άντρα του σπιτιού. Γάμοι που θα φέρουν στον κόσμο το αρσενικό, να συνεχίσει το όνομα, να γίνει ένα ακόμη κυρίαρχο, μην ταραχτούν τα δεδομένα, είναι και η κοινωνία που το στόμα της δεν μετράει πυθμένα όταν πρόκειται να κρίνει και να κατακρίνει.

Ανάπλι κι ο Αντώνης, δάσκαλος ανάλγητος, υπερφίαλος, απόμακρος, μεταφέρει τις μεθόδους διαπαιδαγώγησης στο ίδιο του το σπίτι. Στερήθηκε την αγάπη και κλείστηκε στον εαυτό του από μικρός. Περίγελος μιας σκληρής κοινωνίας, θωρακίστηκε στο μίσος και τη δίψα για εκδίκηση, έφτιαξε το δικό του μικρό μεγαλείο και δεν του περίσσεψε ίχνος στοργής να δώσει στη γυναίκα του Βασιλική και την πρωτότοκη κόρη του, την Ασημίνα.
Κι όταν η Βασιλική φεύγει άδικα και πρόωρα από τη ζωή, η Ασημίνα γίνεται μικρομάνα, ανασταίνοντας τα τρία αδέρφια της, ψάχνοντας μάταια την αγάπη στα μάτια του πατέρα της. Μα ούτε αυτό το λικέρ τριαντάφυλλο κι η ευωδιά από τα σοροπιασμένα μαγιάτικα εκατόφυλλα είναι ικανά να διαπεράσουν την καρδιά του Αντώνη. Κι ας γεμίζουν οι θεοσκότεινες κάμαρες γλύκα κι οσμή λιγωτική. Του το χρωστάει η Ασημίνα να είναι υπηρέτριά του, ένα ακόμη έπιπλο στο σπίτι, τίποτα παραπάνω. Κι αφού αυτός δεν έχει καρδιά, ούτε κι η κόρη του θα δώσει τη δική της. Ο έρωτάς της με τον Παναή απαράδεκτος, ανύπαρκτος για τον πατέρα που σπεύδει να την παντρέψει στην Αθήνα. Μα αυτή του η απόφαση είναι που θα διαλύσει ό,τι αυτός έχει στήσει.
Μέσα από μια δυνατή γραφή, η συγγραφέας Ισμήνη Μπάρακλη ξεδιπλώνει το δράμα μιας οικογένειας και παράλληλα αυτό μιας χώρας που μέσα σε ελάχιστα χρόνια γνωρίζει δυο πολέμους. Οι χαρακτήρες που δημιουργεί αναδύονται ολοζώντανοι από τις σελίδες, υψώνονται πάνω από τις λέξεις, ξεδιπλώνουν τα πάθη τους μπροστά στα μάτια του αναγνώστη που αχόρταγα διαβάζει. Γιατί πραγματικά, αυτό το μυθιστόρημα δεν σε αφήνει να το αφήσεις. Μεστός λόγος, μετρημένος, μοιάζει με τα κεντίδια που τα λευκά γυναικεία χέρια δημιουργούν. Γραφή γεμάτη αγάπη για τον άνθρωπο, από μια συγγραφέα που δεν παραθέτει απλά γεγονότα και καταστάσεις, αλλά την ανάγκη να κατανοήσει πρώτα αυτή και μετά ο αναγνώστης τα πώς και τα γιατί του κόσμου μας. Γραφή ιδιαίτερη όπου η εναλλαγή του ενεστώτα με τον αόριστο, δίνει ακόμη μεγαλύτερη ένταση στο κείμενο. Κι οι λέξεις φτιάχνουν πίνακες ζωγραφικής, που γεμίζουν μια μεγάλων διαστάσεων πινακοθήκη. Κι οι πίνακες, θαυμαστοί, ποτισμένοι με χρώμα ανεξίτηλο. Πόσες εικόνες! Τις φέρνω μπροστά στα μάτια μου, τη μία μετά την άλλη, όπως αυτή των αλόγων του αγγλικού ιππικού που αφήνουν πίσω τους τα συντρίμμια των βομβαρδισμένων πλοίων και κολυμπούν προς την ελευθερία τους. Όπως αυτή του γερασμένου πατέρα που πηγαινοέρχεται νευρικά πάνω κάτω στη σάλα μουρμουρίζοντας έναν σκοπό και σηκώνοντας τα χέρια σαν τον μαέστρο, εξωτερικεύοντας έτσι με αυτόν τον ιδιόρρυθμο τρόπο τη χαρά του για το γιο που γύρισε από τον πόλεμο. Όπως αυτή του Άγγλου αιχμαλώτου που με ικετευτικό βλέμμα περνάει μέσα από τα κάγκελα το γράμμα για την οικογένειά του, με δυο λέξεις «Λέτερ, φάμιλι». Όπως αυτή της Λέλας που ζωντανή νεκρή φτάνει στην πόρτα της Ασημίνας.
Ολοζώντανοι οι ήρωες φέρνουν μαζί τους το Ναύπλιο του χθες, σαν μια μεγάλη θεατρική σκηνή που ανοίγει μπροστά μας, δεν μας αφήνει όμως απλούς θεατές, αλλά μας κάνει να σηκωθούμε από τα καθίσματα και να μπούμε στο σκηνικό. Ανέβηκα τη δρομόσκαλα, πήγα μέχρι τη σχισμή του βράχου, μάρτυρα ενός έρωτα γεμάτου αλήθεια. Κοίταξα κάτω τη θάλασσα, τα χρώματα του ουρανού, άπλωσα το χέρι στις φραγκοσυκιές. Με όλες τις αισθήσεις σε εγρήγορση, βίωσα τους ήρωες. Μα περισσότερο ένιωσα εκείνο το συγκλονιστικό «μη με αφήσεις να γεράσω μόνη μου». Πόσο σπαραγμό αλλά και πόση αλήθεια κρύβει αυτή η φράση. Κι αν τη λέει η Ασημίνα, είναι κι εκείνος ο ανάλγητος πατέρας που το ίδιο θέλει, αλλά ο χαρακτήρας του δεν του επιτρέπει να το ομολογήσει. Να μη γεράσουμε μόνοι, από εγωισμό, από αγάπη, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Να μη γεράσουμε μόνοι, γιατί κάποιοι, όπως η κεντρική ηρωίδα ζουν για να μοιράζουν και να μοιράζονται, να πλάθουν όνειρα σαν τα ροδοπέταλα που παιχνιδίζουν στον αέρα.
Γεμάτο συγκλονιστικές σκηνές, στηριγμένο στα αρχεία της εποχής, το «Λικέρ τριαντάφυλλο» θα σας παρασύρει με το μεθυστικό του άρωμα.

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μίνωας. 

Δευτέρα, 12 Μαΐου 2014

Έρωτας στον καθρέφτη και ανεστραμμένα είδωλα


Παραμονές της πρεμιέρας του νέου της θεατρικού έργου, η Αριάδνη Αργυρού παραμένει αμέτοχη στον ενθουσιασμό της τελευταίας πρόβας. Τα λόγια των ηθοποιών, λέξεις που έχουν δημιουργηθεί από την ίδια (από το αίμα της ψυχής της όπως συνηθίζει να λέει) την αφήνουν πλέον αδιάφορη. Η έμπνευση την έχει εγκαταλείψει, ο χρόνος της κυλάει άδειος από συναισθήματα.
Ούτε η ίδια γνωρίζει τι είναι αυτό που τη βασανίζει, το μόνο που μπορεί να πει με σιγουριά είναι το ότι η ζωή της χρειάζεται ριζική αναδόμηση.
Και κάπου εκεί, στα σαράντα της, τα δικά της σαράντα καράτια, συμβαίνει το αναπάντεχο, ίσως γιατί η έκπληξη μοιάζει με κάτι πολύτιμο που κρύβεται επιμελώς για να εμφανιστεί μόνο όταν όλα μοιάζουν ανέλπιδα. Ένα κείμενο κι ένα λευκό τριαντάφυλλο. Λίγες παράγραφοι, γοητευτικές, παράξενες, που γεννούν σκέψεις, συναισθήματα, εικασίες, ερωτήματα και τον ….έρωτα. Ένα ταξίδι στο άγνωστο ξεκινάει, ελκυστικό μέσα στην ανωνυμία του εμπνευστή του.

…Ο ουρανός πήρε ένα χρώμα χυμένου μολυβιού, ο αγέρας που σηκώθηκε τον ξάφνιασε, το κρύο έγινε διαπεραστικό. Ερχόταν καταιγίδα, η εξιλέωση της δύσης και των ψυχών. Ένα πικρό χαμόγελο χαράχτηκε στα σκασμένα από την αρμύρα χείλη του κι οι ρυτίδες στα μάτια του έκαναν πιο αποτρόπαια την έκφραση του προσώπου του. Ενός προσώπου που δεν ήθελε να φέρνει στη μνήμη του –αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος που στη μανία του επάνω είχε καταστρέψει το μεγάλο καθρέφτη και είχε κάθε γυάλινη επιφάνεια να παραδέρνει στη σκόνη για να μην μπορεί να πει την αλήθεια. Απέφευγε με επιμέλεια να κοιτάζει τη θάλασσα τις μέρες εκείνες που η νηνεμία τής χάριζε μια κρυστάλλινη διαύγεια. Δεν ήθελε να βλέπει αυτά που μισούσε, αυτά για τα οποία ο συμβιβασμός δεν του ήταν ούτε μπορετός ούτε αρκετός.
Η βροχή ξέσπασε ανελέητη σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Η καταιγίδα μαινόταν και στροβιλιζόταν παλεύοντας με τα ταραγμένα νερά.
«Δεν σε φοβάμαι!» φώναξε προκλητικά καθώς η λάμψη των αστραπών χώριζε στα δύο τον ταλαιπωρημένο ουρανό.
Κοίταξε προς τα πάνω, αποκαλύπτοντας περιφρονητικά το πρόσωπό του στον Δημιουργό του. Τα πόδια του είχαν βυθιστεί μέχρι τα γόνατα σχεδόν στην άμμο, που βούλιαζε ολοένα και περισσότερο από το βάρος της βροχής, αφρίζοντας και ξεφυσώντας με τη δική της οργή.
Τα δάκρυα του ουρανού δεν στάθηκαν ικανά να αποφορτίσουν τη λύσσα που ροκάνιζε το είναι του αργά και μεθοδικά. Δεν άκουγε πια την αδιέξοδη κραυγή της φύσης, άκουγε μόνο τους μανιασμένους χτύπους της καρδιάς του και την πάλη που έκανε το αίμα του να παραμερίσει το πέπλο από μίσος που είχε κατακαθίσει στο διάβα του…

Η Αριάδνη αναρωτιέται τι ακριβώς είναι το κείμενο που μόλις διάβασε, ποιος της το έστειλε και γιατί. Μοιάζει με καθρέφτη της δικής της πραγματικότητας. Κάπως έτσι ο έρωτας μπαίνει στη ζωή της, μαζί με την επιθυμία να κατανοήσει τον δημιουργό των κειμένων. Τι είναι αυτό που αναγνωρίζει στον χάρτινο ήρωα; Τον εαυτό της, τα δικά της λάθη και πάθη; Τα θέλω και τα πρέπει, η αντιπαλότητα της καρδιάς και της λογικής. Μια χρονική στιγμή και το καθρέφτισμά της, η προβολή της σε άλλους τόπους, χρόνους, πρόσωπα. Τι είναι ο έρωτας που ψάχνει, έχει ανάγκη ο άνθρωπος; Ένα είδωλο που τα μάτια μας ορίζουν κατά την ψυχική μας διάθεση;
Η αναπάντεχη γνωριμία της Αριάδνης με τον δημιουργό των κειμένων θα τη φέρει σε δίλημμα. Γιατί ο Πέτρος, ο επίδοξος συγγραφέας, είναι μόλις εικοσιτριών χρονών και φοιτητής της Θεολογίας. Τα κείμενα είναι μέρος από το μυθιστόρημά του που καθώς η Αριάδνη διαβάζει, την μπερδεύουν όλο και περισσότερο. Τα φυσικά μειονεκτήματα των χάρτινων ηρώων δεν είναι παρά μια αλληγορία των ελαττωμάτων της ίδιας και του Πέτρου. Μέχρι την απογύμνωση του πόθου από τα στολίδια του, μέχρι την όραση με τα μάτια της ψυχής, μέχρι το ξετύλιγμα ενός αόρατου νήματος που θα ενώσει τη δυάδα.
Ο έρωτας δεν είναι εκπόρθηση, αλλά ελευθερία.
Δεν είναι προϊόν βιτρίνας προς τέρψη και επιθυμία απόκτησης.
Είναι και δεν είναι πολλά. Είναι τα πάντα για μια στιγμή ή τίποτα για πάντα.

Όπως είναι και ο πιο επίμονος επισκέπτης όταν χτυπάει την πόρτα σου σε ώρες κοινής ησυχίας. 

Τρίτη, 6 Μαΐου 2014

Το λουτρό στους Αέρηδες

Η γειτονιά των Θεών πάντα τραβάει τον περιπατητή. Είναι πολλές οι εκπλήξεις που σε περιμένουν καθώς ανηφορίζεις, κατηφορίζεις, τα στενοσόκακα ή τα ατέλειωτα σκαλιά και αντικρίζεις τα εντυπωσιακά κτίρια που σε γυρίζουν σε άλλες εποχές. Όπως αυτό στο νούμερο 8 της οδού Κυρρήστου, όπου στεγάζεται ακόμη ένα παράρτημα του Μουσείου Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης.
Το Λουτρό των Αέρηδων ή Χαμάμ του Αμπίντ Εφέντη, είναι το μοναδικό σωζόμενο από τα τρία που υπήρχαν στην Αθήνα κατά τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα. Λειτούργησε μέχρι το 1965 και από το 1999 αποτελεί έναν μουσειακό χώρο με θέμα την καθαριότητα, τη φροντίδα και τον καλλωπισμό του σώματος διαχρονικά.
Αρχιτεκτονικά, το Λουτρό γνώρισε αρκετές μετατροπές και προσθήκες. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας ήταν μονό, δεχόταν δηλαδή μόνο άντρες ή μόνο γυναίκες, εκ περιτροπής, σε διαφορετικές ώρες της ημέρας. Στη δεκαετία του 1870 ο χώρος μετατρέπεται για να υποδέχεται και τα δύο φύλα ταυτόχρονα, στις δύο αυτονομημένες του πτέρυγες. Μπαίνοντας και αριστερά, αργότερα προστέθηκε βοηθητικό κτίσμα με τα λεγόμενα «ευρωπαϊκά λουτρά», μικρούς χώρους με ατομική μαρμάρινη μπανιέρα.
Και η αντρική και η γυναικεία πτέρυγα χαρακτηρίζονται από την αυτή διαρρύθμιση των δωμάτων. Καθώς μπαίνουμε, είτε αριστερά είτε δεξιά υπάρχει πρώτα ένας απλός χώρος, τα αποδυτήρια. Ακολουθεί το χλιαρό (μέτρια θερμαινόμενη αίθουσα ώστε το σώμα να συνηθίσει σταδιακά την αύξηση της θερμοκρασίας) και έπεται το θερμό. Εδώ μπαίνει κανείς σε αυτό που όλοι έχουμε σαν εικόνα στο νου μας με τη λέξη χαμάμ. Κάθε θερμαινόμενη αίθουσα έχει θολωτή οροφή ώστε να κατανέμεται ομοιόμορφα η θερμότητα, ο δε φωτισμός είναι επαρκέστατος και φυσικός μέσω των φεγγίδων (κυκλικοί γυάλινοι φωταγωγοί).
Στον χώρο κυριαρχούν το φιστικί και η τερακότα. Τα χρώματα και η συνομιλία ανάμεσα στο φως και τη σκιά ζωντανεύουν ήχους και εικόνες από το παρελθόν. Δεν έχεις παρά να κάνεις μερικά βήματα κι έρχονται στα αυτιά σου γέλια και γυναικείες φωνές και μετά τις βλέπεις αυτές τις φιγούρες όλων των ηλικιών, καθώς έχουν κάνει τη δική τους κατάληψη σκορπίζοντας εδώ κι εκεί τα ασπρόρουχά τους, τα τσόκαρα, τις πετσέτες, τα τάσια, αλλά και φρούτα, φαγητά και γλυκά. Ανάμεσα στους ατμούς, περνούν ευχάριστες ώρες κι όταν θα φύγουν, δε θα παραλείψουν να βάλουν ψωμί κι αλάτι στον κόρφο τους μη τυχόν και τις πειράξουν τα κακά τα πνεύματα. Γιατί έτσι πίστευαν από πολλούς αιώνες πριν, πως τα δαιμόνια κατοικούσαν στα λουτρά.
Κοιτάζω τα πόδια μου, δεν φοράω τσόκαρα όπως εκείνες, μα δεν κινδυνεύω να πατήσω στα χρησιμοποιημένα νερά και τις σαπουνάδες, τα δαιμόνια κοιμούνται τον δικό τους ύπνο κι εγώ βρίσκομαι στο σήμερα ξανά, σε μια Αθήνα που βιώνει και αναβιώνει τις εποχές της.


Πέμπτη, 1 Μαΐου 2014

Το μουσείο των ξεχασμένων επαγγελμάτων

Στην πάντα γεμάτη εκπλήξεις Πλάκα, επί των οδών Λυσίου και Πανός 22 στεγάζεται ένα αξιόλογο παράρτημα του Μουσείου Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης που έχει να κάνει με τον άνθρωπο και τα εργαλεία της δουλειάς του στην προβιομηχανική κοινωνία.
Τριακόσια αντικείμενα από ξύλο, πέτρα ή σίδερο, εργαλεία για να κόψουν, να σκάψουν, να πελεκήσουν εκτίθενται σε αυτό το καλαίσθητο οίκημα που αποτελείται από ισόγειο και πρώτο όροφο, ένα μουσείο για τα ξεχασμένα επαγγέλματα.
Με το που μπαίνω, δεξιά από την είσοδο επί της οδού Λυσίου (κι εδώ είναι ο πρώτος όροφος, λόγω του ανηφορικού του εδάφους) με υποδέχεται μια φιλόξενη γωνιά με μαξιλάρες. Κάθομαι και απολαμβάνω το βίντεο με την καταπληκτική μουσική, ιδανική συνοδεία για τις εικόνες που ενώνουν το χθες με το σήμερα. Από πάνω μου, αλλά ευτυχώς λίγο πιο δεξιά, κρέμεται ένα μεγάλο πριόνι από την Κομοτηνή, εργαλείο κοπής κορμών, που το δούλευαν δύο ξυλοκόποι μαζί. Εντυπωσιακό πραγματικά.
Η επόμενη κύρια αίθουσα φιλοξενεί μεγάλα και μικρά εργαλεία, με παράξενα ονόματα, κάποια τα έχω ακουστά, αλλά σαν κάτι που έχει μείνει παροιμιώδες. Μα εσάς το ροδάνι, τι θα σας έφερνε στο μυαλό; Σίγουρα την έκφραση «ροδάνι πάει η γλώσσα του!» και όχι τον μικρό τροχό που κινεί το αδράχτι. «Με το τσιγκέλι στα βγάζω τα λόγια» λέμε, και ξέρατε ότι το τσιγκέλι το είχαν για να βγάζουν τον κουβά όταν αυτός χανόταν στο πηγάδι; Ή πάλι, λέμε «χρήμα με τη σέσουλα», «ξύλο με τη σέσουλα», ποιος γνωρίζει όμως ότι αυτό το «φτυάρι» ήταν για τους μπακάληδες μονάδα μέτρησης; Πολλές εκφράσεις του χθες που όμως χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα θυμήθηκα στην περιήγησή μου των δύο ωρών. Α, όχι, μη τρομάξετε, το μουσείο δεν είναι μεγάλο, απλά δε σε αφήνει να το εγκαταλείψεις, μαγεύεσαι τόσο που περνάς και ξαναπερνάς, παίζεις με τα διαδραστικά παιχνίδια όπως αυτό που βρίσκεται στο διπλανό δωματιάκι, λίγο πριν τη σκάλα που βγάζει στο ισόγειο. «Ένα παιχνίδι με πέταλα» λέγεται και ομολογώ την αμαρτία μου πως έπαιξα σαν μικρό παιδί ή μάλλον έγινα πεταλωτής, προσπαθώντας να ταιριάξω τα πέταλα με τα άλογα, τα μουλάρια και τα γαϊδούρια και να λύσω όλους τους γρίφους.
Καθώς κατέβαινα τη σκάλα, γύριζαν στο κεφάλι μου όλα αυτά τα παράξενα ονόματα των εργαλείων που οι άνθρωποι μιας εποχής όχι πολύ μακρινής από το σήμερα, φρόντιζαν σαν παιδιά τους. (Γιατί αρκετά από αυτά είχαν χαραγμένα πάνω τους τα αρχικά του δουλευτή ή του δημιουργού τους κι άλλα πάλι διακόσμηση κάθε είδους).
Ο παστράγκαλος, η πλάνη δηλαδή που χρησιμοποιούσε ο βαρελάς για να καθαρίζει τα εξογκώματα από το βαρέλι.
Το τσατάλι, για το σκάψιμο.
Η μιρμίγκω, το εργαλείο για να φτιάξει ο βαρελάς το αυλάκι στο εσωτερικό του βαρελιού για να μπει ο πάτος.
Στον κάτω όροφο, με περιμένει ένα ερμάριο έκπληξη. Κάτι σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων νιώθω, καθώς υπακούω στην προτροπή «Ανοίξτε!» για να πάρω απάντηση στην ερώτηση που είναι γραμμένη πιο πάνω και λέει: «Μόνο οι άνδρες εργάζονται;» Τρία συρτάρια, και βρίσκω μέσα παλιές φωτογραφίες όπου ο φακός έχει απαθανατίσει παιδιά σε ώρα εργασίας. Δύσκολοι καιροί, κι αυτό το αποτυπώνουν και οι ηχητικές μαρτυρίες που μπορεί να ακούσει κανείς, για να μάθει πώς ήταν να δουλεύεις σε μια τρυφερή ηλικία που σήμερα μόνο με το παιχνίδι και την ξεγνοιασιά έχουμε συνδέσει. Πιο πέρα, ένα ακόμη ερμάριο με φωτογραφίες γυναικών σε ώρα εργασίας, γιατί ποιος είπε πως οι γυναίκες ήταν μόνο νοικοκυρές; Και φυσικά, δε θα έλειπε από ένα τέτοιο χώρο και η διαφήμιση των επαγγελματιών της εποχής. Χάζεψα τους οδηγούς των αρχών του εικοστού αιώνα, με πληροφορίες και καταχωρήσεις για τσαγκάρηδες, βαρελάδες, γανωματήδες, κηροπλάστες, κωδωνοποιούς, και άλλα επαγγέλματα, ων ουκ έστιν αριθμός.
Όλοι οι χώροι του μουσείου κοσμούνται με θαυμάσιες φωτογραφίες και ταιριαστά συνοδευτικά κείμενα που προέρχονται από σκέψεις απλών ανθρώπων έως και γνωστών λογοτεχνών.

Βγαίνοντας στη Λυσίου για να τραβήξω τις απαραίτητες φωτογραφίες, δεν κρύβω ότι ένιωσα περηφάνια που είδα την ελληνική σημαία να κυματίζει περήφανα στο αεράκι του μεσημεριού. Σαν να τιμούσε και αυτή όλους αυτούς τους απλούς ανθρώπους που ο δικός τους μόχθος έκανε ευκολότερη τη ζωή για τους επόμενους.