Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

"Έρωτας στον καθρέφτη", στην "Ελευθερία".

Συνέντευξη στη δημοσιογράφο Γιούλα Σαρδέλη στην περιφερειακή εφημερίδα Πελοποννήσου Ελευθερία. Ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία, την όμορφη κουβέντα μας και την παρουσίαση του μυθιστορήματός μου.  

- Πώς επιλέξατε αυτό το βιβλίο σας, να είναι για τον έρωτα; "Ο έρωτας είναι για τους περισσότερους πάθος, για άλλους ιδανικό, πηγή έμπνευσης και δημιουργίας, αυτό που σε εκτοξεύει ή σε ρίχνει στην άβυσσο. Όπως κι αν τον δει κανείς, σίγουρα δεν υπάρχει άνθρωπος που δεν τον έχει απασχολήσει. Η ερώτηση που υπέβαλα στον εαυτό μου, κάτι σαν υπόθεση εργασίας, ήταν: «πώς αντιμετωπίζει τον έρωτα ένας συγγραφέας». Στο μυθιστόρημα «Ερωτας στον καθρέφτη» μέσα από 2 ιστορίες, αυτή των συγγραφέων - ηρώων του, δηλαδή της Αριάδνης και του Πέτρου και αυτή των ηρώων που ο Πέτρος έχει δημιουργήσει στα δικά του κείμενα, βάζω τον έρωτα στο μικροσκόπιο ή καλύτερα, για να δικαιώσω και τον τίτλο, μπροστά σε έναν καθρέφτη. Προκαλώ και προσκαλώ τον αναγνώστη να δώσει τη δική του απάντηση στο τι είναι ο έρωτας τελικά και κατά πόσο καθρεφτίζει το ποιοι είμαστε ή το ποιοι θέλουμε να είμαστε". 
- Ισορροπείτε χρόνια τώρα ανάμεσα στο παιδικό βιβλίο και στο μυθιστόρημα. Ποιες πλευρές του εαυτού σας αναδεικνύει το κάθε είδος; "Λένε πως κάθε άνθρωπος κρύβει μέσα του ένα παιδί. Μέσα από την ενασχόληση με τη γραφή και των 2 ειδών, συνδυάζω την έμφυτη περιέργεια, την ανάγκη για λήψη πληροφοριών, την ώθηση προς την εξερεύνηση και την περιπέτεια που διακρίνουν το παιδί και από την άλλη, την κατάθεση εμπειριών και προβληματισμών που ορίζουν και τη θέση του καθενός μέσα στον κόσμο και διακρίνουν τον ενήλικα". 
- Είστε από τους συγγραφείς που είχαν την τύχη να καταφέρουν να εκδώσουν αρκετά βιβλία. Πώς βλέπετε τα πράγματα στον εκδοτικό χώρο σήμερα; "Πιστεύω πως παρά τις οικονομικές αντιξοότητες, οι προσπάθειες εντείνονται. Υπάρχουν αξιόλογα έργα και πολλοί εκδοτικοί οίκοι, με μακρά παράδοση ή νεοσυσταθέντες. Οπως υπάρχουν και πρωτοβουλίες για έκδοση ψηφιακών βιβλίων είτε αυτά παρέχονται με αντίτιμο είτε δωρεάν. Το βιβλίο ως πολιτιστικό αγαθό τροφοδοτείται από τους δημιουργούς του, ξεκινώντας από τον συγγραφέα και περνώντας από τα στάδια της έκδοσης για να φτάσει στον τελευταίο κρίκο της αλυσίδας που είναι ο αναγνώστης. Αυτή είναι η αισιόδοξη πλευρά μέσα στην κρίση. Και από την άλλη, η πολιτειακή αντιμετώπιση του βιβλίου όχι ως πολιτιστικού αγαθού, αλλά ως ενός ακόμη είδους προς κατανάλωση δεν βρίσκει απαθείς τους ανθρώπους του εκδοτικού κόσμου, αλλά με δυνατή φωνή που ακούγεται αγωνιζόμενη (και μιλάω πάλι για όλη την αλυσίδα της δημιουργίας). Το θέμα είναι να γίνει κατανοητό επιτέλους ότι οφείλουμε να παράγουμε πολιτισμό, ειδικά στους καιρούς που διανύουμε. Δεν είναι λοιπόν μόνο το ζητούμενο η ιδιωτική πρωτοβουλία αλλά και η κρατική αρωγή ώστε να ενισχυθεί ο εκδοτικός χώρος. Ηδη υπάρχει το θέμα με την κατάργηση της ενιαίας τιμής βιβλίου και το τι θα γίνει με τη βάση της Βιβλιονέτ. Περιμένουμε τις εξελίξεις". 
- Τι θα λέγατε πως σας εκφράζει περισσότερο, η νομική επιστήμη ή το γράψιμο; "Το ταξίδι των λέξεων δεν παύει να κρύβει εκπλήξεις σε κάθε στροφή του μακρινού του δρόμου οπότε αυτό είναι που με εκφράζει. Φυσικά οι σπουδές μου στη Νομική μου έδωσαν ένα καλό υπόβαθρο κάνοντάς με να δω με άλλη ματιά πολλές καταστάσεις". 
- Στην Καλαμάτα σκοπεύετε κάποια στιγμή να παρουσιάσετε κάποιο βιβλίο; Εχετε έρθει στο παρελθόν; "Θα το ήθελα πολύ και μάλλον θα γίνει. Στην Καλαμάτα έρχομαι συχνά, μάλιστα συμμετείχα πέρυσι στο πάνελ της παρουσίασης του φίλου μου συγγραφέα Φώτη Κατσιμπούρη. Για εμένα η Καλαμάτα είναι μία πόλη που συνδυάζει πολλά. Κάθε μεριά της κρύβει και κάτι που πυροδοτεί τη φαντασία, ακόμη και μια μοναχική βόλτα στην παραλία της είναι από μόνη της μία σαγήνη"...
Διαβάστε το άρθρο στην ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ http://www.eleftheriaonline.gr/politismos/synentefkseis-parousiaseis/item/36178-amanatidou

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

Ο συγγραφέας Φώτης Κατσιμπούρης για το "Έρωτας στον καθρέφτη"

Ευχαριστώ πολύ τον φίλο συγγραφέα Φώτη Κατσιμπούρη για τη δική του κατάθεση ψυχής σχετικά με το μυθιστόρημά μου "Έρωτας στον καθρέφτη". Το αρχικό κείμενο βρίσκεται στο: Φώτης Κατσιμπούρης (λογοτεχνικό ιστολόγιο του συγγραφέα Φώτη Κατσιμπούρη)


Πόσες παραδοχές και πόσες αρνήσεις απέναντι στον εαυτό μας περιέχει ένας έρωτας στο ξεκίνημα και στην εξέλιξή του; Πόσο αποδεκτό πόνο κρύβει στο τέλος, όταν αυτό το τέλος διαφαίνεται κοντινό και βέβαιο από την αρχή; Και άραγε, είναι ο έρωτας το πάντοτε επιθυμητό ρήγμα στην καθημερινή πραγματικότητα που δυναμώνει την επιθυμία μας για ζωή;
Αυτά είναι μόνο μερικά από τα ερωτήματα που θα κυλήσουν αβίαστα στις σκέψεις του αναγνώστη διαβάζοντας το μυθιστόρημα "Έρωτας στον Καθρέφτη" της δοκιμασμένης σε δύσκολα λογοτεχνικά πεδία συγγραφέως Ευρυδίκης Αμανατίδου.
Φυσικά, θα απασχολήσει τον αναγνώστη και το νόημα του αινιγματικού τίτλου που θα αρχίσει να γίνεται κατανοητό όταν θα ξεδιπλωθεί, με αριστοτεχνικό τρόπο και κατάλληλες, ισόρροπες δόσεις, μια δευτερογενής μυθοπλασία μέσα στη βασική.  
Η βασική μυθοπλασία έχει ήρωες την σαραντάχρονη θεατρική συγγραφέα Αριάδνη Αργυρού και τον είκοσι τριών ετών φοιτητή Θεολογίας και επίδοξο μυθιστοριογράφο Πέτρο Βαρλάμη. Η Αριάδνη, έχοντας φτάσει στο απόγειο της επιτυχίας, είναι αναγκασμένη, στο πλαίσιο κοινωνικών και επαγγελματικών συμβάσεων που επιβάλλει η θέση της, να ζει μια ζωή που την κουράζει και αποστρέφεται. Στο πλάι της, ήδη βρίσκεται ένας σύντροφος με τον οποίο δεν την συνδέει πια τίποτε και παίζει το ρόλο του απαραίτητου συνοδού, όταν πρόκειται να πραγματοποιήσει μια δημόσια εμφάνιση. Αποτέλεσμα είναι η συγκυριακή δυσκολία να δημιουργήσει, να εκφραστεί πάλι μέσα από τα γραπτά της και με αυτόν τον τρόπο να συμφιλιωθεί πάλι με τον εαυτό της και τη ζωή. Δείγμα της αποξένωσης από τον εαυτό της είναι μια δυστροπία ή ιδιορρυθμία στις σχέσεις με τους άλλους που τη διακατέχει εκείνη την περίοδο. Το ερωτικό δέσιμο ανάμεσα σε κείνην και τον Πέτρο θα αναπτυχθεί σταδιακά με αφορμή τα ανώνυμα κείμενα του τελευταίου στην πόρτα της Αριάδνης, τα οποία συνοδεύονται πάντοτε από ένα λευκό τριαντάφυλλο. Κείμενα που δεν είναι παρά αποσπάσματα του πρώτου μυθιστορήματος που αποπειράται να γράψει ο Πέτρος.
   Έτσι, από κει και μετά, το βιβλίο θα κινηθεί σε δύο επάλληλους χρόνους. Ο ένας συνίσταται στον αφηγηματικό κορμό του Έρωτα στον Καθρέφτη και ο άλλος παρουσιάζεται ως μια εγκιβωτισμένη αποσπασματική αφήγηση που δίνεται από τη γραφή του Πέτρου. Ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτος είναι κι ένας τρίτος, πολύ μικρότερος σε έκταση, επικουρικός χρόνος, ο ονειροφαντασιωτικός χρόνος της Αριάδνης και του Πέτρου, που ταξιδεύει ισάξια τον αναγνώστη και αποτυπώνει με ένταση και αισθησιασμό το ανερχόμενο πάθος, ανομολόγητο αρχικά, του καθενός για τον άλλον.
Η εμπεριεχόμενη μυθοπλασία, αυτή της γραφής του Πέτρου, θα προσφέρει σταδιακά στον αναγνώστη και τη δυνατότητα ερμηνείας του τίτλου "Έρωτας στον Καθρέφτη". Με ήρωες  τον εικαστικό καλλιτέχνη Ιάσονα και τη Γλαύκη, μια τυφλή πανέμορφη κοπέλα, θα αποτελέσει τον καθρέφτη της βασικής μυθοπλασίας, όπου ο Ιάσονας και η Γλαύκη δίνουν την εντύπωση πως είναι τα αντεστραμμένα ή καθρεπτικά είδωλα των ήδη γνωστών ηρώων, Αριάδνης και Πέτρου. Προσωπικά, και πέρα από τις προφανείς αντιστοιχίσεις, συχνά αναρωτήθηκα, και ιδιαίτερα στο τέλος, ποιος τελικά είναι το καθρέφτισμα τίνος, καθώς η γραφή της Ευρυδίκης Αμανατίδου εγείρει υποθέσεις και ανατροπές υποθέσεων μέχρι την τελευταία σελίδα, δίνοντας και μετά το τέλος της ανάγνωσης τροφή για γόνιμες, ανεξάρτητες προεκτάσεις του αναγνώστη με αφορμή τα όσα διάβασε.
Καθόλου εύκολη η εξέλιξη της σχέσης Αριάδνης και Πέτρου. Μέχρι να καταλήξει σε έναν αμοιβαία γνωστοποιημένο και εκπληρωμένο, εν τέλει, έρωτα, θα περάσει από χίλιες δυο δυσκολίες, συγκρούσεις και πισωγυρίσματα. Μια σειρά από αναστολές και φραγμούς που κυρίως οφείλονται στη διαφορά ηλικίας, ένα ισχυρό ανάχωμα στη συνείδηση της ηρωίδας, αλλά και κάποιες φορές στη διαφορά της κοινωνικής θέσης και της οικονομικής κατάστασης. Συνδετικός κρίκος μεταξύ τους, εκείνες τις δύσκολες στιγμές, τα κείμενα του Πέτρου άλλα και σαν από μηχανής θεός, κάποτε, η Κική, μια απλή καθημερινή γυναίκα και πραγματική φίλη της Αριάδνης.
Καταλυτικός κι ο ρόλος, στην κατεύθυνση της εκπλήρωσης, του Αουγκούστο Μόντι, του ώριμου, γοητευτικού και σίγουρου για τον εαυτό του, Ιταλού θεατρικού συγγραφέα που θα προτρέψει τη ηρωίδα να ακολουθήσει το συναίσθημα χωρίς φόβο και αναστολές. Μεγάλο και άξιο νικητή θα τολμούσα να χαρακτηρίσω τον τελευταίο. Σε αυτό το σημείο αξίζει να αναφερθούν οι εκπληκτικές περιγραφές των τοπίων της Ίσκια, νησιωτικού τουριστικού θερέτρου στην Ιταλία , όπου η Αριάδνη θα βρεθεί φιλοξενούμενη του Ιταλού συναδέλφου της, όπως και της εν πλω παρέλασης μεταμφιεσμένων στη διάρκεια της τοπικής γιορτής της Αγίας Άννας. Σε όλες αυτές τις περιγραφές η Ευρυδίκη Αμανατίδου δίνει μια θαυμαστή οπτική περιηγητή στον αναγνώστη που έχει τη αίσθηση ότι έχει ταξιδέψει και βρίσκεται στην Ίσκια. 
Φυσικά, ο αναγνώστης είναι ήδη συμμέτοχος των καταστάσεων και των συναισθημάτων που βασανίζουν, χαροποιούν, διχάζουν, διαγείρουν ή λυτρώνουν τους ήρωες μας και αυτό κορυφώνεται στο τέλος, τόσο στη μια μυθοπλασία όσο και στην άλλη. Οι δαίμονες και οι άγγελοι της Αριάδνης, του Πέτρου, του Ιάσονα και της Γλαύκης παρελαύνουν είτε υπό μορφή εσωτερικού μονολόγου είτε διαλόγου με εξαιρετική ενάργεια αλλά και τέτοια ένταση που κάποιες φορές θα κάνουν τον αναγνώστη να αναρωτηθεί αν στο τέλος θα υπάρξει λύτρωση. Και είναι αυτή η καταληκτήρια δράση που φέρνει τη γαλήνη, και στις δυο περιπτώσεις μυθοπλασίας, τόσο επιδέξια δοσμένη, που κάνει τον αναγνώστη συναποδέκτη αυτής της λύτρωσης.
Δεν έχω παρά να συγχαρώ θερμά την Ευρυδίκη Αμανατίδου  για τις στιγμές που μου πρόσφερε η ανάγνωση του Έρωτα στον Καθρέφτη, τα συναισθήματα, τις αφορμές για σκέψη και εσωτερική αναπόληση ενός συστατικού και κινητήριου στοιχείου στη ζωή του καθενός που είναι ο έρωτας. Άλλωστε, όπως γράφει η συγγραφέας στο τέλος, και συμφωνώ απόλυτα, είναι ο πιο επίμονος επισκέπτης σε ώρες κοινής ησυχίας, ο πιο περιζήτητος επισκέπτης σε ώρες επιφανειακής ακινησίας της ψυχής, θα συμπλήρωνα εγώ. Καλή συνέχεια αγαπημένη μου φίλη!!!


Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

Ο συγγραφέας Δημήτρης Νίκου για το "Έρωτας στον καθρέφτη"

Ευχαριστώ πολύ τον φίλο συγγραφέα Δημήτρη Νίκου για όσα είπε και έγραψε για το μυθιστόρημά μου "Έρωτας στον καθρέφτη"  στην ιστοσελίδα του
Κάθε φορά που γράφω για ένα βιβλίο που μου αρέσει και θέλω να το προτείνω, έχω μια μεγάλη αγωνία. Να μοιραστώ την εντύπωσή μου προσπαθώντας ταυτόχρονα να είμαι αντικειμενικός, αλλά δίνοντας και τον απαραίτητο χώρο στον ενθουσιασμό του να διαβάζεις κάτι όμορφο, τον ενθουσιασμό που τις περισσότερες φορές δεν αναλύεται εύκολα. Τι γίνεται όμως όταν πρόκειται για βιβλίο ανθρώπου που γνωρίζω, εκτιμώ και θαυμάζω για το έργο και την προσωπικότητά του; Διπλή αγωνία, πολλαπλάσιο βάρος – με την καλή έννοια πάντα.

Το δώρο που έκανε σε μένα και σε πολλούς πολλούς άλλους η Ευρυδίκη Αμανατίδου τον Ιανουάριο ήταν αφενός η κυκλοφορία του νέου της έντυπου μυθιστορήματος (μετά τον εξαίσιο “Φύλακα στο φάρο” το 2011 και μια σειρά από ψηφιακές κυκλοφορίες τα επόμενα δύο χρόνια) και αφετέρου η έκπληξη να μας έχει χαρίσει ένα βιβλίο σε ύφος εντελώς διαφορετικό απ’ ότι μας είχε συνηθίσει. Σε μένα δε, έκανε και ένα ακόμη σπουδαίο δώρο και ταυτόχρονα μια μεγάλη τιμή. Να βρεθώ πλάι της στην πρώτη επίσημη παρουσίαση του βιβλίου της, στις 19 Μαρτίου στον πολυχώρο “Αίτιον” και να παρουσιάσω το νέο της μυθιστόρημα “Έρωτας στον καθρέφτη” μέσα από τα δικά μου μάτια.
Αυτό που ακολουθεί, είναι το κείμενο που ετοίμασα για εκείνη την όμορφη βραδιά.
Κεντρική ηρωίδα της ιστορίας, η Αριάδνη. Μια γυναίκα λαμπερή και όμορφη, δυναμική, επιτυχημένη, χορτασμένη -θεωρητικά τουλάχιστον- απ’ τη ζωή, σε μια ηλικία που αποκαλούμε ώριμη. Συγγραφέας θεατρικών έργων, με περγαμηνές, επιτυχίες και μια αξιοζήλευτη συνεργασία με κορυφαίο εκδοτικό οίκο. Όλα αυτά όμως, όσο οι προβολείς είναι αναμμένοι και το θέατρο γεμάτο θεατές. Μόλις τα φώτα σβήσουν και η πλατεία αδειάσει, η Αριάδνη απομένει μόνη. Μόνη, με αυτή τη μορφή μοναξιάς την πιο φοβερή, του να βλέπεις όλα όσα συνθέτουν την υποτιθέμενη ευτυχία σου να έχουν πάρει μορφή σατανική και να έχουν στήσει γύρω σου κυκλωτικό χορό, γελώντας χαιρέκακα μέσα στο πρόσωπό σου.
Εγκλωβισμένη σε μια σχέση άνυδρη, σε μια ζωή στάσιμη γεμάτη συμβιβασμούς και πρέπει, μοιάζει με τα νερά μιας μικρής λίμνης (για να θυμηθούμε και μια παλιά, αγαπημένη ηθογραφία). Γαλήνια, ατάραχα, δίχως να μπορούν να προσφέρουν μια διαφορετική εικόνα ζώσας φύσης. Τι ξεχωρίζει αυτά τα στάσιμα νερά από έναν βάλτο;
Το βότσαλο που θα ταράξει τα ήρεμα νερά της Αριάδνης, έρχεται με τη μορφή ενός χειρόγραφου κειμένου, τυλιγμένου ρομαντικά μαζί με ένα λευκό τριαντάφυλλο που θα βρει να την περιμένει μια μέρα στην πόρτα της. Από τη στιγμή που θα ξετυλίξει το χαρτί και θα διαβάσει το κείμενο, τίποτα δε θα είναι ίδιο. Το χαρτί γίνεται η τρύπα του λαγού, από την οποία στον κόσμο της Αριάδνης θα εισβάλουν δύο νέα πρόσωπα. Η Γλαύκη και ο Ιάσονας. Αρχικά μονάχα λέξεις, έπειτα δυνατές εικόνες κι ένα μυστήριο. Τίνος της φαντασίας γέννημα είναι τούτοι οι ήρωες, μια τυφλή κοπέλα που μένει ολομόναχη σε έναν παραμυθένιο πύργο και ένας ζωγράφος που ζει αυτοεξόριστος, σαν ερημίτης, αναζητώντας λύτρωση από αμαρτίες του παρελθόντος και νέα έμπνευση; Ποιος σκέφτεται, ποιος γράφει, ποιος σκηνοθετεί αυτό το έργο που τη θέλει πρωταγωνίστρια; Και γιατί ο άγνωστος συγγραφέας επέλεξε αυτόν τον τρόπο για να την προσεγγίσει;
Πίσω από τα κείμενα κρύβεται ο Πέτρος, ένας φοιτητής με τα μισά σχεδόν χρόνια της Αριάδνης. Ένα ευαίσθητο νέο παιδί που παλεύει μέσα στα άγχη και τις ανασφάλειες της ηλικίας του για το σήμερα, ελπίζει για το αύριο και αγαπά να δραπετεύει με όχημα τις λέξεις σε κόσμους που πλάθει η φαντασία του. Θέλει να γίνει συγγραφέας, να δημιουργεί και να προσφέρει στον κόσμο ιστορίες που θα χαρίζουν όμορφα συναισθήματα και δυνατές εμπειρίες. Οι δρόμοι της Αριάδνης και του Πέτρου θα συναντηθούν σε μια στροφή των εντελώς διαφορετικών κατευθύνσεών τους.
Πρώτα η ευγενική οσμή και η απαλή υφή του λευκού τριαντάφυλλου και μετά οι λέξεις, η μαγεία της ιστορίας και η γλυκιά προσμονή για την επόμενη συνέχεια, προετοιμάζουν το έδαφος για να κάνει την εμφάνισή του και ο τέταρτος εισβολέας στη ζωή της Αριάδνης.
Ο έρωτας.

Ο έρωτας, που έχει την ιδιότητα να μας φέρνει αντιμέτωπους με τον εαυτό μας. Ιδιότητα μαγική αλλά ταυτόχρονα τρομακτική. Ο έρωτας απαιτεί χάσιμο και δόσιμο, το γνωρίζουν άραγε; Χάσιμο μέσα στον άλλον, δόσιμο και θυσία του εγώ μας στο εμείς. Γι’ αυτό και τον έρωτα πότε τον αποζητούμε με πάθος, γιατί θέλουμε να ανοίξουμε τον εαυτό μας, να τον ενισχύσουμε με την αγάπη, γι’ αυτό πλαστήκαμε …και πότε τον αναθεματίζουμε λυσσαλέα ρίχνοντας κατάρες στην ώρα και τη στιγμή που τον βρήκαμε στον δρόμο μας. Είναι γιατί οι φόβοι που όσο περνάνε τα χρόνια επικάθονται με κάθε νέα τους νίκη ως βαθιές ρυτίδες στην εύθραυστη όψη μας, μάς μαζεύουν στο καβούκι μας, πίσω στην ασφάλεια του όλο και ισχυρότερου πια εγώ μας.
Έρωτας στον καθρέφτη.
Ο έρωτας που αναμοχλεύει επιδέξια όσα κρατάμε θαμμένα μέσα μας, νομίζοντάς τα ξεχασμένα.
Ο έρωτας που σε πετάει γυμνό και μόνο σε μια απέραντη έρημο. Θα υποστείς πολλές και σκληρές δοκιμασίες, μέσα από τις οποίες όμως ανακαλύπτεις μια εσωτερική δύναμη που πολλές φορές δε φανταζόσουν πως έχεις. Υπάρχουν όμως οάσεις στην έρημο, που σου δίνουν δύναμη να συνεχίσεις να περπατάς.
Και στο τέλος της διαδρομής, αν φανείς άξιος της απόλυτης αυτής ευλογίας, σε περιμένει ο Παράδεισος. Η γη της επαγγελίας, που οι πόθοι γίνονται καθημερινά βιώματα και η ευτυχία, κόσμημα στο λαιμό σου και λάμψη στα μάτια των άλλων.

Τι σχέση έχουν αυτά με τους ήρωες του βιβλίου; Η δύναμη και η αδυναμία είναι πάντα υποκειμενικές, είναι σαν να κληθούμε όλοι να περιγράψουμε ας πούμε ένα τοπίο, αλλιώς θα το περιγράψω εγώ, αλλιώς ο καθένας από σας, θα χρησιμοποιήσουμε άλλες λέξεις, άλλους χαρακτηρισμούς, γιατί πολύ απλά το βλέπουμε με άλλα μάτια. Ιδίως όταν το τοπίο αυτό είναι ο Παράδεισος της πολυπόθητης ευτυχίας μας. Η Γλαύκη και ο Ιάσονας, θα βρουν αυτόν τον Παράδεισο σε μια βόλτα στο δάσος, στην όχθη ενός ποταμού, κοντά σ’ έναν καταρράκτη. Για την Αριάδνη και τον Πέτρο, Παράδεισος θα γίνει η γραφική Ίσκια, ένα μικρό νησί στη νότια Ιταλία.
Θα σταθούν αντάξιοι του Παραδείσου που τους δόθηκε ή η πανταχού παρούσα πτωτική φύση του ανθρώπου θα πάρει και πάλι τα ηνία. Τα πράγματα ίσως να μην είναι τελικά και τόσο σύνθετα, όμως η σημειολογία έχει πάντα τη σημασία και το σκοπό της.
Τι θα κάνει τελικά η Αριάδνη; Θα αφεθεί να περάσει αυτή τη νοητή γραμμή και να ελευθερωθεί;
Κι ο Πέτρος; Θα επιτρέψει στον έρωτα να ζήσει, να αναπνεύσει και έξω απ’ τα γραπτά του ή ο ένας έρωτας, αυτός για τη συγγραφή, θα νικήσει τελικά τον άλλον;

Όσο η αφήγηση προχωρά, ο Πέτρος και η Αριάδνη μπαίνουν όλο και περισσότερο στο παράλληλο μυθιστόρημα, στο Νόμο των Πιθανοτήτων, όπως έχει ονομάσει ο Πέτρος το υπό δημιουργία πρώτο του έργο, και σιγά σιγά τα πλάγια γράμματα θα ισιώνουν στα μάτια του αναγνώστη, καθώς η εγκιβωτισμένη ιστορία αποκτά πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο Νόμος των πιθανοτήτων υψώνει έναν τεράστιο καθρέφτη μπροστά στην Αριάδνη και τον Πέτρο και τα είδωλα μπερδεύονται. Ιάσονας και Γλαύκη μπορούν να είναι κι οι δυο. Καί οι δύο εθελοτυφλούν, καί οι δύο τρέφουν αυτό που τρέφεται απ’ τη σάρκα τους, αυτοκαταστρέφονται. Είναι ανεξήγητο, αλλά πάντα το ίδιο παράδοξο μπαίνει ως ταφόπλακα πάνω από τους έρωτες που εμείς οι ίδιοι δολοφονούμε. Ο Ιάσονας δε θα αποκτήσει ποτέ τη Γλαύκη, όπως κι ο Πέτρος, δε θα κάνει ποτέ πραγματικά δική του την Αριάδνη. Κι όμως, είτε το δούμε μέσα, είτε έξω απ’ τον καθρέφτη, ο ένας κρατά ήδη τον άλλον μέσα του, όσο κι αν η εσωτερική πάλη προσπαθεί να μας πείσει για το αντίθετο. Είναι η ευκαιρία για την υπέρβαση, ο δύσκολος δρόμος που τρομάζει και τελικά το πισωγύρισμα που παγώνει το χρόνο και την ίδια τη ζωή, καταδικάζει σε καθημερινούς μικρούς ή μεγαλύτερους θανάτους.
“Τελικά τι καθρεφτίζει ο έρωτας;” διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, “Την υπαρκτή ή την επιθυμητή προβολή του εαυτού μας;”
Κι αν ο καθρέφτης τελικά σπάσει, τι απ’ τα δυο θα χαθεί;

Η Ευρυδίκη Αμανατίδου, με τον “Έρωτα στον καθρέφτη”, τολμά κάτι δύσκολο δομώντας εξαιρετικά, ταυτόχρονα σε μία αφήγηση δύο μυθιστορήματα που εξελίσσονται παράλληλα. Περνάει με μαεστρία από το ένα στο άλλο, με γραφή εντελώς διαφορετική που από την απλότητα κλιμακώνει σε απίστευτες και μαγικές ποιητικές εξάρσεις. Παίρνει τον αναγνώστη απ’ το χέρι για να τον οδηγεί μέσα και έξω απ’ τον καθρέφτη, ώστε να ανακαλύψει κάθε πτυχή, κάθε γωνιά της ενοποιημένης ιστορίας. Οι ήρωες, ολοκληρωμένοι και λογοτεχνικά γοητευτικοί, πατούν γερά στα πόδια τους, μιλούν και δρουν λες και οι ίδιοι γράφουν και όχι κάποιος άλλος γι’ αυτούς. Παράλληλα με τις δύο ερωτικές ιστορίες, (ή τη μία με δύο όψεις, αν προτιμάτε) ο αναγνώστης βιώνει τις αγωνίες της συγγραφής και της καλλιτεχνικής δημιουργίας, τις εσωτερικές και εξωτερικές συγκρούσεις της αναζήτησης της έμπνευσης και της έκφρασης.
Το μυθιστόρημα της Ευρυδίκης Αμανατίδου όμως, περισσότερο απ’ όλα, είναι ξεχωριστό γιατί θυμίζει τον αληθινό και παντοτινό σκοπό του έρωτα, που αποτελεί τον πυρήνα της σημασίας του και στέκει ψηλότερα από την απλή έλξη και τη σεξουαλική ορμή – που πολλές φορές από άγνοια ή αδημονία βαφτίζουμε έρωτα. Είναι ξεχωριστό επίσης, γιατί μας θυμίζει τι θα πει καλή ερωτική λογοτεχνία, ένα είδος που τόσο έχει παρεξηγηθεί και τόσα έχει τραβήξει. Δεν είναι απλά η δίψα για κάτι που κι εμείς ποθούμε, ούτε η συρραφή δυνατών ερωτικών σκηνών-φαντασιώσεων με σκοπό την εύκολη έξαψη, δεμένες με μια γλυκανάλατη ιστορία με την οποία υποτίθεται πως πρέπει να ταυτιστούμε, αλλά στην πραγματικότητα δε μας αφορά. Κατά την ταπεινή μου άποψη, καλή ερωτική λογοτεχνία, όπως και καλή λογοτεχνία γενικά, είναι αυτή που εμφανίζει σε λέξεις μπροστά μας, στις σελίδες ενός βιβλίου, τις εικόνες που η ψυχή ανεβάζει στα μάτια και τις αισθήσεις μας… όλα εκείνα τα καλά και τα κακά, δε θα κουραστώ να το λέω, που μας ξεχωρίζουν ως ανθρώπους.
Η ίδια η λογοτεχνία άλλωστε είναι έρωτας.
Έρωτας και πάθος μοναδικό… έρωτας που, όπως είπαμε, απαιτεί χάσιμο και δόσιμο. Και αυτό που κάνει η Ευρυδίκη Αμανατίδου είναι έρωτας, γι’ αυτό της αξίζει κάθε επιτυχία.

Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

Ο λαδωτής

Πώς μπήκα εγώ στις οικοδομές; Ο πατέρας μου φρόντισε! Αυτός ήταν που κούναγε το κεφάλι καθώς έβλεπε τα σχολικά μου βιβλία να σκονίζονται παρατημένα στο καλό μας τραπέζι του σαλονιού.
«Βρε ανεπρόκοπε! Τι θα κάνεις εσύ βρε σαν μεγαλώσεις; Μέχρι πότε θα σε ταΐζω; Θα κλείσω τα μάτια μου μια μέρα και θα μείνεις στους πέντε δρόμους».
Στους πέντε δρόμους δεν έμεινα, γιατί λίγο πριν κλείσει τα μάτια του, ο συχωρεμένος με πήγε σ’ ένα παιδικό του φίλο, εργολάβο οικοδομών. Σκληρή δουλειά! Άμα δεν έχεις όμως μυαλό να μάθεις και δυο γράμματα, τι άλλο να κάνεις; Κι ευχαριστώ να λες! Παρηγορήθηκα κάπως, όταν τις μέρες που έκαναν τις μεγάλες απεργίες οι καθηγητές, ήρθε για πέντε μεροκάματα ένας σαρανταπεντάρης, καλό ανθρωπάκι τον έκοψα. Από την κουβέντα στο διάλειμμα, εκεί απάνω στο τσιγάρο, έμαθα πως ήτανε φιλόλογος, στόματα είχε να θρέψει, λεφτά τώρα με την απεργία ούτε δεκάρα, «δε βαριέσαι» κατάληξε, «δουλειά είναι κι αυτή!»
Να που ο πατέρας μου έκανε και κάπου λάθος. Εγώ μυαλό είχα, για τα γράμματα όμως δεν το χαράμιζα. Είμαι και τύπος, πώς το λένε, αλέγκρος και η οικοδομή με μπούχτιζε. Έτσι, τα Σαββατοκύριακα έδινα άδεια στον εαυτό μου, έπαιρνα τα σέα μου και τα μέα μου και κατηφόριζα στη θάλασσα. Έπιανα τις παραλίες με τα πόδια, τη μια μετά την άλλη. Ακούραστος ο μπαγάσας! Ώρες ολόκληρες να μου δώσεις περπάτημα, όχι δεν σου λέω!
Από περιέργεια στην αρχή, κι ύστερα από συνήθεια, στο πέρασμά μου σάρωνα την άμμο. Ό,τι ξεχασμένο και παρατημένο έβρισκα, το συμμάζευα. Μου τύχαιναν πολλά και διάφορα. Κανένα ρολογάκι, μη φανταστείς και τίποτα αξίας, τίποτα κέρματα, μια φορά ξέθαψα κι ένα πεντοχίλιαρο. Τα λάδια όμως και τα αντηλιακά που μάζευα ήταν το κάτι άλλο. Είναι παράξενο πόσο εύκολα αφήνουμε πίσω μας το λαδάκι που πασαλειβόμαστε και στην επόμενη βόλτα στη θάλασσα, ψάχνουμε απελπισμένα να το βρούμε. Στο τέλος, με ένα στραβομουτσούνιασμα, αφήνουμε τον ήλιο να μας πιλατεύει άκαρδα.
«Ποπό κορμιά απλωμένα!» μονολογούσα. «Πλατούλες αφράτες, βελούδινες, απαλές που δεν έχουν κανένα να τις φροντίσει. Κι εγώ με τόσες κρέμες, να πάνε στράφι; Κι από αρώματα, ένα σωρό! Κι από μάρκες άλλες τόσες! Και όλους τους δείκτες προστασίας παρακαλώ!»
Είχα αρπάξει κάτι κουβεντούλες αγγλικά, κάτι ολίγα γαλλικά, μπορούσα να συνεννοηθώ με τις τουρίστριες. Γιατί οι δικές μας, απλησίαστες αδερφάκι μου, λες και θα τις μαγάριζες! Σιγά τα αυγά!
Που λες, ξεκίνησα για πλάκα και μου ‘γινε συνήθεια, μου ‘μεινε και το όνομα: «Ο λαδωτής». Όπου έβρισκα καμιά μονάχη, πλησίαζα, όχι όμως να είμαι κι ενοχλητικός, για μια αξιοπρέπεια ζούμε σ αυτόν τον κόσμο! Έπιανα την κουβέντα, «ωραίος ο ήλιος, η θάλασσα, η Ελλάδα, ζέστη κάνει», φτάναμε και στο λάδωμα. Πολύ το φχαριστιόμουνα. Τώρα μη με περάσετε και για κανέναν ανώμαλο! Ούτε καμάκι ήμουνα. Εγώ τους πασάλειβα την πλάτη, τα πόδια, άντε και την κοιλιά. Αυτό ήταν μόνο, αυστηρών προδιαγραφών! Αυτές χαζογελάγανε, με λέγανε χαριτωμένο και αστείο στις γλώσσες που τιτιβίζανε. Κι άλλα λογάκια λέγανε, κι αν κάποιες με κοιτάζανε πονηρά, εγώ τον αδιάφορο! Κάτι καμάκια με είχαν πάρει στο ψιλό και με βαφτίσανε νονό.
Κάποια έβγαλε ένα χαρτονόμισμα να μου δώσει. Ταράχτηκα. Μπας και με πέρασε για λιγούρη, ζήτουλα; Αρνήθηκα, αυτή όμως επέμενε τόσο γλυκά που είπα να μην την προσβάλλω.
«Σιγά ντε! Δεν σου θίξανε και την υπόληψη», είπα στον εαυτό μου και αφαίρεσα με τέχνη τη χαρτούρα, εκεί πάνω που της έκανα ένα ιπποτικό χειροφίλημα. Σκλαβώθηκε η κοπελίτσα.

Από τότε, περάσανε έτη πολλά. Οι οικοδομές με βλέπουν μόνο το χειμώνα. Τα καλοκαίρια σταματάω από μόνος μου και ξεκινάω για τα νησιά. Λαδώνω τουριστριούλες, κάνω τις διακοπές μου, βγάζω τα έξοδά μου. Καλά περνάω, δεν ενοχλώ και κανέναν. Και δεν ξέρεις ποτέ τι γίνεται, αν κι εγώ είμαι γεροντοπαλίκαρο από την κούνια μου. Και μετά τι; Να χάσει η χώρα το τελευταίο παραδοσιακό της επάγγελμα; Εξαφανίστηκαν οι σαλεπιτζήδες, πάνε και οι γανωματήδες, να χάσουμε και τον λαδωτή μας; Όχι δα!