Σάββατο, 29 Μαρτίου 2014

Ισμήνη Μπάρακλη: Από τα GUCCI στο ...ΤΑΓΑΡΙ

Η Ιόλη στα πρόθυρα νευρικής κρίσης; Μα τι λέτε τώρα! Αυτά είναι για τις κοινές θνητές. Δεν της το επιτρέπει η ανατροφή της, ο χαρακτήρας της, η ιώβεια υπομονή της παρότι οι αναμνήσεις από την προ του γάμου ζωή της αλλά και αυτές του πρώτου ανθόσπαρτου βίου είναι πλέον παρελθόν.
Η Ιόλη δεν έχει πατήσει ακόμη τα σαράντα, αλλά η ζωή της έχει περάσει από τα σαράντα κύματα. Δεν έχει χρόνο ούτε και για να αναρωτηθεί πώς από ροζ πριγκίπισσα κατέληξε να υπηρετεί τρία αφεντικά!! Αφεντικό νούμερο ένα: Γρηγόρης, ο σύζυγος δηλαδή. Στον κόσμο του πλέον, κάπου ανάμεσα σε μια άγουσα στην καταστροφή επιχείρηση, το τένις και την κατανάλωση λιπαρών. Αφεντικό νούμερο δύο: o καρπός της dream team Ιόλη-Γρηγόρης (όταν ήταν ακόμη dream team) που ακούει στο θεϊκό όνομα Απόλλωνας. Αγύριστο κεφάλι, ακριβώς σαν τον πατέρα του, ανεπίδεκτος μάθησης και νουθεσιών, η αγάπη της μαμάς όμως, καθότι γιος και μονάκριβος. Αφεντικό νούμερο τρία: ο εργοδότης, άρχοντας του λουκάνικου με πρώτη σκέψη του το πρωί το να ταΐσει αλλαντικά τη χώρα και να σαλιαρίσει με κάθε θηλυκό.
Και μέσα σε όλη αυτή την καθημερινή παράνοια, με μια Ιόλη να έχει ξεχάσει ότι είναι γυναίκα, αλλά έχει ένα σωρό άλλους τίτλους, υπάρχει η κολλητή φίλη Σοφία, αγχωμένη με το βιολογικό της ρολόι που την έχει ξεκουφάνει. Μια συνάντηση παλιών συμμαθητών, θα φέρει ένα νέο πρόσωπο στη ζωή της Ιόλης, έναν άνδρα που είναι ό,τι δεν χαρακτηρίζει τον «ενώπιον Θεού και ανθρώπων» σύζυγό της. Θα αφήσει το συναίσθημα να επικρατήσει της λογικής;
Θα σας αφήσω να βρείτε μόνοι σας την απάντηση, δεν πρόκειται να προδώσω το παραμικρό. Αυτό όμως που έχω να καταθέσω με το χέρι στην καρδιά, είναι ότι η δική μου καρδιά ακολούθησε την Ιόλη, στις χαρές και τις λύπες της, στους προβληματισμούς και το άγχος της, τις απογοητεύσεις και τους ενθουσιασμούς της.
Τι ικανότητες απαιτούνται σήμερα από μια γυναίκα που καλείται να είναι σύζυγος, μητέρα, νοικοκυρά και εργαζόμενη; Μια γυναίκα που υπολογίζοντας τις ώρες της ημέρας βγάζει ότι έχει έλλειμμα 4 ωρών, γιατί χρειάζεται 28 και όχι 24 μόνο; Πώς αλήθεια, αφήνουμε πίσω τη χαρούμενη εφηβεία και τα πρώτα μετά από αυτήν χρόνια, για να βυθιστούμε αργά αλλά σταθερά σε μία μαύρη τρύπα;
Η Ισμήνη Μπάρακλη ζυγίζει και καταγράφει ακριβοδίκαια τα συναισθήματα που πηγάζουν από την καθημερινότητα της ηρωίδας της, δημιουργώντας ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται με μια ανάσα. Γνωρίζει πολύ καλά μέχρι πού μπορεί να τραβήξει την κάθε κατάσταση που τόσο παραστατικά περιγράφει, να μεταφέρει τους δικούς της προβληματισμούς, τα πάνω και τα κάτω που χαρακτηρίζουν τη γυναίκα σήμερα. Η Ιόλη της είμαστε εγώ, εσείς, η κάθε μια μας.
Είναι πολύ δύσκολο κατά τη γνώμη μου το να μπορέσει ο δημιουργός να αποδώσει καθημερινές καταστάσεις χωρίς να γίνει υπερβολικός ή τετριμμένος. Η Ισμήνη Μπάρακλη τα καταφέρνει επάξια να μας κάνει να μπούμε στη θέση των ηρώων της αποδίδοντας «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ». Διάβασα το μυθιστόρημά της σε μια μέρα και κλείνοντας το βιβλίο, ένιωσα πραγματικά γαλήνη. Γαλήνη και αγάπη. Αυτά πιστεύω πως ήθελε και η ίδια η συγγραφέας να πάρουμε σαν αναγνώστες μέσα από την αγχώδη έως τραγελαφική καθημερινότητα της δικής της Ιόλης. Την ευχαριστώ πολύ για τα δυο πολύτιμα δώρα της και της εύχομαι κάθε επιτυχία.

Το μυθιστόρημα «Από τα GUCCI στο …ΤΑΓΑΡΙ» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μίνωας. 

Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014

Αλέξανδρος Νίκας: Πύλες εξόδου

Αρχές της δεκαετίας του εξήντα σε ένα χωριό κοντά στην Παραμυθιά. Θα μπορούσε να είναι οπουδήποτε στην Ελλάδα, καθώς ο τόπος αρχίζει να απογυμνώνεται από το ανθρώπινο δυναμικό του. Οι πύλες της Γερμανίας έχουν ανοίξει για να υποδεχτούν τους μετανάστες, αυτούς που θα κριθούν κατάλληλοι από τους ίδιους μετά την εξέτασή τους στα γραφεία κάπου στην Αθήνα. Οι πύλες της Ελλάδας γίνονται ανάμνηση καθώς οι άντρες τη βλέπουν σαν μακρινή ακτογραμμή από το κατάστρωμα του «Κολοκοτρώνη». Μπρίντεζι και μετά τρένο μέχρι τη Βορειοδυτική Ρηνανία, στο Βούπερταλ.
Μια νέα ζωή, ο καθένας στη μοναξιά του και το άγνωστο, χαμένοι σε έναν κόσμο πρωτόγνωρο. Δύσκολα χρόνια. Η ψυχή πίσω στην πατρίδα. Στη γυναίκα, στα παιδιά, στα στόματα που περιμένουν, στα μάτια που λιγώνονται και τρέχουν διαβάζοντας τα γράμματα του μισεμού. Το σώμα μπροστά στις μηχανές. Γερά κορμιά, αυτά ζητούν οι Γερμανοί. Μια βιομηχανία ανθίζει κι όσο ανθίζει τόσο πιο λάγνα προσκαλεί αχόρταγη.
Πενήντα χρόνια μετά, το 2011, η Ράνια θα ακολουθήσει τον δρόμο των παππούδων της. Η Γερμανία ζητάει γερά μυαλά κι αυτή αποφασίζει μετά την απόκτηση του πτυχίου της Ιατρικής να συνεχίσει σε ένα νοσοκομείο του Βούπερταλ.
Στάση Άλτερ Μαρκτ, στο τότε και στο σήμερα. Ίδιος τόπος, διαφορετικοί άνθρωποι. Εκεί, απέναντι από το εναέριο τρένο, η ζωή κάνει τους κύκλους της. Κι οι άνθρωποι ζουν τις ίδιες καταστάσεις κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Ο Σωτήρης, ο Τέλης, ο Σωκράτης και τόσοι άλλοι έχουν να καταθέσουν τις μικρές τους ιστορίες στις μεγάλες ώρες της μοναξιάς. Πενήντα χρόνια μετά, η Ράνια βιώνει μια διαφορετική μοναξιά που την κάνει να αναζητήσει αυτές τις ιστορίες του παρελθόντος, να κατανοήσει επιτέλους κάτι που μέχρι τώρα της ήταν αδιάφορο, να επεξεργαστεί και αιτιολογήσει.  Ποια ήταν η ζωή των παππούδων της και των φίλων τους; Γιατί επέλεξαν να αφήσουν πίσω την οικογένειά τους και να ξεριζωθούν; Τι τους περίμενε, πώς έζησαν, τι βίωσαν στη Γερμανία;
Νοσοκομείο Peter Krankenhaus. Πενήντα χρόνια σχεδόν πριν από το σήμερα, η γιαγιά Ουρανία δουλεύει εκεί σαν καθαρίστρια. Και τώρα, η Ράνια κάτω από άλλες συνθήκες θα εργαστεί στον ίδιο χώρο, κάνοντας την ιατρική πρακτική της. Το παρελθόν αρχίζει να ξεκλειδώνει τα μυστικά του μέσα στο γραφείο του προϊσταμένου της Ράνιας και λίγο αργότερα, με την εξομολόγηση ενός ασθενή. Τα κομμάτια ενώνονται, οι άγνωστοι τελικά γίνονται πρόσωπα οικεία.
Ο Αλέξανδρος Νίκας καταγράφει σε μυθιστορηματική μορφή την ιστορία της μετανάστευσης πετυχαίνοντας να αποδώσει την ψυχολογία των ανθρώπων που φεύγουν. Κι αν οι λόγοι είναι διαφορετικοί (άλλοτε θέμα επιβίωσης, άλλοτε η προοπτική καριέρας, άλλοτε το συναίσθημα και μόνο), η αποξένωση είναι πάντα η ίδια. Για κάποιους οι συνθήκες είναι καλύτερες, πατώντας πάνω στον δρόμο που έστησαν με γερή άσφαλτο άλλοι. Η κοινή μοίρα, τα βάσανα, η μοναξιά, η πατρίδα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, ένωσαν γνωστούς και άγνωστους μεταξύ τους ανθρώπους, τους έκαναν το σύνολο που στήριξε τις μονάδες. Κι έστησαν μια μικρή Ελλάδα στον ξένο τόπο, αυτήν που βρήκε πενήντα χρόνια μετά η Ράνια να στηρίζει βήματα και αποφάσεις της.
Χωρίς να θέλει να αναλύσει το φαινόμενο της μετανάστευσης όπως γράφει στο εισαγωγικό του σημείωμα, ο συγγραφέας πετυχαίνει ακριβώς αυτό. Μέσα από απλές καθημερινές ιστορίες, τίθενται και αναλύονται όλοι οι προβληματισμοί σχετικά με το πάντα καυτό θέμα. Κι αν ζούμε στην εποχή της ταχύτητας και της πληροφορίας, κι αν ένα ταξίδι τριών ημερών γίνεται σε τρεις ώρες πια, αν κάποτε ζητούσαν γερά κορμιά και τώρα γερά μυαλά, η ψυχολογία του ανθρώπου που φεύγει, δεν αλλάζει. Ο νους του είναι πάντα ανάμεσα στο νέο και το παλιό. Ίσως αλλάζει η επεξεργασία των δεδομένων, το βέβαιο είναι πως ο καθένας μπορεί να κατανοήσει τους άλλους μόνο όταν βιώσει τις αντίστοιχες καταστάσεις.
Έχοντας και η ίδια πολύ κοντινούς συγγενείς που μετανάστευσαν, οι «Πύλες εξόδου» με έκαναν να συγκινηθώ ιδιαίτερα, αλλά και να «καταλάβω» ακόμη περισσότερο τη σύγχρονη ηρωίδα του, τη Ράνια. Η αλήθεια είναι πως ούτε εγώ κάθισα να ασχοληθώ ποτέ με το τι βίωσαν αυτοί οι άνθρωποι ή τα παιδιά τους που μεγάλωναν πίσω με γιαγιάδες και παππούδες. Να όμως που οι ιστορίες των άλλων, με την χωρίς μεγαλοστομίες γραφή του Αλέξανδρου Νίκα, μου έφεραν στο μυαλό τους δικούς μου ανθρώπους, τον τρόπο που φέρονταν όταν επισκέπτονταν την Ελλάδα, σε σύντομες καλοκαιρινές άδειες, τη συμπεριφορά των παιδιών τους, τις νοοτροπίες που τόσο ξένες μού φάνταζαν κάποτε. Έχω λοιπόν έναν λόγο παραπάνω να ευχαριστήσω τον συγγραφέα. Και για το τόσο δυνατό μυθιστόρημα που μας έδωσε, αλλά και γιατί μέσα από τους δικούς του ήρωες, πήρα απάντηση σε κάτι που αποτελούσε και το δικό μου ερώτημα πάντα. «Μα πώς αφήνεις πίσω σου τα παιδιά σου και πας σε έναν ξένο τόπο;»
Κλείνοντας, παραθέτω ένα πολύ μικρό κομμάτι από τη συζήτηση που έχει μετά από τριάντα χρόνια στην ξενιτιά, ο γερασμένος πια Σωτήρης με τη γυναίκα του Ουρανία, πίσω στα πάτρια εδάφη, χωρίς κανένα από τα πέντε παιδιά τους κοντά τους.
«Και πού είναι τώρα αυτά τα παιδιά; Τι πετύχαμε με τον ξενιτεμό μας;»
«Τα πάντα» ξανάπε ήρεμα η Ουρανία.
Εκείνος σαν να μην την άκουσε συνέχισε:
«Να σου πω εγώ; Πετύχαμε να μην έχουμε κανένα κοντά μας».
«Ακριβώς. Αυτό λέω κι εγώ. “Πετύχαμε”, Σωτήρη, να μην έχουμε κανένα κοντά μας. Αν δεν το πετυχαίναμε αυτό, τότε θα αποτυχαίναμε».
Λιτό και περιεκτικό, όπως λιτός και όμως περιεκτικός είναι ο λόγος του Αλέξανδρου Νίκα. Τον ευχαριστώ για τις αναμνήσεις των άλλων που έγιναν και δικές μου, για το φως που χάρισε σε ένα κομμάτι της ιστορίας της Ελλάδας, για τα βιώματα αγάπης που μας πρόσφερε: της αγάπης αυτού που φεύγει και αυτού που μένει πίσω.

Το μυθιστόρημα «Πύλες εξόδου» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μίνωας. 

Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2014

Παρουσίαση του μυθιστορήματος "Έρωτας στον καθρέφτη".



Τι καλύτερο από ένα απόγευμα ανάμεσα σε παλιούς και νέους φίλους, μιλώντας για τον έρωτα; Στον φιλόξενο Πολυχώρο Αίτιον, (Τζιραίων 8-10, Αθήνα) την Τετάρτη 19 Μαρτίου, στις επτά το απόγευμα, οι εκδόσεις Μίνωας σας προσκαλούν στην παρουσίαση του μυθιστορήματος της Ευρυδίκης Αμανατίδου "Έρωτας στον καθρέφτη". Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι: Παύλος Ιωαννίδης, ψυχολόγος, ψυχοθεραπευτής, συγγραφέας και Δημήτρης Νίκου, συγγραφέας. Αποσπάσματα θα διαβάσει ο Πέτρος Κούτρας, ηθοποιός, εναλλακτικός θεραπευτής. 

Σάββατο, 8 Μαρτίου 2014

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Ο μουσικός του δρόμου

Fernando Botero: The musicians
Είχα ορκιστεί πως δεν θα παντρευτώ και να που οδεύω προς την εκκλησία. Θα μου πείτε, σε υποχρέωσε κανείς; Χωρίς αμφιβολία ακόμα και τώρα μπορώ να πατήσω πόδι και να αρνηθώ. Πώς αλλιώς όμως θα σωθούμε από την οικονομική καταστροφή;
Ο κύριος Μάνος, ο γαμπρός, τι γαμπρός αλήθεια! Ακίνητη περιουσία στην Ελλάδα, την Ελβετία και τα νοτιοδυτικά παράλια της Ιταλίας. Λογαριασμοί εκατομμυρίων σε τράπεζες ανά τον κόσμο. Ένα τζιπ, μία BMW, δύο πιο μικρά αυτοκίνητα, έτσι για τις ανάγκες του προσωπικού. Και κότερο παρακαλώ! Με τέτοια προσόντα, ποιος να πει όχι; Το ότι ο υποψήφιος βρίσκεται στην ανθηρή ηλικία των εξήντα οκτώ Μαΐων και ουδεμία μωρά παρθένος καταδέχτηκε μέχρι στιγμής να ενώσει τη ζωή της μαζί του, δεν έχει την παραμικρή σημασία. Το ότι επίσης, ο φέρελπις αυτός νυμφίος διαθέτει ένα διόλου ευκαταφρόνητο στομάχι, αντίστοιχο προγούλι και μάγουλα, ουδόλως αποτέλεσε αποτρεπτικό παράγοντα για τον πατέρα μου που, σε απάντηση των ξινισμένων μου μούτρων, δήλωσε: «Μα τι νόμιζες; Κανένα χτικιάρη θα σου δίναμε; Οι άντρες με πιασίματα έχουν πέραση τώρα». Μάλιστα! Να και οπαδός της πολιτικής ορθότητας ο μπαμπάς.
«Βρε κουτό!» προσπαθούσε να με πείσει. «Με τέτοια περιουσία, θα ζήσεις σαν βασίλισσα. Αν του κάνεις κι ένα παιδάκι, χαλί θα γίνει να τον πατήσεις».
«Δεν είμαστε με τα καλά μας!» είπα εγώ κι έφτυσα τον κόρφο μου. «Τι να τα κάνω τα λεφτά του, που θα βλέπω την ξινισμένη του μούρη μπροστά μου όλη τη μέρα;»
«Πού ξέρεις;» αναρωτήθηκε ο πατέρας μου. «Έτσι λαίμαργος που είναι ο γαμπρός, μπορεί σύντομα να μείνεις χήρα».
«Εσύ ακόμη δεν με πάντρεψες, τον ξαπόστειλες κιόλας!».
«Όλα ανθρώπινα είναι κόρη μου» φιλοσόφησε ο ρεαλιστής πατέρας μου προτρέποντάς με να ενστερνιστώ την κοσμοθεωρία του. «Στο κάτω-κάτω, πρέπει να σώσουμε το όνομά μας. Βουλιάζουμε Ιφιγένεια! Βουλιάζουμε, και δεν πήραμε τίποτα χαμπάρι».
Αναφερόμενος στον οικογενειακό θώκο, μ’ αυτά και με άλλα, με έπεισε. Ως μία σωστή Ιφιγένεια, θα θυσιαζόμουν κι εγώ για να ξεκινήσουν τα πλοία του πολέμου.
«Η δε γυνή να φοβείται τον άνδρα».
Τα λόγια του παπά με επανέφεραν στην πνιγηρή ατμόσφαιρα της εκκλησίας. Με την άκρη του ματιού, είδα τη μητέρα μου να με προτρέπει να πατήσω το πόδι του αθώου εριφίου, βρίσκοντας συνένοχο και τον μικρό μου αδελφό που είχε σκάσει στα γέλια, ενώ ο πατέρας μου έδειχνε ένα επίμονο ενδιαφέρον για τον τρούλο της εκκλησίας. Ο κύριος Μάνος είχε το καρτερικό ύφος χριστιανού αναμένοντος τους λέοντας. Και μόνο που σκεφτόμουν τα πρησμένα του πόδια μέσα στα στενά του λουστρίνια, μου ερχόταν στο μυαλό η εικόνα ενός λουκάνικου.
Κι αυτή η εικόνα με γύρισε μερικούς μήνες πίσω, στις αρχές του φθινοπώρου. Τέλος διακοπών, ένα πλοίο στο Αιγαίο, η επιστροφή στην Αθήνα. Εκεί γνώρισα τον Στέφαν, εκεί μαλώσαμε. Δηλαδή, εγώ αρπάχτηκα μαζί του προτού καν μάθω το όνομά του. Για ποιο λόγο; Για ένα τελευταίο αξιολύπητο λουκάνικο που τσιτσίριζε στην τοστιέρα του μπαρ. Εκείνος το διεκδικούσε για τον σκύλο του, εγώ το προόριζα για τον εαυτό μου. Με μια ταχυδακτυλουργική κίνηση, πρόλαβε και το άρπαξε από τα χέρια του μπάρμαν, πέταξε τα λεφτά στον πάγκο, κι εξαφανίστηκε.
Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Από εκείνη τη στιγμή, η παρουσία μου στο πλοίο είχε έναν λόγο, ζούσα για να τον εκδικηθώ. Να τον ξετρυπώσω όπου κι αν βρισκόταν και να τον ξενυχιάσω, να τον σουβλίσω, να τον πολτοποιήσω.
Δεν άργησα βέβαια να τον ανακαλύψω κάτω από ένα υπόστεγο. Ήμουν έτοιμη να του χιμήξω, σταμάτησα όμως εκεί που βρισκόμουν καθώς έβγαλε από τη θήκη του ένα βιολί και άρχισε να παίζει. Χωρίς υπερβολές, ήταν καταπληκτικός, λες και γεννήθηκε με αυτό το βιολί. Το αποκορύφωμα ήταν όταν ο σκύλος του, με ένα τενεκεδάκι στον λαιμό, πέρασε ανάμεσα στους επιβάτες για να μαζέψει το αντίτιμο αυτής της περίεργης παράστασης.
Πλησίασα διστακτικά.
Ο Στέφαν ήταν από την Τσεχία και είχε τα πιο παράξενα γκρι μπλε μάτια που είδα ποτέ μου. Οι λίγες ώρες που απόμεναν μέχρι να φτάσουμε στον προορισμό μας, κύλησαν χωρίς να το καταλάβω. Ο Στέφαν φλυαρούσε για τα ταξίδια του, εν ολίγοις είχε γυρίσει το μισό κόσμο. Στην Ελλάδα βρισκόταν τρία καλοκαίρια, γυρνούσε τα νησιά, συλλέκτης κουλτούρας και εμπειριών, έτσι συνόψισε τη ζωή του.
Φθάνοντας στον Πειραιά, ο Στέφαν, με μιαν ανεξήγητη βιασύνη, σαν να ήταν χρόνια φυλακισμένος και κάποιος του χάρισε ξαφνικά την ελευθερία του, βγήκε σχεδόν τρέχοντας. Τουλάχιστον, είχα προλάβει να του δώσω διεύθυνση και τηλέφωνο. Όσο για τα αντίστοιχα δικά του, ούτε λόγος, αφού το ρητό του ήταν «όπου γης και πατρίς».
Πέρασαν μέρες και οι μέρες έγιναν βδομάδες κι εγώ μάταια περίμενα να τηλεφωνήσει. «Ίσως να σκόπευε να το κάνει και να έχασε την κάρτα μου» παρηγορούσα τον εαυτό μου όταν ήμουν στις καλές μου. «Όχι! Ποτέ δεν σκόπευε να κάνει κάτι τέτοιο» ερχόταν ο αντίλογος όταν με έπιανε η απαισιοδοξία μου. Στον δρόμο, σταματούσα κάθε που άκουγα κάποιον να παίζει μουσική. Μάταια! Μετά από τρεις μήνες, έβαλα την ανάμνησή του σε μια απόμερη γωνιά του μυαλού μου κι εκεί την κλείδωσα.

«Τα κλειδιά! Τα κλειδιά του αμαξιού! Πού είναι τα κλειδιά;» άκουσα τον κάθιδρο πλέον σύζυγό μου να φωνάζει.
Στα πρόθυρα εγκεφαλικού, και με την υποψία ότι τα κλειδιά της αγαπημένης του BMW είχαν κάνει φτερά, στριφογύριζε σαν το κουρδιστό, θυμίζοντας εκείνη τη διαφήμιση για τις ανεξάντλητες μπαταρίες. Ένα σατανικό χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό μου, δεν άργησε όμως να σβήσει καθώς τα καταραμένα κλειδιά εμφανίστηκαν ως δια μαγείας.
«Χριστούλη μου, ας γινόταν κάτι να εξαφανιστεί!» προσευχόμουν σιωπηλά σε όλη τη διαδρομή μέχρι το κτήμα του γαμπρού όπου θα δινόταν η δεξίωση για τα επινίκια.
«Και σου έχω μια έκπληξη!» μου ψιθύρισε συνωμοτικά ο σύζυγος, καθώς με βοηθούσε να βγω από το αυτοκίνητο.
«Αχ, βρε Στέφαν!» σκεφτόμουν. Πού να βρισκόταν; Ήταν αληθινά δυνατόν μια γνωριμία λίγων ωρών να μου έχει γίνει εμμονή; Να νομίζω πως τον βλέπω μπροστά μου; Μήπως δεν θυμόμουν πια το πρόσωπό του και τον μπέρδευα απλώς με άλλους που του έμοιαζαν έστω και στο ελάχιστο;
Να, όπως τώρα. Τα μάτια μου με γελάνε την ημέρα του γάμου μου. Τι γελοίο!
«Κι όμως, του μοιάζει τόσο!» μονολόγησα.
Ο γλοιώδης σύζυγός μου έσκασε στα γέλια καθώς με είδε να κοιτάζω αποσβολωμένη κατά τη μεριά της ορχήστρας.
«Το ήξερα εγώ πως θα σου αρέσει. Αυτή είναι η έκπληξη που σου έλεγα. Από τον πατέρα σου έμαθα πως έχεις αδυναμία στους μουσικούς του δρόμου. Έψαξα κι εγώ λοιπόν και σου βρήκα. Μου είπαν πως είναι ο καλύτερος».
Πού τον είχε ξετρυπώσει; Έψαξε λέει! Πού; Πού τον βρήκε; Ποιος ξέρει; Τι σημασία είχε άλλωστε αυτό τώρα; Με είχε δει άραγε; Ανόητη απορία! Σε μια δεξίωση γάμου, είναι δυνατόν να μην προσέξει κάποιος τη μόνη γυναίκα που φοράει νυφικό; Πολύ σωστά, αφού κάθε φορά που τον κοίταζα, το ειρωνικό του βλέμμα με κατάκρινε. Σαν να μου έλεγε: «τι δουλειά έχεις εσύ με το γερομπάμπαλο;» Για να μην ξεχνιόμαστε βέβαια, το εν λόγω γερομπάμπαλο έτρωγε μακαρίως και αναισθήτως.
Κάποτε ήρθε και η ώρα να χορέψουμε. Μετά από επίμονα ηχητικά εφέ από μαχαιροπήρουνα που χτυπούσαν με λύσσα πάνω σε κρύσταλλα, πήρα τον καλό μου και τον έσυρα στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο. Κάτω από τη λουλουδιασμένη πέργκολα, ο Μάνος ίδρωνε αγκομαχώντας να ξεγελάσει την ηλικία του.
Πάνω που νόμιζα πως το μαρτύριό μου είχε τελειώσει, άκουσα τον Στέφαν στο μικρόφωνο.
«Θα μου επιτρέψει ο γαμπρός να συνοδεύσω τη νύφη σε αυτό τον χορό; Είναι έθιμο στα μέρη μου και λένε πως οι ανύπαντροι βρίσκουν έτσι ταίρι μέσα στον επόμενο χρόνο».
Δεν είμαστε καλά! Πού το βρήκε πάλι αυτό και το ξεφούρνισε; Επιφωνήματα έκπληξης και απορίας ακούστηκαν. Ο Μάνος έδωσε βιαστικά τη συγκατάθεσή του καθώς αισθανόταν τον ιδρώτα να αναβλύζει και τους σφυγμούς του να έχουν ανέβει επικίνδυνα. Πρόλαβα να τον δω να σωριάζεται με κόπο στην καρέκλα του τη στιγμή που ο Στέφαν με άρπαξε κι άρχισε να με στροβιλίζει στην αγκαλιά του.
Κόντευα να λιποθυμήσω, αισθανόμουν να αιωρούμαι στο κενό κι ο Στέφαν μου ψιθύρισε δεικτικά: «Από το πλοίο θυμάμαι πως ήσουν ανυπόμονη».
Όχι μόνο δεν είχε ξεχάσει παρά με δούλευε κι από πάνω!
«Εσύ χάθηκες», του χάρισα την πιο βλοσυρή μου ματιά.
«Κοίτα!» είπε τότε και γέλασε συνωμοτικά. Ως δια μαγείας, ανέμισε ένα χαρτάκι μπροστά στα μάτια μου, εκείνη την ίδια κάρτα που του είχα δώσει στο πλοίο.
«Την έχεις ακόμα;»
«Πάντα!»
«Γιατί δεν με πήρες ποτέ ένα τηλέφωνο;»
«Ήξερα πως θα συναντηθούμε. Δεν πιστεύεις στη μοίρα;»
«Δεν έχει πια καμία σημασία. Δεν καταλαβαίνεις; Ήρθες πολύ αργά, είμαι πια παντρεμένη».
Μια στριγκλιά ακούστηκε εκείνη τη στιγμή. Κάποιος έσπασε ένα ποτήρι, ένα σούσουρο σηκώθηκε, η μουσική σταμάτησε.
«Ένα γιατρό! Ένα γιατρό γρήγορα! Κάτι έπαθε ο Μάνος!»
Με τα πολλά, βρέθηκε γιατρός ανάμεσα στους καλεσμένους για να πιστοποιήσει απλά και μόνο ότι η καρδιά τού εδώ και τέσσερις ώρες συζύγου μου, είχε πάψει να χτυπάει. Η συγκίνηση, το πολύ φαγητό, ο χορός σε συνδυασμό με το υπερβολικό του πάχος συνέτειναν στο να επισκεφτεί νωρίτερα από τα αναμενόμενα τον Δημιουργό του.
Φυσικά δημιουργήθηκε μια αναμπουμπούλα, μια τρομερή αναστάτωση που κράτησε βδομάδες ολόκληρες. Μείζον θέμα το ότι ήμουν νομίμως χήρα, με δόξα και τιμή, έτοιμη να απολαύσω τα αγαθά που συνέλεξε εν ζωή ο αποθανών.
Αυτά όμως πάνε τώρα, πέρασαν.
Φυσικά και κληρονόμησα όλη την περιουσία του συζύγου μου. Οι πρέπουσες φιλανθρωπίες αποδείχτηκαν κατάλληλες κινήσεις για να κλείσουν πολλά στόματα.
Ζω σε έναν παλιό πύργο έξω από το Κάρλοβυ Βάρυ, φυσικά μαζί με τον Στέφαν. Τακτικά, μνημονεύω τον Μάνο που η έκπληξή που μου επιφύλαξε, ήταν πραγματικά ό,τι καλύτερο μπορούσε να μου συμβεί. Τι με ρωτήσατε; Μα φυσικά και πιστεύω στη μοίρα! Όταν βλέπω τον Στέφαν πλάι μου σ’ αυτό το ειδυλλιακό τοπίο, πώς μπορώ να ισχυριστώ το αντίθετο;