Δευτέρα, 12 Μαΐου 2014

Έρωτας στον καθρέφτη και ανεστραμμένα είδωλα


Παραμονές της πρεμιέρας του νέου της θεατρικού έργου, η Αριάδνη Αργυρού παραμένει αμέτοχη στον ενθουσιασμό της τελευταίας πρόβας. Τα λόγια των ηθοποιών, λέξεις που έχουν δημιουργηθεί από την ίδια (από το αίμα της ψυχής της όπως συνηθίζει να λέει) την αφήνουν πλέον αδιάφορη. Η έμπνευση την έχει εγκαταλείψει, ο χρόνος της κυλάει άδειος από συναισθήματα.
Ούτε η ίδια γνωρίζει τι είναι αυτό που τη βασανίζει, το μόνο που μπορεί να πει με σιγουριά είναι το ότι η ζωή της χρειάζεται ριζική αναδόμηση.
Και κάπου εκεί, στα σαράντα της, τα δικά της σαράντα καράτια, συμβαίνει το αναπάντεχο, ίσως γιατί η έκπληξη μοιάζει με κάτι πολύτιμο που κρύβεται επιμελώς για να εμφανιστεί μόνο όταν όλα μοιάζουν ανέλπιδα. Ένα κείμενο κι ένα λευκό τριαντάφυλλο. Λίγες παράγραφοι, γοητευτικές, παράξενες, που γεννούν σκέψεις, συναισθήματα, εικασίες, ερωτήματα και τον ….έρωτα. Ένα ταξίδι στο άγνωστο ξεκινάει, ελκυστικό μέσα στην ανωνυμία του εμπνευστή του.

…Ο ουρανός πήρε ένα χρώμα χυμένου μολυβιού, ο αγέρας που σηκώθηκε τον ξάφνιασε, το κρύο έγινε διαπεραστικό. Ερχόταν καταιγίδα, η εξιλέωση της δύσης και των ψυχών. Ένα πικρό χαμόγελο χαράχτηκε στα σκασμένα από την αρμύρα χείλη του κι οι ρυτίδες στα μάτια του έκαναν πιο αποτρόπαια την έκφραση του προσώπου του. Ενός προσώπου που δεν ήθελε να φέρνει στη μνήμη του –αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος που στη μανία του επάνω είχε καταστρέψει το μεγάλο καθρέφτη και είχε κάθε γυάλινη επιφάνεια να παραδέρνει στη σκόνη για να μην μπορεί να πει την αλήθεια. Απέφευγε με επιμέλεια να κοιτάζει τη θάλασσα τις μέρες εκείνες που η νηνεμία τής χάριζε μια κρυστάλλινη διαύγεια. Δεν ήθελε να βλέπει αυτά που μισούσε, αυτά για τα οποία ο συμβιβασμός δεν του ήταν ούτε μπορετός ούτε αρκετός.
Η βροχή ξέσπασε ανελέητη σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Η καταιγίδα μαινόταν και στροβιλιζόταν παλεύοντας με τα ταραγμένα νερά.
«Δεν σε φοβάμαι!» φώναξε προκλητικά καθώς η λάμψη των αστραπών χώριζε στα δύο τον ταλαιπωρημένο ουρανό.
Κοίταξε προς τα πάνω, αποκαλύπτοντας περιφρονητικά το πρόσωπό του στον Δημιουργό του. Τα πόδια του είχαν βυθιστεί μέχρι τα γόνατα σχεδόν στην άμμο, που βούλιαζε ολοένα και περισσότερο από το βάρος της βροχής, αφρίζοντας και ξεφυσώντας με τη δική της οργή.
Τα δάκρυα του ουρανού δεν στάθηκαν ικανά να αποφορτίσουν τη λύσσα που ροκάνιζε το είναι του αργά και μεθοδικά. Δεν άκουγε πια την αδιέξοδη κραυγή της φύσης, άκουγε μόνο τους μανιασμένους χτύπους της καρδιάς του και την πάλη που έκανε το αίμα του να παραμερίσει το πέπλο από μίσος που είχε κατακαθίσει στο διάβα του…

Η Αριάδνη αναρωτιέται τι ακριβώς είναι το κείμενο που μόλις διάβασε, ποιος της το έστειλε και γιατί. Μοιάζει με καθρέφτη της δικής της πραγματικότητας. Κάπως έτσι ο έρωτας μπαίνει στη ζωή της, μαζί με την επιθυμία να κατανοήσει τον δημιουργό των κειμένων. Τι είναι αυτό που αναγνωρίζει στον χάρτινο ήρωα; Τον εαυτό της, τα δικά της λάθη και πάθη; Τα θέλω και τα πρέπει, η αντιπαλότητα της καρδιάς και της λογικής. Μια χρονική στιγμή και το καθρέφτισμά της, η προβολή της σε άλλους τόπους, χρόνους, πρόσωπα. Τι είναι ο έρωτας που ψάχνει, έχει ανάγκη ο άνθρωπος; Ένα είδωλο που τα μάτια μας ορίζουν κατά την ψυχική μας διάθεση;
Η αναπάντεχη γνωριμία της Αριάδνης με τον δημιουργό των κειμένων θα τη φέρει σε δίλημμα. Γιατί ο Πέτρος, ο επίδοξος συγγραφέας, είναι μόλις εικοσιτριών χρονών και φοιτητής της Θεολογίας. Τα κείμενα είναι μέρος από το μυθιστόρημά του που καθώς η Αριάδνη διαβάζει, την μπερδεύουν όλο και περισσότερο. Τα φυσικά μειονεκτήματα των χάρτινων ηρώων δεν είναι παρά μια αλληγορία των ελαττωμάτων της ίδιας και του Πέτρου. Μέχρι την απογύμνωση του πόθου από τα στολίδια του, μέχρι την όραση με τα μάτια της ψυχής, μέχρι το ξετύλιγμα ενός αόρατου νήματος που θα ενώσει τη δυάδα.
Ο έρωτας δεν είναι εκπόρθηση, αλλά ελευθερία.
Δεν είναι προϊόν βιτρίνας προς τέρψη και επιθυμία απόκτησης.
Είναι και δεν είναι πολλά. Είναι τα πάντα για μια στιγμή ή τίποτα για πάντα.

Όπως είναι και ο πιο επίμονος επισκέπτης όταν χτυπάει την πόρτα σου σε ώρες κοινής ησυχίας. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου