Σάββατο, 8 Μαρτίου 2014

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Ο μουσικός του δρόμου

Fernando Botero: The musicians
Είχα ορκιστεί πως δεν θα παντρευτώ και να που οδεύω προς την εκκλησία. Θα μου πείτε, σε υποχρέωσε κανείς; Χωρίς αμφιβολία ακόμα και τώρα μπορώ να πατήσω πόδι και να αρνηθώ. Πώς αλλιώς όμως θα σωθούμε από την οικονομική καταστροφή;
Ο κύριος Μάνος, ο γαμπρός, τι γαμπρός αλήθεια! Ακίνητη περιουσία στην Ελλάδα, την Ελβετία και τα νοτιοδυτικά παράλια της Ιταλίας. Λογαριασμοί εκατομμυρίων σε τράπεζες ανά τον κόσμο. Ένα τζιπ, μία BMW, δύο πιο μικρά αυτοκίνητα, έτσι για τις ανάγκες του προσωπικού. Και κότερο παρακαλώ! Με τέτοια προσόντα, ποιος να πει όχι; Το ότι ο υποψήφιος βρίσκεται στην ανθηρή ηλικία των εξήντα οκτώ Μαΐων και ουδεμία μωρά παρθένος καταδέχτηκε μέχρι στιγμής να ενώσει τη ζωή της μαζί του, δεν έχει την παραμικρή σημασία. Το ότι επίσης, ο φέρελπις αυτός νυμφίος διαθέτει ένα διόλου ευκαταφρόνητο στομάχι, αντίστοιχο προγούλι και μάγουλα, ουδόλως αποτέλεσε αποτρεπτικό παράγοντα για τον πατέρα μου που, σε απάντηση των ξινισμένων μου μούτρων, δήλωσε: «Μα τι νόμιζες; Κανένα χτικιάρη θα σου δίναμε; Οι άντρες με πιασίματα έχουν πέραση τώρα». Μάλιστα! Να και οπαδός της πολιτικής ορθότητας ο μπαμπάς.
«Βρε κουτό!» προσπαθούσε να με πείσει. «Με τέτοια περιουσία, θα ζήσεις σαν βασίλισσα. Αν του κάνεις κι ένα παιδάκι, χαλί θα γίνει να τον πατήσεις».
«Δεν είμαστε με τα καλά μας!» είπα εγώ κι έφτυσα τον κόρφο μου. «Τι να τα κάνω τα λεφτά του, που θα βλέπω την ξινισμένη του μούρη μπροστά μου όλη τη μέρα;»
«Πού ξέρεις;» αναρωτήθηκε ο πατέρας μου. «Έτσι λαίμαργος που είναι ο γαμπρός, μπορεί σύντομα να μείνεις χήρα».
«Εσύ ακόμη δεν με πάντρεψες, τον ξαπόστειλες κιόλας!».
«Όλα ανθρώπινα είναι κόρη μου» φιλοσόφησε ο ρεαλιστής πατέρας μου προτρέποντάς με να ενστερνιστώ την κοσμοθεωρία του. «Στο κάτω-κάτω, πρέπει να σώσουμε το όνομά μας. Βουλιάζουμε Ιφιγένεια! Βουλιάζουμε, και δεν πήραμε τίποτα χαμπάρι».
Αναφερόμενος στον οικογενειακό θώκο, μ’ αυτά και με άλλα, με έπεισε. Ως μία σωστή Ιφιγένεια, θα θυσιαζόμουν κι εγώ για να ξεκινήσουν τα πλοία του πολέμου.
«Η δε γυνή να φοβείται τον άνδρα».
Τα λόγια του παπά με επανέφεραν στην πνιγηρή ατμόσφαιρα της εκκλησίας. Με την άκρη του ματιού, είδα τη μητέρα μου να με προτρέπει να πατήσω το πόδι του αθώου εριφίου, βρίσκοντας συνένοχο και τον μικρό μου αδελφό που είχε σκάσει στα γέλια, ενώ ο πατέρας μου έδειχνε ένα επίμονο ενδιαφέρον για τον τρούλο της εκκλησίας. Ο κύριος Μάνος είχε το καρτερικό ύφος χριστιανού αναμένοντος τους λέοντας. Και μόνο που σκεφτόμουν τα πρησμένα του πόδια μέσα στα στενά του λουστρίνια, μου ερχόταν στο μυαλό η εικόνα ενός λουκάνικου.
Κι αυτή η εικόνα με γύρισε μερικούς μήνες πίσω, στις αρχές του φθινοπώρου. Τέλος διακοπών, ένα πλοίο στο Αιγαίο, η επιστροφή στην Αθήνα. Εκεί γνώρισα τον Στέφαν, εκεί μαλώσαμε. Δηλαδή, εγώ αρπάχτηκα μαζί του προτού καν μάθω το όνομά του. Για ποιο λόγο; Για ένα τελευταίο αξιολύπητο λουκάνικο που τσιτσίριζε στην τοστιέρα του μπαρ. Εκείνος το διεκδικούσε για τον σκύλο του, εγώ το προόριζα για τον εαυτό μου. Με μια ταχυδακτυλουργική κίνηση, πρόλαβε και το άρπαξε από τα χέρια του μπάρμαν, πέταξε τα λεφτά στον πάγκο, κι εξαφανίστηκε.
Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Από εκείνη τη στιγμή, η παρουσία μου στο πλοίο είχε έναν λόγο, ζούσα για να τον εκδικηθώ. Να τον ξετρυπώσω όπου κι αν βρισκόταν και να τον ξενυχιάσω, να τον σουβλίσω, να τον πολτοποιήσω.
Δεν άργησα βέβαια να τον ανακαλύψω κάτω από ένα υπόστεγο. Ήμουν έτοιμη να του χιμήξω, σταμάτησα όμως εκεί που βρισκόμουν καθώς έβγαλε από τη θήκη του ένα βιολί και άρχισε να παίζει. Χωρίς υπερβολές, ήταν καταπληκτικός, λες και γεννήθηκε με αυτό το βιολί. Το αποκορύφωμα ήταν όταν ο σκύλος του, με ένα τενεκεδάκι στον λαιμό, πέρασε ανάμεσα στους επιβάτες για να μαζέψει το αντίτιμο αυτής της περίεργης παράστασης.
Πλησίασα διστακτικά.
Ο Στέφαν ήταν από την Τσεχία και είχε τα πιο παράξενα γκρι μπλε μάτια που είδα ποτέ μου. Οι λίγες ώρες που απόμεναν μέχρι να φτάσουμε στον προορισμό μας, κύλησαν χωρίς να το καταλάβω. Ο Στέφαν φλυαρούσε για τα ταξίδια του, εν ολίγοις είχε γυρίσει το μισό κόσμο. Στην Ελλάδα βρισκόταν τρία καλοκαίρια, γυρνούσε τα νησιά, συλλέκτης κουλτούρας και εμπειριών, έτσι συνόψισε τη ζωή του.
Φθάνοντας στον Πειραιά, ο Στέφαν, με μιαν ανεξήγητη βιασύνη, σαν να ήταν χρόνια φυλακισμένος και κάποιος του χάρισε ξαφνικά την ελευθερία του, βγήκε σχεδόν τρέχοντας. Τουλάχιστον, είχα προλάβει να του δώσω διεύθυνση και τηλέφωνο. Όσο για τα αντίστοιχα δικά του, ούτε λόγος, αφού το ρητό του ήταν «όπου γης και πατρίς».
Πέρασαν μέρες και οι μέρες έγιναν βδομάδες κι εγώ μάταια περίμενα να τηλεφωνήσει. «Ίσως να σκόπευε να το κάνει και να έχασε την κάρτα μου» παρηγορούσα τον εαυτό μου όταν ήμουν στις καλές μου. «Όχι! Ποτέ δεν σκόπευε να κάνει κάτι τέτοιο» ερχόταν ο αντίλογος όταν με έπιανε η απαισιοδοξία μου. Στον δρόμο, σταματούσα κάθε που άκουγα κάποιον να παίζει μουσική. Μάταια! Μετά από τρεις μήνες, έβαλα την ανάμνησή του σε μια απόμερη γωνιά του μυαλού μου κι εκεί την κλείδωσα.

«Τα κλειδιά! Τα κλειδιά του αμαξιού! Πού είναι τα κλειδιά;» άκουσα τον κάθιδρο πλέον σύζυγό μου να φωνάζει.
Στα πρόθυρα εγκεφαλικού, και με την υποψία ότι τα κλειδιά της αγαπημένης του BMW είχαν κάνει φτερά, στριφογύριζε σαν το κουρδιστό, θυμίζοντας εκείνη τη διαφήμιση για τις ανεξάντλητες μπαταρίες. Ένα σατανικό χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό μου, δεν άργησε όμως να σβήσει καθώς τα καταραμένα κλειδιά εμφανίστηκαν ως δια μαγείας.
«Χριστούλη μου, ας γινόταν κάτι να εξαφανιστεί!» προσευχόμουν σιωπηλά σε όλη τη διαδρομή μέχρι το κτήμα του γαμπρού όπου θα δινόταν η δεξίωση για τα επινίκια.
«Και σου έχω μια έκπληξη!» μου ψιθύρισε συνωμοτικά ο σύζυγος, καθώς με βοηθούσε να βγω από το αυτοκίνητο.
«Αχ, βρε Στέφαν!» σκεφτόμουν. Πού να βρισκόταν; Ήταν αληθινά δυνατόν μια γνωριμία λίγων ωρών να μου έχει γίνει εμμονή; Να νομίζω πως τον βλέπω μπροστά μου; Μήπως δεν θυμόμουν πια το πρόσωπό του και τον μπέρδευα απλώς με άλλους που του έμοιαζαν έστω και στο ελάχιστο;
Να, όπως τώρα. Τα μάτια μου με γελάνε την ημέρα του γάμου μου. Τι γελοίο!
«Κι όμως, του μοιάζει τόσο!» μονολόγησα.
Ο γλοιώδης σύζυγός μου έσκασε στα γέλια καθώς με είδε να κοιτάζω αποσβολωμένη κατά τη μεριά της ορχήστρας.
«Το ήξερα εγώ πως θα σου αρέσει. Αυτή είναι η έκπληξη που σου έλεγα. Από τον πατέρα σου έμαθα πως έχεις αδυναμία στους μουσικούς του δρόμου. Έψαξα κι εγώ λοιπόν και σου βρήκα. Μου είπαν πως είναι ο καλύτερος».
Πού τον είχε ξετρυπώσει; Έψαξε λέει! Πού; Πού τον βρήκε; Ποιος ξέρει; Τι σημασία είχε άλλωστε αυτό τώρα; Με είχε δει άραγε; Ανόητη απορία! Σε μια δεξίωση γάμου, είναι δυνατόν να μην προσέξει κάποιος τη μόνη γυναίκα που φοράει νυφικό; Πολύ σωστά, αφού κάθε φορά που τον κοίταζα, το ειρωνικό του βλέμμα με κατάκρινε. Σαν να μου έλεγε: «τι δουλειά έχεις εσύ με το γερομπάμπαλο;» Για να μην ξεχνιόμαστε βέβαια, το εν λόγω γερομπάμπαλο έτρωγε μακαρίως και αναισθήτως.
Κάποτε ήρθε και η ώρα να χορέψουμε. Μετά από επίμονα ηχητικά εφέ από μαχαιροπήρουνα που χτυπούσαν με λύσσα πάνω σε κρύσταλλα, πήρα τον καλό μου και τον έσυρα στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο. Κάτω από τη λουλουδιασμένη πέργκολα, ο Μάνος ίδρωνε αγκομαχώντας να ξεγελάσει την ηλικία του.
Πάνω που νόμιζα πως το μαρτύριό μου είχε τελειώσει, άκουσα τον Στέφαν στο μικρόφωνο.
«Θα μου επιτρέψει ο γαμπρός να συνοδεύσω τη νύφη σε αυτό τον χορό; Είναι έθιμο στα μέρη μου και λένε πως οι ανύπαντροι βρίσκουν έτσι ταίρι μέσα στον επόμενο χρόνο».
Δεν είμαστε καλά! Πού το βρήκε πάλι αυτό και το ξεφούρνισε; Επιφωνήματα έκπληξης και απορίας ακούστηκαν. Ο Μάνος έδωσε βιαστικά τη συγκατάθεσή του καθώς αισθανόταν τον ιδρώτα να αναβλύζει και τους σφυγμούς του να έχουν ανέβει επικίνδυνα. Πρόλαβα να τον δω να σωριάζεται με κόπο στην καρέκλα του τη στιγμή που ο Στέφαν με άρπαξε κι άρχισε να με στροβιλίζει στην αγκαλιά του.
Κόντευα να λιποθυμήσω, αισθανόμουν να αιωρούμαι στο κενό κι ο Στέφαν μου ψιθύρισε δεικτικά: «Από το πλοίο θυμάμαι πως ήσουν ανυπόμονη».
Όχι μόνο δεν είχε ξεχάσει παρά με δούλευε κι από πάνω!
«Εσύ χάθηκες», του χάρισα την πιο βλοσυρή μου ματιά.
«Κοίτα!» είπε τότε και γέλασε συνωμοτικά. Ως δια μαγείας, ανέμισε ένα χαρτάκι μπροστά στα μάτια μου, εκείνη την ίδια κάρτα που του είχα δώσει στο πλοίο.
«Την έχεις ακόμα;»
«Πάντα!»
«Γιατί δεν με πήρες ποτέ ένα τηλέφωνο;»
«Ήξερα πως θα συναντηθούμε. Δεν πιστεύεις στη μοίρα;»
«Δεν έχει πια καμία σημασία. Δεν καταλαβαίνεις; Ήρθες πολύ αργά, είμαι πια παντρεμένη».
Μια στριγκλιά ακούστηκε εκείνη τη στιγμή. Κάποιος έσπασε ένα ποτήρι, ένα σούσουρο σηκώθηκε, η μουσική σταμάτησε.
«Ένα γιατρό! Ένα γιατρό γρήγορα! Κάτι έπαθε ο Μάνος!»
Με τα πολλά, βρέθηκε γιατρός ανάμεσα στους καλεσμένους για να πιστοποιήσει απλά και μόνο ότι η καρδιά τού εδώ και τέσσερις ώρες συζύγου μου, είχε πάψει να χτυπάει. Η συγκίνηση, το πολύ φαγητό, ο χορός σε συνδυασμό με το υπερβολικό του πάχος συνέτειναν στο να επισκεφτεί νωρίτερα από τα αναμενόμενα τον Δημιουργό του.
Φυσικά δημιουργήθηκε μια αναμπουμπούλα, μια τρομερή αναστάτωση που κράτησε βδομάδες ολόκληρες. Μείζον θέμα το ότι ήμουν νομίμως χήρα, με δόξα και τιμή, έτοιμη να απολαύσω τα αγαθά που συνέλεξε εν ζωή ο αποθανών.
Αυτά όμως πάνε τώρα, πέρασαν.
Φυσικά και κληρονόμησα όλη την περιουσία του συζύγου μου. Οι πρέπουσες φιλανθρωπίες αποδείχτηκαν κατάλληλες κινήσεις για να κλείσουν πολλά στόματα.
Ζω σε έναν παλιό πύργο έξω από το Κάρλοβυ Βάρυ, φυσικά μαζί με τον Στέφαν. Τακτικά, μνημονεύω τον Μάνο που η έκπληξή που μου επιφύλαξε, ήταν πραγματικά ό,τι καλύτερο μπορούσε να μου συμβεί. Τι με ρωτήσατε; Μα φυσικά και πιστεύω στη μοίρα! Όταν βλέπω τον Στέφαν πλάι μου σ’ αυτό το ειδυλλιακό τοπίο, πώς μπορώ να ισχυριστώ το αντίθετο;


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου