Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Οι κάλτσες στο τζάκι

Χριστούγεννα έρχονται και πολύχρωμα ζευγάρια κάλτσες κρέμονται στο τζάκι. Δεν έχει σημασία που μερικές δεν είναι εντυπωσιακές. Μπορεί να τις έπλεξε κάποια γιαγιά με τις βελόνες ή το βελονάκι, μπορεί αδέξια παιδικά χέρια να τις έφτιαξαν από ένα παλιό ρούχο. Ίσως πάλι να είναι αγορασμένες από ένα κατάστημα όπου έκαναν παρέα με χιλιάδες πολύχρωμα στολίδια. Σημασία έχει πως στις γιορτινές μέρες περιμένουν καρτερικά ένα στοργικό χέρι να τις γεμίσει.
Έτσι το θέλει η παράδοση. Έτσι μου είπαν οι πιο παλιοί. Πώς κάποτε λέει, ζούσε ένας άνδρας μεροκαματιάρης. Εκείνη τη χρονιά, όλες οι συμφορές είχαν πέσει βαριές στις πλάτες του. Είχε χάσει γυναίκα και δουλειά και πάλευε να μη λείψουν τα βασικά από το σπίτι και τις τρεις κόρες του. Έξω, ο τόπος με χιόνι πολλές σπιθαμές. Κι οι κόρες άπλωσαν τα ρούχα μέσα στο σπίτι από δω κι από κει μήπως και στεγνώσουν. Κι όταν άναψαν με τα λιγοστά κούτσουρα το τζάκι, κρέμασαν τις κάλτσες σιμά του να πάρει η θαλπωρή την υγρασία τους. Γρήγορα τα ξύλα σώθηκαν, η φωτιά έσβησε κι οι κόρες άφησαν τις κάλτσες ξοπίσω τους και χώθηκαν σχεδόν νηστικές στα παγωμένα κρεβάτια τους. Τυλίχτηκαν όπως-όπως να ζεσταθούν. Ο πατέρας έγειρε εκεί στο παραγώνι μέχρι που οι έννοιες βάρυναν τα βλέφαρά του κι αποκοιμήθηκε κι αυτός. Κι έτσι δεν είδε τον Αϊ Βασίλη που κατέβηκε από την καμινάδα και γέμισε τις κάλτσες φλουριά. Μα το επόμενο πρωί, όπως κι αν είχε, ήταν πραγματική γιορτή και για αυτούς επιτέλους.
Το έθιμο έμεινε, όπως περνούν από γενιά σε γενιά οι συνήθειες. Κι οι κάλτσες στολίζουν ως τις μέρες μας το τζάκι. Ε, κι αν δεν έχουμε από αυτό, όλο και κάπου θα βρούμε να τις κρεμάσουμε.

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014

Μιχάλης Σπέγγος: Η τελευταία συγγνώμη

Το 1938 ο φοιτητής Κάρστεν φον Έρεν, γιος ήρωα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, θα παρακολουθήσει τον εξευτελισμό ανθρώπου από άνθρωπο, τον διαχωρισμό σε κατέχοντες καθαρά ή ελαττωματικά γονίδια, αυτόπτης μάρτυρας της νύχτας των Κρυστάλλων.
Στα Γιάννενα το αντίστοιχο διάστημα, ο κόσμος ζει ακόμη στην ανεμελιά του Μεσοπολέμου και ο Νίκος Καζαντζής, γόνος καλής οικογένειας, μαγεύεται από τη Ρεβέκκα Λεβή, αλλά το μόνο που δε σκέφτεται είναι οι αντιρρήσεις που μπορεί να έχει ο πατέρας της ως αντίκτυπο της σχέσης τους στην Εβραϊκή κοινότητα.
Και ο Δεύτερος παγκόσμιος ξεσπάει αλλάζοντας τα πάντα. Σαν κύμα σαρώνει και καταστρέφει σκορπίζοντας όλεθρο. Μα κι όταν οδεύει προς το τέλος του, η ανθρώπινη φύση δεν ησυχάζει. Στις 25 Μαρτίου του 1944 έχει σημάνει η ώρα να ξεκληριστούν οι Εβραίοι στα Γιάννενα. Η κοινότητα αφανίζεται, οι επιζώντες θα είναι ελάχιστοι. Θα βρίσκονται άραγε τα μέλη της οικογένειας Λεβή ανάμεσά τους;
Τον Νοέμβριο του 1973, το πτώμα ενός Χιλιανού πολιτικού ανακαλύπτεται στο φαράγγι του Βίκου. Το δικτατορικό καθεστώς της χώρας απαιτεί την εύρεση ή καλύτερα την «κατασκευή» του ενόχου. Ο Νίκος Καζαντζής με την ιδιότητα του δικηγόρου αναλαμβάνει την υπεράσπιση ενός αθώου.
Τι μπορεί να συνδέει το παρελθόν με το παρόν; Είναι η δολοφονία του Χιλιανού εκδίκηση ή απλά μια πολιτική διαμαρτυρία; Και τι έχουν απογίνει όλα αυτά τα πρόσωπα του παρελθόντος στο σήμερα;
«Η τελευταία συγγνώμη» είναι ένα επιβλητικό αλλά και υποβλητικό μυθιστόρημα ακριβώς όπως τα επίθετα αυτά αρμόζουν στην τοποθεσία του φαραγγιού του Βίκου όπου κατά την αφήγηση του μύθου συγκεντρώνονται τα βλέμματα προς λύσιν του μυστηρίου. Ο Μιχάλης Σπέγγος καταφέρνει άξια να συνδυάσει πολλά και διαφορετικά πράγματα χωρίς να προδώσει ούτε την πλοκή ούτε -κι αυτό είναι το πιο σημαντικό- τους ήρωές του. Δύσκολο εγχείρημα το να τρέξουν οι ήρωες μέσα σε συγκλονιστικές σελίδες της ιστορίας. Κι αυτό γιατί είναι κάτι που έχει γραφτεί και ξαναγραφτεί, μοιραία συγκρίσιμο μέγεθος, άρα και τροφοδότης συμπερασμάτων σε ύφος τσιτάτου ή ακόμη και κάτι που εύκολα μπορεί να γίνει μελό. Ο συγγραφέας όμως είναι δοκιμασμένος, επίμονος και διορατικός. Γράφει όχι για να αφηγηθεί απλά μια ιστορία, αλλά στην ουσία για να ερευνήσει το ιστορικό γίγνεσθαι, κατανοώντας πρώτα ο ίδιος την ανθρώπινη φύση και τις σκοπιμότητές της και μεταλαμπαδεύοντας τις δικές του γνώσεις στον αναγνώστη του. Οι εικόνες που πλάθει ξεχειλίζουν από ζωντάνια, κάθε χαρακτήρας αναλύεται εις βάθος, ξεπηδάει ολοζώντανος από το χαρτί αποκαλύπτοντας τη δυναμική του.
Προτού διαβάσω το μυθιστόρημα, είχα την τύχη να βρεθώ στη γιορτή-παρουσίαση του βιβλίου. Διαβάστηκαν τότε κάποια εξαιρετικά αποσπάσματα ή μάλλον ερμηνεύτηκαν συγκλονιστικά. Τη γραφή του Μιχάλη Σπέγγου τη γνώριζα ήδη και την έχω θαυμάσει και αγαπήσει. Δεν έβλεπα λοιπόν την ώρα να ξεκινήσω να διαβάζω το «η τελευταία συγγνώμη». Με το που έκανα την αρχή, δεν μπορούσα να ξεκολλήσω από το κείμενο. Το άφηνα με βαριά καρδιά ανυπομονώντας να το πιάσω ξανά. Τα πάθη των ηρώων έμοιαζαν με εκείνες τις δίνες της Λίμνης που ανάδευαν και τάραζαν μέχρι να σε παρασύρουν στα βάθη της. Ο Μιχάλης Σπέγγος χρησιμοποιεί τη ντοπιολαλιά και την υποκειμενική οπτική γωνία κατά τέτοιο τρόπο ώστε ο αναγνώστης να νιώθει ότι κάτι μαγικό έγινε, ο χρόνος πισωγύρισε, η μυθιστορία υπερκέρασε την πραγματικότητα. Κι είναι κι αυτοί οι ήρωές του με τις ιδιοτροπίες τους, το μεγαλείο τους, την ψυχοπάθειά τους, που ή τους συμπαθήσεις ή όχι, ξέρεις ότι είναι αληθινοί. Είναι εκείνοι οι απλοί άνθρωποι που ευεργέτησαν όπως η Φταλία ή οι αγνώμονες ευεργετηθέντες όπως ο Μίχαελ. Κι είναι οι σκηνές που περιγράφονται συγκλονιστικές, μεγαλειώδεις, γιατί και πάλι ο άνθρωπος υψώνεται ή γκρεμίζεται μέσα από αυτές. Θυμάμαι ξανά και ξανά την περιγραφή της νύχτας των Κρυστάλλων, τα σκωπτικά σχόλια της Φταλίας κατά την ανάγνωση των γραμμάτων από τη Βενετία, εκείνη τη συνταρακτική πρώτη συνάντηση μέσα στα άγρια χαράματα του Κάρστεν με τη Φταλία όπου τόσο θαυμαστά ο συγγραφέας αποτυπώνει τις τραγελαφικές στιγμές ή εκείνο το στιγμιότυπο από το στρατόπεδο Μπέργκεν Μπέλσεν όπου οι μελλοθάνατοι Εβραίοι εν αγνοία τους σκάβουν τους τάφους τους. Μα είναι τόσα και τόσα ακόμη στιγμιότυπα που το καθένα με ξεχωριστό τρόπο δείχνει το πόσο ψηλά μπορεί να φτάσει το ανθρώπινο μεγαλείο μα και πόση μικροπρέπεια και αναλγησία μπορεί να κρύβει η ανθρώπινη φύση.
«Η τελευταία συγγνώμη» είναι ένα μυθιστόρημα μνήμης που διαβάζεται απνευστί. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

Ευρυδίκη Αμανατίδου: ένα καπέλο για τον καθηγητή

ΤίτλοςΈνα καπέλο για τον καθηγητή 
Συγγραφέας: Ευρυδίκη Αμανατίδου
ISBN978-618-5147-03-7

Συντελεστές
Φωτογραφία εξωφύλλου: Αναστάσιος Βογιατζίδης
Σχεδιασμός εξωφύλλου, σελιδοποίηση: Ηρακλής Λαμπαδαρίου

Σύντομη περίληψη
Ένας διάσημος εφευρέτης προσπαθώντας να βρει λύση στο πρόβλημα του φαλακρού κεφαλιού του, αποφασίζει να φτιάξει ένα ύφασμα με τρομερές και φοβερές ιδιότητες. Και τότε ξεκινούν οι μπελάδες. Τι συμβαίνει επιτέλους στο σπίτι της οδού Ναυσιπλοΐας 15; Κατάσκοποι, ρομπότ, μία γάτα, ένας μόδιστρος της υψηλής κοινωνίας και ένας εξωτικός επισκέπτης θα μπλεχτούν σε μία θεότρελη παρεξήγηση.

Μία ιστορία σε διπλή μορφή για την απληστία, τη ματαιοδοξία αλλά και την ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο.

Το συγκεκριμένο βιβλίο πετάει ελεύθερα στο Διαδίκτυο από τον Δεκέμβριο του 2014.
Κατεβάστε το βιβλίο σε μορφή .pdf (μέγεθος αρχείου: 859 KB)

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Τζάνι Φαρινέτι: Το νησί που καίει

Ένα ειδυλλιακό περιβάλλον που θα το ζήλευε και ο πιο κακότροπος άνθρωπος. Μυρωδιά Μεσογείου, θάλασσα και νύχτες που φωτίζει απόκοσμα ο Ίντου. Ζυμαρικά, ψάρια και φρούτα, γλυκόπιοτο κρασί, μουσική κάτω από το φως των κεριών. Κάπου πίσω και πέρα από όλα αυτά, ένα σώμα αφήνεται στα παιχνίδια της θάλασσας και της άμμου. Με τη μόνη διαφορά πως δεν υπάρχει ζωή μέσα του. Αμέριμνοι εξωτερικά, οι ήρωες του μυθιστορήματος συνεχίζουν τη ζωή τους. Μέχρι την πρώτη μακάβρια ανακάλυψη.
Ο Τζάνι Φαρινέτι περιγράφει ένα «νησί που καίει» ως τόπο που απέχει έτη φωτός από το Στόμπολι της ομώνυμης ταινίας του Ροσελίνι. Έχει να κάνει ο μισός αιώνας που μεσολάβησε ή μήπως το ηφαίστειο έπαψε να ορίζει τις τύχες του νησιού;
Με φόντο τον Ίντου, όπως οι ντόπιοι αποκαλούν χαϊδευτικά το ηφαίστειό τους, η ψυχολογία των ηρώων αλλάζει σαν τη στήλη του καπνού που υψώνεται πάνω από το νησί. Μόνο που οι προθέσεις του ηφαιστείου είναι γνωστές από αιώνες. Όλοι ξέρουν τι περιμένουν, γνωρίζουν τους κινδύνους του και πώς μπορούν να συνυπάρξουν άνθρωποι και λάβα αγκιστρωμένοι πεισματικά στη γύμνια του τοπίου. Τα προβλήματα πηγάζουν από τις διαπροσωπικές τους επαφές ή ακόμη και από τη θέση που έχουν στην κοινωνία. Οι τίτλοι και ο πλούτος δημιουργούν εμμονές και αντιπάθειες, όλοι είναι εν δυνάμει παραβάτες, ακόμη και οι δύο ανεκδιήγητες φιλοξενούμενες της Φρίντα και της Λίβια.
Ο Φαρινέτι μάς μεταφέρει σε ένα κοσμοπολίτικο περιβάλλον που θυμίζει Κάνες ή Κάπρι. Στο νησί Στρόμπολι άνθρωποι και ηφαίστειο βρίσκονται σε αλληλεξάρτηση. Πέρα από τους ντόπιους υπάρχουν και οι ξένοι είτε από άλλα μέρη της Ιταλίας είτε από άλλες χώρες. Έχουν βρεθεί σε πρόσκαιρες ή μόνιμες διακοπές, κουβαλώντας ιδιοτροπίες, ιδιορρυθμίες και πάθη που μέχρι πρότινος εξουσίαζαν. Συνωμότες ορισμένοι, δημαγωγοί και φανφαρόνοι κάποιοι κι ανάμεσά τους, αυτοί που ψάχνουν την πραγματική τους ταυτότητα. Αυτό είναι που κρύβει και ο τίτλος του μυθιστορήματος. Το νησί που καίει είναι ο κάθε άνθρωπος που τα συσσωρευμένα θέλω και πρέπει του συγκρούονται αέναα μεταξύ τους δημιουργώντας μικρές ή μεγαλύτερες εκρήξεις.
Πασπαλισμένος με διάθεση σαρκασμού και λεπτής ειρωνείας, ο χειμαρρώδης συγγραφικός λόγος αναλύει σε βάθος τους χαρακτήρες για να δείξει πως πέρα από την απλότητα, την αίγλη ή τη βαρύγδουπη καταγωγή δεν παύουν να είναι απλά άνθρωποι με όσες αδυναμίες συνεπάγεται αυτό. Οι ήρωές του μοιάζουν με ανάγλυφα διάσπαρτα στο νησί που περιμένουν την εκτόνωση στραμμένοι προς το ηφαίστειο. Νοσταλγικοί, σκωπτικοί, φαινομενικά αδιάφοροι, εκρηκτικοί, εμμονικοί, παράφοροι, όλοι έχουν έναν λόγο να απαλλαγούν από τον παραγωγό ταινιών που βρίσκεται νεκρός μέσα σε μία βάρκα. Το θέμα δεν είναι ποιος το έκανε, αλλά το ότι ο καθένας μπορούσε να το κάνει. Η διαφορά είναι πως κάποιος πέρασε τη λεπτή γραμμή προστασίας που χωρίζει τη σκέψη από την πράξη.
«Το νησί που καίει» ξεκινάει σαν μια ηλιόλουστη ημέρα για να περάσει στην καταιγίδα και τη θύελλα με τον μοναδικό τρόπο του Τζάνι Φαρινέτι.
Αναζητείστε το μυθιστόρημα (είναι παλιά κυκλοφορία (2000) των εκδόσεων Καστανιώτη). Θα σας χαρίσει μια απολαυστική, ανατρεπτική ανάγνωση.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:
Ένα νησί, ένα ενεργό ηφαίστειο καταμεσής του πελάγους. Η ζεστή αυγουστιάτικη μαύρη άμμος, που κρύβει ένα πτώμα. Μια παρέα φίλων που αγαπιούνται ή μισιούνται, αλλά κυρίως αλληλοεξοντώνονται. Μια έξοχη αστυνομική ιστορία με αίσθηση του χιούμορ, όπου τα ανατρεπτικά στοιχεία διαδέχονται το ένα το άλλο με καταιγιστικούς ρυθμούς, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι την τελευταία σελίδα.

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

Μια ιστορία για παχουλές Σταχτοπούτες

Igor Grabar:The fat women (1904)
Όλοι έλεγαν πως γεννήθηκα χοντρή, ένα υπερβολικά παχουλό μωρό που δυσκόλεψε τη μαμά του στη γέννα. Παρόλα αυτά ήμουν ένα χαριτωμένο μωρό. Όλοι έλεγαν πως μεγαλώνοντας, θα έστρωνα. Καλύτερη απόδειξη του αντιθέτου από την πραγματικότητα, δεν υπήρξε.
Από τη στιγμή που θυμάμαι τον εαυτό μου, μία είναι η εικόνα του καθρέφτη. Χοντρή, χοντρή, απίστευτα χοντρή. Κι όλοι να λένε το γνωστό: «Θα μεγαλώσει και θα στρώσει». Ως ελπίδα, αποδείχτηκε μάταιη. Κι εγώ βαρέθηκα να κοιτάζομαι στον καθρέφτη. Η εικόνα μου κατάντησε αφόρητη. Καθώς έβλεπα τα φουσκωμένα μάγουλα, το διπλοσάγονο, την ολοστρόγγυλη κοιλιά με έπιανε απελπισία. Και δεν έφταναν όλα αυτά παρά είχα και τα πόδια μου που, σε αντίθεση με το υπόλοιπο σώμα, αποτελούσαν, ως τραγική ειρωνεία, ένα κομψοτέχνημα. Τόσο τέλεια και καλοσχηματισμένα που έμοιαζαν εντελώς παράταιρα. Σαν αστείο κοτοπουλάκι, έτσι με έλεγαν στο δημοτικό. Δεν πολυκαταλάβαινα κιόλας τότε και δεν έδινα σημασία.
Καθώς περνούσα τις τάξεις, ανάλογα αυξάνονταν και τα κιλά μου. Οι συμμαθητές μου αντιμετώπιζαν την κατάσταση με όλο και γλαφυρότερο πνεύμα. Το αστείο κοτοπουλάκι έγινε αστείο γουρουνάκι, ελεφαντάκι, χοντροβάρελο, ώσπου στα γυμνασιακά χρόνια εντρύφησα σε πιο μνημειώδεις χαρακτηρισμούς, όπως ογκόλιθος, μενίρ, μεγαθήριο. Τότε άρχισε και το μεγάλο δράμα! Αγόρια και κορίτσια στην ίδια τάξη, παρεούλες, αστειάκια, χαβαλές κι εγώ η μόνιμη απόκληρη ως ασθενής με μολυσματική νόσο.
Είδα και αποείδα, ξεκίνησα τις δίαιτες. Δίαιτες με μπανάνες, με μήλα, με πατάτες, δίαιτες υγρής διατροφής, δίαιτες εξπρές και δίαιτες διαρκείας. Αποτέλεσμα μηδέν. Πάχαινα και μόνο που άνοιγα το στόμα μου. Με τον αέρα! Έτρωγα αέρα κοπανιστό και η σκάλα στη ζυγαριά ανέβαινε.
Γράφτηκα σε γυμναστήριο. Ματαιοπονούσα! Με το που γύριζα στο σπίτι, αναπλήρωνα όσες θερμίδες είχα κάψει. Δοκίμασα χάπια αδυνατίσματος. Κόντεψα να αποδημήσω εις Κύριον, κιλά όμως δεν έχασα. Έβαλα μασαζοκορσέδες, ελαστικές βερμούδες, κιλότες, καλσόν, τρεις ζώνες τη μία πάνω στην άλλη. Το μοναδικό αποτέλεσμα ήταν να πάθω ψύξη από την εφίδρωση. Κατανάλωσα δεκαπέντε κιλά κρέμες αδυνατίσματος κάθε πιθανής υφής και απόχρωσης. Μηδέν, μηδέν, μηδέν!
Στο μεταξύ, οι συμμαθήτριές μου κέρδιζαν την εύνοια και προτίμηση των θελκτικότερων αρσενικών ενώ εγώ βασανιζόμουν να λύσω το άλυτό μου πρόβλημα. Η μεγαλύτερη ειρωνεία ήταν που δε γύριζε να με κοιτάξει ακόμα κι ο χειρότερος σε εμφάνιση! Λες κι ο κόσμος όλος είχε πλαστεί μόνο για αδύνατες ή κατ’ εξαίρεση για ελάχιστα εύσωμες.
Είχα πέσει σε μαύρη κατάθλιψη. Κι όσο πλησίαζε ο καιρός για τη μεγάλη σχολική εκδρομή της τελευταίας τάξης του Λυκείου, εγώ είχα κρεμάσει μεσίστια σημαία. Αφού έλεγα να μην πάω! Τι θα έκανα πέντε ολόκληρες μέρες μαζί με όλους αυτούς; Τι γύρευα εγώ σε έναν κόσμο καλοφτιαγμένων και επιθυμητών σωμάτων; Ίσα-ίσα που όλοι θα είχαν την ευκαιρία να με κοροϊδέψουν και να συναγωνιστούν σε εξυπνάδες εις βάρος μου. Τι κόμπλεξ κατωτερότητας, τι μανιοκαταθλιπτικό σύνδρομο, θα μου πείτε! Καλά, ας ήσασταν στη θέση μου και τότε, θα βλέπαμε πόσα απίδια πιάνει ο σάκος. Στο τέλος, χωρίς κι εγώ να καταλάβω πώς, πήγα στην εκδρομή.
Ακολουθούσα το σύνολο για να μη με πουν απόκληρη. Όχι πως γλίτωσα την καζούρα. Κάποια στιγμή, βρεθήκαμε σε ένα κλαμπ της επαρχιακής πόλης όπου είχαμε καταλύσει. Εκείνο το βράδυ γινόταν ένα χάπενινγκ, όπως τον τελευταίο καιρό συνηθιζόταν, έτσι για να ταραχτεί λίγο το τέλμα της επαρχίας. Μοντέλα, ο Θεός να τα κάνει, παρέλασαν σε μια αυτοσχέδια πασαρέλα φορώντας σύνολα ενός άγνωστου οίκου.
Τότε ήταν που μου μπήκε πρώτη φορά η διαβολική ιδέα. Τι παραπάνω είχαν όλες αυτές; Παραπάνω όχι, παρακάτω σίγουρα ναι: αρκετά κιλά, δεκάδες λιγότερα από εμένα. «Και λοιπόν;» ξανασκέφτηκα. Στον κόσμο υπάρχουν και εύσωμες, παχουλές, χοντρές. Δε θα έπρεπε να κυκλοφορούν ρούχα και γι αυτές; Και βέβαια! Ρούχα υπήρχαν, κανένας όμως δεν τα διαφήμιζε πάνω κάτω στις πίστες και στις πασαρέλες. Κανένας δεν είχε στηθεί μπροστά στην κάμερα ή τη φωτογραφική μηχανή για να τα προβάλει.
Κι αν το έκανα εγώ; Αν γινόμουν μοντέλο για παχουλές; Έπαιξα λίγο την ιδέα στο μυαλό μου και μετά χαμογέλασα πικρά. Ποιος θα καθόταν να ασχοληθεί; Όλοι θα με κορόιδευαν για μια ακόμα φορά. Παρά ταύτα, το σκεφτόμουν συνέχεια. Αν μπορούσα να το κάνω!
Με αυτό το όνειρο, η σχολική εκδρομή κακήν-κακώς τελείωσε. Επιστρέψαμε στα θρανία και το πηγάδι των εξετάσεων κατάπιε τις φαντασιώσεις μου.
Μήνες μετά, στο πρώτο εξάμηνο της Φιλοσοφικής είχα βρει την ησυχία μου. Στο Πανεπιστήμιο, μέσα στο ανώνυμο πλήθος, κανένας δεν πρόσεχε την εμφάνισή μου. Εγώ πάλι αφοσιώθηκα στις παραδόσεις και τα βιβλία της Σχολής. Ξέχασα εντελώς τη σχολική εκδρομή και τίποτα δε θα μου θύμιζε εκείνη τη βραδιά στο κλαμπ, αν δε συνέβαινε το απροσδόκητο.
Η μητέρα μου είχε μία φίλη κι αυτή η φίλη είχε μια βιοτεχνία γυναικείων ρούχων. Αυτό δεν το ήξερα. Το έμαθα εκείνο το απόγευμα που, γυρίζοντας από τη Σχολή, τις βρήκα να πίνουν τσάι και να κουβεντιάζουν παρέα.
«Αχ, θα σκάσω, Κλειώ μου» έλεγε η φίλη της μαμάς.
«Μην κάνεις έτσι βρε Καίτη μου» την παρηγορούσε η μαμά. «Αυτά έχει το εμπόριο. Τα πάνω του και τα κάτω του».
«Ναι, αλλά πού θα πάει αυτή η κατάσταση; Θα μας φάει ο ανταγωνισμός. Βγήκε τώρα και η κουτσή Μαρία κι έκανε βιοτεχνία. Πάει, χάλασε και το ρούχο!»
«Θα έρθουν και καλύτεροι καιροί» αντιγύρισε η μαμά.
«Γι’ αυτό σκέφτηκα εσένα, Κλειώ μου! Δηλαδή όχι ακριβώς εσένα, την Ερμιόνη σκέφτηκα».
Για να μη μπερδευτείτε, Ερμιόνη είναι η αφεντιά μου. Δε μου έφτανε η εμφάνισή μου, είχα οικονομήσει και το ανυπόφορο όνομα της γιαγιάς μου. Εμένα όμως τι με ήθελε; Ώρες είναι να έφταιγα και για την οικονομική κρίση της κυρίας Καίτης.
«Να!» συνέχισε ασθμαίνουσα αυτή. «Σκέφτομαι να κάνω μια διαφήμιση. Κάπου το γυρίζω στο μυαλό μου, όμως κάτι δε μου πάει καλά στην παρουσίαση. Θυμήθηκα λοιπόν που η Ερμιόνη έγραφε πάντα καλές εκθέσεις. Ε, και τώρα που είναι στη Φιλοσοφική, κάτι θα ξέρει παραπάνω».
Μπράβο μνημονικό η κυρία Καίτη μας! σκέφτηκα κι αποφάσισα να κάνω αισθητή την παρουσία μου, όχι για κανέναν άλλο λόγο παρά για να της ξεκαθαρίσω πως ο Πλάτωνας κι ο Αριστοτέλης καμιά σχέση δεν είχαν με τις διαφημιστικές λεζάντες.
Εις μάτην! Μετά τα φιλιά, τις αγκαλιές και τα «πώς μεγάλωσες Ερμιονάκι μου», μπήκε στο ψητό.
«Δε ζητάω τίποτα υπερβολικό. Κάτι σπιρτόζικο θέλω, κάτι λιτό αλλά εντυπωσιακό. Να δείξω πως τα ρούχα μου δεν είναι σαν τα άλλα».
Τίποτα δε ζητούσε η κυρία Καίτη μας. Μοναχά τον ουρανό με τ’ άστρα!
«Νομίζω πως θα ήταν προτιμότερο να απευθυνόσασταν σε κάποιον ειδικό» της είπα όσο πιο μελιστάλακτα μπορούσα.
«Εγώ δε θέλω ειδικό» επέμεινε στο τροπάριό της αυτή. «Ένα δικό μου άνθρωπο θέλω, να μπορώ να τον εμπιστευτώ. Αχ Ερμιονάκι μου, με το αζημίωτο…» κατέληξε.
Με τα πολλά, υποσχέθηκα να περάσω από τη βιοτεχνία της. Όπερ και εγένετο! Κι εκεί, βρέθηκα προ εκπλήξεως. Η εν λόγω βιοτεχνία είχε μεταξύ άλλων και ρούχα για εύσωμες. Ρίχνοντας μια ματιά στα κομμάτια, αν και δεν είχα και μεγάλη ιδέα από αυτά, κατάλαβα πως τα ρούχα ήταν αξιόλογα, και σαν ποιότητα και σαν ράψιμο. Τους έλειπε όμως το κάτι που καμιά διαφήμιση δε θα αναπλήρωνε. Σε σχέση με αυτά που κυκλοφορούσαν στην αγορά, έμοιαζαν με παλαιολιθικά ευρήματα. Η κυρία Καίτη είχε μείνει πίσω τουλάχιστον δύο δεκαετίες.
Ένοιωσα κάτι να με γαργαλάει. Μέσα από τα άδυτα της μνήμης μου, ξεπήδησε η ανάμνηση της σχολικής εκδρομής, η πασαρέλα, τα μοντέλα, τα ρούχα για εύσωμες, οι παραπεταμένες χοντρές αυτού του κόσμου.
«Κυρία Καίτη μου! Με όλο το σεβασμό…» ξεκίνησα και κοντοστάθηκα περιμένοντας.
Αυτή τσίμπησε.
«Πες μου, παιδί μου! Τι σκέφτηκες;»
«Χρειάζεστε ριζική ανανέωση. Εδώ βλέπω πως αναλώνεστε».
Το ρήμα την ξένισε. Αποφάσισα να γίνω σαφέστερη.
«Να! Ασχολείστε με τόσα πολλά πράγματα! Τα νούμερά σας, ας πούμε! Μέτρησα τουλάχιστον δέκα. Αν τα μειώνατε;» πρότεινα δειλά.
«Μα πώς, παιδί μου; Το γυναικείο σώμα ποικίλει. Τι να κάνω; Να κόψω τα νούμερά μου;»
«Όχι, κυρία Καίτη μου» πήρα φόρα εγώ και της σέρβιρα καρυκευμένη εκείνη την αραχνιασμένη μου τρέλα. «Όλοι ασχολούνται με τις αδύνατες. Όλοι τις λατρεύουν και συναγωνίζονται ποιος θα αναδείξει την πιο λεπτή μέση, τα κόκαλα που πετάνε, την πιο καλοφτιαγμένη περιφέρεια. Αν όμως, αν λέω, δείχνατε μια προτίμηση στις παχουλές;»
«Τι λες, παιδάκι μου!» απόρησε αυτή και κατσούφιασε.
Αποφάσισα να θολώσω τα νερά.
«Εσείς βγάζετε ωραία ρούχα. Γιατί να μην τολμήσετε; Γιατί να μην ταράξετε τον κόσμο; Γιατί να μη φέρετε την επανάσταση στη μόδα;»
«Δηλαδή;»
«Θα φτιάξετε μοντέρνα ρούχα μόνο για παχουλές. Αν περιοριστείτε σε δύο-τρία νούμερα και πειραματιστείτε σε πρωτοποριακά σχέδια, είμαι σίγουρη πως όλοι θα στραφούν σ’ εσάς».
«Βρε παιδάκι μου! Σαν να έχεις δίκιο. Τι απλό πράγμα και να μην το έχω σκεφτεί!»
Περιττό να σας πω ότι από εκείνη τη στιγμή, εγώ και η κυρία Καίτη γίναμε αχώριστες. Μέρα έμπαινε, μέρα έβγαινε, ώρες ολόκληρες πέρναγαν μέσα σε σωρούς από υφάσματα, ξένα φιγουρίνια και πειραματικά σχέδια σε κάθε υπαρκτή χάρτινη επιφάνεια. Μετά από βδομάδες σκληρής δουλειάς, η κυρία Καίτη κατέληξε σε δέκα μοντέλα ρούχων που με άφησαν άφωνη. Ρούχα που τόσα χρόνια ονειρευόμουν να φορέσω, ανύπαρκτα στο νούμερό μου, κομμάτια εντυπωσιακά μοντέρνα παρά τη φαρδιά γραμμή τους. Και μέσα στη γενική ευφορία, το αποτόλμησα.
«Τώρα, Καίτη, πρέπει να βρεις και κάποια να τα παρουσιάσει» πέταξα εντελώς αθώα. (Το κυρία και ο πληθυντικός είχαν γίνει προ πολλού θυσία στον βωμό της στενής μας συνεργασίας).
«Μα δεν υπάρχουν παχουλά μοντέλα. Όλες είναι κοκαλιάρες, σαν κολλημένες είναι βρε παιδί μου!»
Εγώ σηκώθηκα, τάχα μου αθώα, κι έκανα μια στροφή γύρω της.
«Τι θα έλεγες για εμένα;» πέταξα εντελώς ανέμελα.
«Εσύ!» αναφώνησε αυτή και με κοίταξε καλύτερα.
Για να πω και την αλήθεια, τον τελευταίο καιρό είχα αρχίσει να περιποιούμαι τον εαυτό μου. Μπορεί να ήμουν σταθερή και αμετακίνητη στα κιλά μου, είχα όμως αρκετά ωραία μάτια και βλεφαρίδες που τα μυστικά του μακιγιάζ, στα οποία πρόσφατα είχα εντρυφήσει, τα αναδείκνυαν. Παρά το πάχος μου, φόραγα οτιδήποτε μπορούσε να προβάλει τα πόδια μου, αφού πρόσφατα πάλι, είχα θυμηθεί το μοναδικό σημείο του σώματός μου για το οποίο δε μεμψιμοιρούσα.
«Μην πεις τίποτα. Περίμενε και θα δεις» είπα και προτού προλάβει να αντιδράσει, άρπαξα ένα κομμάτι που μου άρεσε ιδιαίτερα και χάθηκα στο δοκιμαστήριο. «Πώς σου φαίνομαι;» ρώτησα βγαίνοντας.
«Καλέ, εσύ είσαι μία κούκλα!» αναφώνησε με ζήλο.
Για να μη μακρηγορώ, το αυτοσχέδιο δοκιμαστικό μου, σαν την κυλιόμενη πέτρα οδήγησε σε μια σειρά ευτυχών γεγονότων. Η Καίτη οργάνωσε μια διαφημιστική καμπάνια για τα ρούχα της με μοντέλο εμένα. Σαν να βρισκόμουν σε χειμερία νάρκη τόσο καιρό και περίμενα τα πρώτα σκιρτήματα μιας καθυστερημένης άνοιξης, ένιωσα πως επιτέλους είχα βρει τον δρόμο μου. Λες κι όλες οι παχουλές αυτού του κόσμου ξύπνησαν κι αυτές ξαφνικά και βγήκαν με συνθήματα στους δρόμους. Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν θερμότερη κι απ’ ό,τι σ’ εκείνα τα εφηβικά μου όνειρα είχα φανταστεί.
Ένα μοντέλο για παχουλές! Ποιος να το πίστευε! Όχι δηλαδή πως ήταν και καμιά πρωτοπορία, μέχρι τώρα όμως, μόνο σε καμιά κακότεχνη φωτογραφία προβαλλόταν κάτι τέτοιο. Εδώ όμως μιλάμε για ανέλπιστη επιτυχία. Φωτογράφοι, μακιγιέρ, προβολείς, συνεντεύξεις, πώς ξεκινήσατε, πού κρυβόσασταν τόσο καιρό, ποιος σας δίδαξε κίνηση και σκηνική παρουσία και άλλα τέτοια.
Κι εγώ, η μέχρι χτες παραπεταμένη, έγινα ξαφνικά το πρόσωπο της ημέρας. Από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκα περιτριγυρισμένη από ετερόκλητα άτομα που με ήθελαν για παρέα τους. Ακόμα κι εκείνοι οι παλιοί συμμαθητές και συμμαθήτριες ένιωσαν ξαφνική περηφάνια που με γνώριζαν παιδιόθεν. Βλέπετε, τα φώτα της δημοσιότητας τραβάνε τον κόσμο σαν τις μύγες. Όλα προς εκμετάλλευση. Και τα πάχη ακόμα!
Όμως, τελικά εγώ, η υπέρβαρη Σταχτοπούτα τούς την έφερα!


Το «μια ιστορία για παχουλές Σταχτοπούτες» απέσπασε τιμητική διάκριση στον Λασκαρίδειο διαγωνισμό διηγήματος που οργάνωσε το Λύκειο Ελληνίδων το 2005.

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

Βιομηχανικό Μουσείο Φωταερίου: ο πολιτισμός της ενέργειας

Ένα ηλιόλουστο μεσημέρι, λίγες ημέρες πριν, ακολούθησα τη μουσειακή διαδρομή στο Βιομηχανικό Μουσείο Φωταερίου στο Γκάζι, έναν χώρο που καταλαμβάνει μια έκταση 25.000 τ.μ. Το παλιό εργοστάσιο φωταερίου λειτούργησε επί σχεδόν 130 χρόνια, από το 1862 έως το 1984, οπότε και η σύγχρονη ζωή το κατέστησε ανεδαφικό. Η περιοχή γύρω του που υπήρξε γνωστή με την ονομασία Γκαζοχώρι, αναβαθμίστηκε. Δώδεκα χρόνια μετά την έναρξη αποκατάστασης των κτιρίων και μηχανημάτων, και η Αθήνα είχε πλέον το πρώτο βιομηχανικό και τεχνολογικό της μουσείο.
Η μουσειακή διαδρομή ξεκινάει από τα κτίρια των νέων φούρνων, περνάει από την εντυπωσιακή καμινάδα για να οδηγήσει τον επισκέπτη, ακολουθώντας ακριβώς τη γραμμή παραγωγής του φωταερίου, στο κτίριο των παλαιών φούρνων. Πραγματικά εντυπωσιακός ο χώρος. Μπαίνεις μέσα και σε πλημμυρίζει αυτή η αίσθηση του παλιού. Μια μυρωδιά υγρασίας ανακατεμένη με κάτι παράξενο που αργότερα αναγνώρισα σαν ναφθαλίνη (κατάλοιπο του καθαρισμού του φωταερίου) πλανάται στον χώρο. Περνάς την αψίδα πατώντας πάνω στο πέτρινο πάτωμα και φτάνεις στα κορνούτα. Σε αυτά τα στόματα που με τα φτυάρια τους τροφοδοτούσαν λιθάνθρακα οι εργάτες, αν ως επισκέπτης βάλεις το χέρι σου μέσα, θα συντελεστεί ένα μικρό θαύμα. Τα κορνούτα ζωντανεύουν κι εσύ ακούς μαγεμένος μαρτυρίες ανθρώπων που δούλεψαν στο παλιό εργοστάσιο ή ζούσαν στην περιοχή. Ένα φωτοκύτταρο ενεργοποιεί φωνές του άλλοτε και η ιστορία ξεδιπλώνεται μπροστά σου. Θυμάμαι πόση εντύπωση μού έκανε το ότι οι μανάδες συνήθιζαν να πηγαίνουν μέχρι το εργοστάσιο τα παιδιά τους για να εισπνεύσουν τον αέρα και να γιατρευτούν από τον κοκίτη. Ή πάλι οι περιγραφές της ατμόσφαιρας στο ίδιο σημείο που στεκόμουν εγώ, στους φούρνους, εικόνες από μια Δαντική κόλαση.
Αφήνω αυτό το επίπεδο και ανεβαίνω στο πατάρι. Θέα αφ’υψηλού με τη συνοδεία γουργουρητού περιστεριών. Σωληνώσεις και οβάλ δεξαμενές, ο χώρος έχει κάτι από ταινία επιστημονικής φαντασίας. Εγκαταλείπω το φουτουριστικό σκηνικό και κατεβαίνω για να συνεχίσω την περιήγηση. Κατατοπιστικές ταμπέλες παντού, πλούσιες επεξηγήσεις, εντυπωσιακά στοιχεία. Κοιτάζω τους ανακαινισμένους χώρους που χρησιμοποιούνται σήμερα για εκδηλώσεις ή εκθέσεις, περιηγούμαι καθώς ο ήλιος χρυσίζει τα παλιά δομικά υλικά. Παρατηρώ τα τρία τεράστια αεριοφυλάκια, τις ογκώδεις κατασκευές τους.
Στο κτίριο του Σιδηρουργείου, εκτίθενται παλιά κομμάτια, κυρίως από το εργοστάσιο, που άμεσα ή έμμεσα σχετίζονται με το φωταέριο. Το βλέμμα μου επιμένει σε ένα παλιό σώμα καλοριφέρ. Χαζεύω το απαλό του χρώμα και τα περίτεχνα διακριτικά του σχέδια ενώ ο ήχος που με συνοδεύει είναι παλιές διαφημίσεις που ακούγονται να παίζουν στον χώρο. Και εδώ επεξηγηματικοί πίνακες για τη χρήση του φωταερίου, την άνοδο και την πτώση της ζήτησής του, τη μετατροπή του εργοστασίου σε χώρο πολιτισμού.
Κάπου εδώ η μουσειακή διαδρομή τελειώνει. Τυπικά, γιατί ουσιαστικά δε σου κάνει καρδιά να φύγεις. Ο χώρος έχει τη δική του ιστορία κι όλα γύρω σου μοιάζουν σαν φιλόξενοι οικοδεσπότες που επιμένουν να κάτσεις λίγο ακόμη. Περνάω την πύλη αφήνοντας οριστικά πίσω μου το Μουσείο. Κατευθύνομαι προς τον σταθμό του Μετρό χαζεύοντας δεξιά κι αριστερά τη σύγχρονη όψη της περιοχής. Τίποτα δε θυμίζει πια το παλιό «Γκαζοχώρι», τις λαϊκές γειτονιές με τα στενόχωρα και υγρά σπίτια, τη βαριά ατμόσφαιρα τη γεμάτη καυσαέριο και καρβουνόσκονη, αλλά και τα ταβερνάκια, τα καφενεία, τα χυτήρια, τα σιδηρουργεία. 
Η πόλη αλλάζει, ελίσσεται και εξελίσσεται. Το Γκάζι σήμερα έχει άλλη όψη, ο νεαρόκοσμος το κατακλύζει. Η σύγχρονη πραγματικότητα όμως δείχνει πως το παλιό μπορεί να συνυπάρξει με το καινούριο, όσο παράδοξο αισθητικά κι αν φαίνεται αυτό.
Περισσότερα για το Βιομηχανικό Μουσείο Φωταερίου στο www.technopolis-athens.com

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2014

Το επιθυμητό τροχαίο

Everett Shinn: the tightrope Walker, 1904
Με λένε Λιάνα και είμαι σχοινοβάτης σε τσίρκο. Γελάσατε; Εντάξει! Όλοι γελάνε, βρίσκοντας τη δουλειά μου από παράξενη έως αστεία. Στην αρχή, ένιωθα αμήχανα. Τι αντίδραση κι αυτή να σε βλέπουν και να γουρλώνουν τα μάτια λες κι έχουν μπροστά τους τη γυναίκα με τη γενειάδα! Στο τέλος όμως μπούχτισα, στόμωσα, βαρέθηκα ακόμη κι αυτή τη ζωή στο τσίρκο. Ένας μικρόκοσμος που θύμιζε βαλτόνερα όπου βουλιάζεις αφήνοντας πίσω σου κάτι ελάχιστες φυσαλίδες αέρα. Πήρα την απόφαση να φύγω. Για πού; Τι θα έκανα; Ερωτήματα ανάξια να βασανίσουν το μυαλό μου καθώς βάδιζα στην άκρη του επαρχιακού δρόμου.
Γρήγορα, η απόδρασή μου εξελίχτηκε σ’ έναν ωραίο περίπατο στην εξοχή. Καθώς ο δρόμος ανηφόριζε, μόνο ένας στενός πέτρινος τοίχος, ένα μέτρο ψηλός, εξασφάλιζε τον ανύποπτο περαστικό από το να κατρακυλήσει στην απότομη πλαγιά. Για μένα, ήταν απλώς μια πρόκληση. Σκαρφάλωσα κι άρχισα να περπατάω με την ψευδαίσθηση πως ακροβατώ σε τεντωμένο σχοινί. Σήκωσα τα χέρια στο ύψος των ώμων μου, πάτησα στις μύτες των ποδιών και βρέθηκα να κάνω φιγούρες με θεατή το αμέτοχο τοπίο.
Είχα τόσο απορροφηθεί που το κορνάρισμα του φορτηγού και το απότομο στρίγκλισμα των φρένων, μου έκοψε τη χολή. Παραπάτησα κι ευτυχώς η εξάσκηση τόσων χρόνων με έκανε να προσγειωθώ στην άσφαλτο και όχι στον πάτο του γκρεμού.
«Είσαι τρελή κοπέλα μου; Να αυτοκτονήσεις θέλεις; Τι δουλειά έχεις να περπατάς εκεί πάνω;»
«Κι εσύ τι είσαι; Ο στρατός της σωτηρίας;» αντιγύρισα ενοχλημένη.
«Εγώ φταίω που ανακατεύομαι! Δεν πα να κόψεις και το λαιμό σου!» ο φορτηγατζής ξεκίνησε φουριόζος λούζοντάς με την εξάτμισή του.
Εκνευρισμένη, συνέχισα να περπατάω, στην άκρη του δρόμου αυτή τη φορά, μήπως και κάποιος άλλος καλοθελητής ανησυχήσει για τη σωματική μου ακεραιότητα. Όχι πως θα πάθαινα και τίποτα βέβαια! Από μικρή με τη γυμναστική είχα φτιάξει ένα σώμα λάστιχο. Και στις ρόδες του φορτηγού να έπεφτα, τίποτα δε θα συνέβαινε. Καλά, φτάνει, μας έπεισες, μια φωνούλα μέσα μου με ειρωνεύτηκε. Για να σε δούμε τώρα χωρίς δουλειά, χωρίς σπιτικό, χωρίς κανέναν!
Ορφανή από τόση δα, η μοναδική μου οικογένεια υπήρξε το τσίρκο και οι άνθρωποί του. Από πόλη σε πόλη, στα είκοσι δύο μου είχα φτάσει να θέλω να ριζώσω κάπου. Αυτό που άλλες κοπέλες της ηλικίας μου θα έβρισκαν αναχρονιστικό και ξεπερασμένο, ήταν για μένα όνειρο ζωής: Να κάνω τη δικιά μου οικογένεια, να φτιάξω σπιτικό, να έχω ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μου. Να χτίσω τη δική μου φωλιά, τον κόσμο μου γεμάτο από την αγάπη που στερήθηκα.
Με αυτά κι αυτά, ούτε που κατάλαβα για πότε έφτασα στην κοντινή πόλη. Η πλατεία ήταν γεμάτη μοντέρνες καφετέριες. Κάθισα στη σκιά προσπαθώντας να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου. Και πρώτα-πρώτα ο άνδρας των ονείρων μου. Πώς θα έβγαινε από το όνειρο, βρε παιδί μου, να γίνει πραγματικότητα;
Το κακόφωνο κορνάρισμα με ξάφνιασε.
«Ζεις ακόμα; Πώς και δεν έπεσες σε καμιά ρόδα;» ο ίδιος εκείνος φορτηγατζής εξακολουθούσε να μου κάνει πλάκα.
Τι ενοχλητικός! Πουθενά δεν ησυχάζει κανείς. Ας κάνω την αδιάφορη, μήπως και σηκωθεί να φύγει, αποφάσισα.
Αμ δε! Λες και τον προσκάλεσα, στρογγυλοκάθισε δίπλα μου.
«Τι θα πάρεις;» ρώτησε καθώς ο σερβιτόρος στάθηκε από πάνω μας σαν το κοράκι.
«Τίποτα!» απάντησα μουτρωμένη. «Δεν έχω λεφτά».
«Κερνάω εγώ! Σε παρακαλώ, ένα καφέ, δυο τοστ και μια πορτοκαλάδα».
Στο άκουσμα της παραγγελίας ξεροκατάπια και το στομάχι μου πανηγύρισε με θορυβώδη ενθουσιασμό.
Τι έχει και μου τη δίνει τόσο στα νεύρα; αναρωτήθηκα καθώς άκουσα τον τύπο να γελάει. Ετοιμαζόμουν να τον βρίσω, δεν ξέρω όμως πώς, μ’ έπιασαν κι εμένα τα γέλια.
«Μάλλον πείναγες!» διαπίστωσε βλέποντας με να κατεβάζω και την τελευταία μπουκιά από το δικό του τοστ.
«Ο καθαρός αέρας μού άνοιξε την όρεξη», κατόρθωσα να απαντήσω ενώ σκεφτόμουν πως δεν είχα φάει τίποτα εδώ και δεκάξι ώρες.
«Ώστε δουλεύεις σε τσίρκο».
«Δούλευα μέχρι χθες το βράδυ» τον διόρθωσα, «τα παράτησα όμως κι έφυγα. Άστα, άλλος κόσμος».
«Δεν έχεις άδικο. Μικρός, μου άρεσε το τσίρκο! Τώρα, τα βλέπω κι εγώ διαφορετικά. Και δε μου λες! Τι θα κάνεις τώρα; Έχεις πουθενά να πας;»
«Δε βαριέσαι! Κάτι θα βρεθεί. Κανείς δεν χάνεται».
«Αυτό το λένε για τα πετεινά του ουρανού. Για τους ανθρώπους, ισχύουν άλλα. Να σου πω…», κοντοστάθηκε. «Έρχεσαι να μείνεις μαζί μου; Έτσι, για μερικές μέρες μέχρι να δεις τι θα κάνεις».
«Για ποια με πέρασες; Σου μοιάζω για καμιά εύκολη; Μπορεί να μεγάλωσα από δω κι από κει, δεν είμαι όμως και καμιά πεταμένη!» άστραψα και κόρωσα.
«Πού τα βρίσκεις και τα λες! Αμάν αδερφέ, τσακμάκι γίνεσαι! Δεν ξέρω τι βάζει το μυαλουδάκι σου, αλλά αν είναι να πειραχτεί κάποιος, αυτός είμαι εγώ. Εσύ για ποιον με πέρασες;»
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ένα ανοιχτό σπορ αμάξι μπήκε στριγκλίζοντας στην πλατεία για να σταματήσει λίγο πιο μακριά από τα πόδια μας, μισό πάνω και μισό κάτω από το πεζοδρόμιο. Συνηθισμένη να αρπάζομαι εύκολα, ήμουν έτοιμη να βρίσω, αντικρίζοντας όμως τον ανυπόμονο οδηγό, έμεινα μ’ ανοιχτό το στόμα. Τι κούκλος!
«Καλημέρα Γρηγόρη!» πέταξε ο άγνωστος περνώντας από μπροστά μας και χάθηκε φουριόζος στο διπλανό μαγαζί.
«Ποιος είναι αυτός;» ρώτησα εκνευρισμένη που ο άνδρας δεν με είχε καν κοιτάξει.
«Αυτός; Ο περιβόητος Μάρκος! Τα μισά μαγαζιά εδώ γύρω είναι δικά του! Δεν ξέρει τι έχει και τι δεν έχει! Ωραίος και πλούσιος, καλός συνδυασμός, ε;» μου μισοέκλεισε ειρωνικά το μάτι. «Βλέπω, δεν σε άφησε ασυγκίνητη. Να σκεφτείς πως κάποτε ήμασταν συμμαθητές. Άλλα χρόνια τότε!» κατέληξε αναστενάζοντας.
Εγώ πάλι σκέφτηκα πως αφού είχε ωραία εμφάνιση και γεμάτο πορτοφόλι, μπορούσα να παραβλέψω όλα τα υπόλοιπα. Μου έφτανε και μου περίσσευε!
Τα πράγματα ήταν απλά. Σε κλάσματα δευτερολέπτου, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης μου υπαγόρευσε να βάλω στο στόχαστρό μου τον Μάρκο. Βέβαια, χρειαζόμουν το σωστό βέλος για να τον καρφώσω. Ένα βέλος που θα έβρισκε σίγουρα κέντρο, γιατί το σχέδιο που σκάρωσα στη στιγμή ήταν σατανικό αν και ριψοκίνδυνο.
Αποφασισμένη να εκμεταλλευτώ το προηγούμενό μου επάγγελμα όπως και το ότι κάποια πράγματα δεν είναι για να τα σκέφτεσαι δεύτερη φορά, θα έπεφτα στις ρόδες του Μάρκου. Όχι, μην τρομάζετε! Δεν σκόπευα να αυτοκτονήσω, αλλά να αποπλανήσω τον επίδοξο γαμπρό. Το σχέδιό μου ήταν απλό. Αφού μάθαινα ποια διαδρομή ακολουθούσε, θα προσγειωνόμουν -χρησιμοποιώντας όλη μου την τέχνη- κοντά στο αμάξι του. Δήθεν θα λιποθυμούσα από την τρομάρα μου, αυτός θα σταματούσε ανήσυχος για το παρά τρίχα δυστύχημα, θα μ’ έπαιρνε στην αγκαλιά του, κλπ, κλπ. Έτσι ή κάπως έτσι περνούσε το επιθυμητό τροχαίο από το μυαλό μου.
Η πίσω αυλή ήταν το ιδανικό σημείο για να εξασκούμαι. Επί ώρες εκτελούσα την ίδια και την ίδια άσκηση μέχρι να δώσω στον εαυτό μου το σφύριγμα της λήξης. Πολλές φορές, έπιανα με την άκρη του ματιού την κυρά Μάρθα να με κοιτάει ανήσυχη. Η αλήθεια είναι πως εκείνη την ώρα ντρεπόμουν λίγο, αλλά σαν το καλοσκεφτόμουν, έλεγα πως δεν έκανα τίποτα κακό, μια ευκαιρία ζητούσα κι εγώ. Βέβαια δεν ήμουν και τόσο σίγουρη πως ο Μάρκος θα έπεφτε σαν τον τυφλό και απονενοημένο στην αγκαλιά μου. Όταν με έπιανε κρίση λογικής, έβλεπα πως το σχέδιό μου έμπαζε νερά.
Ευτυχώς ο Γρηγόρης ήταν ανεκτικός μαζί μου. Η ολιγοήμερη παραμονή μου στο σπίτι του είχε παραταθεί σιωπηλά. Κι ας ήταν το μεροκάματό του ίσα να τα φέρνουν βόλτα αυτός και η μάνα του. Τις τελευταίες μέρες όμως, κάτι είχε αλλάξει. Φαίνεται πως ούτε ο ευγενικός Γρηγόρης μπορούσε να με ανεχτεί, με το ζόρι αλλάζαμε δυο κουβέντες κι έφευγε βιαστικός κοιτάζοντάς με περίεργα, σαν να τον ενοχλούσε η παρουσία μου. Είχα κι ένα στόμα η άτιμη! Κάτι θα του είχα πει και μου το κρατούσε μανιάτικο.
Δυο βδομάδες χρειάστηκαν για να τελειοποιήσω το σχέδιό μου. Και να ‘μαι επιτέλους στημένη στη διασταύρωση, στο έμπα της πόλης.
Διάλεξα επίτηδες ένα σημείο που το σήμα του STOP εξασφάλιζε τουλάχιστον μια λογική ταχύτητα για τα αυτοκίνητα που θα περνούσαν. Περίμενα υπομονετικά μισή ώρα. «Όπου να ‘ναι, θα φανεί», μονολογούσα. Ο ήλιος με τύφλωνε, εγώ όμως εκεί, πρόβαρα ξανά και ξανά στο μυαλό μου την άσκηση που θα μου επέτρεπε να περάσω πάνω από το καπό του Μάρκου και να προσγειωθώ δίπλα στο αυτοκίνητο χωρίς να πάθω τίποτα.
Το σχέδιό μου ήταν άψογο, απλά δεν είχα υπολογίσει τις συγκυρίες. Ο Μάρκος εμφανίστηκε τη σωστή ώρα στο σωστό σημείο κι εγώ με άψογο συγχρονισμό, εκτέλεσα το ακροβατικό μου περνώντας με φόρα πάνω από το αμάξι και έτοιμη να προσγειωθώ στις ρόδες του. Μόνο που ο ήλιος με τύφλωνε, είχα κλείσει τα μάτια κι έτσι συγκρούστηκα με τον κάδο απορριμμάτων του δήμου.
«Πού βρέθηκε αυτή η ανισόρροπη εδώ πέρα;» άκουσα τον Μάρκο να βρίζει από το ανοιχτό παράθυρο του σπορ αμαξιού του.
Πήγα να βρίσω κι εγώ, από την τρομάρα μου όμως πρόλαβα και λιποθύμησα. Λεπτά, ώρες ή αιώνες αργότερα, άνοιξα τα μάτια μου στην αγκαλιά του Γρηγόρη που με κανάκευε σαν μωρό.
«Γρηγόρη! Τι κάνεις εδώ; Πού είμαστε;» ρώτησα ανόητα.
«Φτηνά τη γλίτωσες! Κουτή, τι είχες βάλει στο μυαλό σου; Κόντεψες στ’ αλήθεια να σκοτωθείς!»
Ντροπιασμένη, με πήραν τα κλάματα. Κι ο Μάρκος είχε γίνει καπνός, σαν να μην έτρεχε τίποτα. Το σχέδιό μου ήταν τελικά ολόιδιο σαμπρέλα που ξεφούσκωσε απότομα.
«Μην κλαις άλλο!» με παρηγόρησε ο Γρηγόρης και μ’ ακούμπησε απαλά στο πεζούλι. «Περίμενε εδώ, μη φύγεις!»
«Να πάω πού; Δεν μου φτάνει το ρεζιλίκι μου;»
Γύρισε με μια αγκαλιά λουλούδια.
«Για μένα;» ρώτησα έκπληκτη.
«Ήταν να στα δώσω …το βράδυ», έκανε κομπιάζοντας. «Μετά σκέφτηκα πως τώρα είναι καλύτερα. Α! παραλίγο να το ξεχάσω! Θα στο έλεγα το βράδυ! Μετά σκέφτηκα πως ..»
«Τώρα είναι καλύτερα!» συμπλήρωσα αυθόρμητα.
«Θα μείνεις μαζί μου;» ρώτησε γελώντας.
«Γιατί;» έκανα χαζά.
«Γιατί αξίζει να δοκιμάσουμε» μου απάντησε απλά.
Πιαστήκαμε χέρι χέρι σαν μαθητές δημοτικού και πήραμε το δρόμο για το σπίτι του.
Έμεινα μαζί του και μένω ακόμα. Σαν όλα τα ζευγάρια έχουμε τις καλές και τις κακές μας στιγμές. Ξέρετε όμως τι κατάλαβα απ’ όλα αυτά; Πως η αγάπη είναι φορές που περιμένει σε ένα σταυροδρόμι, αρκεί να είσαι στο σωστό σημείο τη σωστή στιγμή. Κι αν πάλι δεν είσαι, φτάνει να μετακινηθείς λίγα εκατοστά μέχρι ο ήλιος να πάψει να σε τυφλώνει και να δεις καθαρά

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών: ένα στολίδι κάτω από τη γη (Δεύτερο μέρος)

Χρηστικά αντικείμενα (βενετοκρητικό εμπόριο)
Έχοντας διανύσει πάνω από το μισό της έκθεσης, φθάνουμε στα τμήματα που αφορούν τους αιώνες μετά την Άλωση μέχρι τη Νεότερη εποχή. Οι υπήκοοι της πρώην βυζαντινής αυτοκρατορίας βρίσκονται πλέον είτε υπό τους Δυτικούς είτε υπό τους Οθωμανούς.
Διασχίζουμε τη μεγάλη αίθουσα όπου οι φορητές εικόνες απεικονίζουν τη μεικτή τεχνοτροπία στην Κρήτη όπου η βυζαντινή παράδοση συναντά την δυτική Αναγέννηση. Πιο κάτω, θαυμάζουμε μια προθήκη με χρηστικά αντικείμενα, κανάτια, κούπες, πινάκια που χρονολογούνται γύρω στον 15ο με 16ο αιώνα και παραπέμπουν στο βενετοκρητικό εμπόριο. Τα σχέδια, τα χρώματα, η γυαλάδα τους μαγεύουν το οπτικό αισθητήριο.
Πρόσφυγες από την Κρήτη, μετά την αλλαγή κατακτητών και το πέρασμά της στους Οθωμανούς, έρχονται στα Επτάνησα, ανανεώνοντας την εκεί τέχνη ώστε να προκύψει τελικά η Επτανησιακή Σχολή του 18ου αιώνα. Κάπου εδώ, βρίσκονται και τα μουριόνια, γλυπτά ανθρώπινα κεφάλια με προστατευτικό χαρακτήρα ενάντια στα κακά πνεύματα που κοσμούν δημόσια και ιδιωτικά κτίρια. Μετά από αυτά, μια σειρά από αναθηματικές εικόνες που δείχνουν τη νοοτροπία της εποχής. Οι αναθηματικές εικόνες ήταν τάματα εύπορων τάξεων για να δηλώσουν την ευγνωμοσύνη τους για τη σωτηρία τους από μια θαλασσινή ή στεριανή περιπέτεια.
Πολλά τα σημεία όπου το μάτι «στέκεται και δεν αντιστέκεται» είναι η εικόνα που κλάπηκε το 1976 από τον ναό του Προφήτη Ηλία στην Άνω Κορακιάνα της Κέρκυρας. Η εικόνα μάλιστα η οποία απεικονίζει σκηνές από τον βίο του προφήτη Ηλία είχε χωριστεί σε εννέα τεμάχια και ακόμη και μετά την εύρεση και αποκατάστασή της, οι φθορές του τεμαχισμού είναι ορατές. Το θρησκευτικό έργο φέρει την υπογραφή του Κρητικού ζωγράφου Θεόδωρου Πουλάκη και εντυπωσιάζει με τα ζωηρά του χρώματα και τη στάση των απεικονιζόμενων μορφών.
Γυρίζοντας λίγο πίσω, μπαίνουμε σε έναν μικρό χώρο με πολύ χαμηλό φωτισμό. Εδώ εκτίθενται τα ανθίβολα που δεν είναι άλλο από τα σχέδια εργασίας των μεταβυζαντινών κυρίως ζωγράφων. Αποτελούν πολύτιμα εργαλεία και μεταβιβάζονται από ζωγράφο σε ζωγράφο μεταφέροντας μια ιδιαίτερη εικονογραφική παράδοση από ένα καλλιτεχνικό εργαστήριο σε άλλο.
Αφήνουμε πίσω μας τις Δυτικές επιρροές και ακολουθούμε την πορεία των κοινοτήτων των Ρωμιών που αφού στενάζουν τους δύο πρώτους αιώνες της οθωμανικής υποτέλειας φτάνουν τον 17ο αιώνα να γνωρίσουν οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη μαζί με τη δημογραφική τους αύξηση. Αυτό που κάνει εντύπωση εδώ είναι τα κεντημένα βαρύτιμα υφάσματα. Θαυμάζουμε το Πέτασμα της Ωραίας Πύλης με παράσταση της Υπαπαντής, κεντημένο από την Κοκόνα του Ρολωγά τον 19ο αιώνα, αλλά και τον βελούδινο χρυσοκέντητο σάκο με τον πλούσιο φυτικό διάκοσμο, άλλο ένα έργο τέχνης από την Προύσα της Μικράς Ασίας, του 19ου αιώνα. Ένα μικρό κομμάτι είναι αφιερωμένο και στην καταπολέμηση «δαιμονίων». Εκτίθενται θεραπευτικοί κρίκοι, χειρόγραφα με ευχές, συμβουλές και ξόρκια για δαιμονισμένους, προγνώσεις θεραπείας ή θανάτου ασθενών, όλα από τον 18ο-19ο αιώνα.
Την προσοχή μας θα τραβήξει το εντυπωσιακό τέμπλο, η εκκλησία έτσι κι αλλιώς σε αυτούς τους καιρούς δεν είναι μόνο τόπος πίστης και λατρείας, αλλά και κοινωνικής συνοχής.
Έρωτας
Φθάνοντας στο κομμάτι που αφορά τη ζωγραφική στο νεώτερο ελληνικό κράτος, η ορθόδοξη θρησκευτική ζωγραφική θα υιοθετήσει τις δυτικές τάσεις, παράλληλα όμως υπάρχει και η παραδοσιακή «λαϊκή» τάση. Εντύπωση κάνει το έργο «Έρωτας» του ζωγράφου Δευτερεύοντος Σίφνιου, 1825, ως σχόλιο για τα επιβλαβή αποτελέσματα του ερωτικού πάθους.
Έχοντας ανέβει πάλι στο επίπεδο του εδάφους, βρισκόμαστε πια στο τελευταίο τμήμα της διαδρομής μας, θαυμάζοντας έργα που έχουν αποτυπωθεί σε μουσαμά ή χαρτί και σπανιότερα σε γύψο ή βιομηχανοποιημένο ξύλο, με λάδι, τέμπερα ή υδρόχρωμα. Χρονολογούνται από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα έως τη δεκαετία του 1960, και φτιάχτηκαν άλλοτε για να διασώσουν θησαυρούς του παρελθόντος –μετατρέποντάς τους ταυτόχρονα σε προσιτά αντικείμενα μελέτης– και άλλοτε για λόγους άσκησης στους καλλιτεχνικούς τρόπους του Βυζαντίου. Είναι τα έργα των συντηρητών του Μουσείου, ανάμεσα σε αυτούς και ο Φώτης Κόντογλου.
Κάπου εδώ τελειώνει το ταξίδι στο χθες, έχουμε ανέβει πάλι στην επιφάνεια της γης, στον υπέροχο κήπο της Βίλας Ιλίσια. Ποιος θα αρνηθεί αλήθεια πως αυτό το μουσείο είναι ένας θαυμαστός χώρος όπου βρίσκονται συγκεντρωμένοι αιώνες ιστορίας, τέχνης, συνείδησης;


Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών: ένα στολίδι κάτω από τη γη (Πρώτο μέρος)

Ψηφιδωτό δάπεδο από τη βασιλική του Ιλισού
Μια υπόγεια μυσταγωγική περιήγηση είναι η επίσκεψη στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο της Αθήνας. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην εντυπωσιαστεί το ανθρώπινο βλέμμα όχι μόνο από τα εκθέματα, αλλά και τον τρόπο έκθεσής τους. Ο χαμηλός φωτισμός και η σταθερή θερμοκρασία, απαραίτητες συνθήκες για τόσο ευαίσθητους θησαυρούς, κάνουν τη διαδρομή του επισκέπτη όχι μόνο άνετη, αλλά πιστεύω πως με αίσθημα ανάτασης αυτός στέκεται ή περπατάει ανάμεσα στα εκθέματα. Κάθε αίθουσα μεταφέρει επάξια την εποχή στην οποία αναφέρεται, εκπέμποντας και προβάλλοντας χρώματα ενός μακρινού παρελθόντος.
Κατεβαίνοντας τη σκάλα ακολουθούμε τη διαδρομή από τον αρχαίο κόσμο μέχρι το Βυζάντιο. Δύο σημαντικά γεγονότα, η νομιμοποίηση της χριστιανικής θρησκείας από τον Μ. Κωνσταντίνο το 313 μ.Χ. και η μεταφορά της έδρας της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη το 330 μ.Χ. αλλάζουν τα ήθη και την τάξη. Η νέα θρησκεία επιδρά στον δημόσιο και τον κοινωνικό βίο. Μια στάση παραπάνω στην προθήκη με τις «ευλογίες», τα μικρά αναμνηστικά που κουβαλούν μαζί τους οι προσκυνητές από τα ιερά της Χριστιανοσύνης για να τους προφυλάσσουν από το κακό και να φέρνουν καλοτυχία.
Μία σκάλα πιο κάτω, αντικρίζουμε ένα υπέροχο ψηφιδωτό δάπεδο. Προέρχεται από τη βασιλική του Ιλισού και η φυτική διακόσμησή του είναι εξαίσια. Βρισκόμαστε στην εποχή που τα αρχαία ιερά εκχριστιανίζονται και γίνονται οι ναοί της νέας θρησκείας. Ο Παρθενώνας, νωρίς τον έκτο αιώνα, μετατρέπεται σε τρίκλιτη βασιλική και από σύμβολο του αρχαίου κόσμου, εξελίσσεται σε σημαντικό προσκύνημα της Θεοτόκου. Δεν έλειψαν οι καταστροφές ενός μέρους του γλυπτού διακόσμου, κατά τη μετατροπή, όπως δεν έλειψαν καταστροφές και σε άλλα αρχαία ιερά με τον φανατισμό που διακρίνει κάθε καινούριο. Τα αρχαία αγάλματα «εξαγνίζονται» με τη λάξευση του σημείου του σταυρού.
Η κατάβαση συνεχίζεται, και στα δεξιά η αίθουσα είναι αφιερωμένη στους χριστιανούς της Αιγύπτου, τους Κόπτες. Τα εκθέματα είναι ένα κράμα αρχαιοελληνικής και ανατολικής τεχνοτροπίας. Ανάμεσά τους, τρία ζεύγη δερματίνων υποδημάτων, τα διακοσμημένα με φύλλα χρυσού και χρονολογούμενα κάπου ανάμεσα σε 5ο και 8ο αιώνα.
Ο δίδυμος τάφος της Σταμάτας
Κατευθυνόμαστε και πάλι αριστερά για να αντικρίσουμε τον δίδυμο τάφο της Σταμάτας. Χρονολογία ο έκτος αιώνας. Το δέος απέναντι στον θάνατο, ο άνθρωπος το κουβαλάει μαζί του ανά τους αιώνες. Είναι κάτι αμετάβλητο που φέρει ίχνη ματαιοδοξίας αλλά και εξορκισμού του αναπόφευκτου. Συνέχεια εξάλλου των ειδωλολατρικών εθίμων αποτελούν τα κτερίσματα, οι τελετές, αλλά και τα νεκροδείπνα (δείπνα στη μνήμη των νεκρών και κατάθεση εδεσμάτων στους τάφους). Στις ημέρες μας, δεν ακολουθούμε παρόμοιες τακτικές αλήθεια; Ίδιες δοξασίες θα συμπεράνει κάποιος παρατηρώντας τις εκτιθέμενες επιτύμβιες επιγραφές, εγχάρακτα σημάδια τρυφερότητας σε αυτούς που ζουν πλέον «αλλού», αλλά και κατάρες σε όποιον τολμήσει να ταράξει την ησυχία των νεκρών.
Παράξενη αίσθηση να παρατηρείς το χειρόγραφο από περγαμηνή που εξέδωσε ο Ανδρόνικος ο Β. Η ιδιόχειρη υπογραφή του αυτοκράτορα είναι αποτυπωμένη με κόκκινο μελάνι. Οι χρυσόβουλοι λόγοι ήταν τα αυτοκρατορικά έγγραφα που παραχωρούσαν προνόμια και έφεραν χρυσή βούλα, δηλαδή σφραγίδα. Η σπανιότητα του συγκεκριμένου εκθέματος έχει να κάνει και με το ότι είναι ελάχιστα τα βυζαντινά χρυσόβουλα που σώζονται στις ημέρες μας και φέρουν μικρογραφία του αυτοκράτορα που τα εξέδωσε. Παράξενη όμως είναι και η αίσθηση να βλέπεις την μετάλλινη πανοπλία του έφιππου πολεμιστή λίγο πιο πίσω.Απέναντι από τον χώρο αυτό, μία μεγάλη αίθουσα χωρίζεται σε μικρότερα «δωμάτια».Τον 6ο αιώνα με το τέλος της δυναστείας του Ιουστινιανού, έχουμε το τέλος της αρχαιότητας και την ανάπτυξη του μεσαιωνικού χαρακτήρα της βυζαντινής κοινωνίας. Ο μονοθεϊσμός εκφράζεται με την παντοδύναμη και μόνη εξουσία του αυτοκράτορα που αποτελεί τον εκλεκτό του Θεού και εκπρόσωπό του πάνω στη γη. Επιδρομές Σλάβων και Αράβων καθώς και η Εικονομαχία συρρικνώνουν αλλά και ισχυροποιούν την ομογενή πλέον αυτοκρατορία.
Ο θησαυρός στη θέση Κράτηγος
Δύσκολη εποχή, γεμάτη φόβο κι αυτό φαίνεται και από τη συνήθεια των υπηκόων της αυτοκρατορίας να θάβουν στη γη ή να κρύβουν τα πολύτιμά τους αντικείμενα. Ο θησαυρός της Μυτιλήνης που βρέθηκε στη θέση Κράτηγος, έξω από την πόλη της Μυτιλήνης, απαρτίζεται από πολύτιμα χρυσά και αργυρά αντικείμενα που οι ιδιοκτήτες τους έκρυψαν με τον φόβο των επιδρομών. Παρατηρώντας τα παράξενα ασημένια κουτάλια, δεν μπορούμε να μη σκεφτούμε πως έχουμε μπροστά μας τα χρηστικά αντικείμενα ανθρώπων που έζησαν πριν δεκατέσσερις αιώνες. Και να μη φανταστούμε χέρια που τρέμουν να τα ξεσηκώνουν από τραπέζια και ερμάρια και να τα παραχώνουν στη γη.
Αυτή πλέον την περίοδο, ο ναός γίνεται το κέντρο της δημόσιας λατρείας. Αποτελεί τη μικρογραφία της κατοικίας του Θεού και η τέχνη υπηρετεί αυτόν τον σκοπό. Μπαίνουμε στην αίθουσα με τις πραγματικά εντυπωσιακές φορητές εικόνες, πολλές εκ των οποίων είναι αμφίπλευρες από τον 11ο-15ο αιώνα. Σε κάποιες από αυτές η πίσω όψη έχει διαβρωθεί θυμίζοντας ηφαιστειογενές πέτρωμα. Η παράπλευρη αίθουσα με τις τοιχογραφίες είναι έτσι διαμορφωμένη ώστε να δίνει την αίσθηση ότι εισέρχεται κανείς σε ναό, σε αυτό συντελεί εξάλλου και ο αντίστοιχος φωτισμός. Εδώ βλέπουμε μέρη από την Επισκοπή στην Ευρυτανία, αλλά δεσπόζει το χτιστό τέμπλο με παραστάσεις της Μεγάλης Δέησης, του Χριστού Παντοκράτορα, της Παναγίας Οδηγήτριας και αγίων, που ως φαίνεται προστέθηκε στον ναό τον 17ο αιώνα, μετά από μακρά περίοδο ερήμωσης.
Φτάνουμε όμως πια στην εποχή των Σταυροφοριών. Σκοπός τους είναι η απελευθέρωση των Αγίων Τόπων και κυρίως της Ιερουσαλήμ από τους Μουσουλμάνους. Η τέταρτη Σταυροφορία όμως ξεφεύγει από τον αρχικό της στόχο και το αποτέλεσμά της είναι το 1204 η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης και η δημιουργία κρατιδίων από Φράγκους και Λατίνους μέσα στη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Έτσι δημιουργούνται το Δουκάτο των Αθηνών, το Βασίλειο της Θεσσαλονίκης, η Ηγεμονία της Αχαΐας, ταυτόχρονα όμως ενισχύονται τα εδάφη που δεν έχουν κατακτηθεί από τους Δυτικούς και η βυζαντινή αυτοκρατορία αποκτά το Δεσποτάτο της Ηπείρου, την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντος και την Αυτοκρατορία της Νίκαιας.
Πλέον, η βυζαντινή τέχνη έρχεται σε επαφή με την τέχνη της Δύσης και αυτό αποτυπώνεται στα «φραγκοβυζαντινά» έργα. Εδώ κυριαρχεί η αμφιπρόσωπη εικόνα που η μία της όψη φέρει τη μορφή του Αγίου Γεωργίου. Η Κωνσταντινούπολη θα απελευθερωθεί από τους Λατίνους το 1261 και ξεκινάει η δυναστεία των Παλαιολόγων και μια προσπάθεια ανάκτησης ενός μέρους από τη χαμένη αίγλη της Αυτοκρατορίας έως την Άλωση το 1453. Ο πλούτος και η δύναμη υστερούν, όμως η ζωγραφική απογειώνεται αυτήν την τελευταία περίοδο.(συνεχίζεται)

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

Μαρία Χατζή: Η Δρακοφιλίτσα

Κι από αγκάθι βγαίνει ρόδο κι από ρόδο βγαίνει αγκάθι.
Τι συμβαίνει όταν πας να διορθώσεις το κακό και κάνεις τα πράγματα χειρότερα; Ο Βοριάς ξεκινώντας από ένα ανόητο στοίχημα προκαλεί πυρκαγιά στο δάσος. Μόλις την τελευταία στιγμή, κατορθώνει να σώσει ένα τόσο δα σποράκι αγριοτριανταφυλλιάς που θα κληθεί να μεγαλώσει σαν κόρη της η Κουμαριά. Χωρίς προκαταλήψεις και σαν στοργική μητέρα, τη μεγαλώνει όπως ακριβώς και τις δύο δικές της κόρες, με φροντίδα και αγάπη. Μα καθώς η Φιλίτσα (έτσι λένε τη μικρή αγριοτριανταφυλλιά) μεγαλώνει, τόσο πιο ορατή γίνεται η διαφορετικότητά της. Και τότε, στο Φιλίτσα έρχεται να προστεθεί ένα ουσιαστικό περιγραφικό, με την υπερβολή που χαρακτηρίζει την ημιμάθεια και την προκατάληψη, και γίνεται Δρακοφιλίτσα.
Έτσι ξεκινάει η τρυφερή ιστορία που έγραψε η Μαρία Χατζή και διαβάζοντάς την, ήταν σαν να άκουγα και ένιωθα τα βάσανα της μικρής αγριοτριανταφυλλιάς, αλλά και τους προβληματισμούς όσων βρίσκονταν κοντά της. Είναι μαγικός ο τρόπος που η συγγραφέας μεταφέρει τα ανθρώπινα πάθη στο ζωικό και φυτικό βασίλειο, κάνοντας τα παραμύθια της αλληγορίες χωρίς ίχνος διδακτισμού. Γιατί αυτά που μας λέει είναι λόγια καρδιάς, λόγια γεμάτα αγάπη, συγχώρηση και δικαιοσύνη πάνω απ’ όλα.
Η ιστορία της Δρακοφιλίτσας ρέει σαν γάργαρο νερό κι έρχεται να ποτίσει ακόμη και τα πιο πικρά χείλη, να σβήσει τη φωτιά της δυσπιστίας και να μαλακώσει τη σκληράδα της καρδιάς.
Όπως όλα τα λεκτικά δημιουργήματα της Μαρίας Χατζή, έτσι και η Δρακοφιλίτσα διαβάζεται από όλες τις ηλικίες και είναι ένας καλός λόγος για να αναθεωρήσουμε και να ξεκολλήσουμε τις ταμπέλες που ο καθένας μας άκοπα κολλάει σε πρόσωπα ή συμπεριφορές.
Διαφορετικότητα, προκατάληψη, παραπληροφόρηση, αλλά και η μητρική αγάπη και η φιλία είναι μόνο λίγα από τα στολίδια της Δρακοφιλίτσας. Βρείτε κι εσείς τι άλλο κρύβεται μέσα στα κλαδιά της.
Η Δρακοφιλίτσα πετάει ελεύθερα στο Διαδίκτυο με εικονογράφηση της Μαίρης Λαμπαδαρίου από τις Εκδόσεις Σαΐτα. 

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

Μάντεψε ποιος


Η ομάδα ΖΕΝΙΘ, νέα παιδιά με φρέσκια ματιά στη ζωή του σήμερα, μια ζωή με τόσα αρνητικά και ελάχιστα θετικά, μετάγγισε το κέφι και την αισιοδοξία της μέσα από έντεκα σύντομα κείμενα-μονόλογους που ανέβασε στο σανίδι για τις ανάγκες μιας παράστασης ανθρωπιάς. Τα παιδιά κινητοποιήθηκαν αμέσως εκφράζοντας την ευαισθησία και ευαισθητοποίησή τους για να βοηθήσουν έναν φίλο σε ανάγκη. 
Το να φτάνεις στα όριά σου έχει δύο πλευρές. Τη θετική και την αρνητική. Το πρώτο αφορά ό,τι περιλαμβάνει η έκφραση «δίνω τον καλύτερό μου εαυτό». Το δεύτερο εκφράζει ό,τι μας φέρνει σε καταστάσεις που οδηγούν σε άρνηση και απαξίωση. Η ομάδα ΖΕΝΙΘ έδειξε και με την παράσταση, αλλά και με τα γραπτά της, πως αψηφά την άρνηση και αναζητά το θετικό, ακόμη και εκεί που μοιάζει να μην υπάρχει. 
Το ξεχωριστό με αυτά τα παιδιά δεν είναι μόνο πως από το τίποτα δημιούργησαν τα πάντα. Αλλά και το ότι παίζουν το δικό τους παιχνίδι, καλώντας τον θεατή αλλά και τον αναγνώστη να "μαντέψει", Το κοινό της παράστασης, άνθρωποι του τόπου καταγωγής ή διαμονής της ομάδας, είχε να δώσει λύση στο αίνιγμα "ποιος έγραψε τι", αφού άλλος ήταν ο δημιουργός του κειμένου και άλλος ο ερμηνευτής. Και ο αναγνώστης εντείνει την προσοχή του, γιατί αναπόφευκτα βλέπει μέσα από τις προσωπικές εμπειρίες των άλλων, τον ίδιο του τον εαυτό, τη δική του καθημερινότητα, και κάτι ακόμη. Το παραπέρα που σημαίνει: Δεν θα ζήσω τη ζωή που μου ορίζετε, θα φτιάξω τους δικούς μου κανόνες στο παιχνίδι σας. 
Διάβασα με προσοχή τα έντεκα κείμενα. Αν ήταν μουσικά όργανα, θα έπαιζαν σε ρυθμό στακάτο. Γιατί αυτή τη μουσική έφερναν στα αυτιά μου οι λέξεις που λιτά αλλά περιεκτικά μου μετέδωσαν τον πόνο, την απορία, τη χαρά, την αγωνία, τον θυμό, την αναζήτηση τη δική τους που όμως είναι και δική μου. Κείμενα προσωπικές καταθέσεις. Καυτά μέσα στη συντομία τους. Δεν χρειάζονται φλυαρίες εξάλλου, αλλά συναίσθηση και δράση.
Σίγουρα βλέπει κανείς πιο θετικά τη ζωή όταν οι δικές του αγωνίες εκφράζονται από νεανικά χείλη. Όταν διαβάζεις για φιλίες που δεν στάθηκαν στο ύψος τους, για εκφοβισμό, για παραγκωνισμό, αποξένωση, περιθωριοποίηση, για την ανεργία, τις σχέσεις της οικογένειας, βιώματα των παιδιών αλλά και δικά σου, τότε βρίσκεσαι αντιμέτωπος με τον ίδιο τον εαυτό σου, αυτόν που συνήθως εθελοτυφλείς να αναλύσεις. Σε στριμώχνουν τα λόγια τους, δεν έχεις να κάνεις πίσω, τώρα θες δε θες, θα τα αντιμετωπίσεις και θα απαντήσεις, αν όχι στους άλλους, σε εσένα πρώτα. Ποιοι είμαστε αλήθεια; Πώς βιώνουμε τη ζωή μας;
Τα κείμενα της ομάδας ΖΕΝΙΘ προσγειώθηκαν στη ΣΑΙΤΑ και με τη δική της βοήθεια πετάνε σήμερα παντού.

Τα συγχαρητήριά μου μαζί με την ευχή το όνομα της ομάδας τους να είναι πάντα και το moto της ζωής τους. 

Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014

Τα τσόφλια του αυγού

Ο Θωμάς δεν ήταν εκ πεποιθήσεως εργένης. Παρόλα αυτά άργησε να βρει το ταίρι του και είχε πατήσει τα σαράντα όταν αποφάσισε να ενώσει τη ζωή του με τη Φωτεινή. Από το όνομα και μόνο του άρεσε. Ευχάριστη, με τα μυαλά στο κεφάλι, για σπίτι και οικογένεια. Γιατί ο Θωμάς δεν συμφωνούσε με το φεμινιστικό κίνημα. Τα παντελόνια τα φορούσε ο άνδρας κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Οι γονείς της Φωτεινής, υπέρμαχοι της ίδιας νοοτροπίας, μεγάλωσαν την κόρη τους ως μωρή παρθένο σε αναμονή του νυμφίου. Και οι δύο γεννήτορες αγνόησαν την επιθυμία της να δώσει εξετάσεις στη σχολή Καλών Τεχνών. Η μαμά την προετοίμασε να γίνει μια καλή νοικοκυρά και όλο καμάρι τής δίδαξε μαζί με τις συνταγές μαγειρικής τα μυστικά του φλιτζανιού του καφέ.
Ο Θωμάς δεν έδωσε και πολλή σημασία στις δεισιδαιμονίες και προλήψεις της εξ αγχιστείας μητρός.
«Μακριά από εμάς!» έφτυσε τον κόρφο του, θέλοντας όμως και μη, κάθισε να του πει η Φωτεινή του το φλιτζάνι, «έτσι, για να δεις τι κορίτσι παίρνεις!», όπως περιχαρής δήλωσε η πεθερά.
Ο Θωμάς περιορίστηκε να χαμογελάσει όταν η Φωτεινή του είπε ότι τα κατακάθια του καφέ είχαν αποφανθεί πως θα έκανε έναν καλό γάμο και δύο παιδιά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι.
Η ημέρα του γάμου υπήρξε ανέφελη, όμως λίγες εβδομάδες αργότερα, ο Θωμάς δεν μπορούσε να πει το ίδιο και για τον έγγαμο βίο του.
Η Φωτεινή άρχισε να γκρινιάζει ότι δεν είχε να κάνει το παραμικρό στο σπίτι. Καθάριζε, μαγείρευε και βαριόταν.
«Κάλεσε τις φίλες σου για καφέ!» πρότεινε ο Θωμάς.
Η ηρεμία που ακολούθησε ήταν επισφαλής και επιφανειακή. Πολύ σύντομα, ο Θωμάς, κάθε που γυρνούσε κατάκοπος, βρισκόταν αντιμέτωπος με μια ορδή γυναικών που κακάριζαν κουρνιασμένες σε καναπέδες και πολυθρόνες ερίζοντας σε ποια θα πρωτοπεί τον καφέ η Φωτεινή του.
«Βρε κοπέλα μου, τι κατάσταση είναι αυτή;» διαμαρτυρήθηκε ήπια στην αρχή ο Θωμάς.
Η Φωτεινή στραβομουτσούνιασε και του δήλωσε πως ήταν αχάριστος. Για να πει το φλιτζάνι χρέωνε ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό την κάθε μια που ερχόταν (γιατί βέβαια ο συρφετός που είχε κατακλύσει το σπίτι τους και θύμιζε πια προεκλογική συγκέντρωση, ήταν η κάθε πικραμένη που από στόμα σε αυτί και αυτί σε στόμα, είχε μάθει για τις ικανότητες της συμβίας του).
Ο Θωμάς τής απάντησε πως τα λεφτά στο σπίτι τα έφερνε αυτός και πως καλά θα έκανε να σταματούσε τέτοιου είδους δραστηριότητες προτού τους πάρουν χαμπάρι και τους κουβαλήσουν καμιά αστυνομία.
Αυτός ήταν και ο πρώτος τους καυγάς. Η κατάσταση βελτιώθηκε ελαφρά καθώς η Φωτεινή φρόντιζε να δέχεται την «πελατεία» της τις ώρες που ο σύζυγος έλειπε στη δουλειά του.
Μήνες αργότερα, ενώ το ζευγάρι κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου, χτύπησε το κουδούνι κι ο Θωμάς πετάχτηκε αλαλιασμένος από τη θαλπωρή του κρεβατιού του.
«Πέσε για ύπνο, δεν είναι τίποτα!» τον καθησύχασε η γυναίκα του.
«Φωτεινούλα, άνοιξέ μου κούκλα μου! Η Γωγώ είμαι, η ξαδέλφη της Ελενίτσας!»
«Ποια είναι πάλι αυτή;» μούγκρισε ο Θωμάς.
«Κοιμήσου, τίποτα!» είπε η Φωτεινή που είχε αρχίσει να ιδρώνει και να ξεϊδρώνει.
«Άντε τράβα να ανοίξεις προτού ξεσηκώσει την πολυκατοικία στον αέρα!»
Η Φωτεινή έφυγε δυσφορώντας κι ο Θωμάς σηκώθηκε και μισάνοιξε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας να βεβαιωθεί ότι η γυναίκα του θα απαλλασσόταν από την ενοχλητική.
«Μα καλά κι εσύ κάθισες και ήπιες καφέ τέτοια ώρα;»; άκουσε τη φωνή της καλής του.
«Αχ! βρε Φωτεινή μου και να ήξερες! Μου έχει ρημάξει την καρδιά αυτός ο άνθρωπος» κλαψούρισε η Γωγώ.
«Αφού στο είπα το φλιτζάνι στο τηλέφωνο!»
Ο Θωμάς κούνησε το κεφάλι πέρα δώθε να βεβαιωθεί ότι η ακοή του δεν τον γελούσε, πήρε βαθιά ανάσα για να ηρεμήσει τα κουρελιασμένα του νεύρα και μπήκε στο σαλόνι. Αφού κοίταξε την κοντόχοντρη επισκέπτρια από την κορφή μέχρι τα νύχια σαν να ήταν μυρμήγκι, τη γύρισε τα πίσω μπρος και της άνοιξε την πόρτα.
«Έτσι όπως είσαι κυρά μου, το βλέπω μαύρο κι άραχλο το φλιτζάνι σου!» είπε μέσα από τα δόντια του.
«Πώς τολμάς;» μουγκάνισε η Γωγώ.
«Θωμά!» τσίριξε η Φωτεινή και σωριάστηκε στο πάτωμα.
«Είδες τι έκανες αγριάνθρωπε;» τον κοίταξε θριαμβευτικά η επισκέπτρια.
«Εσύ έξω!» απείλησε ο Θωμάς και η άλλη κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες.
Ο Θωμάς σκυμμένος πάνω από τη γυναίκα του προσπαθούσε αλαφιασμένος να τη συνεφέρει. Όταν άνοιξε επιτέλους τα μάτια της, μετανοιωμένος της ζήτησε να τον συγχωρήσει.
«Ανόητε!» του γέλασε εκείνη. «Περιμένω παιδί! Δεν ήθελα να το μάθεις με αυτόν τον τρόπο, αλλά...»
Ο Θωμάς έπνιξε τη γυναίκα του στα φιλιά και οι επόμενοι μήνες ήταν οι πιο ευτυχισμένοι της ζωής του. Για καφέ και τα υπόλοιπα δεν ξαναέγινε κουβέντα αφού η Φωτεινή ούτε τη μυρωδιά δεν άντεχε λόγω της εγκυμοσύνης.
Απέκτησαν δίδυμα, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Η ζωή τους βρήκε καινούργιο νόημα και όλα είχαν πάρει πλέον το δρόμο τους. Η Φωτεινή δεν είχε καιρό όχι με φλιτζάνια του καφέ να ασχοληθεί αλλά ούτε και τις φίλες της να δει καλά καλά.

Το δράμα του δύσμοιρου οικογενειάρχη άρχισε ξανά όταν η παιδίατρος δήλωσε ότι τα νήπια ήταν αδύναμα και ότι η διατροφή τους έπρεπε να είναι φυσική και εμπλουτισμένη. Άρχισαν να καταφθάνουν αυγά, λαχανικά και άλλα καλούδια από το χωριό. Τα δίδυμα πήγαν σχολείο και πες η διατροφή πες οι νέες παρέες, πήραν τα επάνω τους.
Μόνο που στη Φωτεινή έμεινε ένα κουσούρι. Όσο τα παιδιά μεγάλωναν, τόσο εκείνη αγχωνόταν για το μέλλον τους. Και τότε επάνω, θυμήθηκε την παλιά της τέχνη και την έπιασε κόσκινο. Και βέβαια τώρα δεν διάβαζε τα μελλούμενα στο φλιτζάνι του καφέ παρά στα τσόφλια του αυγού. Η Φωτεινή είχε αναπτύξει μία μέθοδο πέρα για πέρα πρωτότυπη για να αποκρυπτογραφεί τη δυσανάγνωστη μοίρα. Έβραζε τσάι, σκορπούσε τα φύλλα όπως ήταν βρεγμένα σε ένα χαρτί κι από πάνω αφού το κάθε ένα από τα δίδυμά της είχε καθαρίσει το αυγό του (αυτό επέμενε πως έπρεπε να το κάνουν μόνα τους για να μη χαλάσουν το ριζικό τους) σκορπούσε τα τσόφλια που κολλούσαν στην επιφάνεια.
Η Φωτεινή περνούσε ώρες πάνω από αυτά τα καλλιτεχνικά τελάρα ξεψαχνίζοντάς τα από δεξιά προς τα αριστερά, από πάνω προς τα κάτω κι αντίστροφα. Μετά, σαν μία νέα Πυθία αποφαινόταν. Τα παιδιά θα γινόντουσαν γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί, θα μεγαλουργούσαν. Αυτά τις μισές φορές, γιατί τις άλλες μισές έβλεπε σχήματα που προμήνυαν συμφορές από ένα απλό στραμπούλισμα μέχρι τροχαίο ατύχημα ή παταγώδη αποτυχία στις εισαγωγικές εξετάσεις για την ανώτερη εκπαίδευση που έτσι κι αλλιώς χρονικά απείχαν παρασάγγας.
Σε αντίθεση με τα δίδυμα που διασκέδαζαν με τα καμώματα της μητέρας τους, ο ταλαίπωρος σύζυγος φυσούσε και ξεφυσούσε. Πάνω που είχε μπει το νερό στο αυλάκι, να σου ξανά οι μπελάδες. Δυστυχώς το κουσούρι της γυναίκας του είχε εξελιχτεί σε νοσηρή κατάσταση.
Ο Θωμάς δεν πρόλαβε να ανησυχήσει και πολύ. Ένα καρδιακό επεισόδιο τον έστειλε στην εντατική και ευτυχώς δύο εβδομάδες μετά, στο σπίτι για ξεκούραση.
«Όχι άγχος, όχι στενοχώρια. Δεν είσαι άρρωστος, απλά πρέπει να προσέχεις. Η καρδιά δεν σηκώνει αστεία!» δήλωσε ο οικογενειακός γιατρός.
Ο Θωμάς παρηγορήθηκε που τα αυγά είχαν βγει από το διαιτολόγιό του, διαφορετικά αυτός θα ήταν το επόμενο θύμα της αυγομαντείας της Φωτεινής. Η γυναίκα του φανερά στενοχωρημένη που τα οικονομικά τους ήταν στριμωγμένα, του ανακοίνωσε ότι θα πήγαινε να δουλέψει.
«Αυτό ούτε να το σκέφτεσαι!» άστραψε και κόρωσε ο Θωμάς και η Φωτεινή υποχώρησε για να μη τον συγχύσει στην κατάστασή του.
Οι συγγενείς έκαναν επισκέψεις ο ένας μετά τον άλλον κι ο καθένας είχε μία λύση να προτείνει. Άλλος έλεγε να τα μαζέψουν να πάνε στην επαρχία στον καθαρό αέρα, άλλος να πουλήσει ο Θωμάς την επιχείρηση, άλλος να τους δανείσει με το αζημίωτο βέβαια.
Ο Θωμάς και η Φωτεινή ξεφυσούσαν μαζί χωρίς να μπορούν να πάρουν μία απόφαση. Το σπίτι τους είχε γίνει κέντρο διερχομένων θυμίζοντας τις ημέρες που πλάκωνε το γυναικομάνι για να μάθει το φλιτζάνι του καφέ.
«Γιατί δε λες ξανά το φλιτζάνι;» τη ρώτησε μια ξαδέλφη του άνδρα της που είχε έρθει παρέα με τη θεία, μια παρδαλά ντυμένη αλλά καλοζωισμένη ογδοντάρα άρτι αφιχθείσα από το Νιου Τζέρσευ.
«Δεν είσαι με τα καλά σου. Τι θέλεις, να τον πεθάνω τον ξάδερφό σου;»
«Η μαμά λέει και τα αυγά!» φώναξαν εν χορώ τα δίδυμα.
Η θεία εξ Αμερικής έσμιξε τα ζωγραφισμένα της φρύδια.
«My god! Τα αυγκά!» θαύμασε με την ξενική προφορά της.
Τα δίδυμα σκασμένα στα γέλια άνοιξαν το δεξί κάτω ντουλάπι της κουζίνας, εκεί όπου είχε καταχωνιάσει η Φωτεινή τα τελάρα της, όπως τα ονόμαζε, κι αράδιασαν τα καλλιτεχνήματα στο μωσαϊκό.
Η θεία έβαλε τα γυαλιά της και κοίταξε με ύφος ειδικού: Από αριστερά προς τα δεξιά κι από κάτω προς τα πάνω και το αντίστροφο. Μετά κοίταξε απλανώς το μωσαϊκό και ξανά τα τελάρα.
«Πόσο τα πουλάς;» ρώτησε η θεία.
«Ποια, τα τσόφλια;» απόρησε η Φωτεινή.
«Αυτά είναι έργα τέχνης!» επιβεβαίωσε η αμερικάνα εκθειάζοντας την καλλιτεχνική νοοτροπία που θύμιζε ψηφιδωτά.
«Τι λέει;» ρώτησε η Φωτεινή που δεν καταλάβαινε έτσι μπουρδουκλωμένα που τα έλεγε η θεία μισοελληνικά μισοαμερικάνικα.
«Σου έφεξε ξαδέλφη! Η θεία έχει γνωριμίες. Δεν ξέρεις τι παλαβομάρες αγοράζουν εκεί πέρα! Αρκεί κάποιος να πει πως είναι τέχνη!»
Όταν η Φωτεινή ξεπροβόδισε το συγγενολόι και βεβαιώθηκε πως ο άντρας της και τα δίδυμα κοιμόντουσαν τον ύπνο του δικαίου, ξέθαψε τα τελάρα και αφού τα έβαλε στη σειρά πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, άρχισε να τα παρατηρεί προσεκτικά.
«Λες;» μονολόγησε.
Η Φωτεινή, δέκα χρόνια μετά το γάμο της, θυμήθηκε τις σπουδές που ήθελε να κάνει και τις καλλιτεχνικές της ανησυχίες.
Την επόμενη, πρωί πρωί κατέβηκε στο κέντρο και χώθηκε στα στενά που στέγαζαν καταστήματα με είδη ζωγραφικής.
Η νέα καλλιτέχνης άρχισε να πειραματίζεται και με άλλα υλικά, κάθε καινούρια προσπάθεια όμως ξεκινούσε πάντα με τα τσόφλια του αυγού.
Ένα απόγευμα, καιρό μετά, όταν όλα είχαν μπει σε ένα δρόμο, ο Θωμάς, παρατηρούσε τη Φωτεινή επί τω έργω. Το είχε πάρει απόφαση πια ότι και οι γυναίκες φοράνε παντελόνια κυριολεκτικά και μεταφορικά. Απλά δεν ήθελε να το παραδεχτεί δημόσια. Έμεινε σκεφτικός για λίγο και το βλέμμα του αγκάλιασε με λατρεία τη Φωτεινή του.
«Είδες βρε γυναίκα!» της είπε και της τσίμπησε τσαχπίνικα το μάγουλο. «Τελικά μπορεί να δει κανείς το μέλλον ακόμη και στα τσόφλια του αυγού!»

Η Φωτεινή σήκωσε το κεφάλι. Για μια στιγμή τον κοίταξε με απορία και μετά έσκασαν κι οι δυο τους στα γέλια.