Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

Μαρία Χατζή: το μικρόβιο της ζήλειας

Ήταν κάποτε ένας φούρναρης κι ο βοηθός του κι αυτοί είχαν έναν φούρνο που φούρνιζε και ξεφούρνιζε καλούδια κι όλος ο κόσμος αγόραζε τα λαχταριστά φαγώσιμα.
Μα όπου υπάρχει χαρά και αρμονία, να που η ζήλεια, ένα φοβερό και τρομερό μικρόβιο, τρυπώνει και κάνει τα δικά της. Παράξενο μικρόβιο αλήθεια. Από τόσο δα μικρό που είναι, τόσο που το κεφάλι της καρφίτσας μεγαλύτερο μοιάζει, μπορεί να γίνει τεράστιο σαν τον ελέφαντα, γιατί άμα βρει τροφή, τότε κάνει πανηγύρι. Είναι τόσο φαγανό που όσο και να φάει, δεν κινδυνεύει να σκάσει. Με άλλο τρόπο το πολεμάει κανείς, άμα του στερήσει την τροφή και μείνει άφαγο, κι αυτό όμως πώς θα γίνει;
Το λάδι και το βούτυρο, η ζάχαρη και το αλάτι, το αλεύρι και το ψωμόφτυαρο μαλώνουν, γιατί το μικρόβιο τους βάζει ιδέες και λόγια. Σαν να τους λέει «κακομοίρηδες, δεν είστε όλοι ίσοι σε αυτόν τον φούρνο, εσύ είσαι ο καλύτερος», μα αυτά δεν τα λέει σε έναν και μόνον, μα σε όλους χωριστά. Γιατί έτσι λειτουργεί αυτό το μικρόβιο, να συκοφαντεί, αλλά επειδή φοβάται να τα πει μπροστά σε όλους τα ψέματά του, τα λέει σιγανά, ψιθυριστά, συνωμοτικά.
Κι ο φούρνος γίνεται άνω κάτω, μέχρι που όλοι οι πελάτες φεύγουν και το μαγαζί κλείνει. Μα η κατεργαριά δεν φτουράει κι ας λένε πως δεν έχει ταίρι. Κι όταν η θλίψη και η απόγνωση, η μιζέρια και η κατήφεια έχουν πιάσει αράχνες στον φούρνο μας, τότε η λογική έρχεται να βάλει μία τάξη. Πώς θα γίνει αυτό; Διαβάστε το παραμύθι στοhttp://www.saitapublications.gr/2013/12/ebook.71.html, κατεβάστε το ελεύθερα και δείτε πώς η αρμονία και η συνεργασία είναι αυτό που κινεί τα πάντα.
Η Μαρία Χατζή έχει έναν μοναδικό τρόπο να περνάει στα παιδιά τα μηνύματά της χωρίς ίχνος διδακτισμού, φυσικά και αβίαστα. Είναι μία θαυμαστή παραμυθού που μηχανεύεται συνέχεια τρόπους να πει τις ιστορίες της έτσι που μέσα από απλά λόγια, ό,τι κακό και άσχημο συμβαίνει στα παραμύθια, να χαθεί με τρόπο μαγικό και στη θέση του να επικρατήσει η ομορφιά κι η καλοσύνη.

Η λαχταριστή εικονογράφηση του φούρνου-παραμυθιού είναι έργο της συγγραφέως και της κόρης της, Ιωάννας Τεκνετζή. 

Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2013

Χρήστος Ναούμ: Τα αυγά της στρουθοκαμήλου

Με τον όρο «σύνδρομο της στρουθοκαμήλου» εννοούμε την κατάσταση όπου το «πάσχον» πρόσωπο εθελοτυφλεί και κινείται στα όρια της ανοησίας ως προς την αντιμετώπιση ουσιωδών ζητημάτων. Οι απαντήσεις και η εν γένει αντιμετώπιση καταστάσεων είναι άστοχες και επιδερμικές. Μοιάζει σαν το γνωστό πουλί που χώνει το κεφάλι στην άμμο καθώς βλέπει τον κίνδυνο να πλησιάζει. Αφού πλέον το οπτικό του πεδίο δεν περιλαμβάνει τον κίνδυνο, αυτό σημαίνει πως ο κίνδυνος δεν υπάρχει.
Ο Χρήστος Ναούμ ταράζει τα ειωθότα με το λογοτεχνικό του ύφος, γνωστό και από το πρώτο του μυθιστόρημα «Αχ! Αυτές οι βασίλισσες». Αυτή τη φορά, σύνεργά του είναι ο θεατρικός λόγος και το μαύρο χιούμορ όπως αυτό αποδίδεται μέσα από τη στιχομυθία της μαύρης κωμωδίας. Συνεργοί του οι τρεις του ήρωες, τέρατα της εποχής μας. Η Μαρίκα και τα δυο της παιδιά: ο Μάκης και η Αγνή. Νομίζω πως ακόμη και η επιλογή των ονομάτων είναι πολύ συνειδητή. Μαρίκα είναι το σύνηθες όνομα που μας παραπέμπει συνειρμικά σε τραγικοκωμικές καταστάσεις ασπρόμαυρων ταινιών προηγούμενων δεκαετιών. Η κλασσική ελληνίδα μητέρα, θυσία για τα σπλάχνα της, που ακόμη και όταν ενηλικιωθούν, δεν παύει να θέλει να ορίσει τη ζωή τους και όταν αυτό δεν καθίσταται δυνατόν, χρησιμοποιεί τα μεγάλα μέσα, δηλαδή την πρόφαση ασθενικής κράσης που δεν επιδέχεται συγχύσεις και αντιρρήσεις. Η Μαρίκα του Χρήστου Ναούμ είναι αυτή η καρικατούρα και κάτι παραπάνω. Βλέπει μόνο τα καλά και συμφέροντα, ωραιοποιεί καταστάσεις και φυσικά είναι η μόνη τραγική ηρωίδα του οίκου, ισχυριζόμενη πως -για να δανειστώ τον τίτλο από το ομώνυμο θεατρικό έργο του Ντάριο Φο- μόνο «σπίτι, κρεβάτι και εκκλησία» ήταν, πως έπνιξε τα νιάτα της και τις προσωπικές της ανάγκες για να μεγαλώσει τα βλαστάρια της και να μην τους λείψει το παραμικρό. Ποια όμως είναι αυτά τα βλαστάρια;
Ο Μάκης, ένα υποκοριστικό που παραπέμπει σε μπέμπη, παιδί, όπως από τη μία βλέπει η μάνα τον γιό της και από την άλλη χαρά μεγάλη έχει η γυναίκα που ο γιόκας της, κολόνα του σπιτιού της, θα χορέψει οσονούπω τον «χορό του Ησαΐα». Ο στυλοβάτης του οίκου όμως ακόμη ψάχνει να βρει τη σεξουαλική του ταυτότητα, κάτι που η μάνα κάνει πως δεν καταλαβαίνει.
Και τέλος η κόρη, η Αγνή που υμνεί τα θεία και εκδηλώνει τη σφοδρή επιθυμία να γίνει καλόγρια, επιθυμία που ο καθένας από τους άλλους δύο ερμηνεύει διαφορετικά. Η Αγνή θέλει να ματαιώσει τον γάμο του Μάκη, η ίδια σαν να ισχυρίζεται πως ο αδελφός της πρέπει να ξεσπαθώσει κάποτε και να πει τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη. Είναι και αυτό το ζωντανό φάντασμα του θείου Σωκράτη που φαίνεται πως έχει δημιουργήσει σεξουαλικές σχέσεις με όλη την οικογένεια. Ανταγωνίζεται το άλλο φάντασμα που όμως και αυτό θα κάνει την εμφάνισή του κάποια στιγμή, αυτό του θαλασσοπνιγμένου πατέρα.
«Τα αυγά της στρουθοκαμήλου» αποδίδουν με τη μορφή του θεατρικού λόγου ένα πλήθος αστικών μύθων που βασανίζουν την ελληνική κοινωνία επί δεκαετίες. Η ανταγωνιστική σχέση μητέρας και κόρης, η φορτική και κρυφίως ερωτική αγάπη μητέρας και γιου, η αποδοχή της σεξουαλικής ελευθερίας και ο ορισμός της σεξουαλικής ταυτότητας. Πόσο υγιής μπορεί να είναι μία κοινωνία όταν ο κάθε μικρότερός της συνεκτικός κρίκος, δηλαδή η οικογένεια, στεφανώνει με δάφνες το δικό της ηθικό και ανήθικο, αναμασά τσιτάτα άλλων, αναπαράγει φόβους και δεισιδαιμονίες;
Στο έργο, η Μαρίκα εμφανίζει τον εαυτό της ως ατυχήσασα νεαρά νύφη, χήρα που έφαγε τα καλύτερά της χρόνια να δουλεύει από το πρωί μέχρι το βράδυ για να μεγαλώσει τα παιδιά της. Στην πορεία, τα γεγονότα διαψεύδουν τα κατά Μαρίκα έργα και ημέρες. Η κόρη της δεν χάνει ευκαιρία να της τα σούρει από την καλή και από την ανάποδη, ο γιος ζει στον κόσμο του, προσπαθεί να κάνει αυτό που θέλει, αλλά ο μαλθακός του χαρακτήρας, ο φόβος της δικής του «ιδιοτυπίας» δεν τον αφήνει να πατήσει πόδι. Είναι λίγες οι στιγμές που επιχειρεί με λάθος τρόπο να δείξει ποιος είναι ο άνδρας του σπιτιού κατά το πρότυπο με το οποίο τον έχει γαλουχήσει η μητέρα του.
Ο Χρήστος Ναούμ, άριστος γνώστης της ανθρώπινης συμπεριφοράς, εκθέτει στο φως τα άπλυτα ενός δήθεν ευυπόληπτου σπιτιού. Το κάνει με χιούμορ και δόσεις ειρωνείας τέτοιες ώστε να δείξει ξεκάθαρα πως το πέρασμα του ανθρώπου από αυτή τη ζωή δεν είναι παρά κάτι μηδαμινό μπροστά στο όλον. Αυτή η ζωή λοιπόν πρέπει να είναι αληθινή και όχι επιδερμική. Μέσα από τον θεατρικό του λόγο, δείχνει πως δεν τα καταφέρνουν όλοι. Κάποιοι θα μάθουν έστω και αργά, τι σημαίνει να σέβεται κανείς την ίδια του την υπόσταση, κάποιοι άλλοι θα επιλέγουν πάντα να ερμηνεύουν λόγια και καταστάσεις κατά τα καλά και συμφέροντα.
«Τα αυγά της στρουθοκαμήλου» εκθέτουν με μια λεπτή σάτιρα το μεγαλείο της ανθρώπινης υποκρισίας.

Εύχομαι στον Χρήστο Ναούμ καλή επιτυχία και σύντομα να δούμε και στη σκηνή το έργο του. 

Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2013

Οι πατημασιές στο τζάκι


Είναι πολλές οι παραμονές των Χριστουγέννων που με βρίσκουν δίπλα στο τζάκι παρέα με ένα βιβλίο. Και πολλές οι φορές που μου έρχεται στο νου μια συγκεκριμένη παραμονή.
Ήταν κάποτε ένα μικρό κορίτσι που βρέθηκε σε ένα εξίσου μικρό χωριό έξω από τη Δράμα. Δεν είχε ξαναπάει, παρότι ζούσαν συγγενείς του πατέρα της εκεί. Αυτό που θυμάται από το ταξίδι είναι η ομίχλη που τύλιγε τον δρόμο αποφασισμένη να ακολουθήσει την οικογένεια στον προορισμό της.
Ζούσε σε πόλη η μικρή και το χωριουδάκι τής έκανε εντύπωση. Μα πιο πολύ το σπίτι, γιατί η αυλή ήταν στη μέση και τα δωμάτια γύρω-γύρω. Τα κάτω και τα επάνω που επικοινωνούσαν με δύο σκάλες κι όταν τις ανέβαινες, έβλεπες από κάθε μεριά την αυλή, γεμάτη πολύχρωμες γλάστρες.
Χειμώνας βαρύς, είχε χιονίσει κάμποσο και το κοριτσάκι σκάλιζε το χιόνι στις γλάστρες έχοντας πάντα μαζί το βιβλίο που τη συντρόφευε. Μικρές κυρίες, της Λουΐζας Άλκοτ. Περίμενε πώς και πώς τη στιγμή που θα καθόταν δίπλα στο τζάκι και θα ξεκινούσε το διάβασμα. Έκανε υπομονή όλες τις προηγούμενες ημέρες, μέχρι να φτάσουν στο χωριό και να απολαύσει το δώρο της για τα Χριστούγεννα.
Είχε αγωνία κι όλο μπαινόβγαινε στην κουζίνα που ήταν και καθιστικό μαζί και κοιτούσε το τζάκι λογαριάζοντας πού θα έβαζε το σκαμνάκι και πότε επιτέλους θα άναβε η φωτιά, να καθίσει εκεί με το αγαπημένο της βιβλίο. Μα η ώρα περνούσε κι η θεία (που στην ουσία ήταν η αδελφή της γιαγιάς της, αλλά έτσι την έλεγε) καθάριζε κι όλο καθάριζε το τζάκι. Αφού είδε κι αποείδε, γιατί η θεία όλο την μάλωνε να παραμερίσει μη τυχόν και την πιάσει βήχας από τις στάχτες, τόλμησε η μικρή να ρωτήσει γιατί καθάριζε με τέτοια μανία.
Κι η θεία τής απάντησε πως το τζάκι έπρεπε να είναι καθαρό χωρίς ίχνος στάχτης. Γι’ αυτό κι είχε πάρει το μακρύ κοντάρι με ένα πανί στην άκρη και με βιάση βάλθηκε να καθαρίζει ως και τα τοιχώματα της καμινάδας. Κι όλα αυτά γινόντουσαν για να μη βρουν πατήματα οι καλικάντζαροι και κατέβουν από εκεί μέσα στο σπίτι.
Σιγά που την πίστεψε το κορίτσι. Μόλις όμως ο θείος έφερε ένα μεγάλο κούτσουρο και το απίθωσε εκεί σιμά, χάρηκε μια και σε λίγο το τζάκι θα άναβε κι εκείνη θα ξεκινούσε επιτέλους το βιβλίο της.

Το τζάκι άναψε τελικά εκείνο το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, γιατί ήταν το έθιμο, αυτό το χοντρό ξύλο, το Χριστόξυλο όπως το έλεγαν, να καίει δώδεκα ημέρες, μέχρι τα φώτα δηλαδή, για να ζεσταίνεται ο Χριστός στη φάτνη.
Κι εγώ ξεκίνησα επιτέλους να διαβάζω τις περιπέτειες της οικογένειας Μαρτς, εντυπωσιασμένη από την Τζο, το αγοροκόριτσο που έγραφε ιστορίες. Ίσως από τότε να άρπαξα το μικρόβιο της γραφής. Ποιος ξέρει; Ανήμερα Χριστούγεννα πάντως για καλό και για κακό, κοίταξα προσεκτικά τις στάχτες στο τζάκι μη κι έβλεπα πατημασιές από τίποτα καλικάντζαρους.



Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Το παλτό

Στον κόσμο αυτό που ζήσαμε
παρέα τα καπνίσαμε πακέτα τα τσιγάρα
Στον κόσμο αυτό που ζήσαμε
παρέα ξενυχτήσαμε με μια φωνή λαχτάρα.

Ο Χρήστος απόμεινε να κοιτάζει στωικά τον άδειο τοίχο απέναντί του λες και η λερωμένη του επιφάνεια θα του χάριζε την έμπνευση.
Ο Χρήστος, άφραγκος καλλιτέχνης. Μόνο αυτή τη ρημάδα την έμπνευση διέθετε, με αυτή ζούσε κι ανέπνεε περιμένοντας να ξημερώσει μια καλύτερη μέρα. Μια δεκάδα τραγούδια ήταν η περιουσία του όλη κι όλη, και κάτι ψιλά, όσα είχαν απομείνει από την ανάγκη της στιγμής ή καλύτερα της βαρυχειμωνιάς που τον ανάγκασε να αγοράσει το παλτό.
Δυο βδομάδες χαλβάδιαζε έξω από τη βιτρίνα του μαγαζιού, τόσο του είχε πάρει μέχρι να αποφασίσει να εξαντλήσει και τα τελευταία ψίχουλα του ταμείου ανεργίας και να αγοράσει το πανωφόρι που η θαλπωρή του θα έκανε απόψυξη στο κοκαλωμένο του σώμα, να κυκλοφορήσει το αίμα στα ξυλιασμένα του δάχτυλα για να μπορέσει να τελειώσει τα τραγούδια.
Με μια κίνηση είχε σπρώξει τη βαριά κρυστάλλινη πόρτα βαδίζοντας ολοταχώς προς τον στόχο του, έρμαιο εν τέλει στα χέρια του υπαλλήλου που σαν ενοχλητικό έντομο ζουζούνιζε ολόγυρά του ισιώνοντας τα πέτα και τα μανίκια, εκθειάζοντας την ποιότητα. Και μετά, τραβώντας κατά το ταμείο, είδε με την άκρη του ματιού του τον Θέμη Καζάζη. Αυτόματα απόμεινε στήλη άλατος νιώθοντας ταραχή ερωτοχτυπημένου μαθητή. Χωρίς παρεξήγηση, επρόκειτο για έρωτα επαγγελματικό, αυτή την ανόσια λαγνεία του στιχουργού προς τον συνθέτη, τον άνθρωπο που θα ντύσει τα λόγια με μουσική και θα τα κάνει να απογειωθούν στα ουράνια.
«Κοίτα σύμπτωση!» σκέφτηκε ο Χρήστος με όλη του την προσοχή στραμμένη στον Καζάζη που δοκίμαζε ένα παλτό όμοιο με το δικό του.
Παρόλο που ο Χρήστος θεώρησε την ευτυχή σύμπτωση σημάδι από ψηλά, το ξινισμένο ύφος του συνθέτη τον απέτρεψε από το να κάνει τα δέκα βήματα που τους χώριζαν και να μιλήσει σε αυτόν που η φαντασία του είχε στεφανώσει με τις δάφνες του σωτήρα.
«Ίσως δεν είναι καλή η στιγμή» μουρμούρισε ελαφρά αποκαρδιωμένος ενώ το χέρι του μετρούσε και ξαναμετρούσε τα χαρτονομίσματα στην τσέπη, από φόβο μήπως και κάποιο είχε παραπέσει και γινόταν ρεζίλι στο ταμείο του καταστήματος.
Με την τεράστια χάρτινη τσάντα παραμάσχαλα -αλήθεια, τι σπατάλη χαρτιού, με πόσους στίχους θα μπορούσε να το γεμίσει!- ο Χρήστος κοντοστάθηκε αναποφάσιστος στο ξεροβόρι. Κάτι μέσα του τού έλεγε να περιμένει, όμως τον είχε πιάσει τρέμουλο από την ταραχή. Το λίγο αποθεματικό κουράγιο τον εγκατέλειψε όταν είδε τον Καζάζη να βγαίνει με μια τσάντα όμοια με τη δική του και να μπαίνει φουριόζος σε ένα ταξί.
Ο Χρήστος ξεφύσηξε ανακουφισμένος. Καλύτερα που δεν του είχε μιλήσει! Να του έλεγε τι, μπαρούφες; Θα στρωνόταν να τελειώσει τα τραγούδια και μετά θα κανόνιζε να συναντήσει τον συνθέτη.
Κι έτσι, δεκατέσσερις μέρες μετά την κοσμοϊστορική αγορά, δεν του έλειπε παρά ένα κουπλέ για να ολοκληρώσει το έργο του. Στο μεταξύ είχε μάθει όχι μόνο πού έμενε ο Καζάζης αλλά και όλο το καθημερινό του πρόγραμμα.
Επιτέλους, το πλήρωμα του χρόνου έφτασε κι ο Χρήστος έβαλε σε έναν χοντρό καφετί φάκελο καθαρογραμμένα τα δέκα τραγούδια. Έγραψε απ’ έξω τη διεύθυνση του Καζάζη κι έμενε μόνο να αποφασίσει πώς θα έφτανε στα χέρια του συνθέτη. Άλλο να το λες κι άλλο να το κάνεις! Τώρα που είχε φάει το βόδι, τον γαργαλούσε η ουρά. Στο τέλος πήρε την απόφαση να παραδώσει ο ίδιος το φάκελο, για σιγουριά.
Στις εννιά το πρωί, ο Χρήστος είχε καρφώσει το βλέμμα ψηλά στο πολυτελές ρετιρέ του Καζάζη. Πέρασε κάμποση ώρα και δεκάδες άσχετοι μέχρι ο μουσικοσυνθέτης να βγει και με φούρια να στρίψει την πρώτη γωνία δεξιά. Τα πόδια του Χρήστου χρειάστηκαν πέντε δευτερόλεπτα έως ότου πειστούν να ξεκολλήσουν από το έδαφος και να τρέξουν πίσω από τον συνθέτη που τρία τετράγωνα πιο κάτω έμπαινε σε ένα πολυτελές καφέ. Ο άμοιρος καλλιτέχνης δείλιασε κι απόμεινε να κοιτάζει σαστισμένος τους βελούδινους καναπέδες και τα σκαλιστά τραπέζια, πολυτέλεια τόσο ξένη για αυτόν, τόσο όμως συνηθισμένη στον κύκλο του μουσικοσυνθέτη. Φιλιά, χειραψίες, αγκαλιές και πειράγματα, ένας κλειστός κύκλος που δεν έμελλε ούτε να τετραγωνιστεί ούτε να ανοίξει για τους ασήμαντους.
«Θείο, θα πάρεις ένα λαχείο;» του γέλασε ο πιτσιρικάς με το ξεδοντιάρικο στόμα.
Τι λαχείο να έπαιρνε, αναρωτήθηκε ο Χρήστος που στην τσέπη του κουδούνιζαν μερικά ευρώ όλα κι όλα. «Τα λεφτά πηγαίνουν πάντα στα λεφτά», κατέληξε απογοητευμένος κοιτάζοντας το πάνω-πάνω νούμερο. 14071979, η δική του ημερομηνία γέννησης.
Ο μικρός λαχειοπώλης έσπρωξε την πόρτα με μια τόλμη που μόνο οι πολύ νέοι και οι τρελοί διαθέτουν. Ο Χρήστος τον παρατήρησε για λίγο καθώς στεκόταν πάνω από την παρέα αγνοώντας επιδεικτικά τις κινήσεις αποπομπής από τους συνδαιτυμόνες.
Αυτός δεν είχε το κουράγιο του πιτσιρικά. Κάνοντας στροφή, επέστρεψε έξω από την πολυκατοικία του Καζάζη, πλησίασε το γραμματοκιβώτιο και με θρησκευτική ευλάβεια έριξε το φάκελο στη θυρίδα του συνθέτη. Σαν να είχε αδειάσει ξαφνικά, έσυρε τα βήματά του μέχρι τη γκαρσονιέρα του, ξάπλωσε κι έπεσε σε λήθαργο.
Ούτε ήξερε να πει πόσες ώρες κοιμόταν. Όταν επιτέλους άνοιξε τα μάτια, ένιωσε το ίδιο κενό, λες και όλη η ζωή είχε στραγγίσει από πάνω του. Μόνο να περιμένει απόμενε, ένα τηλεφώνημα, μια λέξη.
Οι μέρες έγιναν βδομάδες χωρίς ειδήσεις. Ο Χρήστος άτολμος από τη φύση του σε ό,τι αφορούσε το κυνήγι της επιτυχίας, είχε περιοριστεί να θηρεύει μια θέση υπαλληλίσκου στις αγγελίες των εφημερίδων. Το καινούριο του παλτό στεκόταν ατσαλάκωτο απέναντί του να του χαμογελάει μοχθηρά κοροϊδεύοντάς τον.

Δυο μήνες χωρίς νέα από τον Καζάζη. Να είχε άραγε παραπέσει ο φάκελος; Αποκλείεται! Το πιθανός σενάριο ήταν πως οι στίχοι του δεν άξιζαν δεκάρα τσακιστή, βορά τώρα στους ανέμους και τις βροχές, σκισμένα χαρτάκια σε χωματερή ή σε κάποιο κάδο ανακύκλωσης.
Ο Χρήστος σηκώθηκε από το κρεβάτι –μήπως και είχε κλείσει μάτι όλη νύχτα;- να φτιάξει ένα καφέ να στυλωθεί, να πάει στη δουλειά που με χίλιους κόπους είχε βρει. Άναψε το γκάζι και το ραδιόφωνο μαζί. «Ακόμα δεν βρέθηκε ο υπερτυχερός του Πρωτοχρονιάτικου Λαχείου!» η εκφωνήτρια ανακοίνωνε θριαμβευτικά λίγο προτού περάσει στο δελτίο καιρού. Κούνησε αδιάφορα τους ώμους. Μία καφές, μισή ζάχαρη, ανακάτεμα, παύση. Το ραδιόφωνο συνέχιζε τη φλυαρία του. Ο καφές φούσκωσε, τον έχυσε στο φλιτζάνι. «Μεγάλη επιτυχία γνωρίζει ο καινούριος δίσκος του Θέμη Καζάζη. Στην πρώτη βδομάδα της κυκλοφορίας του έχει γίνει κιόλας πλατινένιος!» ανακοίνωσε η εκφωνήτρια τόσο περιχαρής λες και η επιτυχία ήταν όλη δική της. Η καρδιά του Χρήστου έχασε ένα χτύπο, τα χέρια του σφίχτηκαν σπασμωδικά γύρω από το φλιτζάνι.
«Στο κόσμο αυτό που ζήσαμε παρέα τα καπνίσαμε πακέτα τα τσιγάρα…»
Μα πώς; Αυτοί οι στίχοι ήταν δικοί του, τα κοκαλωμένα του χέρια τους είχαν γράψει στο χαρτί! «Μήπως είναι σύμπτωση;» πήγε να αποκοιμίσει τη συνείδησή του. Όμως όχι!
Η καρδιά και το μυαλό του Χρήστου γέμισαν φρίκη. Οι στίχοι οι δικοί του είχαν γίνει τραγούδι χωρίς να τον ρωτήσει κανείς, να τον ειδοποιήσει, να τον ενημερώσει! Ο θυμός ανέβηκε χολή στον λαιμό του, τα χέρια του τραντάχτηκαν από το τρέμουλο αδυνατώντας να συγκρατηθούν, στέλνοντας το περιεχόμενο του φλιτζανιού στον πιο κοντινό εχθρό, το παλτό που γελούσε με τον πόνο του.
«Πώς υπήρξα τόσο αφελής;» αναρωτήθηκε ο Χρήστος σαν να μη μπορούσε ακόμα να πιστέψει το εξωφρενικό.
Το ίδιο απόγευμα άκουγε τον δίσκο που είχε γίνει κιόλας πλατινένιος. Δέκα τραγούδια δικά του όλα, κι όμως το όνομά του δεν υπήρχε πουθενά, τη δική του επιτυχία τη χαιρόταν ο Καζάζης, ο κάθε Καζάζης αυτού του κόσμου που θεωρεί τον εαυτό του έναν μικρό θεό.
Τι μπορούσε να κάνει τώρα; Τους στίχους δεν τους είχε κατοχυρώσει πουθενά. Ποιος θα τον πίστευε; Να τηλεφωνούσε του Καζάζη; Πού πήγαινε να μπλέξει; Θα έβαζε ο άλλος κανένα μεγαλοδικηγόρο και θα του έκανε τον βίο αβίωτο. Γιατί δυο μήνες δεν είχε ζητήσει να μάθει νέα του συνθέτη; Πώς στέλνεις κύριε ένα μάτσο στίχους και τους παρατάς στο έλεος του Θεού ενώ γνωρίζεις πως οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν ούτε ιερό ούτε όσιο; 

Τέλος της εργάσιμης βδομάδας. Παρασκευή απογευματάκι, την ώρα που οι περισσότεροι σκέφτονται ένα αργόσχολο ραχατλίδικο Σαββατοκύριακο. Την ίδια ώρα ο Χρήστος νιώθει μοναχά τον χειμώνα, τον αέρα να τον περονιάζει και το κορμί του να αποζητάει τη θαλπωρή του παλτού. Το καημένο το παλτό που γνώρισε τον θυμό του, εκείνον τον θυμό που άξιζε να ξεσπάσει στην κασίδα του Καζάζη. Το καημένο το παλτό που τον περίμενε στο καθαριστήριο άσπιλο ξανά κι αμόλυντο!
Η κοπέλα ζητάει το απόκομμά του.
«Μη το τυλίξετε! Θα το φορέσω!» της λέει ο Χρήστος και νομίζει πως εκείνη του ρίχνει ήδη ματιές συμπόνιας.
Βγαίνει έξω, βάζει τα χέρια στις τσέπες, σφίγγει και ξεσφίγγει τα δάχτυλα, χαϊδεύει με ευγνωμοσύνη τη βελούδινη φόδρα. Θα του χρειαστούν μερικά δευτερόλεπτα μόνο για να καταλάβει πως πιάνει ένα χαρτί διπλωμένο στα δύο. Ακόμη και το αρρωστημένο φως της λάμπας αρκεί για να αναγνωρίσει το λαχείο. 14071979, κοιτάζει σαν χαμένος το μαγικό χαρτί. Ψάχνει ολόγυρα σαν να έχει καταληφθεί από τεταρταίο πυρετό. «Ακόμη δεν βρέθηκε ο υπερτυχερός του Πρωτοχρονιάτικου Λαχείου!» η εκφωνήτρια του τριβελίζει το μυαλό.
Προχωράει στα τυφλά, παραπατάει ζαλισμένος μέχρι που βλέπει το πρακτορείο. Σε μιαν άκρη της βιτρίνας τα μαύρα γράμματα σχηματίζουν έναν και μοναδικό αριθμό. Με οδυνηρή προσπάθεια αποκρυπτογραφεί τις κουκίδες που του μοιάζουν ξένη γλώσσα.
Γελάει, γελάει δυνατά! 14071979! Δεν θα μπορούσε να είναι άλλο! Σαν σε παραζάλη ο νους του γυρίζει πίσω, αναπλάθει μια σκηνή τρεις μήνες πριν. Ο μικρός λαχειοπώλης, η παρέα που στρογγυλοκάθεται αδιάφορη στη μιζέρια λίγα μέτρα μακριά, ο άνθρωπος που φοράει το ίδιο παλτό. Ο Καζάζης αγοράζει το λαχείο για να ξεφορτωθεί επιτέλους τον ενοχλητικό μικρό που τους χαλάει την ησυχία, το πετάει αδιάφορα στη τσέπη του πανωφοριού του. Γιατί να το γυρέψει αλήθεια; Έχει άλλα στο μυαλό του, ας πούμε πώς να κλέβει τους στίχους των ασήμαντων.
Γελάει, γελάει μοναχός του καθώς μεμιάς όλα ξεκαθαρίζουν. Το παλτό που φοράει δεν είναι το δικό του, είναι του Καζάζη. Κι ο Χρήστος μακαρίζει την ιδιοτροπία της τύχης που τον έκανε να χρησιμοποιήσει το καθαριστήριο που ο συνθέτης είχε στείλει το δικό του παλτό.
Άμα κλέψεις από τον κλέφτη, είσαι κι εσύ κλέφτης; Μπορεί! Όμως το 14071979 δεν έχει πνευματικά δικαιώματα. Και αν ακόμα είχε, δεν τα κατοχύρωσε κανείς.

«Τώρα το λαχείο είναι δικό μου, μοναχά δικό μου!» Ο Χρήστος γελάει ακόμα καθώς με μια αποφασιστική κίνηση σπρώχνει τη βαριά γυάλινη πόρτα του πρακτορείου.

Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

Γιώργος Χατζηκυριάκος: Το ρολόι του κόσμου (Το τραγούδι του χρόνου βιβλίο 2)

Ενθουσιασμένη με το πρώτο βιβλίο της σειράς «Το τραγούδι του χρόνου» με τίτλο «Η χώρα των χαμένων ευχών» περίμενα με ανυπομονησία τη συνέχεια. Και δικαιώθηκα καθώς διάβασα «Το ρολόι του κόσμου». Είχα αφήσει πίσω μου τον Λουκά και τη Φωτεινή, τα δύο αδέλφια που βρέθηκαν χωρίς να το καταλάβουν στον κόσμο της Νοέλα, κάνοντας πραγματικότητα ένα κρυφό όνειρο. Πού πηγαίνουν αλήθεια τα Χριστούγεννα όταν περάσουν οι γιορτινές μέρες στη Γη; Τα παιδιά από τα Πέρα Μέρη βρίσκουν ένα μέρος της απάντησης στο πρώτο βιβλίο. Κι αν όλα δείχνουν πως το τέλος (που όμως ξέρουμε πως είναι προσωρινό, γιατί οι περιπέτειες στην πραγματικότητα και στη φαντασία υπάρχουν πάντα) είναι ευτυχισμένο, ο Χρόνος που ο Λουκάς φάνηκε πως νίκησε στην πρώτη αναμέτρηση, έχει άλλα σχέδια. Επιστρατεύοντας και πάλι το χρήμα και αυτούς που είναι πρόθυμοι να το υπηρετήσουν, ταΐζοντας την κακία με μίσος και απληστία, τάζοντας μεγαλεία και προβάλλοντας το όραμα ενός νέου κόσμου (τι μας θυμίζει αλήθεια αυτό;), ο Χρόνος θα δημιουργήσει μια στρατιά τρομερών όντων. Μαζί του οι γνωστοί μας Ποντικάνθαροι, αλλά και οι Καλικάντζαροι και οι Χρόνιοι, έχουν βαλθεί να καταστρέψουν τη Νοέλα και από τις στάχτες της να αναγεννήσουν τον κόσμο όπως ο αρχηγός τους το επιτάσσει. Ο Τόμας και τα αδέλφια του Μπεθ και Ντιν, ο Λουκάς και η Φωτεινή, και ο παραμυθάς Χανς (κι εδώ έχουμε μια κατά τη γνώμη μου αναφορά στον Χανς Κρίστιαν Άντερσεν) διχάζονται και ενώνονται, παλεύοντας ανάμεσα στο τι βλέπουν μπροστά τους και το τι κρύβεται πίσω του. Κι όλα αυτά καθώς το Ρολόι, αυτό το μοναδικό που έμεινε όρθιο, ξεχασμένο στους ερημότοπους της Νοέλα, θα σημάνει την φθοροποιό έναρξη της μέτρησης του Χρόνου και της αναμέτρησης που αυτός έχει σχεδιάσει.
Ο Γιώργος Χατζηκυριάκος κατορθώνει όχι μόνο να διατηρήσει τη μαγεία της Νοέλα (κάτι που ομολογουμένως σαν εγχείρημα είναι δύσκολο, όταν έχεις ήδη δημιουργήσει τον φανταστικό κόσμο και έχεις δώσει ολοκληρωμένους χαρακτήρες και δράση στο πρώτο βιβλίο της σειράς) αλλά και να κόψει τις ανάσες. Αν στο πρώτο μέρος η αγάπη, η τρυφερότητα και η μαγεία των Χριστουγέννων υπερτερούν των δεινών, στο δεύτερο μέρος το κακό κάνει δυναμικά την παρουσία του δείχνοντας πως χρειάζεται μεγάλη πίστη, αγάπη ως και αυτοθυσία για να μην κυριαρχήσει. Οι περιγραφές είναι σίγουρα πολύ πιο σκληρές από ότι στο «η χώρα των χαμένων ευχών», αλλά στον κόσμο που ζούμε είναι αδιανόητο πλέον να χαϊδεύουμε αυτιά. Κι ο Γιώργος Χατζηκυριάκος δεν θέλει να εξωραΐσει και πολύ καλά κάνει και τολμά να περιγράψει αυτά που δυστυχώς ζούμε καθημερινά στη Γη, και επιδερμικά μόνο μας αγγίζουν εφόσον δεν βλάπτουν το δικό μας σπίτι. Πόσο απέχει η περιγραφή της καταστροφής του Κόκκινου Λιμανιού από τους βομβαρδισμούς και τις εκατόμβες σε κοντινές ή πιο μακρινές χώρες; Αυτές τις εικόνες με το πλήθος που στριμώχνεται και ποδοπατιέται απελπισμένο προσπαθώντας να σωθεί, αν δεν τις έχουμε γνωρίσει εμείς οι ίδιοι, μήπως τις έζησαν οι πατεράδες ή οι παππούδες μας; Τον προβληματισμό του ανθρώπου που ξεριζώνεται από την πατρίδα του και φεύγει από το σπιτικό του με ελάχιστα αγαπημένα αντικείμενα, μήπως δεν τον ζούμε καθημερινά στη γη μας που δεν έχει σύνορα, δεν έχει όμως και πατρίδες για κάποιους αδύναμους, πιόνια στα συμφέροντα των δυνατών;
Πολλοί είναι οι προβληματισμοί που θέτει ο συγγραφέας, μια και ο σκοπός του δεν είναι μόνο να δημιουργήσει έναν κόσμο φανταστικό και να «διασκεδάσει» τον αναγνώστη με περιπέτειες, αλλά να επισημάνει, στηλιτεύσει και προσφέρει τη δική του άποψη για τον κάθε είδους αγώνα, για τα οράματα και την ευπιστία, για την πορεία του ενός και των πολλών, αλλά πάνω απ’ όλα για το τι σημαίνει να προσπαθείς να βρεις το σωστό και το λάθος, να μάθεις να ακούς και να υπολογίζεις, να μπορείς να φτιάξεις το δικό σου όνειρο ανθρωπιάς. Και ένα όνειρο ανθρωπιάς είναι αυτό το υπέροχο «Το ρολόι του κόσμου», δείχνοντας πως ο χρόνος μετράει πότε προς τα εμπρός και πότε προς τα πίσω, αλλά αυτή είναι η ίδια μας η ζωή που μετράει στιγμές ευτυχίας και δυστυχίας. Σαν να θέλει να μας πει πως στο χέρι μας είναι πώς θα μετρήσουμε τον χρόνο μας, πως φθορά δε γνωρίζει η ψυχή παρά μόνο η φυσική παρουσία.
Θα κλείσω εδώ δηλώνοντας θαυμασμό για τον δημιουργό και τον άνθρωπο Γιώργο Χατζηκυριάκο. Ξέρει να αγωνίζεται, να αναγνωρίζει και να ονειρεύεται. Είναι ατόφιος και επίμονος, δημιουργικός και σπουδαίος «παραμυθάς», με όλη την ομορφιά που αυτός ο χαρακτηρισμός κλείνει μέσα του.

Το βιβλίο «Το ρολόι του κόσμου»  έρχεται κοντά σας στη χαρτόδετή του έκδοση με παραγγελία από το Lulu Bookstore

Δείτε εδώ την παρουσίασή μου για το Τραγούδι του Χρόνου, η χώρα των Χαμένων ευχών. 

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

"Όσα ποτέ δεν είπαμε": Η αντιπαράθεση

Μια αντιπαράθεση ανάμεσα στους ήρωες του μυθιστορήματος "Όσα ποτέ δεν είπαμε" ζωντάνεψε το Σάββατο 30 Νοεμβρίου στη σκηνή του πολυχώρου "Αίτιον". Στα πλαίσια της παρουσίασης του βιβλίου, η Ευρυδίκη Αμανατίδου και ο Τάσος Αγγελίδης Γκέντζος "έπαιξαν" σε θεατρικό διάλογο τους ήρωές τους Ευρυδίκη Ζησίμου και Τάσο Καλαβρυνό αντίστοιχα. Για του λόγου το αληθές ιδού ο διάλογος που μας μεταφέρει στον ξενώνα του μυθιστορήματος όπου η Ευρυδίκη σέρνει τα εξ αμάξης στον Τάσο που μόλις έχει επιστρέψει. Το φωτογραφικό στιγμιότυπο απαθανάτησε ο φωτογραφικός φακός της εξαίρετης Χρύσας Μπαλαμπάνη. 


ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Μόνος σου είσαι;
ΤΑΣΟΣ                       Σαν την καλαμιά στον κάμπο, Ευρυδικάκι!
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Μίλα πιο σιγά! Ο κόσμος κοιμάται, δεν έχουν όλοι την όρεξή μας!
ΤΑΣΟΣ                       Γραμμένους  τους έχω όλους! Κι ο γιος μου γραμμένο με έχει!
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Πού είναι ο Δημήτρης;
ΤΑΣΟΣ                       Με παράτησε σύξυλο! Έχω έναν γιο λιγότερο!
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Τι ασυναρτησίες είναι αυτές! Σύνελθε επιτέλους, να πούμε δυο κουβέντες. Το ξέρω πως ήσουν με τον Δημήτρη, σας ακολούθησα, σας είδα!
ΤΑΣΟΣ                       Παλιά μου τέχνη, κόσκινο! Δεν κουράζεσαι ποτέ, Ευρυδικάκι μου!
ΕΥΡΥΔΙΚΗ              Άσε τα υποκοριστικά και κάτσε να μιλήσουμε σαν άνθρωποι, αν θυμάσαι βέβαια πως ανήκεις στο συγκεκριμένο είδος!
ΤΑΣΟΣ                     Πιο ανθρώπινος δεν γίνεται! Είμαι ανθρώπινο ανθρωπάκι! Ήθελα να του μιλήσω ως πατέρας! Στο καμάρι μου, τον γιο μου! Κι αυτός με έφτυσε κατάμουτρα! Ο γιος μου! Που όλοι έχουν να το λένε πόσο πράος είναι! Θηρίο να δαγκώσει αυτόν που τον γέννησε!
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Παράτα τις μεγαλοστομίες, Καλαβρυνέ! Ποιος ξέρει τι του έλεγες! Είσαι ικανός να στείλεις άγιο στην Κόλαση, εσύ! Και πάψε να λες ο γιος σου και ο γιος σου! Είναι γιος και των δυο μας, ακούς;
ΤΑΣΟΣ                       Δεν ακούω τίποτε! Πέταξες την πρώτη μπαρούφα που σου ήρθε στο κεφάλι, αλλά έτσι είσαι εσύ! Έτσι ήσουν πάντα! Η όμορφή μου βδέλλα!
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Αν δεν κλείσεις το στόμα σου, θα το φροντίσω εγώ μία και καλή! Περιμένω εξηγήσεις! Τώρα! Δεν το έχω σε τίποτα, να πάω στην καλή σου τη Χρύσα και να της πω χαρτί και καλαμάρι τα πάντα!
ΤΑΣΟΣ                       Μην τολμήσεις! Θα σε σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια!
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Είναι πολύ εύκολο αυτά τα χέρια τη μία να χαϊδεύουν και την επόμενη στιγμή να σπάνε κόκκαλα!
ΤΑΣΟΣ                       Σ’ αυτό μοιάζουμε υπερβολικά! Μετά μισό αιώνα βρήκα το κοινό μας σημείο!
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Χρειάστηκε μόνο ένα βράδυ Τάσο! Ελάχιστες ώρες που χρησιμοποιήσαμε ο ένας τον άλλον για να φθάσουμε στο σήμερα!
ΤΑΣΟΣ                       Δικηγορίστικες ανοησίες!
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Δεν θα είναι ανοησίες για πολύ ακόμη! Έχω ακλόνητα στοιχεία για να σε πείσω! Μπορείς να μου σύρεις τα εξ αμάξης, αλλά δεν θα έπαιζα ποτέ με κάτι τόσο σοβαρό! Αναρωτήθηκες μήπως κάποια στιγμή της μέρας, γιατί σου μίλησα για τον Δημήτρη; Γιατί τώρα;
ΤΑΣΟΣ                       Γιατί είσαι βδέλλα! Γιατί δεν σου αρέσει να χάνεις! Γιατί μισείς τη Χρύσα! Θέλεις κι άλλους λόγους;
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Ο αιώνιος Καλαβρυνός! Κάλυψες μόνο το μέρος της αλήθειας που σε βολεύει! Σειρά μου τώρα! Η δική μου αλήθεια μού αποκαλύφτηκε λίγο καιρό πριν. Ο χρόνος μου είναι μετρημένος, κι ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει τώρα!
ΤΑΣΟΣ                     Ο χρόνος σου! Ο χρόνος σου! Αυτό λες συνέχεια! Αν είναι να φύγεις, στο καλό! Δεν θα μας λείψεις!
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Σε σιχαίνομαι, γι’ αυτό και μόνο που είπες τώρα. Γιατί αλήθεια; Περίμενα κάτι άλλο για αντίδραση; Τον Δημήτρη τον ρώτησες; Γιος του πατέρα του είναι. Αν πήρε κάτι από τα καλά σου γονίδια, θα θέλει να μάθει την αλήθεια!
ΤΑΣΟΣ                Την αλήθεια τη ζητάς όταν ξέρεις πως υπάρχει! Κι οι δικές σου αλήθειες, Ευρυδίκη, είναι ανύπαρκτες! Χθες μου έσκασες το παραμύθι ότι έχουμε ένα παιδί, αυτό που εγώ ήξερα πως έκανα με τη Βασιλεία. Τι είναι το παιδί; Μπάλα να το έχει πότε ο ένας και πότε ο άλλος; Και γιατί να σε πιστέψω; Πότε ήσουν έγκυος; Κι αν ήσουν, τρέχα γύρευε! Γιατί να είναι δικό μου και όχι του Ευθυμίου; Ή ποιος ξέρει ποιανού;
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Ξέρεις πάντα να πονάς και να τσακίζεις και μόνο με τα λόγια σου! Αλλά βέβαια! Πώς αλλιώς θα ήσουν ο εμπορικός συγγραφέας της ερωτικής πανδαισίας!
ΤΑΣΟΣ                       Μίλησε τώρα η κυρία του αστυνομικού μυθιστορήματος! Άσε με Ευρυδίκη! Αν είναι γιος σου, κάτι έχει πάρει κι από εσένα! Με στρίμωξε. Αναγκάστηκα να του πω πως δεν είναι η Βασιλεία η μάνα του!
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Του είπες πως είναι δικό μου παιδί; Του το είπες;
ΤΑΣΟΣ                       Του είπα πως είναι γιος της Χρύσας!
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Της Χρύσας; Είσαι τρελός; Κι αυτός; Πώς αντέδρασε;
ΤΑΣΟΣ                   Έγινε πυρ και μανία! Μου μίλησε με τόση απαξίωση! Ντράπηκα! Χρησιμοποίησα το παιδί μου! Τον Δημητράκη μου!
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Τριάντα έξι χρονών, δεν είναι μωρό! Γιατί, Τάσο; Ξανά ψέματα, γιατί;
ΤΑΣΟΣ                       Η Χρύσα μου! Την είδες πώς ήταν! Δεν μπορώ, δεν ξέρω τι να κάνω! Αυτό που ισχυρίστηκες εσύ ήταν που μου έδωσε την ιδέα!
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Είσαι εντελώς άρρωστος. Πώς μπόρεσες; Πώς δικαιολογήθηκες; Σε πίστεψε;
ΤΑΣΟΣ                       Ήμουν πιωμένος, θόλωσα…
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Πιωμένος ήσουν κι όταν κούρνιασες στην αγκαλιά μου, μυξοκλαίγοντας τότε για τη Χρύσα σου που παντρεύτηκε άλλον! Θυμάσαι ή μήπως το ξέχασες επιλεκτικά και αυτό;
ΤΑΣΟΣ                       Ήταν λάθος! Εσύ παραδέχτηκες πως χρησιμοποιήσαμε ο ένας τον άλλον!
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Γιατί δεν μπορέσαμε να τα βρούμε ποτέ, Καλαβρυνέ; Δεν πίστεψες τη δική μου εγκυμοσύνη, αλλά σαν εύπιστο αρνί, δέχτηκες την ίδια κατάσταση όταν στην ομολόγησε η μαιτρέσα της καλής κοινωνίας! Ποιος λογικός άνθρωπος θα έδινε το παιδί του να το μεγαλώσει μια πόρνη; Πώς δικαιολόγησες στον Δημήτρη ότι τον άφησες στα χέρια της Βασιλείας;
ΤΑΣΟΣ                      Δεν το σκέφτηκα! Ήπια πολύ, δεν ήξερα τι έλεγα, σκεφτόμουν τη Χρύσα μου…
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Στον βωμό της Χρύσας, μπορείς να θυσιάσεις και τον ίδιο σου τον γιο! Παράτα με πια! Η Χρύσα και η Χρύσα! Δεν έχει ανάγκη η Χρύσα! Θα τα καταφέρει, όπως πάντα! Η Χρύσα που έκανε δυο γάμους! Γιατί δεν είστε μαζί, Καλαβρυνέ; Να σου πω εγώ! Ακόμη και η αιώνια αγαπημένη σου έπαψε να είναι μωρή παρθένος. Κατάλαβε έστω και αργά, τι καπνό φουμάρεις!
ΤΑΣΟΣ                       Είναι χλωμή! Τα μάτια της με κοιτάζουν σαν να περιμένουν από εμένα να κάνω τα πάντα! Θέλω να κάνω τα πάντα! Δεν μπορώ να κάνω τίποτα!
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Κι όμως έκανες! Κατάφερες να γκρεμίσεις για μια ακόμη φορά τον κόσμο του Δημήτρη! Του παρουσίασες ένα ψέμα για αλήθεια από ένα καπρίτσιο σου και μόνο! Πότε θα σκεφτείς τον γιο σου; Πότε;