Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Της γιαγιάς τα παραμύθια


Νικόλαος Γύζης: το παραμύθι της γιαγιάς

Η γιαγιά μου ήταν γνωστή παραμυθατζού. Επίσης τρομερά τσιγκούνα. Και τέλος, φοβόταν ως και τον ίσκιο της. Ο συνδυασμός αυτών των τριών χαρακτηριστικών της δημιουργούσε ένα τραγέλαφο στη ζωή της οικογένειας. Ο πατέρας μου δεν την πήρε ποτέ στα σοβαρά. Όταν τον φώναζε να διευθετήσει τους καυγάδες με τα εγγόνια της, εκείνος σφύριζε αδιάφορα και συνέχιζε να διαβάζει την εφημερίδα του. Η μητέρα μου χαμογελούσε στωικά. Σαν άγιος άνθρωπος η ίδια, εφάρμοζε αυτό το περιβόητο «ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω» και συνέχιζε τις οικιακές ενασχολήσεις της.
Έτσι, ο κλήρος έπεσε σε εμένα, την συνονόματη εγγονή της, Ευανθία, να υπομένω και να δοκιμάζω την ανθρώπινη αντοχή μου.
Κάθε Σάββατο, είχα αναλάβει την υποχρέωση να σφουγγαρίζω το δωμάτιό της. Τώρα, αυτό δεν θα το πιστέψει κανείς, αλλά το σπίτι μας, χτισμένο κατά τμήματα σε μακρόστενη μορφή, μάς έδινε τη δυνατότητα να απαλλασσόμαστε ένα μεγάλο διάστημα της ημέρας από τη βιβλική φιγούρα της Ευανθίας της πρεσβύτερης. Η γιαγιά μου διέθετε δωμάτιο που έμοιαζε με γκαρσονιέρα. Με δική του τουαλέτα παρακαλώ!
Κι όσο σφουγγάριζα κατόπιν υπόδειξης του τρεμάμενου δαχτύλου της, ώστε να εξορίσω κάθε ίχνος σκόνης –που και αυτή αρνιόταν επίμονα να εγκατασταθεί στο χώρο, πού να αντέξει, αλήθεια;-τόσο άκουγα τις ίδιες και τις ίδιες ιστορίες. Πώς έφυγαν η γιαγιά και το σόι της το 1922 από τον Πόντο, πώς είχαν ράψει στα φουστάνια κοσμήματα και λίρες, πώς ακόμη και τώρα άκουγε το ποδοβολητό των αλόγων κι έβλεπε στους εφιάλτες της τους διώκτες της.
Ήμουν μικρή τότε και άλλα μου έκαναν περισσότερη, άλλα λιγότερη εντύπωση. Στο προστατευμένο περιβάλλον που ζούσα, δε χωρούσαν φαντάσματα με άλογα και πολεμοχαρείς καβαλάρηδες.
Οι ιστορίες της γιαγιάς έγιναν μακρινός απόηχος όταν μάς άφησε χρόνους. Τα δικά μου χρόνια εξάλλου, είχαν γίνει κι αυτά αρκετά. Μεγάλωσα, σπούδασα, παντρεύτηκα και μου έμεινε προίκα η πατρογονική μονοκατοικία, που πεισματικά αρνιόμουν να δώσω αντιπαροχή. Ο κήπος -που μου φαινόταν τεράστιος όσο ήμουν μικρή- είχε γίνει τόσος δα, ενώ τα μεγαθήρια που με τον καιρό υψώθηκαν ολόγυρα, κόντευαν να καλύψουν το σπίτι.
Πεισματάρα ήμουν, αυτό το είχα κληρονομήσει από τη γιαγιά μου, το ίδιο διατεινόταν και ο άντρας μου, κι ας μην είχε γνωρίσει ποτέ του εκείνη στην οποία χρωστούσα το πείσμα και το βαφτιστικό μου όνομα.
Δύσκολα τα φέρναμε βόλτα, αλλά λένε πάντα πως ο έρωτας όλα τα ξεπερνάει. Δεν φέρνω αντίρρηση, αν όμως υπήρχαν και κάποια παραπάνω χρήματα, η ζωή μας θα ανάσαινε καλύτερα. Εγώ ψευτοδούλευα με κάτι ιδιαίτερα μαθήματα και τα βράδια σκάρωνα ιστορίες που καμιά φορά έβλεπα τυπωμένες στην τοπική φυλλάδα.
Ο καιρός περνούσε, το σπίτι όμως ρήμαζε, καθώς οι δεκαετίες φορτώνονταν στο πέτρινο σκαρί του. Πότε τα κεραμίδια ακολουθούσαν την ιδιοτροπία του χειμώνα και των απανωτών βροχών, πότε ένα ράγισμα ερχόταν από το πουθενά να στολίσει ακόμη έναν τοίχο, πότε οι σωληνώσεις, πότε το ένα, πότε το άλλο, σε δουλειά να βρισκόμαστε.
«Μα κι εσύ βρε κορίτσι μου, άντε να το δώσεις αντιπαροχή, να μπούμε σε ένα διαμέρισμα, να ξέρουμε πως δε θα πέσει να μας πλακώσει!» έλεγε ξανά και ξανά ο άντρας μου, όμως εγώ ακλόνητη, άτεγκτη, απαθής.
Βλέπετε, η εικόνα που είχα ήταν αυτή της παιδικής μου ηλικίας. Το σπίτι ήταν οι αναμνήσεις μου, ο παράδεισός μου και κληρονομιά της γιαγιάς μου που πλάκα στην πλάκα, χρόνια από το θάνατό της, ήταν σαν να ζούσε ακόμη εκεί. Η μόνη τροποποίηση που είχα κάνει εξάλλου στο χώρο ήταν να ρίξω ένα μέρος του τοίχου, για να ενώσω εκείνο το περιβόητο δωμάτιο-γκαρσονιέρα.
Κι έφτασε η στιγμή της κρίσης όπως συμβαίνει πάντα και παντού. Ο κόμπος στο χτένι που λένε, κι εσύ πρέπει να βγάλεις επιτέλους το φίδι από την τρύπα. Πολλή λαϊκή σοφία έπεφτε, καθώς κάθε τρεις και λίγο μου έρχονταν κι άλλες παροιμίες κατά νου, για να με ωθήσουν ένα βήμα πιο κοντά στην απόφαση να θυσιάσω το καμάρι μου. Η αλήθεια είναι βέβαια πως το εν λόγω καμάρι είχε πάρει όψη ασθενούς που διάγει τις τελευταίες στιγμές της ζωής του.
Εκείνο το βράδυ, με το που έκλεισα τα μάτια, ο Μορφέας με δωροδόκησε με εφιάλτες. Λες και το σπίτι εκτόξευε μύδρους παραπόνων εναντίον μου. Λες και εγώ ήμουν ο φταίχτης για όλα τα δεινά που ταλάνιζαν πέτρες, ντουβάρια, αποχετεύσεις και πάει λέγοντας. Αφού είχα πεταχτεί έντρομη καμιά δεκαριά φορές, εκεί προς το ξημέρωμα, απόκαμα και είπα πως ήταν ώρα να σηκωθώ. Μάλλον κοιμήθηκα ξανά κι αυτή τη φορά η επισκέπτρια στο όνειρο ήταν η γιαγιά Ευανθία.
«Ευάνθη!» Έτσι με φώναζε και με εκνεύριζε ακόμη περισσότερο, αυτό το όνομα στο στομάχι μού καθόταν. «Ένα γλυκό δε μου έφτιαξες!»
Μου ήρθε να της απαντήσω πως δεν έβρισκα καμία σκοπιμότητα, μια και οι ανεπιστρεπτί μεταστάντες έχουν εγκαταλείψει αμετάκλητα και τη βρώση, συνήθεια που χαρακτηρίζει τους ζώντες. Η γιαγιά όμως επέμενε και μάλιστα ήθελε ρυζόγαλο.
«Αφού ξέρεις πως ό,τι και να κάνω, δεν το πετυχαίνω το ρυζόγαλο», απάντησα στον ύπνο μου.
«Να βάλεις και μια πρέζα αλάτι μέσα!» είπε σοφά εκείνη κι εγώ τινάχτηκα κοιτάζοντας το ξυπνητήρι που έδειχνε πως η ώρα ήταν ακόμη έξη.
Κατακαλόκαιρο κι η ζέστη ανυπόφορη. Το καλύτερο που είχα να κάνω ήταν να κάτσω να γράψω τίποτα μήπως και πάρω το Πούλιτζερ και σωθώ. Ο άνδρας μου μού θύμισε πως ήταν Κυριακή, ας πηγαίναμε να μας φυσήξει ο θαλασσινός αέρας. Αρνήθηκα επίμονα, γιατί ήξερα πως θα άρχιζε τις γαλιφιές για το φλέγον ζήτημα της κατεδάφισης του σπιτιού.
«Άστο πουλάκι μου να το γκρεμίσει ο εργολάβος προτού πέσει από μόνο του!» θα έλεγε.
«Άμα πέσει, θα γλυτώσουμε και την άδεια κατεδάφισης!» θα απαντούσα.
«Τις ζωές μας δε θα γλυτώσουμε!» θα συνέχιζε εκείνος, και δε θα του έδινα άδικο βέβαια.
Αρνήθηκα την έξοδο να με φυσήξει ο μπάτης.
«Η γιαγιά θέλει ρυζόγαλο!» ανακοίνωσα στον Αριστείδη -όχι τον γνωστό δίκαιο, αλλά τον σύζυγό μου- τη σκέψη που με βασάνιζε.
«Με δουλεύεις;»
Του είπα για το όνειρο.
«Θα παράφαγες φαίνεται χθες. Η γιαγιά σου όλο παραμύθια ήταν όσο ζούσε, παραμύθι σου έλεγε και στον ύπνο σου».
Να ήταν λοιπόν η καούρα για ρυζόγαλο, άλλο ένα παραμύθι της γιαγιάς;
Κούνησα το κεφάλι μου χωρίς να έχω πειστεί, αλλά κάτι με έτρωγε.
«Άσε να βάλω το φαγητό να ψηθεί και πάμε βόλτα μετά».
Ο Αριστείδης άραξε στην αυλή κι εγώ άνοιξα τα ντουλάπια έχοντας πάρει την απόφασή μου. Επιθεώρησα το ρύζι, το γάλα, το κορν φλάουερ, τη ζάχαρη, τα λεμόνια και στρώθηκα στο έργο.
Ανακάτευα κι ανακάτευα, το μείγμα φούσκωνε και κόχλαζε, θυμήθηκα και την πρέζα το αλάτι, το έριξα κι αυτό μέσα για καλό και για κακό, κι αφού είδα κι αποείδα, κατέβασα το κατσαρόλι από τη φωτιά. Πήρα την κουτάλα της σούπας, να βάλω το ρυζόγαλο σε μπολάκια, έλα όμως που μέχρι να γυρίσω την πλάτη μου, αυτό είχε μισοπήξει.
«Να δεις που το αλάτι θα έφταιγε!» μονολόγησα βλέποντας με τρόμο το ρυζόγαλο να έχει πετρώσει στον αέρα κάπου ανάμεσα στην κουτάλα και το μπολ, σαν αυτοκίνητο που έμεινε από λάστιχο.
«Άντε, πέσε!» παρακαλούσα και τίναζα την κουτάλα απελπισμένα.
Στην πέμπτη στη σειρά προσπάθεια, ακούστηκε ένας υπόκωφος θόρυβος που σίγουρα δεν προερχόταν από το σκεύος που είχε δεχτεί το κατασκεύασμά μου. Σαν μουγκρητό μού φάνηκε, λες κι είχε έρθει ο Εγκέλαδος να μας κάνει επίσκεψη. Κοίταξα γύρω μου έντρομη. Το φωτιστικό δεν κουνιόταν, τα τεντζερέδια στη θέση τους κι αυτά.
«Ευανθία, τρέξε! Το ταβάνι!» φώναξε ο Αριστείδης.
Μέχρι να κάνω τρία βήματα, με είχε πνίξει η σκόνη που έβγαινε σαν πανικόβλητο πλήθος από το πρώην δωμάτιο της γιαγιάς και νυν καθιστικό.
«Τι έγινε;» ρώτησα ανόητα, βήχοντας σαν ασθενική φιγούρα της λογοτεχνίας.
Ο Αριστείδης δεν μπήκε καν στον κόπο να μου απαντήσει καθώς νέα κρίση βήχα μάς άφησε κυριολεκτικά άφωνους. Κανένα πεντάλεπτο αργότερα, η σκόνη είχε επιτέλους κατακαθίσει και μπορούσα πια να μπω στον τόπο του μαρτυρίου για να αποτιμήσω το μέγεθος της καταστροφής.
«Είσαι με τα καλά σου;» με σταμάτησε ο άντρας μου. «Ποιος ξέρει τι άλλο θα πέσει στο κεφάλι μας!» συμπλήρωσε τραβώντας με πέρα.
«Άσε με χριστιανέ μου. Ό,τι έγινε, έγινε!» είπα και σαν ηρωική Σουλιώτισσα κατευθύνθηκα στο προσωπικό μου Ζάλογγο.
Κι εκεί, ανάμεσα στους σοβάδες, τη σκόνη, τα χώματα, κοίταξα καλύτερα. Αυτόματα, τα μάτια μου στράφηκαν έκπληκτα στο ταβάνι, όπου έχασκαν τα χιαστί ξύλα γυμνά πια από την επένδυσή τους. Και ξανά στο πάτωμα, σαν να μη πίστευα αυτό που έβλεπα μπροστά στα πόδια μου.
«Αριστείδη! Τρέχα! Η γιαγιά!» φώναξα μέσα στην παράκρουση.
Ποιος ξέρει τι φαντάστηκε κι αυτός ο δύσμοιρος! Ήρθε κάθιδρος νομίζοντας πως το πνεύμα της γιαγιάς είχε αποφασίσει να γυρίσει στην επίγεια κατοικία του.
«Λίρες!» είπε ξέπνοα γουρλώνοντας τα μάτια.
«Λίρες!» συμφώνησα κι εγώ σκουπίζοντας στη φούστα μου το αντικείμενο που μάζεψα από το πάτωμα.
Κοίταξα ξανά το ταβάνι, το πάτωμα, τον Αριστείδη, τη λίρα στο χέρι μου και τα αδερφάκια της που είχαν σκορπίσει από δω κι από εκεί.
«Η γιαγιά! Το ρυζόγαλο!» είπα σκουπίζοντας τη σκόνη μαζί με τα δάκρυα από τα μάτια μου.
Οι ιστορίες της γιαγιάς δεν ήταν καθόλου παραμύθια τελικά. Ο θησαυρός που έλεγε, υπήρχε πάντα στο σπίτι. Πώς και πότε καταχωνιάστηκε στο ταβάνι, σε ένα κουτί που είχε στερεωθεί στις σανίδες, δεν ήταν κάτι που μπορούσα να εξηγήσω. Η γιαγιά μου ήταν παράξενος άνθρωπος. Τσιγκούνα, παραμυθατζού, αλλά και πολυμήχανη. Μπορεί κι η ίδια να το ξέχασε, μπορεί να λιγουρεύτηκε στα αλήθεια γλυκό, εκεί που βρισκόταν ή δε βρισκόταν, μπορεί να λυπήθηκε το σπιτικό της που θα ρήμαζε κι αποφάσισε την ύστατη στιγμή να το σώσει.
Έτσι όπως πάω θα φτιάξω το δικό μου παραμύθι. Δε βαριέσαι! Τίποτα δεν είναι τυχαίο σε αυτή τη ζωή, ακόμη και τα παραμύθια μιας υποχόνδριας γιαγιάς.
Το σπίτι θα επισκευαστεί.
Μαζί με τις λίρες, βρήκα ένα βραχιόλι κι ένα ζευγάρι σκουλαρίκια που τα φοράω πια με δόξα και τιμή.

Κυριακή, 11 Αυγούστου 2013

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Τάξη και ηθική



Σε όλα τα χρόνια του Λυκείου ήταν ερωτευμένη με τον Άγγελο. Δεν του το είχε πει ποτέ. Και αυτός ζούσε στον κόσμο του. Ήταν η εποχή του ροκ όταν ακόμη η Πλάκα έβριθε από στέκια ψυχεδέλειας.
Στη μεγάλη αγοροπαρέα η Νόρα παρότι η μόνη κοπέλα, είχε ενσωματωθεί απόλυτα με το σύνολο: άσπρο πουκάμισο, τζιν παντελόνι, σανδάλια, ποδαρόδρομος μέχρι να φτάσουν στην Πλάκα. Οι υπόλοιποι δεν της έδιναν ιδιαίτερη σημασία, βασικά δεν την έβλεπαν σαν εκπρόσωπο του αντίθετου φύλου. Οι κουβέντες συνεχίζονταν, καθαρά αγορίστικες ή αντρικές όπως κοκορεύονταν οι φίλοι μεταξύ τους. Ποιο βινύλιο αγόρασαν ή έψαχναν να βρουν, μήπως πήγαιναν τελικά Κύτταρο να ακούσουν τους Σόκρατες, αν είχαν δει όλοι τους το Κουαντροφίνια και άλλα τέτοια.
Τρίτη Λυκείου και τα μυαλά της Νόρας δεν εστίαζαν στις τελικές εξετάσεις, αλλά στα πράσινα μάτια του Άγγελου και τη σταράτη επιδερμίδα που έκανε τόση αντίθεση με την λευκή πουκαμίσα του. Ακόμη και μέσα στη σκοτεινή αίθουσα του Ράδιο Σίτυ όταν πήγαν στην προβολή του Καλιγούλα, αφού με τα πολλά απέσπασε την γονική άδεια. Αν είχε τα μάτια της στην οθόνη, η Νόρα σίγουρα θα κοκκίνιζε από αμηχανία. Δεν το απέφυγε βέβαια, καθώς το βλέμμα της ακολουθώντας και παρακολουθώντας τον Άγγελο τής έφερνε σκέψεις που μπόλιαζαν ντροπή και δέος το σώμα της.
Και δυστυχώς τον Άγγελο ήταν καταδικασμένη να τον βλέπει συχνά. Καταδικασμένη ήταν και η μόνη λέξη που περιέγραφε την κατάσταση. Άδοξα και ατελέσφορα τα αισθήματά της, κρυμμένα για πάντα. Δεν της πήγαινε να εκφράσει το παραμικρό, ο Άγγελος ήταν κολλητός των ξαδερφιών της, άρα έπρεπε να νιώθει πως ήταν και δικός της ξάδελφος, ήτοι συγγενής, ήτοι άκυρο.

Τέλος του Λυκείου και η Νόρα βρέθηκε στη Νομική, ενώ ο Άγγελος ακολούθησε το δρόμο προς τη Σχολή της Αστυνομίας. Αυτό ήταν και το πρώτο σοκ. Τι δουλειά είχε αλήθεια με την τάξη, κάποιος που αυτή την έννοια την διέγραφε καθημερινά από το λεξιλόγιό του;
Η παρέα σκόρπισε, όπως γίνεται πάντα όταν ο καθένας μπαίνει σε άλλο κύκλο ζωής. Η Νόρα έπαψε να βλέπει τον Άγγελο, τον σκεφτόταν όμως. Έντονα στην αρχή, ώσπου η νέα κατάσταση των πραγμάτων μετακίνησε τα ενδιαφέροντά της. Στο τρίτο έτος τον είδε από μακριά. Είχε κόψει το μαλλί αρκετά κοντό, κατά τα άλλα ήταν ο ίδιος, άντρας πια. Εκείνο το βράδυ ξενύχτησε με τη σκέψη του. Ώρες αναρωτιόταν τι να έκανε, αν είχε σχέση, αν… Δεν τολμούσε να ρωτήσει το παραμικρό τα ξαδέλφια της. Δεν ήθελε ούτε να ελπίσει ούτε να απογοητευτεί. Κι έτσι διάλεξε να διατηρεί μονομερώς τη φλόγα ενός αδιέξοδου έρωτα.
Λίγο πριν το πτυχίο, βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Άγγελο, σε αντίπαλα στρατόπεδα. Φασαρίες στη Νομική και οι δυνάμεις της Αστυνομίας επαγρυπνούσες σε απόσταση αναπνοής. Η Νόρα δεν συνήθιζε να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή. Τι μύγα την τσίμπησε αυτή τη φορά και μπήκε μπροστά; Επίτηδες προκαλούσε την τύχη της κι εκείνον που βρισκόταν ανάμεσα στους φύλακες της τάξης και της ηθικής. Τι θα έκανε άραγε; Θα την συλλάμβανε; Θα αντιδρούσε με οποιονδήποτε τρόπο στην παρουσία της;
Την αναγνώρισε αμέσως. Μέσα στο γενικό χαμό, την έπιασε βίαια από το χέρι τραβολογώντας την σχεδόν λίγα μέτρα πέρα από τον πανικό.
«Είσαι ηλίθια;» ήταν οι πρώτες λέξεις που της απηύθυνε κοιτάζοντάς την με ένα έντονα απαξιωτικό βλέμμα. «Φύγε! Για πρώτη και τελευταία φορά σου την χαρίζω!» συνέχισε μαλακώνοντας το ύφος του.
Η Νόρα ντράπηκε για την τροπή μιας γνωριμίας χρόνων. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε πως οι δυο τους τραβούσαν αλλού.
Το περιστατικό κλειδώθηκε στη μνήμη της, μαζί με την εικόνα του Άγγελου. Της ήταν αδύνατον έτσι κι αλλιώς να συνδυάσει την αστυνομική στολή με το νεαρό που γνώριζε.

Σχεδόν τρία χρόνια μετά, τον συνάντησε ξανά. Επεισόδια στα γήπεδα κι αυτή έκανε το διδακτορικό της σχετικά με την επιθετική συμπεριφορά κάτω από ειδικές συνθήκες. Οι δυνάμεις περιφρούρησης πάντα εκεί. Τα αίματα είχαν ανάψει και η Νόρα κατέγραφε αντιδράσεις των οπαδών και των κρατούντων. Ούτε κατάλαβε πώς βρέθηκε στη δίνη των γεγονότων, περικλεισμένη από φανατικούς με κασκόλ επιδιδόμενους στην ανταλλαγή γρονθοκοπημάτων.
Μια δυνατή σπρωξιά κι ο κύκλος άνοιξε, ένα χέρι έπιασε το δικό της, δυο ζευγάρια πόδια έτρεξαν μαζί έξω από τα καπνογόνα και τις φωτιές. Λαχανιασμένοι ο Άγγελος κι η Νόρα κοίταζαν ο ένας τα μάτια του άλλου μέχρι που εκείνος πρώτος τής άφησε το χέρι και με ένα απλό «Να προσέχεις!» γύρισε την πλάτη και απομακρύνθηκε βιαστικά.

Τα χρόνια πέρασαν όπως πάνε κι έρχονται για όλον τον κόσμο. Η Νόρα έχτιζε την καριέρα της με μικρά αλλά σίγουρα βήματα. Μαχητική και πάντα πρόθυμη να αναλάβει περιπτώσεις καμένες από χέρι, είχε πετύχει να βρίσκεται το όνομά της πολύ συχνά στο στόχαστρο των ΜΜΕ.
Εκείνη την ημέρα στην Ευελπίδων, ο συνωστισμός και η ένταση αυξάνονταν στιγμή τη στιγμή ενώ ταυτόχρονα οι κάμερες και οι φωτογραφικές μηχανές εστίαζαν σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Όλοι περίμεναν τους εμπλεκόμενους σε μια υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης και χρόνιας αντιδικίας καθώς από την έκβαση του δικαστηρίου θα κρίνονταν περιουσίες και ονόματα. Συγγενείς και από τις δύο μεριές εξαπέλυαν απειλές, ύβρεις και κατάρες.
Ήταν τόσο τεταμένη η ατμόσφαιρα που ακόμη και η Νόρα έμεινε έκπληκτη από την ενισχυμένη αστυνομική δύναμη. Και πάλι ο Άγγελος μπροστά της. Τον είδε που έκανε δυο βήματα προς το μέρος της και ξανά πίσω στη θέση του σαν να το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Το βλέμμα του δεν την άφησε στιγμή.
Η Νόρα αμήχανη, στράφηκε στην πελάτισσά της για να σιγουρευτεί πως ήταν όλα εντάξει. Το ψυχικό κόστος είχε υπάρξει πολύ μεγαλύτερο από τα σωματικά τραύματα. Η δικάσιμος δεν σήκωνε άλλη αναβολή, ο ψυχολογικός πόλεμος από την μεριά του αντίδικου έπρεπε κάπου να τελειώσει μία και καλή.
Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τις σκέψεις της όταν κάποιος την έσπρωξε τόσο δυνατά που έπεσε στο τσιμέντο σκίζοντας το γόνατό της. Ακολούθησε η αναμενόμενη σε αυτές τις περιπτώσεις αναμπουμπούλα και νέες χειροδικίες. Οι αστυνομικοί επενέβησαν. Και όπως τόσα χρόνια πριν, το χέρι του Άγγελου ήταν αυτό που την τράβηξε και την σήκωσε.
«Είσαι καλά;» τη ρώτησε.
Δε μπορούσε να μιλήσει. Όχι από το σοκ του τραυματισμού, αλλά γιατί έβλεπε από τόσο κοντά τα καταπράσινα μάτια του που πετούσαν φλόγες θυμού. Του απάντησε με ένα απλό νεύμα κατάφασης. Εκείνος την οδήγησε στο φαρμακείο και επέμενε πως έπρεπε να της κάνουν αντιτετανικό ορό. Κάθισε μαζί της δέκα λεπτά κρατώντας της το χέρι κι όταν βεβαιώθηκε πως ήταν καλά, την άφησε για να γυρίσει στην υπηρεσία του.

Τριάντα πέντε χρονών η Νόρα, συνέχιζε να αναλώνει τη φαιά ουσία και την ψυχή της στην υπηρεσία του πόνου των άλλων. Δεν είχε συναντήσει ξανά τον Άγγελο, το μόνο που είχε μάθει ήταν πως παντρεύτηκε. Της το είπαν τα ξαδέλφια της που πήγαν στο γάμο. Εκείνη δεν μπήκε στον κόπο να την προσκαλέσει. Αντιπαρήλθε το γεγονός καθώς δεν ήξερε αν έπρεπε να στενοχωρηθεί ή να χαρεί. Η δική της προσωπική ζωή σχεδόν δεν υπήρχε.
Μια επαγγελματική ημέρα ίδιας ρουτίνας με τις προηγούμενες, η Νόρα δέχτηκε μια νέα γυναίκα στο γραφείο της. Το όνομα δεν της έλεγε τίποτα. Η γυναίκα την πληροφόρησε πως την είχε συστήσει παλιά της πελάτισσα.
Κοιτάζοντάς την εξεταστικά, διαπίστωσε πως ήταν χαμηλών τόνων, από εκείνες τις εκπροσώπους του ασθενούς φύλου που δικαιολογούν αυτό το χαρακτηρισμό. Εμφανίσιμη, αν και με κάποιο είδος αρρωστημένης ομορφιάς. Η γυναίκα μπιμπελό, το άτομο που θα δεχόταν αγόγγυστα το κάθε τι για να μπορεί μετά να παίξει το ρόλο του οσιομάρτυρα.
Δεν έπεσε έξω. Ο άνδρας της ζητούσε διαζύγιο. Ούτε χρόνο δεν είχαν κλείσει παντρεμένοι, της εξομολογήθηκε κλαίγοντας ακατάπαυστα. Και το κλάμα έγινε πιο γοερό όταν πρόσθεσε πως ήταν έγκυος.
«Εκείνος το ξέρει;» ρώτησε η Νόρα.
«Δεν του το είπα! Δεν ήθελα να νομίζει πως τον εκβιάζω!» απάντησε η Λίνα, όπως της είχε συστηθεί.
Η Νόρα κούνησε απλά το κεφάλι. Είχε ξαναζήσει παρόμοιες ιστορίες οικογενειακών δραμάτων. Αναρωτήθηκε αν ο νεόκοπος σύζυγος ήταν το πραγματικό θύμα. Τη ρώτησε με τρόπο.
«Δεν μπορούμε να ζήσουμε σαν φυσιολογικό ζευγάρι. Η δουλειά του τον αγχώνει. Και το ωράριό του είναι ακατάστατο. Ο Άγγελος μού είχε πει πως θα στρώσουν τα πράγματα…»
Ένα καμπανάκι κινδύνου σήμανε στο μυαλό της Νόρας, και ήταν τόσο εκκωφαντικός ο ήχος που κάλυψε όλες τις επόμενες κουβέντες της παραπονούμενης συζύγου. Πιέζοντας τον εαυτό της να φανεί αδιάφορη, έκανε την ερώτηση που την έκαιγε.
«Ο άνδρας σου είναι αστυνομικός Λίνα;»
Η επιβεβαίωση δεν της προξένησε καμία παραπάνω εντύπωση. Αν δεν κινδύνευε να χαλάσει την εικόνα της σοβαρής δικηγόρου που με κόπους χρόνων είχε εδραιώσει, θα γελούσε μέχρι δακρύων ψάχνοντας την απάντηση στο περίφημο «πώς τα φέρνει η ζωή».
Και η ζωή τα έφερε να έρθει ο Άγγελος στο γραφείο της για μια κατ’ ιδίαν συζήτηση, κοινώς για να τον συνετίσει. Θα μπορούσε να ζητήσει να είναι και η Λίνα παρούσα, η Νόρα όμως ήθελε να τον δει μόνη της. Αναρωτήθηκε αν όλα αυτά είχαν συμβεί για να δοκιμαστεί ή αν ήταν η δική της ευκαιρία να εκμυστηρευτεί έναν απωθημένο έρωτα.
Ο Άγγελος την πρόλαβε. Της είπε όλα όσα εκείνη θεωρούσε μόνο δικές της σκέψεις και αισθήματα. Κοινώς, την κατέλαβε εξ απροόπτου. Για μία ακόμη φορά βρέθηκαν τόσο κοντά, με εκείνον να της κρατάει το χέρι. Μόνο που τα δεδομένα είχαν αλλάξει, η Νόρα καταλάβαινε πως κάτι πολύ δυνατό πλανιόταν στην ατμόσφαιρα. Τι πικρή ειρωνεία αλήθεια!
Τι μπορούσε να του πει; Αυτό που έπρεπε ή αυτό που φώναζε τόσα χρόνια η καρδιά της; Κι εκείνος δεν ήξερε καν ότι η γυναίκα του περίμενε παιδί. Δεν ήταν δυνατόν μία σχέση να χαλάσει από ένα πείσμα και των δύο. Ακόμη κι αν τα πράγματα δεν ήταν τόσο ιδανικά, πάντα υπήρχε τρόπος. Αρκεί η θέληση να συναντούσε την ειλικρίνεια.
Τι θέση είχε η δική της θέληση και ειλικρίνεια σε όλα αυτά;
Η Νόρα κοίταξε τα πράσινα μάτια του Άγγελου που της ανταπέδιδαν το ίδιο βλέμμα μετά από αυτήν την ετεροχρονισμένη ερωτική εξομολόγηση. Μετά κοίταξε τα χείλη του, αυτά που τόσα χρόνια λαχταρούσε να φιλήσει, εξερεύνησε το σώμα που ήθελε να αγκαλιάσει και να γίνει ένα μαζί του.
Και μετά θυμήθηκε. Τρεις φορές είχε βρεθεί κοντά της σαν αυτόκλητος φύλακας άγγελος. Ας άφηνε λοιπόν τη θέληση και την ειλικρίνεια να λειτουργήσουν μονομερώς και ας μην ανταπέδιδε. Του χρωστούσε κι εκείνος χρωστούσε στη νέα του οικογένεια.
«Άγγελε, πιστεύω πως όλα αυτά τα περνούν τα ζευγάρια. Ακούγεται κοινότοπο, αλλά πίστεψε τουλάχιστον την επαγγελματική εμπειρία που έχω να καταθέσω. Θα δεις πως ένα παιδί θα αλλάξει τα πράγματα. Μια νέα ζωή για τη δική σας διαφορετική ζωή!»
Την κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει ενώ το βλέμμα του έδειχνε την απογοήτευση αυτού που άλλα περιμένει να ακούσει.
«Η Λίνα είναι έγκυος» συμπλήρωσε η Νόρα, δίνοντας το τελειωτικό χτύπημα στον εαυτό της.
Η αντίδρασή του την έκανε να καταλάβει πως λειτούργησε σωστά. Η αρχική του έκπληξη μετατράπηκε σε κάτι που μπορούσε να ερμηνευτεί σαν ατομική επιβεβαίωση.
«Κι εμείς;» τη ρώτησε κοιτώντας την έντονα.
Δεν του απάντησε. Σηκώθηκε από τη θέση της και τον οδήγησε στην πόρτα. Λίγο πριν χαθούν, ίσως και για πάντα αυτή τη φορά, τον φίλησε απαλά στα χείλη. Ήξερε πως θα καταλάβαινε.
Μόνη της πια στο γραφείο, η Νόρα κοιτούσε με άδειο βλέμμα.
«Τάξη και ηθική! Εσύ είσαι η τάξη Άγγελλε κι εγώ η ηθική!» μονολόγησε και με ένα αναστεναγμό γύρισε πίσω στις δικογραφίες της σαν να γύριζε μία άλλη σελίδα και στη δική της ζωή.

Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2013

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Το τρίκυκλο


Ο παπάς τη βάφτισε Ευτυχία. Αν τη ρωτούσες μερικές δεκαετίες αργότερα, το όνομά της δυστυχώς το μόνο που της έφερνε στο νου ήταν εκείνο το τραγούδι που έλεγε «και που λες Ευτυχία, ευτυχία δε βρήκαμε!»
Η Ευτυχία είχε κάποτε τον Ευτύχιό της. Από σύμπτωση έτσι έλεγαν τον άνδρα της. Μεταφορές με τρίκυκλο έκανε ο δόλιος και στέγασαν τη δική τους ευτυχία σε ένα χαμόσπιτο στη Δραπετσώνα μοχθώντας καθημερινά όχι μόνο για τον επιούσιο αλλά και για να μη λείψει τίποτα της Καλλιόπης.
Η Καλλιόπη δεν ήταν η μούσα της αρχαιότητας αλλά ένα τρισχαριτωμένο κοριτσάκι. Το μοναδικό παιδί που απόκτησε το ζευγάρι, αφού ο Ευτύχιος μετανάστευσε κοντά στο Δημιουργό του πολύ γρήγορα αφήνοντας στη γυναίκα του μοναδική της περιουσία το τρίκυκλο.
Μόνο η Ευτυχία ξέρει τι δεινά τράβηξε για να μεγαλώσει την Καλλιόπη της. Μέχρι το κορίτσι να βγάλει το δημοτικό, το τρίκυκλο εκτός από εργαλείο δουλειάς αποτελούσε και τη μοναδική διασκέδαση. Η πολυμήχανη μάνα σκαρφιζόταν τα πιο παράξενα παιχνίδια για να ξεγελάει το κοριτσάκι της. Η ίδια δε θα ξεχνούσε ποτέ εκείνη την Καθαρή Δευτέρα που πέταξαν αετό ενώ το τρίκυκλο έτρεχε σαν τρελό στα προάστια της Αθήνας.
Προφανώς δεν το ξέχασε ούτε η Καλλιόπη για τους δικούς της λόγους όμως. Αν τη ρωτούσες, δε τη θυμόταν ακριβώς έτσι εκείνη την Καθαρή Δευτέρα. Στη δική της μνήμη είχαν αποτυπωθεί με την παραμικρή λεπτομέρεια τα κομψά και ακριβά σπίτια των βορείων προαστίων σηματοδοτώντας το πέρασμα του κοριτσιού στην εφηβεία.
Η Ευτυχία έχοντας χίλια μύρια στο κεφάλι της αρχικά δεν έδωσε την πρέπουσα σημασία στις επίμονες αρνήσεις της έφηβης Καλλιόπης να κυκλοφορεί με το τρίκυκλο. Ο πρώτος καυγάς μεταξύ μάνας και κόρης ξέσπασε όπως γίνεται συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις για ασήμαντη αφορμή. Μια συμμαθήτρια έκανε πάρτυ. Πώς θα πήγαινε και πώς θα γύριζε η Καλλιόπη;
«Δεν είσαι στα καλά σου που θα ανέβω στο τρίκυκλο!» έβαλε τις φωνές η δεκαπεντάχρονη Καλλιόπη. «Ρεζίλι θα γίνω!»
«Τι λες παιδάκι μου;» απόρησε η μάνα. «Αυτό το τρίκυκλο βάζει το φαγητό στο τραπέζι μας, αγοράζει τα ρούχα σου, πληρώνει τα φροντιστήριά σου!»
«Εγώ δεν έχω καμιά δουλειά μέσα σε αυτόν τον καρνάβαλο!» τσίριξε στα πρόθυρα υστερίας η κόρη.
Η Ευτυχία προσπάθησε να την πάρει με το καλό. Λεφτά για ταξί δεν περίσσευαν, θα έπρεπε να κόψουν από κάτι άλλο. Η κόρη όμως αμετάπειστη. Τότε η μάνα έκανε την πρώτη υποχώρηση.
«Άντε βρε κοριτσάκι μου! Δε γίνεται να συμβιβαστούμε λίγο; Αν μου υποσχεθείς να ανέβεις στο τρίκυκλο, εγώ θα σε αφήσω λίγο παρακάτω να μη σε δουν κι από εκεί θα σε πάρω. Κάνε μου τη χάρη κοπέλα μου κι εγώ μόλις περάσεις στο Πανεπιστήμιο, το πρώτο που θα σου αγοράσω θα είναι ένα δικό σου αυτοκίνητο».
Η Καλλιόπη έκανε τους υπολογισμούς της και δέχτηκε την πρόταση της μάνας της με μια κίνηση του χεριού αντάξια αυτοκράτειρας που ακροαζόταν τον ταπεινό λαό της.
Από εκεί ξεκίνησε ο Γολγοθάς της Ευτυχίας. Γιατί η Καλλιόπη μπήκε από τις πρώτες στη Νομική και βέβαια απόκτησε το αυτοκίνητο, όμως οι απαιτήσεις της δεν έγιναν μόνο μεγαλύτερες αλλά και αυτονόητες. Δε μπορούσε αυτή πλέον να ζει στη Δραπετσώνα, όλες της οι συμφοιτήτριες είχαν σπίτι στα βόρεια προάστια. Σπίτι με πισίνα και τεράστιο κήπο, με κηπουρούς, σοφέρ και υπηρέτριες.
Η Ευτυχία έκανε την καρδιά της πέτρα, τι στο καλό, μια μοναχοκόρη είχε! Δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ, σακατεύοντας της μέση της και γεμίζοντας φλεβίτιδα τα πόδια της. Σαν αντίτιμο, εξασφάλισε το ενοίκιο ενός δυαριού κάπου στο Χαλάνδρι, μέχρι εκεί μπόρεσε να συμβιβαστεί η κόρη της.
Πέντε χρόνια μετά, όταν η Καλλιόπη γινόταν συνεργάτης σε ένα μεγάλο δικηγορικό γραφείο, η κυρία Ευτυχία είχε κατορθώσει να αγοράσει το δυάρι για να έχει το παιδί της μία στέγη πάνω από το κεφάλι του, να μην το φάει το ενοίκιο. Προτιμούσε αυτό το νταλκά να τον σέρνει η ίδια καθώς το χαμόσπιτο στη Δραπετσώνα εξακολουθούσε να το πληρώνει κάθε μήνα. Πού λεφτά για να αγοράσει έστω και αυτό το λίγο για τον εαυτό της;
Στα επόμενα χρόνια, η Καλλιόπη γινόταν όλο και πιο απόμακρη. Η κυρά Ευτυχία κατανοούσε ότι το παιδί της δούλευε πολλές ώρες, όμως κατά βάθος γνώριζε πως η κόρη της ντρεπόταν όχι πια για το τρίκυκλο αλλά για την ίδια της τη μάνα. Αν τη ρωτούσε κανείς για τη Δραπετσώνα, δήλωνε ότι αγνοούσε ακόμη και πού βρισκόταν πάνω στο χάρτη της Αττικής.

Και ήρθε ο καιρός που περιμένει η κάθε γυναίκα, έστω και ενδόμυχα, περισσότερο όμως η κάθε μάνα. Γιατί κάθε μάνα θέλει να δει το παιδί της με ένα σύντροφο πλάι του. Ο άνδρας που διάλεξε η κόρη της ήταν φυσικά άνθρωπος των κύκλων που πάντα αναζητούσε. Πολύ πλούσιος και από τζάκι. Την Ευτυχία την ενδιέφερε να είναι καλό παιδί και να αγαπάει την κόρη της. Τη μία και μοναδική φορά που τον είδε, η καρδιά της πήγε στη θέση της. Αυτή που ήταν άνθρωπος της πιάτσας, τα καταλάβαινε κάτι τέτοια. Ο Δημήτρης ήταν καλός, ευγενικός και είχε τις αντοχές που χρειαζόταν για να αγνοεί τις ιδιοτροπίες της Καλλιόπης.
Λίγους μήνες αργότερα, με την ευκαιρία του γάμου, η Ευτυχία γνώρισε το σόι του γαμπρού και κατανόησε δύο πράγματα: ότι τα πεθερικά είχαν μία μύτη μέχρι το ταβάνι και ότι η ίδια δεν είχε καμία θέση ανάμεσά τους. Αυτό το τελευταίο το επιβεβαίωσαν και τα λόγια της κόρης της που σαν τελεσίγραφο πληροφόρησαν την Ευτυχία ότι αν δεν άλλαζε γούστα, τρόπο ομιλίας, περιοχή διαμονής και αν, κυρίως αν, δεν απαλλασσόταν από το εξωφρενικό τρίκυκλο, καλύτερα να είχαν μόνο τηλεφωνικές επαφές.
Το λούστρο ήταν υλικό για ταλαιπωρημένα έπιπλα, όχι για ανθρώπους. Αυτό τουλάχιστον ήξερε η Ευτυχία. Το κοινωνικό σοβάτισμα που απαιτούσε η κόρη της όσο κι αν το έκανε θα ήταν μόνο επιφανειακό και η Καλλιόπη πάντα θα ζητούσε κάτι ακόμη από τη μητέρα της.
«Καλύτερα μακριά κι αγαπημένες!» είπε στον εαυτό της και τραβούσε το δρόμο της με το τρίκυκλο που τουλάχιστον της θύμιζε τον άνδρα της, άνθρωπο απλό και ντόμπρο.

Από το τηλέφωνο έμαθε τα ευχάριστα η κυρά Ευτυχία και δάκρυα γέμισαν τα πρεσβυωπικά της μάτια. Θα γινόταν γιαγιά!
Μόλις πέρασε ο πρώτος ενθουσιασμός η γυναίκα κάθισε και σκέφτηκε αν θα έβλεπε ποτέ το εγγόνι της, όμως το γεγονός απείχε έξι μήνες τουλάχιστον, οπότε είχε καιρό. Μπορεί η μητρότητα να άλλαζε και τα μυαλά της Καλλιόπης!
Δεν έμενε παρά ένας μήνας μέχρι η Ευτυχία να γίνει γιαγιά. Στο διάστημα αυτό είχε κατορθώσει να επικοινωνήσει με την κόρη της μόνο τρεις φορές. Το προχωρημένο της ώρας έκανε τη γυναίκα να τρομάξει όταν χτύπησε το τηλέφωνο και στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν η Καλλιόπη.
«Μαμά!» μούγκρισε η κόρη.
Η καλή γυναίκα σταυροκοπήθηκε ενώ η ψυχή της είχε ήδη πετάξει κατά Κούλουρη μεριά.
«Τι έγινε παιδάκι μου; Τι έχεις;» η φωνή της μάνας με το ζόρι πρόφερε αυτές τις λίγες λέξεις.
«Γεννάω!» στρίγκλισε η Καλλιόπη.
«Μα ο γιατρός είπε ότι έχεις ακόμη ένα μήνα!» προσπάθησε να την ηρεμήσει η μάνα της.
«Να πάει από κει που ήρθε ο γιατρός! Πονάω!»
Η Ευτυχία δεν είχε ξανακούσει την κόρη της να βρίζει.
«Ο Δημήτρης τι λέει;» ρώτησε.
Ο Δημήτρης έλειπε στο εξωτερικό σε ένα συνέδριο. Τα ταξί είχαν απεργία, όλη η χώρα βρισκόταν σε απεργία και το δικό της αμάξι δεν έπαιρνε εμπρός.
«Μην το κουνήσεις, έρχομαι!»
Για πότε η απόσταση Δραπετσώνα-Εκάλη έγινε σε τέτοιο χρόνο ρεκόρ, η Ευτυχία δεν ήξερε να πει. Το μόνο που θυμόταν από τη διαδρομή δεν ήταν οι πίκρες που η Καλλιόπη της την είχε ποτίσει τόσα χρόνια, αλλά το ότι η κόρη της πονούσε. Η παράφωνη κόρνα του τρίκυκλου ξεσήκωσε όλη την Αθήνα και μαζί τα δεκάδες σκυλιά της σικάτης γειτονιάς.
Η αλήθεια είναι ότι με το που αντίκρισε η Καλλιόπη το τρίκυκλο σκέπασε τα μάτια της έτοιμη να λιποθυμήσει. Η Ευτυχία για πρώτη φορά δεν πτοήθηκε από την αντίδρασή της παρά με γρήγορες κινήσεις την βόλεψε στις κουβέρτες που είχε στρώσει στην καρότσα και ξεκίνησε πατώντας φρενιασμένα την κόρνα.
«Δεν πάει πιο γρήγορα αυτό το σαράβαλο;» ούρλιαξε μέσα στα αυτιά της η Καλλιόπη.
Αυτά τα ουρλιαχτά η Ευτυχία τα είχε ακόμη στα αυτιά της μαζί με τα άλλα, εκείνα της γέννας. Το μωρό αν και είχε δείξει ότι βιαζόταν να βγει σε αυτό τον κόσμο, την τελευταία στιγμή φαίνεται ότι είχε αλλάξει γνώμη και είχε αποφασίσει ότι καλά καθόταν στην κοιλιά της μητέρας του. Βέβαια ο γυναικολόγος το εξήγησε στην κυρία Ευτυχία με πιο επιστημονικούς όρους, αλλά εκείνη το μόνο που θυμόταν ήταν η προσευχή που έκανε: «Σε παρακαλώ Θεέ μου, να είναι καλά η κόρη μου και το εγγόνι μου κι ας μη θελήσουν να με ξαναδούν. Ούτε θα παραπονεθώ ποτέ πια ούτε θα ζητήσω τίποτα για μένα!»
Πόσες φορές είπε από μέσα της αυτές τις λίγες προτάσεις; Αμέτρητες!
Πόσες ώρες περίμενε και πόσες φορές ανεβοκατέβηκε με το ασανσέρ μέχρι έξω από την αίθουσα τοκετών για να πάρει ξανά την ίδια απάντηση;
«Κάντε υπομονή. Έχουμε ώρες ακόμη. Υπάρχουν επιπλοκές, θα τα καταφέρει όμως».
«Θα τα καταφέρει;» αναρωτιόταν η Ευτυχία. Το κοριτσάκι της είχε περάσει μια ζωή στα πούπουλα.

Πάνω που έφτανε τρέχοντας ο Δημήτρης έχοντας πάρει την πρώτη πτήση για Αθήνα, βγήκε επιτέλους ο γυναικολόγος.
«Συγχαρητήρια!» είπε ο γιατρός. «Μάνα και κόρη είναι καλά» κι από τη σαστιμάρα της η Ευτυχία άρχισε να του φιλάει και τα δύο χέρια.
Ο γιατρός την έσπρωξε ευγενικά, χαιρέτησε και χάθηκε στο βάθος του διαδρόμου.
«Πρώτα εσύ μητέρα!» της είπε ο Δημήτρης όταν τους επέτρεψαν να περάσουν.
Η Ευτυχία κατακόκκινη σαν κοριτσάκι του Δημοτικού πλησίασε διστακτικά την κόρη της. Τώρα που είχε περάσει η ταλαιπωρία της και όλα ήταν καλά, το ήξερε, θα της έβαζε τις φωνές για το τρίκυκλο, για το πώς την ταρακουνούσε σε όλη τη διαδρομή, πώς την είχε ντροπιάσει για μια φορά ακόμη, πώς...
«Μαμά!» είπε αδύναμα η Καλλιόπη και άνοιξε την αγκαλιά της.
Η Ευτυχία σάστισε ακόμη περισσότερο.
«Θα με συγχωρήσεις ποτέ;» ρώτησε η κόρη της.
«Σταμάτα να λες ανοησίες. Δεν υπάρχει τίποτα να σου συγχωρήσω. Ό,τι και να κάνεις είσαι πάντα η κόρη μου, όλη μου η ζωή!» απάντησε φυσώντας τη μύτη της η Ευτυχία.
«Ξέρεις τι παρακαλούσα όλες αυτές τις ώρες; Μόνο να γεννιόταν καλά το μωρό μου και ποτέ μα ποτέ μου ξανά δε θα κοιτάξω ψηλά!»
«Έτσι δε θα κινδυνεύεις και να σκοντάψεις!» χαζογέλασε η Ευτυχία μη τολμώντας να αντικρύσει την κόρη της στα μάτια μήπως και δεν είχε καταλάβει καλά.
«Κατεργάρα! Με δουλεύεις τώρα έτσι; Δε βαριέσαι. Είσαι το μοναδικό πλάσμα στον κόσμο που έχει αυτό το δικαίωμα!» γέλασε η Καλλιόπη κι έσφιξε ακόμη πιο δυνατά την Ευτυχία της.

Λίγους μήνες μετά, η Ευτυχία είχε ξεχάσει το τραγούδι που έλεγε «και που λες Ευτυχία, ευτυχία δε βρήκαμε». Ειδικά μια μέρα σαν αυτή, στα βαφτίσια της εγγονής της, δεν είχε κανένα λόγο να το θυμάται.
Η κόρνα του τρίκυκλου ακουγόταν μέχρι το εξωκλήσι όπου οι καλεσμένοι περίμεναν με αδημονία την άφιξη της μικρής. Μέσα σε φωνές, κορναρίσματα, σφυρίγματα και χειροκροτήματα, το τρίκυκλο φάνηκε επιτέλους σαν στολισμένος κήπος με την Καλλιόπη να κρατάει την κόρη της και να χαιρετάει σαν τη βασίλισσα μέσα από την καρότσα.
Μια ώρα μετά η Ευτυχία δεχόταν τα συγχαρητήρια και τις ευχές για την εγγονή που είχε πια το όνομά της.
Η μικρή Ευτυχία κλαψούριζε παραπονεμένη, το μοναδικό ίσως μωρό που δεν ήθελε να αποχωριστεί την κολυμπήθρα.
«Αν σταματήσεις να κλαις, θα σου αγοράσω ένα τρίκυκλο!» είπε στο αυτί της εγγονής της η Ευτυχία.
«Μαμά!» έκανε δήθεν σκανδαλισμένη η Καλλιόπη και μάνα και κόρη αναλύθηκαν σε ένα γάργαρο γέλιο.