Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

Evridiki Amanatidou: The Volcano who got the sniffles


TitleThe volcano who got the sniffles
ISBΝ: 978-618-5040-14-7

Contributors
Cover, IllustrationsEvgenia Papaioannou
TranslatorJohn Zervas
Page layout: Iraklis Lampadariou

Description
“Sleepy has the sniffles.”
“It’s alright, it will pass! It’s only a cold!”
“But Sleepy is not a human.”
“What is he then?”
“He is a volcano!”
“Well I’ll be! Do volcanoes get the sniffles as well?”
An allegoric story about an adorable kid and the need we all have for a good company, a strong friendship. Also about the beauty that spreads all

around when coming from a kind heart.

This book has been flying on the Internet since July 2013.

Download the book in .pdf (document size: 5,73 ΜΒ)


Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2013

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Στο δρόμο




Κι αν ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία, του Κυριάκου δεν του έμελλε να τη μάθει. Όταν του έκαναν έξωση από το σπίτι, θυμήθηκε τις σκηνές από τις ελληνικές ταινίες που έβλεπε κάποτε στην τηλεόραση. Τα πράγματά του βρέθηκαν στο πεζοδρόμιο, κουρασμένα, ξεχαρβαλωμένα σαν τον ίδιο.
Ο κόσμος περνούσε δίπλα από αυτό το σπίτι-καραβάνι, κοιτούσε με κάτι ανάμεσα σε οίκτο και φρίκη κι έφευγε βιαστικά. Ο Κυριάκος περιορίστηκε να βγάλει τις παντόφλες και να φορέσει το μοναδικό ζευγάρι παπούτσια. Εκεί στη μέση του δρόμου έσκυψε πασπατεύοντας το γδαρμένο δέρμα του δεξιού. Έχωσε το χέρι στον πάτο να τον στρώσει και το τράβηξε απότομα λες και μια αόρατη δαγκάνα μάγκωσε τα δάχτυλά του.
Πετάρισε τα πρησμένα βλέφαρα και παρατήρησε το χαρτονόμισμα. Πενήντα ολόκληρα ευρώ. Είχε πολύ καιρό να δει τόσο χρήμα, όμως θυμόταν το χρώμα του, ίδιο με το φόρεμα της Μάγδας, εκείνο μόνο που έλειψε από την ντουλάπα τη μέρα που η γυναίκα του τον παράτησε. Από τότε, η ζωή του ρήμαξε, έχασε κάθε ενδιαφέρον. Η στενοχώρια γέμισε σαράκι την καρδιά του. Ήρθε και το ζάχαρο, κι έριξε άγκυρα να του κρατάει συντροφιά. Έφταιγε το πάχος, η κληρονομικότητα, το τσιγάρο, ένα σωρό άλλα, του είπαν οι γιατροί. Αδυνάτησε έτσι κι αλλιώς. Όταν έχασε τη δουλειά του, το εισόδημα μειώθηκε δραματικά. Συνήθισε να περνάει με τα εντελώς απαραίτητα και δουλειές του ποδαριού. Έκοψε και το τσιγάρο, την κληρονομικότητα όμως δε μπορούσε να την πετάξει από πάνω του. Στα χνάρια του πατέρα του…
Να ήταν οι στενόχωρες σκέψεις που του έφεραν τη σκοτοδίνη; Κούνησε αργά το κεφάλι λες κι έτσι θα καθάριζε η θολή του όραση. Το ζάχαρο ήταν ύπουλο. Το πολεμούσε με χάπια, μετά του είπαν για ινσουλίνη. Δεν ήθελε να τρυπιέται, ώσπου έφτασε στο απροχώρητο.
Έσφιξε μηχανικά το πενηντάευρο στην παλάμη του -μια αχτίνα στη δεινότητα της θέσης του- όμως να που δε μπορούσε να αποφασίσει τι ήθελε να το κάνει. Η αγοραστική του αξία μειωνόταν λεπτό το λεπτό. Το καλύτερο θα ήταν να πάρει με τη μία το Κτελ για το χωριό. Από το γάμο του είχε να πάει. Τι θα τον έκαναν οι συγγενείς; Θα τον πέταγαν στους δρόμους; Μια δυο μέρες και μετά θα έβλεπε. Η Μάγδα κάποτε τού μουρμούριζε για τη μίζερη ζωή τους. Που είχαν κλειστεί στους τέσσερις τοίχους, που δεν την άφηνε να πάει να δουλέψει! Είχε κάνει σφάλματα ο Κυριάκος, το κατάλαβε όταν πήρε πια την κάτω βόλτα. Δεν την είχε ξαναδεί τη Μάγδα. Ποιος ξέρει τι είχε απογίνει κι εκείνη.
«Γεράματα και κακογεράματα!» μουρμούρισε.
Πενηντάριζε, κι όμως τον έκανες γέρο, έτσι που τον είχε σκεβρώσει η ταλαιπωρία.
Το στομάχι του γουργούριζε, παραπονιόταν. Φαγητό του χρειαζόταν, λίγη καλή τροφή έπειτα από τόσον καιρό. Με κόπο έδεσε τα κορδόνια του κι έβαλε το χαρτονόμισμα στην τσέπη. Ζαλιζόταν πολύ τώρα. Η μέρα ήταν γεμάτη φως, τα δικά του μάτια όμως τα βασίλευε η σκοτοδίνη. Να φάει κάτι. Το είχε ξεχάσει. Τον έπιασε τρέμουλο. Η αδυναμία ήταν. Τι να σου κάνει το έρμο το σώμα; Τροφή ζητούσε. Υπογλυκαιμία, το στόμα του στεγνό, η γλώσσα λάστιχο.
Πήρε το σακίδιο στην πλάτη κι έσυρε τα πόδια του μέχρι τον πίσω δρόμο χωρίς να ρίξει άλλη ματιά πίσω του. Ας τα έπαιρναν τα πράγματά του οι γείτονες, οι περαστικοί, ο σκουπιδιάρης. Τίποτα δεν άξιζε, τίποτα δεν είχε σημασία.
Έφτασε στη γωνία, στο μικρό μπακάλικο. Και δίπλα το ζαχαροπλαστείο. Δεν είχε δυο μήνες που άνοιξε. Το κοίταξε ερευνητικά. Γιατί να κάνει ο άλλος μαγαζί πολυτελείας σε αυτή την υποβαθμισμένη περιοχή; Ο κόσμος όμως αγόραζε γλυκά, απαγορευμένα για τον ίδιο. Με το ζάχαρο και άδειες τσέπες δεν έπρεπε ούτε να τα σκέφτεται. Τα έβλεπε στον ύπνο του σε όνειρα μπερδεμένα. Κι ήταν η Μάγδα του εκεί να τον ρωτάει τι τραβούσε η όρεξή του να του φτιάξει.
Από το χάζι της βιτρίνας, ο Κυριάκος βρέθηκε μέσα στο μαγαζί. Το στόμα του γέμισε σάλιο στο θέαμα των λαχταριστών γλυκισμάτων. Λογάριασε. Ναι, τα λεφτά έφταναν για τα βασικά ψώνια και το εισιτήριο. Θα περίσσευε κι ένα δεκάευρο, σιρμαγιά. Πλησίασε την προθήκη με τις πάστες. Τις κοιτούσε σαν να ήταν ένας έρωτας μεγάλος αλλά απρόσιτος. Έβαλε το χέρι στην τσέπη κι αποφασιστικά έπιασε το χάρτινο νόμισμα. Αγόρασε μια σεράνο και μια νουγκατίνα, πήρε τα ρέστα σχεδόν αδιάφορα. Δυο στενά πιο κάτω ήταν μια ρημαγμένη πρασιά κι ένα παγκάκι. Κουράγιο να έκανε, να έφτανε εκεί και θα έτρωγε τις πάστες. Να πάρει τα πάνω του και μετά γραμμή για τα λεωφορεία.
Μερικά βήματα πιο πέρα, δεν άντεξε. Με το νύχι έξυσε το σελοτέιπ κι άνοιξε το κουτί. Βύθισε το δάχτυλο στη φρέσκια πάστα. Από το στόμα του Κυριάκου έσταξε μια λεπτή κλωστή σάλιου. Η καρδιά του βρόντηξε δυο φορές προειδοποιώντας τον. Ο κόσμος χάθηκε από τα μάτια του, από μπροστά του. Δεν κατάλαβε το τράνταγμα καθώς το σώμα του έπεφτε. Το κουτί με τις πάστες προσγειώθηκε δίπλα του σκορπίζοντας το περιεχόμενό του. Εκεί, στο δρόμο…

 Το διήγημά μου "στο δρόμο" φιλοξενείται στο 35ο τεύχος του έντυπου Ηρακλειώτικου περιοδικού Fresh Magazine.

Τρίτη, 16 Ιουλίου 2013

Κωνσταντίνα Λαψάτη: Οι γεύσεις της Νέμεσης



Μια γλυκιά μαγείρισσα σαγηνεύει την Αθήνα του 404 π.Χ με τις γεύσεις της τέχνης της. Η Ζηναΐς, ζει στον οίκο του στρατηγού Δείναρχου εδώ και δύο χρόνια. Έχει αφήσει το σπίτι της στην Επίδαυρο, αποφασισμένη να αλλάξει ζωή, κουβαλώντας μαζί της έναν άπελπι έρωτα. Η κοπέλα έχει χαρίσει την καρδιά της στον Σπαρτιάτη Λίβυ, τον αδελφό του Λύσανδρου, νικητή της μάχης στους Αιγός Ποταμούς. Στην Αθήνα, θα ανακαλύψει πως αυτή η καρδιά έχει χώρο και για έναν δεύτερο ευνοούμενο, τον Δείναρχο, ο οποίος επίσης είναι ερωτευμένος μαζί της.
Σε μία πόλη που χάνει την αίγλη της και την οποία το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου θα αφήσει ως τη μεγάλη ηττημένη, οι συνθήκες γίνονται πολύ δύσκολες. Η δημοκρατία καταλύεται και οι τριάκοντα τύραννοι λύνουν και δένουν. Οι συγκυρίες φέρνουν τον Λίβυ στην Αθήνα και η Ζηναΐς θα προσφύγει σε αυτόν για να προστατέψει τον Δείναρχο. Από εκεί και πέρα η αντιζηλία ανάμεσα στις δύο αιώνιες αντίπαλες πόλεις θα γίνει ένας εγωιστικός ανταγωνισμός ανάμεσα σε δύο άντρες.
Ξεκίνησα να διαβάζω το μυθιστόρημα έχοντας σαν έναυσμα την πολύ θετική εντύπωση που μου είχε κάνει ήδη η γραφή της Κωνσταντίνας Λαψάτη. Ομολογώ βέβαια ότι βιβλία που έχουν να κάνουν με τον αρχαίο κόσμο δεν ήταν ποτέ της ιδιαίτερης προτίμησής μου. Η συγγραφέας όμως, σαγηνευτική προσωπικότητα και η ίδια σαν την κεντρική ηρωίδα της, κατόρθωσε να με συναρπάσει από τις πρώτες σελίδες. Η πληθώρα των ιστορικών πληροφοριών, δοσμένη όμως σε σωστές δόσεις στα καίρια σημεία, κάτι ίσως σαν τα καρυκεύματα που η Ζηναΐς με τέχνη χρησιμοποιεί στα φαγητά της, βάζει τον αναγνώστη αμέσως στο κλίμα. Είναι σαν να ακούω τη δημιουργό να του λέει παίρνοντάς τον από το χέρι και οδηγώντας τον: «Έλα να σου δείξω πως κάποια πράγματα συνέβαιναν και θα συμβαίνουν πάντα. Έλα να σου δείξω πόσο πάθος μπορεί να κρύβεται ακόμη και πίσω από μία μάσκα αδιαφορίας. Να δεις πως οι άνθρωποι ήταν και θα είναι πάντα οι ίδιοι».
Η Νέμεσις απονέμει τη θεία δίκη τιμωρώντας την αλαζονεία των ανθρώπων.
…και οι άνθρωποι βογκούν πίσω από τα δίκαια δεσμά σου, γιατί κάθε σκέψη καλά κρυμμένη στο μυαλό, ξεκάθαρα αποκαλύπτεται στη θέα σου...(από τον Ορφικό ύμνο στη Νέμεση).
Οι γεύσεις της Νέμεσης είναι ένα μυθιστόρημα για το πάθος, την επικράτηση, την αλαζονεία, τα ανθρώπινα λάθη είτε αυτά είναι λανθασμένες αποφάσεις σε έναν πόλεμο είτε εσφαλμένες εκτιμήσεις ενός χαρακτήρα, μίας συμπεριφοράς. Είναι όμως και ένα μυθιστόρημα για τη διχόνοια που μάστιζε ανέκαθεν την Ελλάδα ζητώντας όλο και περισσότερο αίμα, προϊόν των αδελφοκτόνων πολέμων.
Με μαεστρία η Κωνσταντίνα Λαψάτη μεταφέρει το μίσος και την αντιπαράθεση ανάμεσα στην Αθήνα και τη Σπάρτη και σε επίπεδο προσωπικών συναισθηματικών συγκρούσεων. Ο Λακεδαιμόνιος Λίβυς και ο Αθηναίος Δείναρχος ερίζουν για το ποιος θα υπερισχύσει στην καρδιά της Ζηναΐδος, την διεκδικούν σαν μία πόλη τρόπαιο, την οποία θέλει ο καθένας να πάρει με το μέρος του. Η ζυγαριά κλείνει πότε προς τον έναν πότε προς τον άλλον. Ακριβώς σαν μια πολεμική σύρραξη, όπου το αποτέλεσμα της μάχης είναι ένα συνονθύλευμα στρατηγικής, εύνοιας της τύχης, αλλά και αστάθμητων παραγόντων, έτσι και οι τρείς βασικοί ήρωες θα δώσουν τις δικές τους μάχες για να αποδείξουν στους Θεούς ότι όλοι δικαιούνται μία δεύτερη ευκαιρία.
Αλλά και ότι η Νέμεσις είναι μία άφταστη μαγείρισσα, αρκεί να μη χλευάσεις τη δύναμη και την τέχνη της. Γιατί τότε είναι πολύ εύκολο να ζυμωθεί η ήρα μαζί με το σιτάρι και η βρώση δε θα είναι πλέον απόλαυση, αλλά τιμωρία.
Οι γεύσεις της Νέμεσης είναι ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται στην κυριολεξία απνευστί.
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ωκεανός.

Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Ένα παραμύθι για τις λέξεις



Ζούσε κάποτε, κάπου, ένας νέος άνθρωπος με μεγάλη περιουσία. Με τα χρήματά του μπορούσε να αποκτήσει τα πάντα. Είχε συνηθίσει λοιπόν να βάζει ένα στόχο και να τον πραγματοποιεί. Εύκολο θα μου πείτε, αν έχεις τα απαραίτητα εφόδια.
Aρκούσε να σκεφτεί τι άλλο θα μπορούσε να πετύχει και σχεδόν αμέσως το είχε, σαν κάτι μαγικό. Δεν ήταν όνειρα όμως αυτά, παρά επιθυμίες υλικές και τίποτα περισσότερο. Τα όνειρα, ακόμη και στον ύπνο του, ήταν ανύπαρκτα. Πεζό θα ονομάσουμε αυτόν τον άνθρωπο που του έλειπε η φαντασία και η ζωή του ήταν γεμάτη από πλούσιες αλλά μονότονες ημέρες.
Απέναντι ακριβώς από το σπίτι του Πεζού ζούσε ένας συνομήλικός του που θα τον ονομάσουμε Ονειροπόλο, γιατί όλη του η περιουσία ήταν τα όνειρά του.
Ο Πεζός συναντούσε καθημερινά στο δρόμο του τον Ονειροπόλο και παραξενευόταν όλο και περισσότερο που τον έβλεπε να έχει ένα μόνιμο χαμόγελο στο πρόσωπό του. Μα ποιο ήταν τέλος πάντων το μυστικό του και φαινόταν τόσο ευτυχής, τόσο ικανοποιημένος;
Μια μέρα τον είδε να περνάει φορτωμένος με ένα πακέτο χαρτιά. Δεν άντεξε και τον ρώτησε τι τα χρειαζόταν. Κι ο Ονειροπόλος τού απάντησε πως ήταν το μέσο για να δώσει σάρκα και οστά στα όνειρά του κι έτσι να ξαναπλάσει νέα όνειρα. Με το που άκουσε ο Πεζός τη μαγική λέξη όνειρα, δεν έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στα λόγια του άλλου παρά τα ερμήνευσε όπως τον βόλευε.
Να κάτι που δεν είχε. Τα όνειρα τού έλειπαν, από τον ύπνο κι από τον ξύπνιο του. Αυτά έπρεπε να αποκτήσει, γι’ αυτό απευθύνθηκε σε αυτούς που τον συμβούλευαν. Κι εκείνοι, αφού μελέτησαν το θέμα, τον πληροφόρησαν πως ο γείτονάς του ήταν συγγραφέας, με τις λέξεις του λοιπόν πραγματοποιούσε τα όνειρά του και γεννούσε κι άλλα όνειρα.
«Αν γράψω κι εγώ, θα κατακτήσω και τα όνειρα!» σκέφτηκε ο Πεζός κι έτριψε ευχαριστημένος τα χέρια του.
Προμηθεύτηκε αμέσως το πιο ακριβό χαρτί και πένες στολισμένες με φτερά παγωνιού και μύτη τόσο ντελικάτη που έλεγες πως οι λέξεις θα χαραχτούν άκοπα στην άγραφη επιφάνεια.
Ο Πεζός στρώθηκε στο γραφείο του κι έγραψε: Η ιστορία της ζωής μου, Πρώτο κεφάλαιο. Και με αυτές τις αράδες απόμεινε να κοιτάζει άσκοπα το κενό. Κενό ήταν και το μυαλό του, αφού και η φαντασία ήταν άγνωστη στο λεξιλόγιό του.
Την επόμενη μέρα, φουρτουνιασμένος μίλησε ξανά με τους συμβούλους του. Κι εκείνοι αποφάνθηκαν πολύ σοφά: «Τις λέξεις πρέπει να τις γευτείς, να καταλάβεις τη νοστιμιά τους».
Έξυσε το κεφάλι του αμήχανα ο Πεζός μήπως και αντιληφθεί το νόημα της συμβουλής ώσπου ο νους του φωτίστηκε. Παράγγειλε λοιπόν καμιά δεκαριά τόμους από το βιβλιοπωλείο και έδωσε εντολή στο μάγειρά του να φτιάξει ένα νόστιμο φαγητό με τις σελίδες τους. Ως και ωμές έφαγε κάποιες από αυτές σαν σαλάτα με μπόλικο λαδόξυδο. Ένιωσε μια δυσφορία βέβαια, αλλά το δικαιολόγησε ότι τάχα μου ήταν η έμπνευση που ερχόταν και προκαλούσε δυσπεψία.
Στρώθηκε το ίδιο εκείνο βράδυ μπροστά στα χαρτιά του, πήρε την πένα στο χέρι και περίμενε. Πέρασαν ώρες, αλλά δεν έγραψε το παραμικρό. Συγχύστηκε, γιατί οι σύμβουλοί του δεν ήξεραν μάλλον τι τους γινόταν. Δεν είχε όμως αλλού να προσφύγει, και τους ξαναρώτησε. «Τις λέξεις πρέπει να τις πιείς, να ποτίσει ο χυμός τους το είναι σου», ήταν η επόμενη συμβουλή.
Ο Πεζός συμμορφώθηκε αμέσως. Παράγγειλε άλλα δέκα βιβλία, κι αφού ο μάγειράς του τα έβαλε με μπόλικο νερό στον αποχυμωτή, δοκίμασε τον παράξενο ζωμό. Πάλι στρώθηκε στο γραφείο του, πάλι περίμενε, μα πάλι η έμπνευση δεν τον επισκέφτηκε.
Το άλλο πρωί, παρότι κουρασμένος και ξενυχτισμένος, δεν το έβαλε κάτω, αλλά ζήτησε νέα συμβουλή. «Να μυρίζεις και να ανασαίνεις τις λέξεις», πήρε τον επόμενο χρησμό.
Ήταν καθαρά θέμα αισθήσεων, σκέφτηκε ο Πεζός και ξόδεψε άλλα δέκα βιβλία σκίζοντας τις σελίδες τους σε μικρά κομμάτια και τοποθετώντας τα όλα αυτά σε ένα μεγάλο δοχείο. Κάθε λίγο έσκυβε κι έχωνε τη μύτη του πάνω από τις λέξεις, παίρνοντας συνάμα βαθιές ανάσες. Δεν άργησε να νιώσει μια αναγούλα και δυσφορία. Φυσικά ούτε εκείνη τη νύχτα έγραψε το παραμικρό.
Οι σύμβουλοι είχαν πάντα καινούριες προτροπές -αυτή είναι η δουλειά τους εξάλλου. Πέρασαν μέρες κι ο Πεζός ακολούθησε τη νέα πρόταση. «Να λούζεσαι στις λέξεις, να τις αφήνεις να λιώνουν επάνω σου σαν τις νιφάδες του χιονιού!» Μια και δυο, γέμισε την πολυτελή μπανιέρα του νερό και κατέστρεψε άλλα δέκα βιβλία. Ευχαριστημένος, βυθίστηκε στον σκουρόχρωμο πολτό. Τουλάχιστον θα ήταν χαλαρωτικό, κάτι σαν τα λασπόλουτρα, σκέφτηκε. Χωρίς να ξεβγαλθεί από την ιδιότυπη σαπουνάδα, κάθισε στο γραφείο του περιμένοντας. Μάταιος κόπος!
Ένας σύμβουλος τού σύστησε να ταξιδέψει με τις λέξεις. Δεν ήταν κακή ιδέα, σκέφτηκε. Θα βρισκόταν σε καινούργιο περιβάλλον, θα ανανεωνόταν. Μπήκε στο τρένο, παίρνοντας άλλα δέκα βιβλία μαζί του. Έκανε ένα μακρινό ταξίδι, οι λέξεις όμως δεν αποδείχτηκαν καλός συνταξιδιώτης. Τα βιβλία έμειναν ανέγγιχτα στο διπλανό κάθισμα. Βουβά, σαν τους συνεπιβάτες του, έμοιαζαν να τον κοιτάζουν άλλοτε μουτρωμένα και άλλοτε απαξιωτικά.
Ο Πεζός κατάλαβε πως οι σύμβουλοί του δεν άξιζαν ούτε δεκάρα. Πήρε λοιπόν την απόφαση να επισκεφτεί τον Ονειροπόλο και να ζητήσει τη βοήθειά του. Τον βρήκε ανάμεσα σε στοίβες χαρτιά, να διαβάζει ένα χοντρό βιβλίο. Χωρίς να χάσει χρόνο, του εξήγησε τις περιπέτειές του. Ο άλλος τον άκουγε προσεκτικά πότε χαμογελώντας και πότε κουνώντας με κατανόηση το κεφάλι του.
«Οι συμβουλές ήταν πολύ σωστές. Οι λέξεις είναι για να τις γευόμαστε, για να νοστιμίσουν τη ζωή μας. Να τις πίνουμε, ώστε ο χυμός τους να ποτίσει το είναι μας. Να τις μυρίζουμε, να τις αναπνέουμε, να τις αγγίζουμε για να κατανοούμε την υφή τους. Να χαλαρώνουμε αφήνοντάς τες να λιώσουν επάνω μας σαν τις νιφάδες του χιονιού. Να κάνουμε ταξίδια μαζί τους!» τον βεβαίωσε ο Ονειροπόλος.
«Δε μου λες κάτι καινούργιο. Τι έκανα στραβά λοιπόν;» ρώτησε παραξενεμένος ο Πεζός.
«Τα έκανες όλα σωστά και λάθος, σαν να ακολουθούσες οδηγίες χωρίς να σκεφτείς εσύ ο ίδιος. Δες μόνος σου πόσα βιβλία κατέστρεψες! Τα μισά αν διάβαζες, θα δοκίμαζες όλα αυτά τα συναισθήματα, όλες αυτές τις εμπειρίες. Αλήθεια, άνοιξες ποτέ σου ένα βιβλίο; Δοκίμασες να κατανοήσεις αυτά που οι λέξεις του συμβολίζουν;» τον ρώτησε ο Ονειροπόλος.
Ο Πεζός έβαλε το κεφάλι κάτω ντροπιασμένος. Πόσο στενοκέφαλος είχε υπάρξει! Πόσο πεζός αλήθεια!

Μια φορά κι έναν καιρό, κάπου, κάποτε, ζούσε ένας άνθρωπος. Δεν είχε πολλά στη ζωή του, κατείχε όμως τα όνειρα, τα όνειρα που φέρνουν οι λέξεις κι αυτά που πάλι εκείνες δημιουργούν…

Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2013

Το Λογοτεχνικό ταξίδι συνομιλεί με την Ευρυδίκη Αμανατίδου

[Συνέντευξη στον Χάρη Γαντζούδη] 




"Από την κάθε δημιουργία μου, κρατάω το μαγικό ταξίδι μέχρι το τέλος του, κρατάω όμως και σαν ό,τι πολύτιμο, τη ζεστασιά του κάθε αναγνώστη" 
Ευρυδίκη Αμανατίδου
      Το λογοτεχνικό της ταξίδι ξεκίνησε το 1991 με το παιδικό θεατρικό έργο "Ένα καπέλο για τον καθηγητή" το οποίο βραβεύτηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού. Από τότε μέχρι σήμερα έχει γράψει πολλά και διαφορετικά πράγματα όπως το συλλογικό μυθιστόρημα "Όσα ποτέ δεν είπαμε" που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Ωκεανός. Το Λογοτεχνικό Ταξίδι υποδέχεται την πολυγραφότατη συγγραφέα Ευρυδίκη Αμανατίδου και συνομιλεί μαζί της για τα έργα της.
Κυρία Αμανατίδου σας καλωσορίζω στο Λογοτεχνικό Ταξίδι. 
Καλώς σας βρήκα, ευχαριστώ για την πρόσκληση.
Την εμφάνισή σας στη λογοτεχνία την κάνατε το 2006 με το βιβλίο «Στη Μεσόγειο κολυμπούν παράξενοι θεοί». Μιλήστε μας λίγο για την πορεία σας μέχρι σήμερα.
Αυτή ήταν η επίσημη εμφάνισή μου στον χώρο της λογοτεχνίας ενηλίκων. Προ αυτής, επί χρόνια ασχολήθηκα με το παιδικό θέατρο, ξεκινώντας από το «ένα καπέλο για τον καθηγητή», το οποίο είχε βραβευτεί και από το Υπουργείο Πολιτισμού το 1991.
Τον τελευταίο καιρό έχουν κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Σαΐτα πέντε βιβλία σας. Πως προέκυψε αυτή η συνεργασία; Πείτε μας λίγα λόγια για αυτά τα έργα σας.
Για εμένα δεν υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα στο έντυπο και το ψηφιακό βιβλίο. Η διαδικασία δημιουργίας τους εξάλλου είναι η ίδια, απλά δεν υπάρχει το στάδιο του τυπογραφείου. Από πέρυσι φλέρταρα με την ιδέα να εκδώσω κάτι σε ψηφιακή μορφή. Η γνωριμία μου με τη Σαΐτα έγινε μέσω της κοινωνικής δικτύωσης. Μου άρεσε η ευθύτητα και η ειλικρίνεια του δημιουργού της, του Ηρακλή Λαμπαδαρίου, το σκεπτικό του, αλλά και το έργο που είχαν ήδη στο ενεργητικό τους οι εκδόσεις. Όσο για τα ψηφιακά μου βιβλία είναι τέσσερα παραμύθια που αγαπάω πολύ και μάλιστα τα δύο από αυτά έχουν δραματοποιηθεί και παρουσιαστεί παλαιότερα σε σχολεία και μια συλλογή διηγημάτων που έχω γράψει από κοινού με τον καλό φίλο από την Κρήτη, τον Γιάννη τον Λαμπράκη. Έχει τον τίτλο «Μαζί» και τα δεκαέξι διηγήματα που περιλαμβάνει έχουν γραφτεί με τους δυο δημιουργούς τους να αναλαμβάνουν ο καθένας έναν ή δύο ήρωες, δίνοντας μια διαφορετική οπτική στη μικρή φόρμα.
«Όσα ποτέ δεν είπαμε» τιτλοφορείται το νέο σας βιβλίο, το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Ωκεανός και το οποίο το συνυπογράφετε με άλλους 3 συγγραφείς. Ποια είναι η υπόθεσή του βιβλίου; Υπάρχουν πράγματα που θα θέλατε να πείτε και δεν τα έχετε πει μέχρι σήμερα;
Στο μυθιστόρημα, τρεις άνθρωποι που συνδέονται με σχέσεις μίσους και πάθους από παλιά, συναντιούνται στο σήμερα. Η Χρύσα και η Ευρυδίκη, αιώνιες αντίζηλες και το μήλον της έριδος, ο Τάσος. Τη βραδιά των γενεθλίων της Χρύσας, θα συμβεί κάτι που θα φέρει τα πάνω κάτω όπως συνηθίζουμε να λέμε. Και ένα καινούριο πρόσωπο εμφανίζεται στο προσκήνιο, ο αινιγματικός δημοσιογράφος Δημήτρης Δελής. Αυτό που έχω να πω είναι ότι το μυθιστόρημα χαρακτηρίζεται από συνεχείς ανατροπές αλλά και την συνύπαρξη τεσσάρων διαφορετικών γραφών που όχι μόνο δένουν αρμονικά μεταξύ τους αλλά και δίνουν στον αναγνώστη μια ακόμη πιο δυνατή εικόνα για τους ήρωες. Όσο για τα ανείπωτα λόγια, μα ο καθένας μας έχει λόγια απωθημένα σίγουρα, όμως κρατάμε κάτι για τον εαυτό μας, είτε γιατί δε θέλουμε να πληγώσουμε τους άλλους είτε εμάς τους ίδιους.
Ποιους Έλληνες συγγραφείς θαυμάζετε και με ποιους από αυτούς είστε φίλοι;
Καζαντζάκης από τους παλαιότερους. Όσο για τους νεότερους, δεν θα αναφερθώ ειδικά σε κάποιον. Οι φίλοι μου εξάλλου γνωρίζουν τις αδυναμίες μου.
Ως συγγραφέας έχετε ασχοληθεί με διάφορα είδη (Μυθιστόρημα, Διήγημα, Παραμύθι…). Ποιο σας εκφράζει περισσότερο και τι κρατάτε από το κάθε ένα;
Όλα με εκφράζουν, γιατί όλα αφορούν το παιχνίδι με τις λέξεις, όπως λέω πάντα. Από την κάθε δημιουργία μου, κρατάω το μαγικό ταξίδι μέχρι το τέλος του, κρατάω όμως και σαν ό,τι πολύτιμο, τη ζεστασιά του κάθε αναγνώστη.
Αν έπρεπε όλοι οι Έλληνες να διαβάσουν ένα βιβλίο σας, ποιο θα ήταν αυτό και γιατί;
 Ψυχαναγκασμός μού ακούγεται αυτό. Θα έπρεπε να επιλέξω και τα αγαπάω εξίσου. Αφού όμως η ερώτηση ζητάει απάντηση, θα προτείνω το συλλογικό μας μυθιστόρημα, το «όσα ποτέ δεν είπαμε» που προαναφέραμε. Το αγαπάω ιδιαίτερα, γιατί αγαπάω ιδιαίτερα και τους συνδημιουργούς του και επίσης πιστεύω πως έχουμε δώσει τον καλύτερο μας εαυτό και στον αναγνώστη τέσσερις διαφορετικές γραφές που δημιουργούν ένα δομημένο σύνολο.
Τι σας κάνει αισιόδοξη σήμερα;
Το ότι συνεχίζω να θέλω να δημιουργώ.
Στον ελεύθερο χρόνο σας με τι ασχολείστε;
Με τις μικρές απολαύσεις της καθημερινότητας.
Κλείνοντας θα ήθελα να προτείνετε στους αναγνώστες μας το αγαπημένο σας βιβλίο.
Η θεία Χούλια και ο γραφιάς του Λιόσα.
Σας ευχαριστώ πολύ.
Εγώ σας ευχαριστώ και εύχομαι καλή και δημιουργική συνέχεια.

Βιογραφικό 

   Η Ευρυδίκη Αμανατίδου ζει στην Αθήνα.  Παρά το ότι σπούδασε νομικά, της αρέσει να παίζει με τις λέξεις, τα χαρτιά και τα μολύβια.
  Έργα της που έχουν εκδοθεί: «Ένα καπέλο για τον καθηγητή», Δελφίνι 1993 «Στη Μεσόγειο κολυμπούν παράξενοι θεοί», Βασιλείου 2006 «Σιωπηλή πέτρα», Μίνωας 2007 «Η ακριβή ανάσα του νερού», Μίνωας 2009 «Ο φύλακας στο φάρο» Μίνωας 2011, «Η Πολιτεία που δεν είχε Χριστούγεννα», «Το αεράκι και η καμινάδα», «Ο ήλιος που έχασε το δρόμο του» Σαΐτα 2012, «Το συναχωμένο ηφαίστειο», «Μαζί» Σαΐτα 2013 (συλλογή διηγημάτων με τον Γιάννη Λαμπράκη), "¨Οσα ποτέ δεν είπαμε",Ωκεανός,  συλλογικό μυθιστόρημα με το ψευδώνυμε Νία Μαγγέλου και συνδημιουργούς του τους Δημήτρη Νίκου, Τάσο Αγγελίδη Γκέντζο και Χρύσα Λουλοπούλου. http://evriam.blogspot.gr/  ειναι το προσωπικό της ιστολόγιο.
Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό ταξίδι