Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

Μαρία Κωνσταντούρου: Αγεφύρωτες σιωπές



"Κόρη, το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε, πο 'χεις μονάκριβο αδελφό, μη λάχει και περάσει." Κι αυτή το λόγον άλλαζε κι άλλη κατάρα δίνει: "Αν τρέμουν τ' άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι, κι αν πέφτουν τ' άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες, τί έχω αδελφό στην ξενιτιά, μη λάχει και περάσει."
Έτσι τελειώνει το δημοτικό τραγούδι που μιλάει για το θρύλο του γεφυριού της Άρτας και αλληγορικά για τις θυσίες και όλες τις ευχές ή κατάρες που τις συνοδεύουν.
Έτσι ξεκινάει να πλέκεται και ο μύθος στο μυθιστόρημα της Μαρίας Κωνσταντούρου «Αγεφύρωτες σιωπές» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη.
Μια ιστορία των αρχών του 17ου αιώνα, τι σχέση μπορεί να έχει με το σήμερα; Το ότι φυσικά (γιατί όλα αυτά είναι γραμμένα στον ανθρώπινο κώδικα) η παραβίαση των ορίων, το καλό και το κακό, ο αγώνας και η αγωνία της ψυχής δεν έχουν χρόνο και τόπο.
Ο γνωστός μας μύθος λοιπόν τρέχει παράλληλα με το σήμερα, όταν η Μαργαρίτα Παπασιδέρη βρίσκει τραγικό θάνατο πέφτοντας από το γεφύρι της Άρτας. Τα στοιχεία συνηγορούν στην αυτοκτονία, όμως η κόρη της, Θάλεια, πιστεύει πως πρόκειται για εγκληματική ενέργεια. Και η ιστορία ξεκινάει. Φυσικά δεν πρόκειται να αποκαλύψω τίποτα παραπάνω, και το μόνο που έχω να καταθέσω είναι πως χρειάστηκα μία ημέρα μόνο για να καταβροχθίσω το βιβλίο. Συναρπαστικό από την αρχή μέχρι το τέλος, με κορύφωση της αγωνίας σε κάθε γύρισμα της πλοκής, κάθε εξέλιξή της, σε σημείο να αδιαφορώ για την κούραση και να διαβάζω τις σελίδες τη μία μετά την άλλη με αμείωτο ενδιαφέρον.
Πιστεύω πως η αγαπημένη συγγραφέας, μια γυναίκα που λέω πάντα πως το πρόσωπό της στολίζει ένα υπέροχο χαμόγελο και μάτια που είναι γεμάτα αγάπη για όλο τον κόσμο, δημιούργησε ένα μικρό αριστούργημα. Κατάφερε να ταιριάξει πολλά διαφορετικά πράγματα με μεγάλη μαεστρία και να φτάσει σε ένα απόλυτα επιτυχημένο αποτέλεσμα. Άψογο και εκφραστικά και από πλευράς έρευνας, αυτό που στον κινηματογράφο λέμε πίσω από τις σκηνές, μη νομίζετε πως δεν ισχύει και για τη συγγραφή. Διαβάζοντας, είναι ολοφάνερο το πόσο κόπο απαίτησε αυτό το εγχείρημα ακόμη και στα μάτια του ανυποψίαστου αναγνώστη. Πόσο μάλλον στα μάτια μιας συνοδοιπόρου που πίσω από κάθε παράγραφο, έβλεπε την αγωνία να αποτυπωθούν τα αισθήματα και τα συναισθήματα, να συνδεθούν πράγματα φαινομενικά αταίριαστα, πρόσωπα με τη δική του ιστορία το καθένα. Είναι πολλά αυτά που πρέπει να έχει στο νου του ο συγγραφέας που είναι αρωγός του λόγου και με χαρά μου είδα πως η Μαρία Κωνσταντούρου έδεσε τα πάντα έως την πραγματική λεπτομέρεια χωρίς στιγμή να παραπλανήσει τον αναγνώστη της αλλά με σεβασμό απέναντί του, δίνοντας σε ίσες δόσεις, ζυγίζοντας στη ζυγαριά της συγγραφικής τέχνης αλλά και της πορείας της ζωής, τη σκληρότητα αλλά και το μεγαλείο του ανθρώπου. Γιατί άνθρωποι που ζουν ανάμεσά μας, σε όλες τις κοινωνίες, είναι οι ήρωές της, άνθρωποι που γίνονται τέρατα ακολουθώντας λάθος δρόμους, τέρατα που εξανθρωπίζονται με την αγάπη και τη ζεστασιά της, άνθρωποι χτυπημένοι από τις αδικίες άλλων με διαστρεβλωμένη οπτική και ηθική. Ψυχές τραυματισμένες που τους αξίζει να έχουν μια δεύτερη ευκαιρία, φωνές που πρέπει να ακουστούν όσο κι αν αυτά που κρύβουν μέσα στο βουβό τους πόνο είναι σκληρά και σπαρακτικά. Αλλά και άνθρωποι δοτικοί, με μεγαλείο ψυχής που ακόμη και το επάγγελμα που επέλεξαν δηλώνει την ανάγκη τους η πληρότητα να ολοκληρωθεί μέσα από την συμπαράσταση, την αλληλεγγύη αλλά και την αποκάλυψη της αλήθειας. Γιατί ακόμη κι αν στην προσωπική τους ζωή χωλαίνουν, αυτό είναι το δικό τους αντίτιμο μέχρι να φτάσουν «να ξεπετάγονται από τις σκιές του ποταμού και να σκαρφαλώσουν χέρι χέρι στα λαμπερά χρώματα του ουράνιου θόλου» (σελ. 385).
Δε μπορώ να μην αναφέρω από εδώ τη δική μου αγαπημένη σκηνή, αυτή της θυσίας της γυναίκας του πρωτομάστορα. Η περιγραφή κόβει πραγματικά την ανάσα. Πολλά άριστα και στον τρόπο που συνταίριαξε η συγγραφέας το αστυνομικό μυστήριο και ένταση με την εις βάθος διερεύνηση της ανθρώπινης ψυχής, τον ρομαντισμό και τον σε αντιδιαστολή κυνισμό της φθαρτής μας ύπαρξης και τέλος το να μας κάνει να σκεφτούμε πως οι σιωπές φτάνει στιγμή που γεφυρώνονται και βρίσκουν στόμα να μιλήσουν για το πολυπόθητο της λύτρωσης.
Πολλά συγχαρητήρια στη Μαρία Κωνσταντούρου για αυτό το πολύ ανθρώπινο, συναρπαστικό της δημιούργημα!

Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

Δημήτρης Νίκου: Σημασία έχει μονάχα η ζωή



Μια Κυριακή που θέλουν να είναι ντυμένη με διαφορετικά χρώματα. Δε ζητούν τίποτα περισσότερο παρά να ξεφύγουν από μια πόλη που το γκρίζο της κάνει αφόρητη την καθημερινότητά τους.
Ο Άρης, η Έλλη, η Πηνελόπη. Δεν έχουν τίποτα, μονάχα ο ένας τον άλλον, αυτό όμως είναι αρκετό για μια διαφορετική Κυριακή.
Μια εκδρομή σε ένα τοπίο που τους γοητεύει. Μια φάρσα που ξεκινάει σαν αθώο αστείο, ένα παιχνίδι για να καλοπιάσουν τη μέρα τους, να την ξεγελάσουν. Ύβρις; Τι άλλο, όταν ξαφνικά τα χρώματα αλλάζουν κι ο χρόνος παγώνει και αυτός; Δεν της αρέσουν της ζωής τα αστεία των άλλων, μόνο τα δικά της ορίζουν τους κανόνες του παιχνιδιού.
Μια γυναικεία τσάντα γεμάτη τσαλακωμένα όνειρα, η απότομη αλλαγή της διάθεσης, το νευρικό βλέμμα της Έλλης καρφωμένο στην οθόνη ενός κινητού. Έτσι ξεκίνησαν όλα. Κι εκεί, στα κοφτερά βράχια, τρεις φίλοι παίζουν μια παρτίδα ντόμινο. Δεν έχουν υπολογίσει ότι με μια κίνηση ο ένας θα παρασύρει τον άλλον και θα πέσουν όλοι μαζί. Περίεργο! Αφού όλα στη ζωή είναι Ντόμινο! Η Έλλη το λέει συνέχεια αυτό.
Πηνελόπη και Άρης, δυο παιδικοί φίλοι με μια ζωή στο περιθώριο, τέρατα για τους άλλους. Οι σωματικές και οι ψυχικές δυσμορφίες δίνουν πάντα καλές αφορμές για άκοπους χαρακτηρισμούς. Κανένας δε θα μπει στον κόπο να ψάξει βαθύτερα, δύο μέσα στο χάος. Το δικό τους περιθώριο αμβλύνεται όταν θα γίνουν τρεις. Η Έλλη μπαίνει στη ζωή τους φέρνοντας μαζί της αυτό που έχει ανάγκη ο καθένας τους. Φιλία που για τον Άρη γίνεται έρωτας, φιλία που για την Πηνελόπη γίνεται άλλοτε μητρικό χάδι κι άλλοτε ζήλεια για αυτό που η ίδια δεν μπορεί να προσεγγίσει.
Μια Κυριακή κι οι τρεις γίνονται δύο. Ένα αστείο, μια απρόβλεπτη αντίδραση και η πτώση. Η ζωή γελάει δυνατά, τους κρατάει γερά τώρα, στήνει ξανά το παιχνίδι και τους προτείνει μια τελευταία παρτίδα.
Μαύρα ρούχα, βόλτες στη σκοτεινή πλευρά της πόλης.
Αίμα και νερό. Στα βράχια που είναι κρυμμένο το άψυχο σώμα της Έλλης, αίμα και νερό, ζωή με τη δική της ισορροπία.
Εφιαλτικές παραισθήσεις, δαιμόνια που βασανίζουν αγίους, άγγελοι που βασανίζουν δαίμονες.
Σκίτσα που ζωγραφίζουν όνειρα, ατέλειωτα σενάρια σε μια τελειωμένη πραγματικότητα. Ασπρόμαυρες γραμμές πλασμένες από μια επιθυμία που γίνεται αφόρητη. Ένα τρομαγμένο πρόσωπο που απεικονίζεται στο εξώφυλλο ενός δίσκου. Ένα ξυράφι με περίτεχνη λαβή. «Κι η σύγχυση θα γίνει ο επιτάφιός μου καθώς σέρνομαι σ’ ένα ραγισμένο, σπασμένο μονοπάτι». Το τέλος για τον Άρη.
Ένα αφιλόξενο σπίτι κι ένα αφιλόξενο σώμα. Κλωστές που σπάνε, κλυδωνίζοντας την ισορροπία. Δρόμοι, ζάλη και το άσπρο σύννεφο. Μια νύχτα και ύπνος σε ένα παγκάκι. Μετά, η θολή υγρασία διαλύεται από το φως και τη ζέστη που μια λευκοντυμένη φιγούρα φέρνει μαζί της.
Ο νόμος, η έρευνα, το αστυνομικό τμήμα. Σαν έκθεμα σε μουσείο, αξιοπερίεργο της φύσης και της αυθεντίας των ανθρώπων. Ένα κελί κι η τελευταία επιθυμία σφαδάζει γραμμένη με αίμα στον τοίχο. Το τέλος για την Πηνελόπη.
Λευκά φώτα, ακινησία. Ο χρόνος που τρέχει, ο χρόνος που σταμάτησε. «Λυπήσου αυτούς, που μια φορά με φτερά ζούσαν, και τα χάνουν, και δεν τους μένει άλλη χαρά, παρά η χαρά πως θα πεθάνουν…» Όχι! Είναι όμορφοι αυτοί οι στίχοι του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη , κατάρα όμως κουβαλούν. Μια ακόμη μάχη. Οι κανόνες του παιχνιδιού αλλάζουν. Μια παρτίδα ντόμινο στήνεται ξανά. Μα γιατί κανείς τους δεν είχε σκεφτεί την κίνηση που λέγεται αγάπη;
Ο Δημήτρης Νίκου γράφει ένα μυθιστόρημα αφιερωμένο στην ίδια τη ζωή, πλασμένο με τα δικά του όνειρα, σκέψεις, ελπίδες. Το ντύνει μουσικά με Ραχμάνινοφ και Κίνγκ Κρίμσον, το στολίζει με σκίτσα από κόμικς και ζωγραφικούς πίνακες. Παίζει με το κολασμένο μαύρο και το παραδεισένιο λευκό, χρώματα του ντόμινο, την ασπρόμαυρη πλευρά της ζωής, για να οδηγήσει τον αναγνώστη στη συνείδηση του κόκκινου.. Η ροή του αίματος, η ταχύτητα και η ακινησία του, έναρξη ζωής και παύση θανάτου είναι μια πρώτη ερμηνεία. Όμως η ουσία είναι η αγάπη, αγάπη στον εαυτό μας που τρέφεται σαν χώμα διψασμένο από την αγάπη των άλλων. Να αγαπήσουμε τις πληγές μας για να τις θρέψουμε, να βιώσουμε κάθε στιγμή σαν δοκιμασία που κι αν τσαλακώσει τα φτερά μας, θα μας κάνει πιο επίμονους να βρούμε τον τρόπο να πετάξουμε ξανά προς τα όνειρά μας.
Η γραφή του Δημήτρη Νίκου ξεφεύγει από τα στεγανά που χαρίζει η κατηγοριοποίηση. Το κείμενο ακολουθεί άλλοτε τα σκοτεινά μονοπάτια και τις απότομες στροφές του δρόμου που με αγωνία διανύουν οι ήρωες. Κι άλλοτε ακουμπάει σε εκείνες τις απαλές καμπύλες και σημεία ξεκούρασης που κάθε δύσκολη πορεία προσφέρει σαν ανάπαυλα. Εκεί που το ζοφερό, η αγωνία και το σπάραγμα κορυφώνονται, έρχεται πεισματικά το όνειρο, η ανάγκη της ψυχής να ξεπεράσει τα στεγανά της περίκλειστης σάρκας. Και στον κίνδυνο της απώλειας που ελλοχεύει, ο συγγραφέας απαντάει με αγάπη. Η καλύτερα με τη δοκιμασία της αγάπης.
«Βλέπομεν γαρ άρτι δι' εσόπτρου εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον άρτι γινώσκω εκ μέρους, τότε δε επιγνώσομαι καθώς και επεγνώσθην. Νυνί δε μένει πίστις, έλπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα· μείζων δε τούτων η αγάπη» Απόστολος Παύλος Α επιστολή προς Κορινθίους.
Πιστεύω πως αυτό θέλει να δείξει και ο δημιουργός του μυθιστορήματος. Η θαμπάδα του καθρέφτη, αυτές οι μάσκες που φορούν οι ήρωές του, αλλά και όλοι μας, μόνο με την πίστη, την ελπίδα και την αγάπη φεύγουν, γιατί τότε μόνο θα δούμε τα πραγματικά πρόσωπα και η μονομερής, ατελής γνώση θα γίνει συνολική και τέλεια. Κορυφαία είναι η αγάπη, αυτή είναι τα φτερά μας, αυτή και το όνειρό μας, αυτή και η τελική κατάκτηση.
Έχοντας παρακολουθήσει από την αρχή του τη δημιουργία αυτού του μυθιστορήματος, την πάλη ανάμεσα στις ιδέες και τα όνειρα, τα θέλω και τα πρέπει της συγγραφικής νομοτέλειας, θεωρώ πως ο Δημήτρης Νίκου κατόρθωσε να δείξει με πίστη, ελπίδα και αγάπη στον αναγνώστη ότι «σημασία έχει μονάχα η ζωή», η ζωή που ως δώρο και όχι ως άχθος μάς δόθηκε. Ο δρόμος που έχει να διανύσει ο καθένας μας είναι δύσκολος, όμως «αγάπα και όλα ανατρέπονται» όπως και η τελική ανατροπή-εύρημα του συγγραφέα προτάσσει.
«Σημασία έχει μονάχα η ζωή», από τις εκδόσεις Ωκεανός: ένα μυθιστόρημα ντυμένο με το φως της αγάπης και τη χάρη της έμπνευσης.

Τετάρτη, 15 Μαΐου 2013

Ποιος φίλησε την Τζέιν Έυρ;



Ανάρμοστο βιβλίο; Λύση για κάθε νόσο και ειδικότερα για την υστερία; Δακρύβρεχτο ρομάντζο; Μια βικτωριανή Σταχτοπούτα του 1847 ξεσηκώνει πίσω από ένα ψευδώνυμο. Άτεχνο, κατάληξαν οι κριτικοί όταν αποκαλύφθηκε ότι το μυθιστόρημα Τζέιν Έυρ είχε γραφεί από τη Σαρλότ Μπροντέ που κρυβόταν πίσω από το αμφίφυλο όνομα Κάρερ Μπελ. Τον σάλο τον προκάλεσε πάντως καθώς οι γυναικείες καρδιές που χτυπούσαν κάτω από τους ασφυκτικούς κορσέδες δεν άντεχαν άλλη βικτωριανή υποκρισία.
Ποια είναι η ηρωίδα εξάλλου; Μια ταπεινής καταγωγής άσχημη κοπέλα που επιδιώκει την ανεξαρτησία της. Κατά πόσον η ανεξαρτησία επιτυγχάνεται με την απόκτηση χρημάτων και ενός συζύγου; Για την Τζέιν δεν είναι θέμα ασπασμού φεμινιστικών θεωριών, αλλά προσπάθεια εξεύρεσης προσωπικής λύσης σε ένα θέμα. Ριζοσπαστικό το μυθιστόρημα στον καιρό του στο σημείο που διαπραγματεύεται την ικανότητα της γυναίκας να κρίνει. Το πάθος που ξεχειλίζει είναι άραγε το φάρμακο απέναντι στον Βικτωριανό ευνουχισμό;
Η Τζέιν θέλει να καλυτερέψει τον εαυτό της ηθικά, αλλά προκρίνει, ως συντηρητική φεμινίστρια, να το κάνει σε ένα υγιές και ήρεμο περιβάλλον, δε θα το πράξει στους δρόμους ούτε σε μία άχρωμη πανσιόν. Προσπαθεί να συνταιριάξει τον νόμο και την ηθική καταλήγοντας στο ότι ηθικό είναι τελικά να κάνεις το νόμιμο, όταν κρίσιμες περιστάσεις το καλούν. Δε θα αποφύγει όμως τον νόμο της φύσης. Το ίδιο το κείμενο της Μπροντέ είναι μια συνεχής διαμάχη της γυναικείας φύσης ανάμεσα σε αυτά με τα οποία γαλουχήθηκε και σε αυτά που νιώθει.
Η Τζέιν Έυρ στους δικούς μας καιρούς δε μεταλαμπαδεύει την επανάσταση της γυναίκας. Ίσως μάλιστα να προκαλούσε και ένα ειρωνικό μειδίαμα σε όσους θα εξορίσουν το ανάγνωσμα στο σκοτεινό υπόγειο. Κι από την άλλη θα είναι αυτοί οι ίδιοι που θα κατέβουν ψηλαφητά τα σκαλιά για να διαβάσουν στο μισοσκόταδο ό,τι απέπεμψαν.
Κλασσικό πια, όπως τα ρούχα και η επίπλωση. Κάτι δηλαδή διαχρονικό είτε αφομοιώνεται στο προσωπικό γούστο είτε όχι. Ποιος φιλάει λοιπόν την Τζέιν Έυρ επί 165 χρόνια; Τι είναι αυτό που κάνει τα δύσπιστα στριφνά χείλη να μαλακώνουν και τα άγρια μάτια να γίνονται ονειροπόλα; Ίσως το πείσμα και το πνεύμα της ηρωίδας. Η προσωπική αίσθηση δικαιοσύνης. Το ότι η γυναίκα δεν είναι παρακολούθημα του οίκου, μηχανή αναπαραγωγής και ο προσωπικός κουμπαράς της αρσενικής ευμάρειας. Το μυθιστόρημα αναφέρεται σε μία εποχή όπου η θηλυκή ύπαρξη δεν έχει ανάγκες, επαγγελματικά είναι ικανή μόνο για τη θέση μιας δασκάλας ή μιας γκουβερνάντας, η σεξουαλική ευχαρίστηση είναι αποκλειστικά ανδρική υπόθεση. Γυναίκες που φέρονται διαφορετικά πάσχουν από υστερία, κάτι που στο αμέσως επόμενο στάδιο οδηγεί στον χαρακτηρισμό «τρελή».
Κι έρχεται η Σαρλότ Μπροντέ που στην ουσία γράφει τον δικό της βίο και πολιτεία. Κι αν η κατάληξη της ζωής της είναι κάθε άλλο παρά αίσια, η πολύπαθη ηρωίδα της βρίσκει την ευτυχία στην αγκαλιά του αγαπημένου της κύριου Ρότσεστερ. Αφού τα κατάφερε η Τζέιν, ταπεινή και άσχημη, γιατί όχι όλες οι υπόλοιπες;
Ας βάλουμε μια σταγόνα δικαιοσύνη, μία ακόμη εγκράτεια, κάτι λίγο από ανώτερο και αιχμηρό πνεύμα που εξιτάρει πάντα τους άνδρες -κακά τα ψέματα, όλοι μαγεύονται από μια πνευματώδη γυναίκα, έστω και πρόσκαιρα-και φυσικά μια υπερβολική ποσότητα πάθους και υποβόσκουσας λαγνείας. Κλασσική συνταγή για να μουσκέψουν τα σεντόνια. Η καρδιά ζητάει πάντα ευχαρίστηση.