Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

Ηρακλής Λαμπαδαρίου: Χαιρετίσματα & ευχές



Ο Νικηφόρος είναι ένα ανήσυχο πνεύμα. Παρά το νεαρό της ηλικίας του, αφού είναι μόλις 12 χρονών, προσπαθεί να λύνει τα προβλήματα που παρουσιάζονται. Και φυσικά δε θα μείνει αμέτοχος στον αγώνα. Μα τι είναι αυτός ο αγώνας πάλι, θα με ρωτήσετε; Θα λάβει μέρος σε καμιά αθλητική οργάνωση; Όχι ακριβώς.
Ο Νικηφόρος βλέπει το άγχος που βασανίζει τους συμπολίτες του, το συνεχές τρέξιμο για να προλάβουν να πάνε στη δουλειά τους μέσα σε μποτιλιαρισμένους δρόμους εισπνέοντας καυσαέριο και εκπνέοντας εκνευρισμό, να γυρίσουν κατάκοποι στο σπίτι για να αποχαυνωθούν συνήθως μπροστά στην τηλεόραση. Και μετά ύπνος και η επόμενη ημέρα είναι ίδια ακριβώς με την προηγούμενη.Σαν να είναι ο χρόνος ξένος και όχι δικός τους. Σαν η ζωή τους να είναι ένα ατελείωτο πήγαινε έλα γεμάτο κουρασμένα βήματα και καθημερινά άλματα σε ένα μονότονο βουητό. Μόνη ημέρα αποχής από τα συνηθισμένα η Κυριακή που μοιάζει όμως όχι με δώρο, αλλά με μια απλή παύση του "τώρα" όπου ο καθένας περιμένει να περάσει στα γρήγορα για να ξεκινήσει μια νέα εβδομάδα με περισσότερο άγχος.
Και τότε, ο πολυμήχανος μικρός βρίσκει έναν τρόπο να αλλάξει αυτή την κατάσταση. Δυο λέξεις αναβοσβήνουν στο μυαλό του: Χαιρετίσματα, ευχές.
«Μα τι μας λες τώρα;» θα με ρωτήσετε και με το δίκιο σας. «Είναι δυνατόν δυο λέξεις και μόνο να κάνουν τη γη να γυρίσει ανάποδα;»
«Ανάποδα όχι, αλλά στα σωστά της μπορεί να έρθει», σκέφτηκα και γεμάτη περιέργεια πάτησα τον σύνδεσμο της Σαΐτας για να διαβάσω πώς πήγε η προσπάθεια του Νικηφόρου. Προτείνω να κάνετε το ίδιο για να δείτε ή μάλλον να θυμηθείτε πόσο απλουστεύουν ακόμη και τα πιο δύσκολα όταν βρεθεί έστω κι ένας να κάνει την αρχή.
Ο Ηρακλής Λαμπαδαρίου γράφει για αυτά που όλοι ξέρουμε, αλλά δεν τα εφαρμόζουμε. Ο κόσμος μας σίγουρα δεν αλλάζει από τη μία στιγμή στην άλλη, όμως τι πιο απλό από ένα χαμόγελο και μια καλημέρα; Η ζωή περνάει και φεύγει μέσα από τα χέρια μας όταν κάτι γίνεται μονότονα, με γκρίνια, άγχος, χωρίς διάθεση. Φυσικά και είναι πολλά αυτά που καλούμαστε να πράξουμε ενώ στην ουσία μάς δημιουργούν δυσφορία. Στο κάθε τι όμως, όσο αρνητικό κι αν είναι, αντιστοιχεί και το θετικό του. Μπορούμε να κάνουμε τον κόσμο μας καλύτερο. Μπορούμε να ξεκινήσουμε από το πιο στενό περιβάλλον μας, όπως ο Νικηφόρος. Ναι, «ένας κούκος δε φέρνει την άνοιξη». Ο Νικηφόρος όμως δεν απογοητεύτηκε. Έτσι κι αλλιώς είχε αποφασίσει πως ακόμη και μόνος του, θα έβαζε σε εφαρμογή το σχέδιό του.
Μου αρέσουν οι ιστορίες που περνάνε μηνύματα με έναν τρόπο που ούτε παιδιάστικος είναι ούτε ανέφικτος. Και η συγκεκριμένη ιστορία ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Απλά λόγια για απλά, αλλά, στην ουσία, πολύ μεγάλα πράγματα.
Τα «Χαιρετίσματα & ευχές» πετάνε ελεύθερα με τις εκδόσεις Σαΐτα και σας περιμένουν.

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Το αεροστεγές έγκλημα

Τέσσερις τοίχοι, μία σφραγισμένη πόρτα κι ένα πτώμα. Ποιος, πότε και πώς εκτέλεσε την εγκληματική πράξη; Μήπως ο δράστης είχε υπερφυσικές δυνάμεις;

Μιλάμε για την υποδιαίρεση της αστυνομικής μυθιστορίας, τα μυστήρια κλειστού δωματίου (locked room mysteries). Και μια και ο Μεσαίωνας απέχει αρκετά από την απαρχή του προαναφερθέντος είδους, για τη λύση τους δεν θα στραφούμε σε σατανικές παρεμβάσεις ή ίσως επισκέψεις από άλλους γαλαξίες, κατά τις προσφιλείς εξηγήσεις τινών.

Τα ερμητικά κλειστά μυστήρια και η αντίστοιχη μυθοπλασία γύρω τους εμφανίζονται δειλά τον δέκατο ένατο αιώνα. Πρώτος διδάξας ο Edgar Allan Poe με τα εγκλήματα της οδού Μοργκ, το 1841. Το ιδιόρρυθμο είδος εξελίχτηκε και άνθισε στις αρχές του εικοστού αιώνα για να οδηγηθεί πλέον σε ένα είδος παρακμής στις μέρες μας, καθώς υποσκελίστηκε από το ψυχολογικό θρίλερ και τα μυθιστορήματα συνωμοσίας.

Από την εποχή του Poe μέχρι σήμερα, οι συγγραφείς μυστηρίου κλήθηκαν να ξεπεράσουν τον εαυτό τους. Το κακό ήταν ότι η προσπάθεια πολλές φορές έφερε τον αντίποδα: άσχημο αποτέλεσμα και εξαπάτηση του αναγνώστη. Γιατί σίγουρα αυτές οι ιστορίες δεν είναι μόνο προϊόν φαντασίας αλλά και δεξιοτεχνίας. Πώς θα πείσεις αυτόν που σε διαβάζει ότι κάποιος κατόρθωσε να κάνει το έγκλημα σε ένα χώρο απροσπέλαστο; Τα παράθυρα είναι σφραγισμένα, οι πόρτες κλειδωμένες και αμπαρωμένες, η καπνοδόχος (πέραν της λύσης που έδωσε ο Poe) αδιανόητη είσοδος, όσο για καταπακτές και κρυφά περάσματα, αυτά έχουν αποκλειστεί. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται και ιστορίες όπως το and then they were none (δέκα μικροί ινδιάνοι ο ελληνικός τίτλος) της Agatha Christie όπου τα θύματα είναι αποκλεισμένα σε ένα μικρό νησί και ο δολοφόνος πέραν πάσης υποψίας.

Το 1891, ο Israel Zangwill γράφει το The Big Bow Mystery και επάξια κερδίζει τις εντυπώσεις.

Η υπόθεση εν συντομία: Ένας υπέρμαχος των αγώνων της εργατικής τάξης βρίσκεται νεκρός από τη σπιτονοικοκυρά του και έναν αστυνομικό. Κανένας δεν είχε πρόσβαση στο δωμάτιο, το όπλο του εγκλήματος έχει εξαφανιστεί. Η αυτοκτονία αποκλείεται. Τελικά, οι υποψίες πέφτουν στον αντίζηλο (σε πολιτικό και ερωτικό επίπεδο) του νεκρού ο οποίος καταδικάζεται σε θάνατο. Ο συνταξιοδοτημένος αστυνομικός Grodman δίνει την αναπάντεχη λύση λίγο προτού εκπνεύσει η δωδεκάτη ώρα.

Ο Zangwill δε γράφει μόνο μια αστυνομική νουβέλα. Εκ παραλλήλου καυτηριάζει με λεπτή σάτιρα την Βικτωριανή ηθική, αλλά και εισάγει στο δημιούργημά του τον αστυνομικό εγκληματολόγο ο οποίος θα μιλήσει για την ψυχολογία όσων άμεσα ή έμμεσα εμπλέκονται στο έγκλημα. Λίγες σελίδες πριν το τέλος, ο συγγραφέας μάς κάνει κοινωνούς της λύσης στηριζόμενος πολύ απλά στην ανθρώπινη ψυχολογία και στην προσεκτική παρατήρηση των γεγονότων πέραν προκαταλήψεων και συνηθειών. Όλη η νουβέλα χαρακτηρίζεται από την κατάδειξη των κατάλληλων συμπερασμάτων και την τελική βιτριολική απόρριψή τους.

Οι αποδείξεις αναμιγνύονται με ένα πλήθος παραπλανητικά στοιχεία και ο στόχος του καλού ερευνητή αλλά και του επίμονου αναγνώστη είναι να μην παραπλανηθεί από την επιφάνεια αλλά να δει τι βρίσκεται κάτω από αυτήν.

Τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται. Αλλά μήπως κι αυτό δεν είναι ο ρόλος της λογοτεχνίας γενικότερα στη ζωή μας; Να μας βάζει πάντα σε σκέψεις με κάθε τρόπο.

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

Γιώργος Γρηγοράκης: Το άσπρο κλουβί στο σχήμα της καρδιάς



Αγάπη! Μεγάλη κουβέντα. Είναι φορές που η αγάπη ξεχειλίζει τόσο που κλειδώνει τις καρδιές. Στο αφήγημα του Γιώργου Γρηγοράκη «το άσπρο κλουβί στο χρώμα της καρδιάς» η μεγάλη αγάπη οδηγεί τον μικρό ήρωα σε μια περιπέτεια αυτογνωσίας.
Ένα μικρό παιδί κλείνει σε ένα άσπρο κλουβί στο σχήμα της καρδιάς ένα πανέμορφο πουλί. Το αγαπάει και το έχει συντροφιά ώσπου το πουλί επιθυμεί την ελευθερία του. Το αγόρι δε θέλει να είναι εγωιστική η αγάπη του, γι’ αυτό αποφασίζει να αφήσει τον φτερωτό του σύντροφο ελεύθερο. Κι εκεί αρχίζουν τα προβλήματα, γιατί το παράξενο κλουβί δεν έχει πορτάκι, δεν έχει κλειδαριά. Ένα μακρύ ταξίδι ξεκινάει και για τους δυο τους. Στον δρόμο τους θα συναντήσουν τη σοφία, τη δικαιοσύνη, την πονηριά, την πλεονεξία, την σκληρότητα, την ανοχή, την υπομονή, την επιμονή είτε με τη μορφή ανθρώπων είτε ζώων. Και στο τέλος….Αυτό βέβαια θα το δείτε πηγαίνοντας στις εκδόσεις  Σαΐτα για να απολαύσετε σε ελεύθερη ψηφιακή ανάγνωση αυτή την εξαιρετική ιστορία που απευθύνεται σε όλες τις ηλικίες.
Ο Γιώργος Γρηγοράκης μιλάει με ευαισθησία και χωρίς διδακτισμό για τις αλυσίδες της αγάπης. Με όμορφες εικόνες, φυσικούς διαλόγους, με λέξεις απλές που είναι τόσο αρμονικά ταιριασμένες που κάνουν τον αναγνώστη να μη θέλει να αφήσει την ιστορία που διαβάζει ακόμη κι όταν φτάσει στο τέλος της. 
Το κλουβί δεν είναι άλλο από τον εγωισμό του ανθρώπου. Πώς αλήθεια μια καρδιά χωράει τόσα και τόσα και μετά κλειδώνει και γίνεται μια φυλακή χωρίς σημείο διαφυγής; "Εσύ βέβαια είσαι άνθρωπος κι εσείς οι άνθρωποι μπορείτε να φυλακίζετε ο ένας τον άλλο, κάτι που απ' ό,τι γνωρίζω, το συνηθίζετε και μάλιστα φτιάχνετε όλο και πιο εξελιγμένα κλουβιά", λέει σε ένα σημείο το λιοντάρι στο μικρό αγόρι. Και πιο κάτω λέει η αλεπού: "Εσείς οι άνθρωποι έχετε συνέχεια στο μυαλό σας φυλακές και κλουβιά. Ακόμα και τα σπίτια σας μοιάζουν με κλουβιά. Τοίχοι γύρω-γύρω, πόρτες με διπλές και τριπλές κλειδαριές, παράθυρα με κάγκελα".
Αγαπάω σημαίνει προσφέρω τον εαυτό μου χωρίς όρια, χωρίς ανταλλάγματα. Κάνω πέρα το εγώ μου, ιεραρχώ τις ανάγκες μου. Σέβομαι τις ανάγκες του άλλου, τη διαφορετικότητά του. Τις περισσότερες φορές εκδηλώνουμε την αγάπη μας με τρόπο φορτικό, ασφυκτικό, υπερπροστατευτικό. Εύστοχα ο συγγραφέας μέσα από την περιπέτεια των δύο ηρώων του, δίνει τη δική του άποψη για διλήμματα που βασανίζουν όλους μας. Γιατί έρχεται σχεδόν πάντα η στιγμή που αγαπάω σημαίνει να αφήσω τον άλλον ελεύθερο. Η ιδανική αγάπη δε γνωρίζει ιδιοτέλεια και εγωισμό. Δεν μπορείς να περιορίσεις μια ψυχή ακόμη κι αν έχεις «ευγενείς» προθέσεις. Ακόμη κι όταν κάνεις κάτι για το «καλό» του άλλου. Γιατί αυτό το καλό έχει πάντα τόση υποκειμενικότητα, ώστε χάνει και τη σημασία του."Η αληθινή αγάπη είναι ένα άσπρο κλουβί στο σχήμα της καρδιάς με ένα πουλάκι μέσα, γεμάτο κλειδαριές αόρατες που πρέπει εσύ να ανακαλύψεις και να ξεκλειδώσεις".
«Το άσπρο κλουβί στο σχήμα της καρδιάς» τιμήθηκε με έπαινο στον 26ο λογοτεχνικό διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών και κυκλοφορεί σε ελεύθερη ψηφιακή μορφή από τις εκδόσεις Σαΐτα.
Το κείμενο σε πλάγια γραφή είναι αποσπάσματα από το βιβλίο.

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2013

"Μήπως θέλετε να καβαλήσετε το καλάμι;"

«Ώστε θέλεις να γίνεις συγγραφέας» έγραψε ο Τσαρλς Μπουκόφσκι. «Όταν έρθει εκείνη η ώρα κι αν είσαι ο εκλεκτός, από μόνο του θα συμβεί και θα συνεχίζει να συμβαίνει μέχρι εσύ ή εκείνο να πεθάνει», καταλήγουν οι στίχοι.

Καλό το χάρισμα και σε αναμονή των καρπών του, κάποτε φτάνει και η ώρα της αλήθειας, η στιγμή που ανακοινώνεται το μαγικό «το έργο σας έγινε δεκτό».

Πολυποίκιλα συναισθήματα: Φόβος για την έκθεση ενός γεννήματος στο φως, την αποδοχή ή την απόρριψή του. Σεβασμός στη δύναμη των δικών μας λέξεων, υπόκλιση μπροστά στην κυριαρχία τους, χαρά για το ταξίδι που μόλις ξεκινάει. Ταξίδι μαγικό όπως είναι και όλη η διαδικασία μέχρις ότου το αρχικό κείμενο τακτοποιηθεί στις σελίδες του έντυπου βιβλίου, αποκτήσει το κάλυμμα που θα τραβήξει τον αναγνώστη και το όνομα του εκδοτικού οίκου που θα αποτελεί πλέον το σπίτι του γράφοντος. Το νεογέννητο βιβλίο είναι έτοιμο πια να μπει στις προθήκες των βιβλιοπωλείων.

Βγήκαμε στο φως, η εκπλήρωση ενός διακαούς πόθου. Αρκεί αυτό; Η έκδοση δεν αποτελεί πανάκεια. Το βιβλίο δε θα πετάξει από μόνο του στην αγκαλιά του αναγνώστη. Εξάλλου, η σύγχρονη εποχή απαιτεί άλλου είδους κινήσεις. Η κλασική παρουσίαση και η γνωριμία με τον συγγραφέα σε έναν παραδοσιακό χώρο δεν αρκεί. Ο εκδότης δεν υπόσχεται πλέον λαγούς με πετραχήλια. Ο δημιουργός χρειάζεται να δουλέψει από μόνος του, να γίνει ο ίδιος προωθητής του έργου του. Πώς; Μεγάλο θέμα και ακανθώδες.

Η δική μου απάντηση είναι ότι προέχει η σύνεση και η σοβαρότητα ώστε ο νεοεισελθών στον εκδοτικό χώρο να μη γίνει το υποκείμενο παρομοιώσεων σχετικών με οπωροκηπευτικά, βότανα και άλλα πολλά. Οι κινήσεις πρέπει να είναι προσεκτικές, εν ολίγοις απαιτείται σχεδιασμός στρατηγικής. Δε σημαίνει βέβαια ότι τώρα θα θυμηθούμε όλους τους συμμαθητές μας από τα χρόνια του νηπιαγωγείου και μετά. Δε θα αναζητήσουμε ξαφνικά το γενεαλογικό μας δέντρο ανατρέχοντας στους προπάτορές μας γενιές πίσω για να βρούμε θαυμαστές. Αυτό που θα εξετάσουμε εν πρώτοις είναι το κοινό μας, η στοχοποιημένη ομάδα μας.

Αφού βρούμε με φόβο και πάθος σε ποιον απευθυνόμαστε, επιλέγουμε τον τρόπο προσέγγισης όπως και το πώς και τι θα πούμε. Οι κινήσεις μας γίνονται μετρημένες, σαν να λέμε «ένα βήμα κάθε φορά». Τα λόγια μας οφείλουν να είναι μεστά και ουσιώδη. Ο συστηματικός αναγνώστης εκτιμάει την ειλικρίνεια και την απλότητα όπως και τη δυνατότητα να συνομιλήσει, να ασκήσει κριτική, να υποδείξει. Ας λείπουν οι τυμπανοκρουσίες και οι άσκοπες επαναλήψεις, γιατί τα αυτιά του αποδέκτη μας είναι ευαίσθητα και οι κεραίες του πάντα τεντωμένες.

Μπαίνουμε λοιπόν κι εμείς στον κύκλο των ανθρώπων που παλεύουν με τις λέξεις. Δεν κολακεύουμε. Αρχικά ακούμε περισσότερο, μιλάμε λιγότερο, εκτός αν αυτό που θα πούμε είναι όντως αξιοπρόσεκτο. Η συντεχνιακή αλληλεγγύη δεν σημαίνει ότι μειώνουμε τη δική μας προσωπικότητα. Αυτή πάντα θα βρει τρόπο και τόπο να ανθίσει, αρκεί να έχουμε ενστερνιστεί ότι δε θέλουμε να είμαστε ο μαϊντανός που ευδοκιμεί σε καλαίσθητη γλάστρα. Γιατί συγγραφέας δε γίνεται κανείς με το που θα βγάλει ένα, δύο ή και περισσότερα βιβλία, αλλά με την τήρηση της αναλογίας ανάμεσα στα δικά του θέλω και τα θέλω των λέξεών του.




α

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2013

Τάσος Αγγελίδης-Γκέντζος: Τα πέτρινα Χριστούγεννα



Μας έχει συνηθίσει σε μια αιχμηρή γραφή. Όπως μας έχει συνηθίσει και στο να μη φοβάται τον πειραματισμό στο νέο. Ο Τάσος Αγγελίδης Γκέντζος παρότι άνθρωπος που γνωρίζω, δεν παύει να με εκπλήσσει. Αυτή τη φορά, με την ευκαιρία του ελεύθερου ψηφιακού του βιβλίου «Τα πέτρινα Χριστούγεννα» από τις εκδόσεις Σαΐτα, οι σκέψεις του αφορούν τις παραβατικές αγάπες.
Σκέψεις που συνθέτουν μία αφήγηση στην οποία έχει προστεθεί και ο οπτικός λόγος. Σκέψεις που ορμώνται από την αφηρημένη εικόνα μιας πόλης του σήμερα και τελικά γίνονται συγκεκριμένες εστιάζοντας σε μια παλιά και πάντα αγαπημένη, τη Θεσσαλονίκη. Την προσωποποιεί λοιπόν ο συγγραφέας, ακούμε τη γυναικεία φωνή της και τα ανθρώπινα πάθη της. Κάπου ανάμεσα στο άυλο και το υλικό, εκείνη προσπαθεί να βρει τη νέα της ταυτότητα κι από την άλλη να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Τι να κρατήσει και τι να αφήσει από όλους αυτούς τους τίτλους που κατά καιρούς της έχουν «φορτώσει»; Δεν της αρέσει η ταμπέλα «φτωχομάνα», της θυμίζει αυτό που βιώνουμε όλοι σήμερα. Κι από την άλλη την εμπνέει η αγάπη, ο ερωτισμός. Κι η Θεσσαλονίκη ξεκινάει ένα οδοιπορικό για να χαρίσει την ευτυχία.
Είναι πρόκληση ο λόγος να αγωνιστεί δίπλα στην εικόνα; Πιστεύω πως είτε γραπτή είναι η έκφραση είτε οπτική απεικόνιση λόγου περνάει πάντα τα δικά της μηνύματα, εξάλλου ακόμη και το αντικειμενικό έχει την υποκειμενικότητά του. Οι πολύ όμορφες φωτογραφίες του Παναγιώτη Κουντουρά έρχονται να διευρύνουν το κείμενο και να συμπυκνώσουν στιγμές της πόλης. Μια πόλης αντιθέσεων, της φτώχειας και του πλούτου, της εγκατάλειψης και της θαλπωρής, της παράδοσης και του μοντερνισμού. Μιας πόλης που δεν παύει να είναι παιχνιδιάρα, ερωτική, αιώνια…
Αυτά που έχουμε σχεδιάσει άλλοτε υλοποιούνται άλλοτε πάλι όχι. Πολλές φορές παρεκκλίνουμε της πορείας που έχουμε χαράξει, των διαγραμμάτων που τόσο προσεκτικά ή μπορεί και άκοπα, έχουμε καταστρώσει. Βρίσκει η άυλη ηρωίδα της αφήγησης αυτό που ψάχνει; Προτιμώ να σας κρατήσω σε αγωνία και σας παραπέμπω στις οθόνες του υπολογιστή ή του ηλεκτρονικού αναγνώστη σας πατώντας τον σύνδεσμο για να διαβάσετε ή να κατεβάσετε δωρεάν τα Πέτρινα Χριστούγεννα. Πέτρινες εξάλλου μπορεί να γίνουν όλες οι στιγμές μας αν εμείς δεν επιλέξουμε σωστά, αν κρατήσουμε τις εμμονές και δεν δούμε ακόμη και το παλιό κάτω από μια νέα σκοπιά.

Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2013

Ευτυχία Κανάρη: Θάνατος, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας



Η Ζωή και ο Άγγελος. Ο Αρχάγγελος και η Συννεφένια του. Εννιά χρονών παιδιά όταν ανακαλύπτουν πως ο καθένας κρατάει στα χέρια του το μισό του άλλου. Σε ένα χορταριασμένο χωράφι στην Αίγινα, εκεί που τους περιμένουν τα αστρολούλουδα να στολίσουν αθώα παιδικά κεφάλια. Υπάρχουν όμως κι η Άννα κι ο Αντώνης, παιδιά κι αυτά, για τόσο λίγο. Εκεί στον Ανθόκηπο, όλα αρχίζουν κι όλα τελειώνουν.
«Από τότε τρέχαμε μαζί με τη Ζωή. Από τότε έτρεχε ξωπίσω μας και η φωτιά…Μα δε φτάναμε ποτέ μαζί εκεί που θέλαμε. Όλα μας τα όνειρα έπαιρναν φωτιά, από τότε…». Χρόνια μετά, στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου, ο Άγγελος ανατρέχει στο παρελθόν του, αυτό που βρίσκεται πληγωμένο ανεπανόρθωτα σε ένα κρεβάτι δίπλα του. Ένα κορμί ταλαιπωρημένο, ένα πρόσωπο παραμορφωμένο.
«Αλλόκοτη η φύση. Ακόμα και στα ανθισμένα της αστέρια χάρισε αγκάθια. Για να γαντζώνονται στα ανέμελα σύννεφα και να μην πέφτουν». Γιατί τα αστρολούλουδα του παιδικού κήπου από σύμβολο ανεμελιάς έγιναν σημάδι, μια ανεξίτηλη σφραγίδα που πέρασε στην ψυχή του Άγγελου και στο σώμα της Ζωής, παίρνοντας εκεί τη μορφή ενός ταλαιπωρημένου ξωτικού.
«Είναι πόνος οξύς το να αισθάνεσαι “μικρός” καθώς μεγαλώνεις, επειδή για τα σημάδια που κάποτε δε διάβασες, κάτι όμορφο δε θα μεγαλώσει ποτέ…Και για να αντέξεις τον οξύ πόνο, γίνεσαι σκληρός, βουβός, έρημος, ξύλινος, μόνος…» Ο Άγγελος επιλέγει να κόψει τις ρίζες των δέντρων του απαντώντας στην επιλογή άλλων -ή της μοίρας ίσως;- να πάρουν μακριά τη ζωή, τη Ζωή του. Το παρελθόν είναι όμως μέσα του, σιωπηλό, σε αναμονή.
«Ποιες λέξεις θα μπορούσαν να δηλώσουν με σαφήνεια την ασάφεια των συναισθημάτων που μπορεί να φέρει μια στιγμή ηλεκτρισμένη και νοτισμένη με το άρωμα του παρελθόντος; Ίσως όλα τα παράγωγα και τα συνώνυμα της σιωπής…» Ένα τραγούδι αγαπημένο, στίχοι-καμπανάκια που δίνουν το σήμα του κινδύνου. Αξίζει όμως η δεύτερη ευκαιρία όσο την απολαύσει κανείς. Όσο το τυπικό της λογικής παραχωρεί μεγαλόκαρδα τη θέση του στο συναίσθημα μέχρι να βαρεθεί το παιχνίδι και να ορίσει νέους κανόνες. Το ανόσιο των άλλων γίνεται βρόγχος ξανά. Ένα έγκλημα του οποίου ο υπαίτιος έχει το ακαταλόγιστο και που η λογική επαναφέρει επίμονα.
Η γραφή της Ευτυχίας Κανάρη μού έκανε εντύπωση από τις πρώτες γραμμές της. Κατέχει την ικανότητα να μεταφέρει την ένταση αισθήσεων και συναισθήσεων χωρίς ίχνος μελοδραματισμού. Απλά και ατόφια. Μια γραφή που απεχθάνεται την υπερβολή. Κατά την πρώτη και τη δεύτερη ανάγνωση του μυθιστορήματος είχα την αίσθηση μιας φιλικής παρουσίας. Ήταν σαν να παρακολουθούσα την ίδια τη συγγραφέα καθώς δημιουργούσε την πλοκή της αποτραβηγμένη στον μαγικό κόσμο που όλοι όσοι ασχολούνται με τη γραφή γνωρίζουν τα θέλγητρά του. Παρατηρούσα την αλλαγή στις δικές της κινήσεις και περίμενα τη στιγμή που θα σηκώσει το κεφάλι χαμογελώντας μυστηριακά για να επιστρέψει ευθύς αμέσως στη συνομιλία με τους ήρωές της.
Μια συνομιλία όπως αυτή, ένα από τα πιο αγαπημένα μου σημεία:
«Να με κάνεις ό,τι θέλεις εσύ! Να με πάρεις κοντά σου και να μην ανησυχήσεις αν με πιάσεις σιωπηλό. Θα είναι επειδή δε σου ταιριάζουν οι λέξεις που ως τώρα έχω μάθει. Θα είναι που δε θέλω να μάθω άλλες, που δε θέλω να μιλάω άλλο πια. Γιατί τόσα χρόνια που μιλούσα, τίποτα δεν έχω πει. Για να έρθω απόψε και να ζωγραφίσω πάνω στα μαλλιά σου τις εικόνες που με τόσον πόνο έχω συλλέξει… Να με κάνεις ό,τι θέλεις εσύ! Κι ας μη σου το λέω με λόγια. Κι ας μη με ακούς. Κι ας θαμπώνουν οι μορφές μας στο σκοτάδι. Τα χέρια μας, τα μάτια μας, τα χείλη μας, συζητούν για όλα όσα ποτέ δε θα ακουστούν. Για όλα όσα με μάγεψες για να λέω…δίχως λέξεις…»
Ακόμη και τα ονόματα των βασικών ηρώων έχουν τη σημειολογία τους σε αυτό το μυθιστόρημα. Ο Άγγελος συνοδεύει τον δρόμο της ηρωίδας σαν ένας Αρχάγγελος κριτής κρατώντας το μέτρο και προσπαθώντας να ισορροπήσει τη δύσκολη πορεία της δικής της ζωής. Είναι πάντα στη σκέψη της είτε βρίσκονται μαζί είτε χώρια θυμίζοντάς της εκείνες τις στιγμές που και οι δύο κυνήγησαν τα σύννεφα, τη δική τους Ουτοπία. Κι ο ίδιος ο Άγγελος είναι ο αυστηρός αρχάγγελος της δικής του ζωής, χωρίζοντας τους ανθρώπους σε αυτούς που έζησαν φορτωμένοι ανομήματα άλλων ή που έζησαν μέσα στη δική τους «ευσέβεια» κι ας ήταν αυτή μέσα στην απομόνωση. Η Ζωή πάλι είναι για τον Άγγελο, ό,τι φέρνει μαζί το όνομά της. Η δική του ζωή. Το κομμάτι του εαυτού του που τον κάνει να αναπνέει ακόμη κι όταν ο ίδιος έχει κτίσει τα τείχη γύρω του. Αυτά που νομίζει πως έχτισαν άλλοι, έρμαιο το είναι του στις αποφάσεις που πήραν εκείνοι, μια μαριονέτα στα χέρια μιας δύναμης κι αυτός παιχνίδι που βγήκε από το κουτί του για να επιτελέσει μόνο ένα σκοπό και μετά να σπάσει. Ο θάνατος θα υποκαταστήσει μια ολόκληρη εποχή στη δική του θεώρηση του γίγνεσθαι, μέχρι να επιστρέψει στον Ανθόκηπό του, την Εδέμ της Αρχής και του Τέλους.
Θα δώσω λοιπόν και από εδώ συγχαρητήρια στην Ευτυχία Κανάρη και φυσικά ευχές για δημιουργίες ψυχής.
Ο σύνδεσμος για να διαβάσετε σε ελεύθερη ψηφιακή μορφή το «Θάνατος, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας».
Τα κείμενα σε πλάγια γραφή είναι αποσπάσματα από το μυθιστόρημα.