Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Η πιο σπάνια συλλογή

Αν ο Θωμάς χαρακτηριζόταν από κάτι, αυτό ήταν το πάθος του για τις συλλογές. Κι όπως κάθε πάθος, το συγκεκριμένο τον συνεπήρε ανώδυνα στην αρχή, τότε που μικρός ακόμη βρέθηκε να χαζεύει τα γραμματόσημα ενός θείου του.
Τα πολύχρωμα χαρτάκια τον μαγνήτιζαν κι ενώ το υπόλοιπο σόι τρωγόπινε και κουτσομπόλευε, ο Θωμάς δεν έλεγε να ξεκολλήσει το ονειροπόλο βλέμμα του από τη συλλογή. Καμιά φορά έπαιζε με τα δόντια των γραμματοσήμων, ανασηκώνοντάς τα με το δάχτυλο και φυσώντας απαλά τις γωνίες τους. Άλλοτε προσπαθούσε μέσω της εικόνας να αποκρυπτογραφήσει τις ξένες λέξεις πάνω στο λεπτό χαρτί.
Φυσικά δεν είχε τη δυνατότητα να αποκτήσει δική του συλλογή. Χρειαζόταν χρήματα κι έτσι αρκέστηκε στο να ζωγραφίζει με παιδιάστικη αδεξιότητα σε απλές κόλες και να δημιουργεί τα δικά του γραμματόσημα. Νερομπογιές στην αρχή κι ο νεαρός Θωμάς πείσμωνε καθώς η μικρή επιφάνεια μουτζουρωνόταν και φούσκωνε από το περίσσιο νερό. Χρειάστηκε πολλές προσπάθειες μέχρι να φτάσει σε ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα.
Όταν είχε φτιάξει αρκετά, τα έφερε μια μέρα στο θείο του και του τα έδειξε όλο καμάρι. Εκείνος του χάιδεψε τα μαλλιά και του είπε πως κάποτε θα αποκτούσε τη δική του συλλογή.
Κι αυτό το κάποτε δεν άργησε να έρθει. Ο θείος εγκατέλειψε τα εγκόσμια και η συλλογή κληροδοτήθηκε στον Θωμά. Κι αυτός γοητευμένος τής αφοσιώθηκε ξεχνώντας σε ένα μεγάλο ντοσιέ την ταπεινή δική του.
Όμως τι παράξενα παιχνίδια παίζει το μυαλό του ανθρώπου! Όταν επιθυμείς κάτι διακαώς, το μόνο που σκέφτεσαι είναι πώς θα το αποκτήσεις. Συνήθως δεν υπάρχει μετά, είναι κάτι σαν αυτοσκοπός. Έτσι και ο Θωμάς πολύ γρήγορα εγκατέλειψε τη συγκεκριμένη συλλογή που δεν είχε πια κανένα ενδιαφέρον να του προσφέρει.
Αυτό τον έκανε να ριχτεί με ανανεωμένο πάθος σε άλλα αντικείμενα. Φλέρταρε για λίγο με τα νομίσματα και ήταν τότε που μόλις είχε τελειώσει το στρατό, όταν γνώρισε τη Ζωή, τη μέλλουσα γυναίκα του. Με τον πεθερό του τα βρήκαν αμέσως καθώς τούς ταλάνιζε η ίδια ανάγκη για συλλεκτικά κομμάτια. Ο πατέρας της Ζωής ήταν επίσης λάτρης του σπάνιου και του περίεργου. Πολυάριθμες και ετερόκλητες οι συλλογές του πλην όμως αποτελούσαν μια υγιή διέξοδο στις ανησυχίες του. Να και κάτι στο οποίο διέφερε από τον Θωμά που λίγα χρόνια αργότερα, το πάθος του είχε αποκτήσει διαστάσεις μονομανίας.
Το πιο μεγάλο δωμάτιο του σπιτιού αποτελούσε την αποκλειστική στέγη των συλλογών. Ήταν και η βελτιωμένη οικονομική επιφάνεια που επέτρεπε πλέον στο Θωμά να ασχολείται με το χόμπι του. Έτσι το ονόμαζε, αν και οι οικείοι του είχαν διαφορετική άποψη για το πώς κατένειμε τον ελεύθερό του χρόνο.
Η διάσταση και συνεπακόλουθα η πρώτη ρωγμή παρουσιάστηκε ορατή δια γυμνού οφθαλμού τη μέρα που ο Θωμάς έγινε πατέρας. Σε ποιον θα έλεγες αλήθεια ότι την ώρα που το νεογέννητο αγοράκι σου έρχεται στον κόσμο, εσύ βρίσκεσαι σε μια δημοπρασία πλειοδοτώντας για ένα ξύλινο παιχνίδι δύο αιώνες παλιό; Μπορεί να μη σε οίκτιρε κανείς αν έδινες την απάντηση ότι το επιθυμούσες σαν δώρο για το μωρό.
Για όσους γνώριζαν πια το Θωμά, αυτή η απάντηση θα ήταν καθαρά παραπλανητική. Γυρίζοντας αγχωμένος από το ταξίδι και την έκβαση της δημοπρασίας -αφού τελικά δεν κατόρθωσε να αποκτήσει το αντικείμενο που επιθυμούσε διακαώς- είδε στα πεταχτά το νεογέννητο. Μόλις που του χάιδεψε τα μαλλιά και αμέσως βυθίστηκε στη μελέτη των περιοδικών που σχετίζονταν με τις συλλογές ανά τον κόσμο.
Η οικογένειά του είχε μπει σε δεύτερη μοίρα. Οι σκέψεις του Θωμά έτρεχαν πάντα αλλού. Η καθημερινότητά του αναλωνόταν στο κυνήγι των δικών του θησαυρών που αυγάτιζαν και πλήθαιναν.
Κάποια μέρα ο Μενέλαος, ο γιος του που είχε το ίδιο όνομα με τον μεταστάντα θείο, τον κοίταξε σοβαρά και του ζήτησε να του κάνει παρέα στο δωμάτιο με τις συλλογές. Με μισή καρδιά ο Θωμάς άφησε το μικρό παιδί -θα ήταν τότε επτά χρονών- να μπει στο άδυτο έχοντας πρώτα αποσπάσει την υπόσχεση πως ο πιτσιρίκος δε θα πείραζε το παραμικρό.
Ρεμβάζοντας στον δικό του κόσμο, ο μανιώδης συλλέκτης δεν κατάλαβε για πότε ο μικρός άνοιξε ένα από τα ντουλάπια και σκαλίζοντας έφτασε στο ξεχασμένο ντοσιέ της πρώτης νιότης. Πυρ και μανία έγινε όταν είδε τι έκανε ο γιος του.
«Βγες αμέσως έξω! Δεν σου είπα να μη πειράξεις τίποτα;»
Ήταν τόσο βροντερή η φωνή του και τόσο σκοτεινό το πρόσωπό του που ο πιτσιρίκος τρομοκρατημένος έτρεξε να κρυφτεί πίσω από τη φούστα της μητέρας του.
«Γιατί μίλησες έτσι στο παιδί;» ρώτησε σαστισμένη η Ζωή.
Όταν ο Θωμάς τής εξιστόρησε τι είχε γίνει, εκείνη αναλύθηκε σε δάκρυα. Ήταν η αρχή ενός πολύ σύντομου τέλους. Η μονομανία τον είχε τυφλώσει τόσο που χωρίς να το καταλάβει, αποχωρίστηκε το γάμο και το παιδί του με τη διαδικασία του συναινετικού διαζυγίου.
Στα χρόνια που πέρασαν, σπάνια έβλεπε το γιο του, απλά και μόνο για να εκτελέσει τις τυπικές πατρικές υποχρεώσεις. Πάντα του έφερνε ένα μεγάλο δώρο, αρκούσε όμως αυτό άραγε σε ένα παιδί;
Κι έτσι η ζωή του Θωμά πέρασε σκαλίζοντας τα πιο απίθανα μέρη του κόσμου, υπηρετώντας τις συλλογές του. Από μακριά, παρακολουθούσε την πορεία του ενήλικου πια Μενέλαου που έστησε τη δική του ζωή και τη δική του οικογένεια.
Κι ο ήλιος μας κάποια στιγμή γέρνει στη δύση του. Τότε ίσως είναι που οι περισσότεροι αγωνιούν να κερδίσουν μια θέση στον Παράδεισο κι άλλοι πάλι προσπαθούν να συμβιβαστούν με τη μοναξιά τους. Ο Θωμάς πάντα έλεγε πως δεν είχε ανάγκη κανέναν.
Η αρρώστια χτύπησε την πόρτα του και εγκαταστάθηκε στο παλάτι με τις συλλογές που άρχισαν να εξανεμίζονται η μία μετά την άλλη σε γιατρούς και νοσοκομεία. Εσφαλμένες κινήσεις του παρελθόντος μπήκαν κι αυτές στην κατοικία του Θωμά για να εδραιώσουν την λαϊκή ρήση «στερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα».
Καταρρακωμένος και αδύναμος, εκεί στη δύση της ζωής του, κατάλαβε πως δεν είχε κανέναν και τίποτα δίπλα του, τίποτα εκτός από αντικείμενα, όσα του είχαν απομείνει, κλεισμένα σε προθήκες, ντουλάπια και ερμάρια. Οι συλλογές του έμοιαζαν να του χαμογελούν χαιρέκακα επιδεινώνοντας την κατάσταση της υγείας του.
Την πρώτη ημέρα που βγήκε μετά από πολύ καιρό από το σπίτι του, κάθισε αποκαμωμένος σε ένα παγκάκι του γειτονικού πάρκου. Μια μπάλα τσούλησε μέχρι τα πόδια του και καθώς ο Θωμάς την έπιασε, ένας μπόμπιρας ήρθε τρέχοντας να την διεκδικήσει.
Ο Θωμάς κοίταξε τον μικρό στα μάτια κι ένιωσε ένα τσίμπημα στην καρδιά. Το παιδί τού θύμισε πως κάποτε ήταν κι ο ίδιος γονιός.
Γύρισε στο σπίτι του αναστενάζοντας και με τρεμάμενα χέρια σχημάτισε στο τηλέφωνο ένα νούμερο που είχε χρόνια να πάρει. Βγήκε ο αυτόματος. Άφησε ένα απλό λιγόλογο μήνυμα. Μετά πήγε κούτσα-κούτσα μέχρι το ντουλάπι που
φυλούσε εκείνη την πρώτη παιδιάστικη συλλογή με τα γραμματόσημά του, τράβηξε το παλιό ντοσιέ και κάθισε στο τραπέζι ξεδιπλώνοντας τις αναμνήσεις του. Όμως δε μπορούσε πια να παίξει με τα πολύχρωμα χαρτάκια, να φυσήξει απαλά τις γωνίες τους και να κάνει ταξίδια χαζεύοντας τα άτεχνα σχέδιά τους. Τα χρώματά τους είχαν ξεθωριάσει, λες κι έπαιρναν εκδίκηση που κανένα παιδικό βλέμμα δεν είχε σταθεί εδώ και δεκαετίες πάνω τους.
Ο Θωμάς κούνησε το κεφάλι. Κάποτε είχε την αγάπη ενός μικρού παιδιού κι αυτός την είχε πνίξει με τη στενοκεφαλιά του. Πόσα περιθώρια είχε να αλλάξει τη ζωή του, να πει τις λέξεις που τώρα κάθονταν κόμπος στο λαιμό του;
Πήρε ένα κομμάτι χαρτί και με τρεμάμενα χέρια ξεκίνησε ένα γράμμα στο παιδί του ζητώντας του συγχώρεση. Λίγο προτού γράψει την τελευταία πρόταση, χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού του. Σέρνοντας τα βήματά του, άνοιξε την πόρτα για να αντικρίσει το γιο του. Η καρδιά του έστειλε ένα προειδοποιητικό μήνυμα. Την αγνόησε σκουπίζοντας βιαστικά τα δάκρυα που κύλησαν αθόρυβα στα μάγουλά του.
Αμήχανες στιγμές αυτές, φέρνουν μαζί τους κι όλες εκείνες που ο χρόνος κράτησε στις παλάμες του.
Μια παιδιάστικη συλλογή πάνω σε ένα φθαρμένο πια τραπέζι. Ο Μενέλαος σήκωσε το διπλωμένο χαρτί και διάβασε. Κοίταξε τον πατέρα του που ο πόνος του, ψυχικός και σωματικός, καθρεφτιζόταν σε ένα ζευγάρι κουρασμένα μάτια.
«Είναι αργά παιδί μου…»
Αν ήταν ερώτηση ή κατάφαση αυτό, ποτέ του δεν το έμαθε ο Μενέλαος. Ο πατέρας του άφησε την τελευταία του πνοή, στην προσπάθειά του να σπρώξει εκείνη την πρώτη συλλογή προς το μέρος του γιου του. Σαν να έσπρωχνε την ύστατη στιγμή όλη εκείνη την παραμερισμένη αγάπη.
Η πρώτη συλλογή, η αλλοτινή αγαπημένη, δεν κρύφτηκε ποτέ πια σε κάποιο σκοτεινό ντουλάπι. Ο Μενέλαος την τοποθέτησε πάνω στο γραφείο του, να την κοιτάζει με μια αδιόρατη θλίψη. Μέσα της έκλεινε όλες εκείνες τις στιγμές που ο χρόνος είχε παγώσει διατηρώντας τις ατόφιες στο ταξιδιάρικο μυαλό ενός μικρού παιδιού.
Μια συλλογή καμωμένη με αγάπη κι όνειρα, η πιο σπάνια συλλογή.

«Τι παράξενο!» σκεφτόταν όποτε την κοιτούσε ο Μενέλαος. «Τόσα χρόνια και τα χρώματα μένουν ακόμη ζωηρά». Και κάθε φορά έκανε την ίδια κίνηση. Σκύβοντας φυσούσε απαλά τα γραμματόσημα του πατέρα του, εκεί που η νερομπογιά, βαλμένη από άτσαλα παιδικά δάχτυλα, είχε φουσκώσει το χαρτί. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου