Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Εκείνο το δαχτυλίδι




Το διήγημά μου 'Εκείνο το δαχτυλίδι" είχα τη χαρά να δημοσιευτεί στο 34ο τεύχος του Ηρακλειώτικου περιοδικού Fresh, το οποίο ευχαριστώ για μία ακόμη φορά. 


Βαριά τα πόδια του Λουκά, είχαν αποκτήσει δική τους βούληση. Όσο τα ζόριζε να περπατήσουν τα τελευταία μέτρα του δρόμου, τόσο εκείνα σαν δύστροπα μουλάρια έκαναν πίσω.
Λες και τα κάτω άκρα του ήθελαν έτσι να διαφωνήσουν με την απόφαση που είχε πάρει. Το χέρι του ψαχούλεψε την αριστερή τσέπη του σακακιού του. Το δαχτυλίδι ήταν εκεί. Εκεί που το είχε από το πρωί, όταν το έβγαλε από το κουτί όπου είχε απομείνει εδώ και καιρό μοναχό του. Το χάιδεψε σαν να μπορούσε έτσι να γλυκάνει τον πόνο. Μετά από σαράντα χρόνια, ήταν αναγκασμένος να το αποχωριστεί.
Η Ελπίδα του δεν υπήρχε. Έφυγε και πήρε μαζί της όλες του τις ελπίδες. Ποιο το όφελος να παρατείνει και τη δική του ζωή; Ακόμη κι αν πουλούσε το πολύτιμο για αυτόν δαχτυλίδι, πόση αξία θα είχε για τον σαράφη;
Το ήξερε πως δε θα έπιανε πολλά. Τι άλλο όμως μπορούσε να κάνει; Έπρεπε να επιβιώσει μέσα στη μεγάλη οικονομική κρίση. Να ζήσει μια μέρα παραπάνω για να φροντίζει τον τάφο της Ελπίδας του, να κάθεται στο κρύο μάρμαρο και να μιλάει στη φωτογραφία της.

Κοίταξε γύρω του. Κατήφεια κι ας ήταν οι δρόμοι στολισμένοι. Πλησίαζαν Χριστούγεννα. Για ποιους αλήθεια;
«Αγορά χρυσού. Δάνεια, ενέχυρα, διευκολύνσεις, εχεμύθεια», διάβασε τα μεγάλα γράμματα στη βιτρίνα.
Η καρδιά του Λουκά βούλιαξε πιο βαθιά στην κόχη της, τα πόδια του πέρασαν το κατώφλι τρέμοντας.
Η κοπέλα κοίταξε το δαχτυλίδι αδιάφορα και του είπε ένα ποσό. Πού να ξέρει αυτή από ανθρώπινο πόνο;
«Δεν μπορείτε να δώσετε κάτι παραπάνω;» την ρώτησε ντροπιασμένος για την κατάντια του.
Εκείνη δίστασε, κοίταξε το δαχτυλίδι ξανά και με μισή φωνή είπε ένα «να ρωτήσω» αποφεύγοντας να τον κοιτάξει στα μάτια.
Στο βάθος άνοιξε μια πόρτα, σίγουρα το γραφείο του αφεντικού. Ο Λουκάς είδε φευγαλέα την αντρική φιγούρα. Κάτι πήγε να πει, αλλά κρατήθηκε. Είχαν να μιλήσουν σαράντα χρόνια, οι δρόμοι τους χώρισαν όταν η Ελπίδα διάλεξε τον έναν από τους δυο τους. Ο Ανέστης! Θα τον αναγνώριζε όπου κι αν τον έβλεπε.
Απέστρεψε αμήχανος το βλέμμα. Να άνοιγε η γη να τον καταπιεί! Σε ποιανού την πόρτα τον είχε οδηγήσει η μοχθηρή μοίρα;
Όχι. Θα έπαιρνε πίσω το δαχτυλίδι και θα έφευγε. Σαν να μην είχαν γίνει ποτέ όλα αυτά. Η απόφαση τον δυνάμωσε, πέντε βήματα έκανε και βρέθηκε να κοιτάζει σταθερά στα μάτια τον αντίζηλό του. Μια ακόμη αναμέτρηση. Για την ίδια γυναίκα ξανά.
Δεν πρόλαβε να μιλήσει. Ο άλλος έβγαλε το πορτοφόλι, μέτρησε αρκετά χαρτονομίσματα και του τα έτεινε.
«Δεν το πουλάω Ανέστη! Άλλαξα γνώμη. Με συγχωρείς!»
Ο Ανέστης του κράτησε το χέρι.
«Αψύς όπως πάντα. Ποτέ μου δεν κατάλαβα τι σου βρήκε εκείνη. Κράτα το δαχτυλίδι. Και τα χρήματα. Για τη μνήμη της! Καλά Χριστούγεννα Λουκά!»
Ο Λουκάς ψέλλισε ένα αμήχανο ευχαριστώ κι άνοιξε την πόρτα στο χειμωνιάτικο κρύο.

Έξω έπιασε να χιονίζει.
«Καλά Χριστούγεννα και σε εσένα Ανέστη!» ψιθύρισε καθώς οι νιφάδες του χιονιού νότιζαν τα φθαρμένα πέτα του σακακιού του. «Καλά Χριστούγεννα» επανέλαβε, ασφαλής που εκεί, στη μέση του πολύβουου δρόμου, δεν τον άκουγε κανείς. Δεν ήθελε να παραδεχτεί πως και οι σαράφηδες είχαν καρδιά. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου