Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Το αεροστεγές έγκλημα

Τέσσερις τοίχοι, μία σφραγισμένη πόρτα κι ένα πτώμα. Ποιος, πότε και πώς εκτέλεσε την εγκληματική πράξη; Μήπως ο δράστης είχε υπερφυσικές δυνάμεις;

Μιλάμε για την υποδιαίρεση της αστυνομικής μυθιστορίας, τα μυστήρια κλειστού δωματίου (locked room mysteries). Και μια και ο Μεσαίωνας απέχει αρκετά από την απαρχή του προαναφερθέντος είδους, για τη λύση τους δεν θα στραφούμε σε σατανικές παρεμβάσεις ή ίσως επισκέψεις από άλλους γαλαξίες, κατά τις προσφιλείς εξηγήσεις τινών.

Τα ερμητικά κλειστά μυστήρια και η αντίστοιχη μυθοπλασία γύρω τους εμφανίζονται δειλά τον δέκατο ένατο αιώνα. Πρώτος διδάξας ο Edgar Allan Poe με τα εγκλήματα της οδού Μοργκ, το 1841. Το ιδιόρρυθμο είδος εξελίχτηκε και άνθισε στις αρχές του εικοστού αιώνα για να οδηγηθεί πλέον σε ένα είδος παρακμής στις μέρες μας, καθώς υποσκελίστηκε από το ψυχολογικό θρίλερ και τα μυθιστορήματα συνωμοσίας.

Από την εποχή του Poe μέχρι σήμερα, οι συγγραφείς μυστηρίου κλήθηκαν να ξεπεράσουν τον εαυτό τους. Το κακό ήταν ότι η προσπάθεια πολλές φορές έφερε τον αντίποδα: άσχημο αποτέλεσμα και εξαπάτηση του αναγνώστη. Γιατί σίγουρα αυτές οι ιστορίες δεν είναι μόνο προϊόν φαντασίας αλλά και δεξιοτεχνίας. Πώς θα πείσεις αυτόν που σε διαβάζει ότι κάποιος κατόρθωσε να κάνει το έγκλημα σε ένα χώρο απροσπέλαστο; Τα παράθυρα είναι σφραγισμένα, οι πόρτες κλειδωμένες και αμπαρωμένες, η καπνοδόχος (πέραν της λύσης που έδωσε ο Poe) αδιανόητη είσοδος, όσο για καταπακτές και κρυφά περάσματα, αυτά έχουν αποκλειστεί. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται και ιστορίες όπως το and then they were none (δέκα μικροί ινδιάνοι ο ελληνικός τίτλος) της Agatha Christie όπου τα θύματα είναι αποκλεισμένα σε ένα μικρό νησί και ο δολοφόνος πέραν πάσης υποψίας.

Το 1891, ο Israel Zangwill γράφει το The Big Bow Mystery και επάξια κερδίζει τις εντυπώσεις.

Η υπόθεση εν συντομία: Ένας υπέρμαχος των αγώνων της εργατικής τάξης βρίσκεται νεκρός από τη σπιτονοικοκυρά του και έναν αστυνομικό. Κανένας δεν είχε πρόσβαση στο δωμάτιο, το όπλο του εγκλήματος έχει εξαφανιστεί. Η αυτοκτονία αποκλείεται. Τελικά, οι υποψίες πέφτουν στον αντίζηλο (σε πολιτικό και ερωτικό επίπεδο) του νεκρού ο οποίος καταδικάζεται σε θάνατο. Ο συνταξιοδοτημένος αστυνομικός Grodman δίνει την αναπάντεχη λύση λίγο προτού εκπνεύσει η δωδεκάτη ώρα.

Ο Zangwill δε γράφει μόνο μια αστυνομική νουβέλα. Εκ παραλλήλου καυτηριάζει με λεπτή σάτιρα την Βικτωριανή ηθική, αλλά και εισάγει στο δημιούργημά του τον αστυνομικό εγκληματολόγο ο οποίος θα μιλήσει για την ψυχολογία όσων άμεσα ή έμμεσα εμπλέκονται στο έγκλημα. Λίγες σελίδες πριν το τέλος, ο συγγραφέας μάς κάνει κοινωνούς της λύσης στηριζόμενος πολύ απλά στην ανθρώπινη ψυχολογία και στην προσεκτική παρατήρηση των γεγονότων πέραν προκαταλήψεων και συνηθειών. Όλη η νουβέλα χαρακτηρίζεται από την κατάδειξη των κατάλληλων συμπερασμάτων και την τελική βιτριολική απόρριψή τους.

Οι αποδείξεις αναμιγνύονται με ένα πλήθος παραπλανητικά στοιχεία και ο στόχος του καλού ερευνητή αλλά και του επίμονου αναγνώστη είναι να μην παραπλανηθεί από την επιφάνεια αλλά να δει τι βρίσκεται κάτω από αυτήν.

Τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται. Αλλά μήπως κι αυτό δεν είναι ο ρόλος της λογοτεχνίας γενικότερα στη ζωή μας; Να μας βάζει πάντα σε σκέψεις με κάθε τρόπο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου