Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

Μαρία Χατζή: το μικρόβιο της ζήλειας

Ήταν κάποτε ένας φούρναρης κι ο βοηθός του κι αυτοί είχαν έναν φούρνο που φούρνιζε και ξεφούρνιζε καλούδια κι όλος ο κόσμος αγόραζε τα λαχταριστά φαγώσιμα.
Μα όπου υπάρχει χαρά και αρμονία, να που η ζήλεια, ένα φοβερό και τρομερό μικρόβιο, τρυπώνει και κάνει τα δικά της. Παράξενο μικρόβιο αλήθεια. Από τόσο δα μικρό που είναι, τόσο που το κεφάλι της καρφίτσας μεγαλύτερο μοιάζει, μπορεί να γίνει τεράστιο σαν τον ελέφαντα, γιατί άμα βρει τροφή, τότε κάνει πανηγύρι. Είναι τόσο φαγανό που όσο και να φάει, δεν κινδυνεύει να σκάσει. Με άλλο τρόπο το πολεμάει κανείς, άμα του στερήσει την τροφή και μείνει άφαγο, κι αυτό όμως πώς θα γίνει;
Το λάδι και το βούτυρο, η ζάχαρη και το αλάτι, το αλεύρι και το ψωμόφτυαρο μαλώνουν, γιατί το μικρόβιο τους βάζει ιδέες και λόγια. Σαν να τους λέει «κακομοίρηδες, δεν είστε όλοι ίσοι σε αυτόν τον φούρνο, εσύ είσαι ο καλύτερος», μα αυτά δεν τα λέει σε έναν και μόνον, μα σε όλους χωριστά. Γιατί έτσι λειτουργεί αυτό το μικρόβιο, να συκοφαντεί, αλλά επειδή φοβάται να τα πει μπροστά σε όλους τα ψέματά του, τα λέει σιγανά, ψιθυριστά, συνωμοτικά.
Κι ο φούρνος γίνεται άνω κάτω, μέχρι που όλοι οι πελάτες φεύγουν και το μαγαζί κλείνει. Μα η κατεργαριά δεν φτουράει κι ας λένε πως δεν έχει ταίρι. Κι όταν η θλίψη και η απόγνωση, η μιζέρια και η κατήφεια έχουν πιάσει αράχνες στον φούρνο μας, τότε η λογική έρχεται να βάλει μία τάξη. Πώς θα γίνει αυτό; Διαβάστε το παραμύθι στοhttp://www.saitapublications.gr/2013/12/ebook.71.html, κατεβάστε το ελεύθερα και δείτε πώς η αρμονία και η συνεργασία είναι αυτό που κινεί τα πάντα.
Η Μαρία Χατζή έχει έναν μοναδικό τρόπο να περνάει στα παιδιά τα μηνύματά της χωρίς ίχνος διδακτισμού, φυσικά και αβίαστα. Είναι μία θαυμαστή παραμυθού που μηχανεύεται συνέχεια τρόπους να πει τις ιστορίες της έτσι που μέσα από απλά λόγια, ό,τι κακό και άσχημο συμβαίνει στα παραμύθια, να χαθεί με τρόπο μαγικό και στη θέση του να επικρατήσει η ομορφιά κι η καλοσύνη.

Η λαχταριστή εικονογράφηση του φούρνου-παραμυθιού είναι έργο της συγγραφέως και της κόρης της, Ιωάννας Τεκνετζή. 

Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2013

Χρήστος Ναούμ: Τα αυγά της στρουθοκαμήλου

Με τον όρο «σύνδρομο της στρουθοκαμήλου» εννοούμε την κατάσταση όπου το «πάσχον» πρόσωπο εθελοτυφλεί και κινείται στα όρια της ανοησίας ως προς την αντιμετώπιση ουσιωδών ζητημάτων. Οι απαντήσεις και η εν γένει αντιμετώπιση καταστάσεων είναι άστοχες και επιδερμικές. Μοιάζει σαν το γνωστό πουλί που χώνει το κεφάλι στην άμμο καθώς βλέπει τον κίνδυνο να πλησιάζει. Αφού πλέον το οπτικό του πεδίο δεν περιλαμβάνει τον κίνδυνο, αυτό σημαίνει πως ο κίνδυνος δεν υπάρχει.
Ο Χρήστος Ναούμ ταράζει τα ειωθότα με το λογοτεχνικό του ύφος, γνωστό και από το πρώτο του μυθιστόρημα «Αχ! Αυτές οι βασίλισσες». Αυτή τη φορά, σύνεργά του είναι ο θεατρικός λόγος και το μαύρο χιούμορ όπως αυτό αποδίδεται μέσα από τη στιχομυθία της μαύρης κωμωδίας. Συνεργοί του οι τρεις του ήρωες, τέρατα της εποχής μας. Η Μαρίκα και τα δυο της παιδιά: ο Μάκης και η Αγνή. Νομίζω πως ακόμη και η επιλογή των ονομάτων είναι πολύ συνειδητή. Μαρίκα είναι το σύνηθες όνομα που μας παραπέμπει συνειρμικά σε τραγικοκωμικές καταστάσεις ασπρόμαυρων ταινιών προηγούμενων δεκαετιών. Η κλασσική ελληνίδα μητέρα, θυσία για τα σπλάχνα της, που ακόμη και όταν ενηλικιωθούν, δεν παύει να θέλει να ορίσει τη ζωή τους και όταν αυτό δεν καθίσταται δυνατόν, χρησιμοποιεί τα μεγάλα μέσα, δηλαδή την πρόφαση ασθενικής κράσης που δεν επιδέχεται συγχύσεις και αντιρρήσεις. Η Μαρίκα του Χρήστου Ναούμ είναι αυτή η καρικατούρα και κάτι παραπάνω. Βλέπει μόνο τα καλά και συμφέροντα, ωραιοποιεί καταστάσεις και φυσικά είναι η μόνη τραγική ηρωίδα του οίκου, ισχυριζόμενη πως -για να δανειστώ τον τίτλο από το ομώνυμο θεατρικό έργο του Ντάριο Φο- μόνο «σπίτι, κρεβάτι και εκκλησία» ήταν, πως έπνιξε τα νιάτα της και τις προσωπικές της ανάγκες για να μεγαλώσει τα βλαστάρια της και να μην τους λείψει το παραμικρό. Ποια όμως είναι αυτά τα βλαστάρια;
Ο Μάκης, ένα υποκοριστικό που παραπέμπει σε μπέμπη, παιδί, όπως από τη μία βλέπει η μάνα τον γιό της και από την άλλη χαρά μεγάλη έχει η γυναίκα που ο γιόκας της, κολόνα του σπιτιού της, θα χορέψει οσονούπω τον «χορό του Ησαΐα». Ο στυλοβάτης του οίκου όμως ακόμη ψάχνει να βρει τη σεξουαλική του ταυτότητα, κάτι που η μάνα κάνει πως δεν καταλαβαίνει.
Και τέλος η κόρη, η Αγνή που υμνεί τα θεία και εκδηλώνει τη σφοδρή επιθυμία να γίνει καλόγρια, επιθυμία που ο καθένας από τους άλλους δύο ερμηνεύει διαφορετικά. Η Αγνή θέλει να ματαιώσει τον γάμο του Μάκη, η ίδια σαν να ισχυρίζεται πως ο αδελφός της πρέπει να ξεσπαθώσει κάποτε και να πει τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη. Είναι και αυτό το ζωντανό φάντασμα του θείου Σωκράτη που φαίνεται πως έχει δημιουργήσει σεξουαλικές σχέσεις με όλη την οικογένεια. Ανταγωνίζεται το άλλο φάντασμα που όμως και αυτό θα κάνει την εμφάνισή του κάποια στιγμή, αυτό του θαλασσοπνιγμένου πατέρα.
«Τα αυγά της στρουθοκαμήλου» αποδίδουν με τη μορφή του θεατρικού λόγου ένα πλήθος αστικών μύθων που βασανίζουν την ελληνική κοινωνία επί δεκαετίες. Η ανταγωνιστική σχέση μητέρας και κόρης, η φορτική και κρυφίως ερωτική αγάπη μητέρας και γιου, η αποδοχή της σεξουαλικής ελευθερίας και ο ορισμός της σεξουαλικής ταυτότητας. Πόσο υγιής μπορεί να είναι μία κοινωνία όταν ο κάθε μικρότερός της συνεκτικός κρίκος, δηλαδή η οικογένεια, στεφανώνει με δάφνες το δικό της ηθικό και ανήθικο, αναμασά τσιτάτα άλλων, αναπαράγει φόβους και δεισιδαιμονίες;
Στο έργο, η Μαρίκα εμφανίζει τον εαυτό της ως ατυχήσασα νεαρά νύφη, χήρα που έφαγε τα καλύτερά της χρόνια να δουλεύει από το πρωί μέχρι το βράδυ για να μεγαλώσει τα παιδιά της. Στην πορεία, τα γεγονότα διαψεύδουν τα κατά Μαρίκα έργα και ημέρες. Η κόρη της δεν χάνει ευκαιρία να της τα σούρει από την καλή και από την ανάποδη, ο γιος ζει στον κόσμο του, προσπαθεί να κάνει αυτό που θέλει, αλλά ο μαλθακός του χαρακτήρας, ο φόβος της δικής του «ιδιοτυπίας» δεν τον αφήνει να πατήσει πόδι. Είναι λίγες οι στιγμές που επιχειρεί με λάθος τρόπο να δείξει ποιος είναι ο άνδρας του σπιτιού κατά το πρότυπο με το οποίο τον έχει γαλουχήσει η μητέρα του.
Ο Χρήστος Ναούμ, άριστος γνώστης της ανθρώπινης συμπεριφοράς, εκθέτει στο φως τα άπλυτα ενός δήθεν ευυπόληπτου σπιτιού. Το κάνει με χιούμορ και δόσεις ειρωνείας τέτοιες ώστε να δείξει ξεκάθαρα πως το πέρασμα του ανθρώπου από αυτή τη ζωή δεν είναι παρά κάτι μηδαμινό μπροστά στο όλον. Αυτή η ζωή λοιπόν πρέπει να είναι αληθινή και όχι επιδερμική. Μέσα από τον θεατρικό του λόγο, δείχνει πως δεν τα καταφέρνουν όλοι. Κάποιοι θα μάθουν έστω και αργά, τι σημαίνει να σέβεται κανείς την ίδια του την υπόσταση, κάποιοι άλλοι θα επιλέγουν πάντα να ερμηνεύουν λόγια και καταστάσεις κατά τα καλά και συμφέροντα.
«Τα αυγά της στρουθοκαμήλου» εκθέτουν με μια λεπτή σάτιρα το μεγαλείο της ανθρώπινης υποκρισίας.

Εύχομαι στον Χρήστο Ναούμ καλή επιτυχία και σύντομα να δούμε και στη σκηνή το έργο του. 

Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2013

Οι πατημασιές στο τζάκι


Είναι πολλές οι παραμονές των Χριστουγέννων που με βρίσκουν δίπλα στο τζάκι παρέα με ένα βιβλίο. Και πολλές οι φορές που μου έρχεται στο νου μια συγκεκριμένη παραμονή.
Ήταν κάποτε ένα μικρό κορίτσι που βρέθηκε σε ένα εξίσου μικρό χωριό έξω από τη Δράμα. Δεν είχε ξαναπάει, παρότι ζούσαν συγγενείς του πατέρα της εκεί. Αυτό που θυμάται από το ταξίδι είναι η ομίχλη που τύλιγε τον δρόμο αποφασισμένη να ακολουθήσει την οικογένεια στον προορισμό της.
Ζούσε σε πόλη η μικρή και το χωριουδάκι τής έκανε εντύπωση. Μα πιο πολύ το σπίτι, γιατί η αυλή ήταν στη μέση και τα δωμάτια γύρω-γύρω. Τα κάτω και τα επάνω που επικοινωνούσαν με δύο σκάλες κι όταν τις ανέβαινες, έβλεπες από κάθε μεριά την αυλή, γεμάτη πολύχρωμες γλάστρες.
Χειμώνας βαρύς, είχε χιονίσει κάμποσο και το κοριτσάκι σκάλιζε το χιόνι στις γλάστρες έχοντας πάντα μαζί το βιβλίο που τη συντρόφευε. Μικρές κυρίες, της Λουΐζας Άλκοτ. Περίμενε πώς και πώς τη στιγμή που θα καθόταν δίπλα στο τζάκι και θα ξεκινούσε το διάβασμα. Έκανε υπομονή όλες τις προηγούμενες ημέρες, μέχρι να φτάσουν στο χωριό και να απολαύσει το δώρο της για τα Χριστούγεννα.
Είχε αγωνία κι όλο μπαινόβγαινε στην κουζίνα που ήταν και καθιστικό μαζί και κοιτούσε το τζάκι λογαριάζοντας πού θα έβαζε το σκαμνάκι και πότε επιτέλους θα άναβε η φωτιά, να καθίσει εκεί με το αγαπημένο της βιβλίο. Μα η ώρα περνούσε κι η θεία (που στην ουσία ήταν η αδελφή της γιαγιάς της, αλλά έτσι την έλεγε) καθάριζε κι όλο καθάριζε το τζάκι. Αφού είδε κι αποείδε, γιατί η θεία όλο την μάλωνε να παραμερίσει μη τυχόν και την πιάσει βήχας από τις στάχτες, τόλμησε η μικρή να ρωτήσει γιατί καθάριζε με τέτοια μανία.
Κι η θεία τής απάντησε πως το τζάκι έπρεπε να είναι καθαρό χωρίς ίχνος στάχτης. Γι’ αυτό κι είχε πάρει το μακρύ κοντάρι με ένα πανί στην άκρη και με βιάση βάλθηκε να καθαρίζει ως και τα τοιχώματα της καμινάδας. Κι όλα αυτά γινόντουσαν για να μη βρουν πατήματα οι καλικάντζαροι και κατέβουν από εκεί μέσα στο σπίτι.
Σιγά που την πίστεψε το κορίτσι. Μόλις όμως ο θείος έφερε ένα μεγάλο κούτσουρο και το απίθωσε εκεί σιμά, χάρηκε μια και σε λίγο το τζάκι θα άναβε κι εκείνη θα ξεκινούσε επιτέλους το βιβλίο της.

Το τζάκι άναψε τελικά εκείνο το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, γιατί ήταν το έθιμο, αυτό το χοντρό ξύλο, το Χριστόξυλο όπως το έλεγαν, να καίει δώδεκα ημέρες, μέχρι τα φώτα δηλαδή, για να ζεσταίνεται ο Χριστός στη φάτνη.
Κι εγώ ξεκίνησα επιτέλους να διαβάζω τις περιπέτειες της οικογένειας Μαρτς, εντυπωσιασμένη από την Τζο, το αγοροκόριτσο που έγραφε ιστορίες. Ίσως από τότε να άρπαξα το μικρόβιο της γραφής. Ποιος ξέρει; Ανήμερα Χριστούγεννα πάντως για καλό και για κακό, κοίταξα προσεκτικά τις στάχτες στο τζάκι μη κι έβλεπα πατημασιές από τίποτα καλικάντζαρους.



Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Το παλτό

Στον κόσμο αυτό που ζήσαμε
παρέα τα καπνίσαμε πακέτα τα τσιγάρα
Στον κόσμο αυτό που ζήσαμε
παρέα ξενυχτήσαμε με μια φωνή λαχτάρα.

Ο Χρήστος απόμεινε να κοιτάζει στωικά τον άδειο τοίχο απέναντί του λες και η λερωμένη του επιφάνεια θα του χάριζε την έμπνευση.
Ο Χρήστος, άφραγκος καλλιτέχνης. Μόνο αυτή τη ρημάδα την έμπνευση διέθετε, με αυτή ζούσε κι ανέπνεε περιμένοντας να ξημερώσει μια καλύτερη μέρα. Μια δεκάδα τραγούδια ήταν η περιουσία του όλη κι όλη, και κάτι ψιλά, όσα είχαν απομείνει από την ανάγκη της στιγμής ή καλύτερα της βαρυχειμωνιάς που τον ανάγκασε να αγοράσει το παλτό.
Δυο βδομάδες χαλβάδιαζε έξω από τη βιτρίνα του μαγαζιού, τόσο του είχε πάρει μέχρι να αποφασίσει να εξαντλήσει και τα τελευταία ψίχουλα του ταμείου ανεργίας και να αγοράσει το πανωφόρι που η θαλπωρή του θα έκανε απόψυξη στο κοκαλωμένο του σώμα, να κυκλοφορήσει το αίμα στα ξυλιασμένα του δάχτυλα για να μπορέσει να τελειώσει τα τραγούδια.
Με μια κίνηση είχε σπρώξει τη βαριά κρυστάλλινη πόρτα βαδίζοντας ολοταχώς προς τον στόχο του, έρμαιο εν τέλει στα χέρια του υπαλλήλου που σαν ενοχλητικό έντομο ζουζούνιζε ολόγυρά του ισιώνοντας τα πέτα και τα μανίκια, εκθειάζοντας την ποιότητα. Και μετά, τραβώντας κατά το ταμείο, είδε με την άκρη του ματιού του τον Θέμη Καζάζη. Αυτόματα απόμεινε στήλη άλατος νιώθοντας ταραχή ερωτοχτυπημένου μαθητή. Χωρίς παρεξήγηση, επρόκειτο για έρωτα επαγγελματικό, αυτή την ανόσια λαγνεία του στιχουργού προς τον συνθέτη, τον άνθρωπο που θα ντύσει τα λόγια με μουσική και θα τα κάνει να απογειωθούν στα ουράνια.
«Κοίτα σύμπτωση!» σκέφτηκε ο Χρήστος με όλη του την προσοχή στραμμένη στον Καζάζη που δοκίμαζε ένα παλτό όμοιο με το δικό του.
Παρόλο που ο Χρήστος θεώρησε την ευτυχή σύμπτωση σημάδι από ψηλά, το ξινισμένο ύφος του συνθέτη τον απέτρεψε από το να κάνει τα δέκα βήματα που τους χώριζαν και να μιλήσει σε αυτόν που η φαντασία του είχε στεφανώσει με τις δάφνες του σωτήρα.
«Ίσως δεν είναι καλή η στιγμή» μουρμούρισε ελαφρά αποκαρδιωμένος ενώ το χέρι του μετρούσε και ξαναμετρούσε τα χαρτονομίσματα στην τσέπη, από φόβο μήπως και κάποιο είχε παραπέσει και γινόταν ρεζίλι στο ταμείο του καταστήματος.
Με την τεράστια χάρτινη τσάντα παραμάσχαλα -αλήθεια, τι σπατάλη χαρτιού, με πόσους στίχους θα μπορούσε να το γεμίσει!- ο Χρήστος κοντοστάθηκε αναποφάσιστος στο ξεροβόρι. Κάτι μέσα του τού έλεγε να περιμένει, όμως τον είχε πιάσει τρέμουλο από την ταραχή. Το λίγο αποθεματικό κουράγιο τον εγκατέλειψε όταν είδε τον Καζάζη να βγαίνει με μια τσάντα όμοια με τη δική του και να μπαίνει φουριόζος σε ένα ταξί.
Ο Χρήστος ξεφύσηξε ανακουφισμένος. Καλύτερα που δεν του είχε μιλήσει! Να του έλεγε τι, μπαρούφες; Θα στρωνόταν να τελειώσει τα τραγούδια και μετά θα κανόνιζε να συναντήσει τον συνθέτη.
Κι έτσι, δεκατέσσερις μέρες μετά την κοσμοϊστορική αγορά, δεν του έλειπε παρά ένα κουπλέ για να ολοκληρώσει το έργο του. Στο μεταξύ είχε μάθει όχι μόνο πού έμενε ο Καζάζης αλλά και όλο το καθημερινό του πρόγραμμα.
Επιτέλους, το πλήρωμα του χρόνου έφτασε κι ο Χρήστος έβαλε σε έναν χοντρό καφετί φάκελο καθαρογραμμένα τα δέκα τραγούδια. Έγραψε απ’ έξω τη διεύθυνση του Καζάζη κι έμενε μόνο να αποφασίσει πώς θα έφτανε στα χέρια του συνθέτη. Άλλο να το λες κι άλλο να το κάνεις! Τώρα που είχε φάει το βόδι, τον γαργαλούσε η ουρά. Στο τέλος πήρε την απόφαση να παραδώσει ο ίδιος το φάκελο, για σιγουριά.
Στις εννιά το πρωί, ο Χρήστος είχε καρφώσει το βλέμμα ψηλά στο πολυτελές ρετιρέ του Καζάζη. Πέρασε κάμποση ώρα και δεκάδες άσχετοι μέχρι ο μουσικοσυνθέτης να βγει και με φούρια να στρίψει την πρώτη γωνία δεξιά. Τα πόδια του Χρήστου χρειάστηκαν πέντε δευτερόλεπτα έως ότου πειστούν να ξεκολλήσουν από το έδαφος και να τρέξουν πίσω από τον συνθέτη που τρία τετράγωνα πιο κάτω έμπαινε σε ένα πολυτελές καφέ. Ο άμοιρος καλλιτέχνης δείλιασε κι απόμεινε να κοιτάζει σαστισμένος τους βελούδινους καναπέδες και τα σκαλιστά τραπέζια, πολυτέλεια τόσο ξένη για αυτόν, τόσο όμως συνηθισμένη στον κύκλο του μουσικοσυνθέτη. Φιλιά, χειραψίες, αγκαλιές και πειράγματα, ένας κλειστός κύκλος που δεν έμελλε ούτε να τετραγωνιστεί ούτε να ανοίξει για τους ασήμαντους.
«Θείο, θα πάρεις ένα λαχείο;» του γέλασε ο πιτσιρικάς με το ξεδοντιάρικο στόμα.
Τι λαχείο να έπαιρνε, αναρωτήθηκε ο Χρήστος που στην τσέπη του κουδούνιζαν μερικά ευρώ όλα κι όλα. «Τα λεφτά πηγαίνουν πάντα στα λεφτά», κατέληξε απογοητευμένος κοιτάζοντας το πάνω-πάνω νούμερο. 14071979, η δική του ημερομηνία γέννησης.
Ο μικρός λαχειοπώλης έσπρωξε την πόρτα με μια τόλμη που μόνο οι πολύ νέοι και οι τρελοί διαθέτουν. Ο Χρήστος τον παρατήρησε για λίγο καθώς στεκόταν πάνω από την παρέα αγνοώντας επιδεικτικά τις κινήσεις αποπομπής από τους συνδαιτυμόνες.
Αυτός δεν είχε το κουράγιο του πιτσιρικά. Κάνοντας στροφή, επέστρεψε έξω από την πολυκατοικία του Καζάζη, πλησίασε το γραμματοκιβώτιο και με θρησκευτική ευλάβεια έριξε το φάκελο στη θυρίδα του συνθέτη. Σαν να είχε αδειάσει ξαφνικά, έσυρε τα βήματά του μέχρι τη γκαρσονιέρα του, ξάπλωσε κι έπεσε σε λήθαργο.
Ούτε ήξερε να πει πόσες ώρες κοιμόταν. Όταν επιτέλους άνοιξε τα μάτια, ένιωσε το ίδιο κενό, λες και όλη η ζωή είχε στραγγίσει από πάνω του. Μόνο να περιμένει απόμενε, ένα τηλεφώνημα, μια λέξη.
Οι μέρες έγιναν βδομάδες χωρίς ειδήσεις. Ο Χρήστος άτολμος από τη φύση του σε ό,τι αφορούσε το κυνήγι της επιτυχίας, είχε περιοριστεί να θηρεύει μια θέση υπαλληλίσκου στις αγγελίες των εφημερίδων. Το καινούριο του παλτό στεκόταν ατσαλάκωτο απέναντί του να του χαμογελάει μοχθηρά κοροϊδεύοντάς τον.

Δυο μήνες χωρίς νέα από τον Καζάζη. Να είχε άραγε παραπέσει ο φάκελος; Αποκλείεται! Το πιθανός σενάριο ήταν πως οι στίχοι του δεν άξιζαν δεκάρα τσακιστή, βορά τώρα στους ανέμους και τις βροχές, σκισμένα χαρτάκια σε χωματερή ή σε κάποιο κάδο ανακύκλωσης.
Ο Χρήστος σηκώθηκε από το κρεβάτι –μήπως και είχε κλείσει μάτι όλη νύχτα;- να φτιάξει ένα καφέ να στυλωθεί, να πάει στη δουλειά που με χίλιους κόπους είχε βρει. Άναψε το γκάζι και το ραδιόφωνο μαζί. «Ακόμα δεν βρέθηκε ο υπερτυχερός του Πρωτοχρονιάτικου Λαχείου!» η εκφωνήτρια ανακοίνωνε θριαμβευτικά λίγο προτού περάσει στο δελτίο καιρού. Κούνησε αδιάφορα τους ώμους. Μία καφές, μισή ζάχαρη, ανακάτεμα, παύση. Το ραδιόφωνο συνέχιζε τη φλυαρία του. Ο καφές φούσκωσε, τον έχυσε στο φλιτζάνι. «Μεγάλη επιτυχία γνωρίζει ο καινούριος δίσκος του Θέμη Καζάζη. Στην πρώτη βδομάδα της κυκλοφορίας του έχει γίνει κιόλας πλατινένιος!» ανακοίνωσε η εκφωνήτρια τόσο περιχαρής λες και η επιτυχία ήταν όλη δική της. Η καρδιά του Χρήστου έχασε ένα χτύπο, τα χέρια του σφίχτηκαν σπασμωδικά γύρω από το φλιτζάνι.
«Στο κόσμο αυτό που ζήσαμε παρέα τα καπνίσαμε πακέτα τα τσιγάρα…»
Μα πώς; Αυτοί οι στίχοι ήταν δικοί του, τα κοκαλωμένα του χέρια τους είχαν γράψει στο χαρτί! «Μήπως είναι σύμπτωση;» πήγε να αποκοιμίσει τη συνείδησή του. Όμως όχι!
Η καρδιά και το μυαλό του Χρήστου γέμισαν φρίκη. Οι στίχοι οι δικοί του είχαν γίνει τραγούδι χωρίς να τον ρωτήσει κανείς, να τον ειδοποιήσει, να τον ενημερώσει! Ο θυμός ανέβηκε χολή στον λαιμό του, τα χέρια του τραντάχτηκαν από το τρέμουλο αδυνατώντας να συγκρατηθούν, στέλνοντας το περιεχόμενο του φλιτζανιού στον πιο κοντινό εχθρό, το παλτό που γελούσε με τον πόνο του.
«Πώς υπήρξα τόσο αφελής;» αναρωτήθηκε ο Χρήστος σαν να μη μπορούσε ακόμα να πιστέψει το εξωφρενικό.
Το ίδιο απόγευμα άκουγε τον δίσκο που είχε γίνει κιόλας πλατινένιος. Δέκα τραγούδια δικά του όλα, κι όμως το όνομά του δεν υπήρχε πουθενά, τη δική του επιτυχία τη χαιρόταν ο Καζάζης, ο κάθε Καζάζης αυτού του κόσμου που θεωρεί τον εαυτό του έναν μικρό θεό.
Τι μπορούσε να κάνει τώρα; Τους στίχους δεν τους είχε κατοχυρώσει πουθενά. Ποιος θα τον πίστευε; Να τηλεφωνούσε του Καζάζη; Πού πήγαινε να μπλέξει; Θα έβαζε ο άλλος κανένα μεγαλοδικηγόρο και θα του έκανε τον βίο αβίωτο. Γιατί δυο μήνες δεν είχε ζητήσει να μάθει νέα του συνθέτη; Πώς στέλνεις κύριε ένα μάτσο στίχους και τους παρατάς στο έλεος του Θεού ενώ γνωρίζεις πως οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν ούτε ιερό ούτε όσιο; 

Τέλος της εργάσιμης βδομάδας. Παρασκευή απογευματάκι, την ώρα που οι περισσότεροι σκέφτονται ένα αργόσχολο ραχατλίδικο Σαββατοκύριακο. Την ίδια ώρα ο Χρήστος νιώθει μοναχά τον χειμώνα, τον αέρα να τον περονιάζει και το κορμί του να αποζητάει τη θαλπωρή του παλτού. Το καημένο το παλτό που γνώρισε τον θυμό του, εκείνον τον θυμό που άξιζε να ξεσπάσει στην κασίδα του Καζάζη. Το καημένο το παλτό που τον περίμενε στο καθαριστήριο άσπιλο ξανά κι αμόλυντο!
Η κοπέλα ζητάει το απόκομμά του.
«Μη το τυλίξετε! Θα το φορέσω!» της λέει ο Χρήστος και νομίζει πως εκείνη του ρίχνει ήδη ματιές συμπόνιας.
Βγαίνει έξω, βάζει τα χέρια στις τσέπες, σφίγγει και ξεσφίγγει τα δάχτυλα, χαϊδεύει με ευγνωμοσύνη τη βελούδινη φόδρα. Θα του χρειαστούν μερικά δευτερόλεπτα μόνο για να καταλάβει πως πιάνει ένα χαρτί διπλωμένο στα δύο. Ακόμη και το αρρωστημένο φως της λάμπας αρκεί για να αναγνωρίσει το λαχείο. 14071979, κοιτάζει σαν χαμένος το μαγικό χαρτί. Ψάχνει ολόγυρα σαν να έχει καταληφθεί από τεταρταίο πυρετό. «Ακόμη δεν βρέθηκε ο υπερτυχερός του Πρωτοχρονιάτικου Λαχείου!» η εκφωνήτρια του τριβελίζει το μυαλό.
Προχωράει στα τυφλά, παραπατάει ζαλισμένος μέχρι που βλέπει το πρακτορείο. Σε μιαν άκρη της βιτρίνας τα μαύρα γράμματα σχηματίζουν έναν και μοναδικό αριθμό. Με οδυνηρή προσπάθεια αποκρυπτογραφεί τις κουκίδες που του μοιάζουν ξένη γλώσσα.
Γελάει, γελάει δυνατά! 14071979! Δεν θα μπορούσε να είναι άλλο! Σαν σε παραζάλη ο νους του γυρίζει πίσω, αναπλάθει μια σκηνή τρεις μήνες πριν. Ο μικρός λαχειοπώλης, η παρέα που στρογγυλοκάθεται αδιάφορη στη μιζέρια λίγα μέτρα μακριά, ο άνθρωπος που φοράει το ίδιο παλτό. Ο Καζάζης αγοράζει το λαχείο για να ξεφορτωθεί επιτέλους τον ενοχλητικό μικρό που τους χαλάει την ησυχία, το πετάει αδιάφορα στη τσέπη του πανωφοριού του. Γιατί να το γυρέψει αλήθεια; Έχει άλλα στο μυαλό του, ας πούμε πώς να κλέβει τους στίχους των ασήμαντων.
Γελάει, γελάει μοναχός του καθώς μεμιάς όλα ξεκαθαρίζουν. Το παλτό που φοράει δεν είναι το δικό του, είναι του Καζάζη. Κι ο Χρήστος μακαρίζει την ιδιοτροπία της τύχης που τον έκανε να χρησιμοποιήσει το καθαριστήριο που ο συνθέτης είχε στείλει το δικό του παλτό.
Άμα κλέψεις από τον κλέφτη, είσαι κι εσύ κλέφτης; Μπορεί! Όμως το 14071979 δεν έχει πνευματικά δικαιώματα. Και αν ακόμα είχε, δεν τα κατοχύρωσε κανείς.

«Τώρα το λαχείο είναι δικό μου, μοναχά δικό μου!» Ο Χρήστος γελάει ακόμα καθώς με μια αποφασιστική κίνηση σπρώχνει τη βαριά γυάλινη πόρτα του πρακτορείου.

Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

Γιώργος Χατζηκυριάκος: Το ρολόι του κόσμου (Το τραγούδι του χρόνου βιβλίο 2)

Ενθουσιασμένη με το πρώτο βιβλίο της σειράς «Το τραγούδι του χρόνου» με τίτλο «Η χώρα των χαμένων ευχών» περίμενα με ανυπομονησία τη συνέχεια. Και δικαιώθηκα καθώς διάβασα «Το ρολόι του κόσμου». Είχα αφήσει πίσω μου τον Λουκά και τη Φωτεινή, τα δύο αδέλφια που βρέθηκαν χωρίς να το καταλάβουν στον κόσμο της Νοέλα, κάνοντας πραγματικότητα ένα κρυφό όνειρο. Πού πηγαίνουν αλήθεια τα Χριστούγεννα όταν περάσουν οι γιορτινές μέρες στη Γη; Τα παιδιά από τα Πέρα Μέρη βρίσκουν ένα μέρος της απάντησης στο πρώτο βιβλίο. Κι αν όλα δείχνουν πως το τέλος (που όμως ξέρουμε πως είναι προσωρινό, γιατί οι περιπέτειες στην πραγματικότητα και στη φαντασία υπάρχουν πάντα) είναι ευτυχισμένο, ο Χρόνος που ο Λουκάς φάνηκε πως νίκησε στην πρώτη αναμέτρηση, έχει άλλα σχέδια. Επιστρατεύοντας και πάλι το χρήμα και αυτούς που είναι πρόθυμοι να το υπηρετήσουν, ταΐζοντας την κακία με μίσος και απληστία, τάζοντας μεγαλεία και προβάλλοντας το όραμα ενός νέου κόσμου (τι μας θυμίζει αλήθεια αυτό;), ο Χρόνος θα δημιουργήσει μια στρατιά τρομερών όντων. Μαζί του οι γνωστοί μας Ποντικάνθαροι, αλλά και οι Καλικάντζαροι και οι Χρόνιοι, έχουν βαλθεί να καταστρέψουν τη Νοέλα και από τις στάχτες της να αναγεννήσουν τον κόσμο όπως ο αρχηγός τους το επιτάσσει. Ο Τόμας και τα αδέλφια του Μπεθ και Ντιν, ο Λουκάς και η Φωτεινή, και ο παραμυθάς Χανς (κι εδώ έχουμε μια κατά τη γνώμη μου αναφορά στον Χανς Κρίστιαν Άντερσεν) διχάζονται και ενώνονται, παλεύοντας ανάμεσα στο τι βλέπουν μπροστά τους και το τι κρύβεται πίσω του. Κι όλα αυτά καθώς το Ρολόι, αυτό το μοναδικό που έμεινε όρθιο, ξεχασμένο στους ερημότοπους της Νοέλα, θα σημάνει την φθοροποιό έναρξη της μέτρησης του Χρόνου και της αναμέτρησης που αυτός έχει σχεδιάσει.
Ο Γιώργος Χατζηκυριάκος κατορθώνει όχι μόνο να διατηρήσει τη μαγεία της Νοέλα (κάτι που ομολογουμένως σαν εγχείρημα είναι δύσκολο, όταν έχεις ήδη δημιουργήσει τον φανταστικό κόσμο και έχεις δώσει ολοκληρωμένους χαρακτήρες και δράση στο πρώτο βιβλίο της σειράς) αλλά και να κόψει τις ανάσες. Αν στο πρώτο μέρος η αγάπη, η τρυφερότητα και η μαγεία των Χριστουγέννων υπερτερούν των δεινών, στο δεύτερο μέρος το κακό κάνει δυναμικά την παρουσία του δείχνοντας πως χρειάζεται μεγάλη πίστη, αγάπη ως και αυτοθυσία για να μην κυριαρχήσει. Οι περιγραφές είναι σίγουρα πολύ πιο σκληρές από ότι στο «η χώρα των χαμένων ευχών», αλλά στον κόσμο που ζούμε είναι αδιανόητο πλέον να χαϊδεύουμε αυτιά. Κι ο Γιώργος Χατζηκυριάκος δεν θέλει να εξωραΐσει και πολύ καλά κάνει και τολμά να περιγράψει αυτά που δυστυχώς ζούμε καθημερινά στη Γη, και επιδερμικά μόνο μας αγγίζουν εφόσον δεν βλάπτουν το δικό μας σπίτι. Πόσο απέχει η περιγραφή της καταστροφής του Κόκκινου Λιμανιού από τους βομβαρδισμούς και τις εκατόμβες σε κοντινές ή πιο μακρινές χώρες; Αυτές τις εικόνες με το πλήθος που στριμώχνεται και ποδοπατιέται απελπισμένο προσπαθώντας να σωθεί, αν δεν τις έχουμε γνωρίσει εμείς οι ίδιοι, μήπως τις έζησαν οι πατεράδες ή οι παππούδες μας; Τον προβληματισμό του ανθρώπου που ξεριζώνεται από την πατρίδα του και φεύγει από το σπιτικό του με ελάχιστα αγαπημένα αντικείμενα, μήπως δεν τον ζούμε καθημερινά στη γη μας που δεν έχει σύνορα, δεν έχει όμως και πατρίδες για κάποιους αδύναμους, πιόνια στα συμφέροντα των δυνατών;
Πολλοί είναι οι προβληματισμοί που θέτει ο συγγραφέας, μια και ο σκοπός του δεν είναι μόνο να δημιουργήσει έναν κόσμο φανταστικό και να «διασκεδάσει» τον αναγνώστη με περιπέτειες, αλλά να επισημάνει, στηλιτεύσει και προσφέρει τη δική του άποψη για τον κάθε είδους αγώνα, για τα οράματα και την ευπιστία, για την πορεία του ενός και των πολλών, αλλά πάνω απ’ όλα για το τι σημαίνει να προσπαθείς να βρεις το σωστό και το λάθος, να μάθεις να ακούς και να υπολογίζεις, να μπορείς να φτιάξεις το δικό σου όνειρο ανθρωπιάς. Και ένα όνειρο ανθρωπιάς είναι αυτό το υπέροχο «Το ρολόι του κόσμου», δείχνοντας πως ο χρόνος μετράει πότε προς τα εμπρός και πότε προς τα πίσω, αλλά αυτή είναι η ίδια μας η ζωή που μετράει στιγμές ευτυχίας και δυστυχίας. Σαν να θέλει να μας πει πως στο χέρι μας είναι πώς θα μετρήσουμε τον χρόνο μας, πως φθορά δε γνωρίζει η ψυχή παρά μόνο η φυσική παρουσία.
Θα κλείσω εδώ δηλώνοντας θαυμασμό για τον δημιουργό και τον άνθρωπο Γιώργο Χατζηκυριάκο. Ξέρει να αγωνίζεται, να αναγνωρίζει και να ονειρεύεται. Είναι ατόφιος και επίμονος, δημιουργικός και σπουδαίος «παραμυθάς», με όλη την ομορφιά που αυτός ο χαρακτηρισμός κλείνει μέσα του.

Το βιβλίο «Το ρολόι του κόσμου»  έρχεται κοντά σας στη χαρτόδετή του έκδοση με παραγγελία από το Lulu Bookstore

Δείτε εδώ την παρουσίασή μου για το Τραγούδι του Χρόνου, η χώρα των Χαμένων ευχών. 

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

"Όσα ποτέ δεν είπαμε": Η αντιπαράθεση

Μια αντιπαράθεση ανάμεσα στους ήρωες του μυθιστορήματος "Όσα ποτέ δεν είπαμε" ζωντάνεψε το Σάββατο 30 Νοεμβρίου στη σκηνή του πολυχώρου "Αίτιον". Στα πλαίσια της παρουσίασης του βιβλίου, η Ευρυδίκη Αμανατίδου και ο Τάσος Αγγελίδης Γκέντζος "έπαιξαν" σε θεατρικό διάλογο τους ήρωές τους Ευρυδίκη Ζησίμου και Τάσο Καλαβρυνό αντίστοιχα. Για του λόγου το αληθές ιδού ο διάλογος που μας μεταφέρει στον ξενώνα του μυθιστορήματος όπου η Ευρυδίκη σέρνει τα εξ αμάξης στον Τάσο που μόλις έχει επιστρέψει. Το φωτογραφικό στιγμιότυπο απαθανάτησε ο φωτογραφικός φακός της εξαίρετης Χρύσας Μπαλαμπάνη. 


ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Μόνος σου είσαι;
ΤΑΣΟΣ                       Σαν την καλαμιά στον κάμπο, Ευρυδικάκι!
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Μίλα πιο σιγά! Ο κόσμος κοιμάται, δεν έχουν όλοι την όρεξή μας!
ΤΑΣΟΣ                       Γραμμένους  τους έχω όλους! Κι ο γιος μου γραμμένο με έχει!
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Πού είναι ο Δημήτρης;
ΤΑΣΟΣ                       Με παράτησε σύξυλο! Έχω έναν γιο λιγότερο!
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Τι ασυναρτησίες είναι αυτές! Σύνελθε επιτέλους, να πούμε δυο κουβέντες. Το ξέρω πως ήσουν με τον Δημήτρη, σας ακολούθησα, σας είδα!
ΤΑΣΟΣ                       Παλιά μου τέχνη, κόσκινο! Δεν κουράζεσαι ποτέ, Ευρυδικάκι μου!
ΕΥΡΥΔΙΚΗ              Άσε τα υποκοριστικά και κάτσε να μιλήσουμε σαν άνθρωποι, αν θυμάσαι βέβαια πως ανήκεις στο συγκεκριμένο είδος!
ΤΑΣΟΣ                     Πιο ανθρώπινος δεν γίνεται! Είμαι ανθρώπινο ανθρωπάκι! Ήθελα να του μιλήσω ως πατέρας! Στο καμάρι μου, τον γιο μου! Κι αυτός με έφτυσε κατάμουτρα! Ο γιος μου! Που όλοι έχουν να το λένε πόσο πράος είναι! Θηρίο να δαγκώσει αυτόν που τον γέννησε!
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Παράτα τις μεγαλοστομίες, Καλαβρυνέ! Ποιος ξέρει τι του έλεγες! Είσαι ικανός να στείλεις άγιο στην Κόλαση, εσύ! Και πάψε να λες ο γιος σου και ο γιος σου! Είναι γιος και των δυο μας, ακούς;
ΤΑΣΟΣ                       Δεν ακούω τίποτε! Πέταξες την πρώτη μπαρούφα που σου ήρθε στο κεφάλι, αλλά έτσι είσαι εσύ! Έτσι ήσουν πάντα! Η όμορφή μου βδέλλα!
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Αν δεν κλείσεις το στόμα σου, θα το φροντίσω εγώ μία και καλή! Περιμένω εξηγήσεις! Τώρα! Δεν το έχω σε τίποτα, να πάω στην καλή σου τη Χρύσα και να της πω χαρτί και καλαμάρι τα πάντα!
ΤΑΣΟΣ                       Μην τολμήσεις! Θα σε σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια!
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Είναι πολύ εύκολο αυτά τα χέρια τη μία να χαϊδεύουν και την επόμενη στιγμή να σπάνε κόκκαλα!
ΤΑΣΟΣ                       Σ’ αυτό μοιάζουμε υπερβολικά! Μετά μισό αιώνα βρήκα το κοινό μας σημείο!
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Χρειάστηκε μόνο ένα βράδυ Τάσο! Ελάχιστες ώρες που χρησιμοποιήσαμε ο ένας τον άλλον για να φθάσουμε στο σήμερα!
ΤΑΣΟΣ                       Δικηγορίστικες ανοησίες!
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Δεν θα είναι ανοησίες για πολύ ακόμη! Έχω ακλόνητα στοιχεία για να σε πείσω! Μπορείς να μου σύρεις τα εξ αμάξης, αλλά δεν θα έπαιζα ποτέ με κάτι τόσο σοβαρό! Αναρωτήθηκες μήπως κάποια στιγμή της μέρας, γιατί σου μίλησα για τον Δημήτρη; Γιατί τώρα;
ΤΑΣΟΣ                       Γιατί είσαι βδέλλα! Γιατί δεν σου αρέσει να χάνεις! Γιατί μισείς τη Χρύσα! Θέλεις κι άλλους λόγους;
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Ο αιώνιος Καλαβρυνός! Κάλυψες μόνο το μέρος της αλήθειας που σε βολεύει! Σειρά μου τώρα! Η δική μου αλήθεια μού αποκαλύφτηκε λίγο καιρό πριν. Ο χρόνος μου είναι μετρημένος, κι ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει τώρα!
ΤΑΣΟΣ                     Ο χρόνος σου! Ο χρόνος σου! Αυτό λες συνέχεια! Αν είναι να φύγεις, στο καλό! Δεν θα μας λείψεις!
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Σε σιχαίνομαι, γι’ αυτό και μόνο που είπες τώρα. Γιατί αλήθεια; Περίμενα κάτι άλλο για αντίδραση; Τον Δημήτρη τον ρώτησες; Γιος του πατέρα του είναι. Αν πήρε κάτι από τα καλά σου γονίδια, θα θέλει να μάθει την αλήθεια!
ΤΑΣΟΣ                Την αλήθεια τη ζητάς όταν ξέρεις πως υπάρχει! Κι οι δικές σου αλήθειες, Ευρυδίκη, είναι ανύπαρκτες! Χθες μου έσκασες το παραμύθι ότι έχουμε ένα παιδί, αυτό που εγώ ήξερα πως έκανα με τη Βασιλεία. Τι είναι το παιδί; Μπάλα να το έχει πότε ο ένας και πότε ο άλλος; Και γιατί να σε πιστέψω; Πότε ήσουν έγκυος; Κι αν ήσουν, τρέχα γύρευε! Γιατί να είναι δικό μου και όχι του Ευθυμίου; Ή ποιος ξέρει ποιανού;
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Ξέρεις πάντα να πονάς και να τσακίζεις και μόνο με τα λόγια σου! Αλλά βέβαια! Πώς αλλιώς θα ήσουν ο εμπορικός συγγραφέας της ερωτικής πανδαισίας!
ΤΑΣΟΣ                       Μίλησε τώρα η κυρία του αστυνομικού μυθιστορήματος! Άσε με Ευρυδίκη! Αν είναι γιος σου, κάτι έχει πάρει κι από εσένα! Με στρίμωξε. Αναγκάστηκα να του πω πως δεν είναι η Βασιλεία η μάνα του!
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Του είπες πως είναι δικό μου παιδί; Του το είπες;
ΤΑΣΟΣ                       Του είπα πως είναι γιος της Χρύσας!
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Της Χρύσας; Είσαι τρελός; Κι αυτός; Πώς αντέδρασε;
ΤΑΣΟΣ                   Έγινε πυρ και μανία! Μου μίλησε με τόση απαξίωση! Ντράπηκα! Χρησιμοποίησα το παιδί μου! Τον Δημητράκη μου!
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Τριάντα έξι χρονών, δεν είναι μωρό! Γιατί, Τάσο; Ξανά ψέματα, γιατί;
ΤΑΣΟΣ                       Η Χρύσα μου! Την είδες πώς ήταν! Δεν μπορώ, δεν ξέρω τι να κάνω! Αυτό που ισχυρίστηκες εσύ ήταν που μου έδωσε την ιδέα!
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Είσαι εντελώς άρρωστος. Πώς μπόρεσες; Πώς δικαιολογήθηκες; Σε πίστεψε;
ΤΑΣΟΣ                       Ήμουν πιωμένος, θόλωσα…
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Πιωμένος ήσουν κι όταν κούρνιασες στην αγκαλιά μου, μυξοκλαίγοντας τότε για τη Χρύσα σου που παντρεύτηκε άλλον! Θυμάσαι ή μήπως το ξέχασες επιλεκτικά και αυτό;
ΤΑΣΟΣ                       Ήταν λάθος! Εσύ παραδέχτηκες πως χρησιμοποιήσαμε ο ένας τον άλλον!
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Γιατί δεν μπορέσαμε να τα βρούμε ποτέ, Καλαβρυνέ; Δεν πίστεψες τη δική μου εγκυμοσύνη, αλλά σαν εύπιστο αρνί, δέχτηκες την ίδια κατάσταση όταν στην ομολόγησε η μαιτρέσα της καλής κοινωνίας! Ποιος λογικός άνθρωπος θα έδινε το παιδί του να το μεγαλώσει μια πόρνη; Πώς δικαιολόγησες στον Δημήτρη ότι τον άφησες στα χέρια της Βασιλείας;
ΤΑΣΟΣ                      Δεν το σκέφτηκα! Ήπια πολύ, δεν ήξερα τι έλεγα, σκεφτόμουν τη Χρύσα μου…
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Στον βωμό της Χρύσας, μπορείς να θυσιάσεις και τον ίδιο σου τον γιο! Παράτα με πια! Η Χρύσα και η Χρύσα! Δεν έχει ανάγκη η Χρύσα! Θα τα καταφέρει, όπως πάντα! Η Χρύσα που έκανε δυο γάμους! Γιατί δεν είστε μαζί, Καλαβρυνέ; Να σου πω εγώ! Ακόμη και η αιώνια αγαπημένη σου έπαψε να είναι μωρή παρθένος. Κατάλαβε έστω και αργά, τι καπνό φουμάρεις!
ΤΑΣΟΣ                       Είναι χλωμή! Τα μάτια της με κοιτάζουν σαν να περιμένουν από εμένα να κάνω τα πάντα! Θέλω να κάνω τα πάντα! Δεν μπορώ να κάνω τίποτα!
ΕΥΡΥΔΙΚΗ               Κι όμως έκανες! Κατάφερες να γκρεμίσεις για μια ακόμη φορά τον κόσμο του Δημήτρη! Του παρουσίασες ένα ψέμα για αλήθεια από ένα καπρίτσιο σου και μόνο! Πότε θα σκεφτείς τον γιο σου; Πότε;

Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

Παρουσίαση "Όσα ποτέ δεν είπαμε"

Και ξαφνικά πλησιάζει η στιγμή που οι ήρωες για μια ακόμη φορά θα πάρουν τη σκυτάλη. Το Σάββατο 30 Νοεμβρίου στις 6.30 μ.μ. στον Πολυχώρο Αίτιον, οι τρεις από τους τέσσερις ήρωες του μυθιστορήματος "Όσα ποτέ δεν είπαμε" θα συναντήσουν τους αναγνώστες τους. Ο Τάσος Καλαβρυνός, η Ευρυδίκη Ζησίμου και ο Δημήτρης Δελής δια στόματος των συγγραφέων τους Τάσου Αγγελίδη Γκέντζου, Ευρυδίκης Αμανατίδου, Δημήτρη Νίκου αντίστοιχα. Όσο για την τέταρτη ηρωίδα, τη Χρύσα Παπαστάμου, αν και η δημιουργός της Χρύσα Λουλοπούλου δεν θα μπορέσει να παραστεί στην εκδήλωση, εκείνη θα βρίσκεται έστω και έμμεσα στο προσκήνιο. Ανυπομονούμε λοιπόν για αυτή τη βραδιά όπου εκτός από τους προαναφερθέντες, θα μιλήσει για τη συλλογική γραφή η κυρία Ελένη Κεκροπούλου, εκδότρια των Ενάλιος @ Ωκεανός, και συγγραφέας η ίδια. Και φυσικά κοντά μας θα βρίσκεται η αγαπημένη φίλη και συγγραφέας Αναστασία Καλλιοντζή για να καταθέσει τη δική της άποψη για το μυθιστόρημα. 
Ξαναθυμίζω εδώ το κείμενο της φιλολόγου Λίας Βαρμπομπίτη που μίλησε για το μυθιστόρημα στην παρουσίασή του στη ΔΕΘ τον Σεπτέμβιο και με την ευκαιρία προσθέτω και τις δικές μου ευχαριστίες.

«Η προσέγγιση που θα επιχειρηθεί είναι καθαρά φιλολογική, που σημαίνει ότι θα εντοπίσουμε όλα εκείνα τα στοιχεία – βαρετά τα χαρακτηρίζουν κάποιοι – που οδηγούν στην αναγνωστική απόλαυση του κειμένου. Έχουμε απέναντί μας ένα βιβλίο που κερδίζει τον αναγνώστη χάρη στην πρωτότυπη ως προς τη σύνθεση μορφή του (εννοούμε τη λογοτεχνική), τη χρήση ευρημάτων και την παρουσία πολλών αφηγηματικών υποκειμένων. Όλα αυτά τα μορφολογικά στοιχεία συνδυάζονται με μία ανάλογα εντυπωσιακή πλοκή με έντονα δραματικά στην ουσία τους στοιχεία.

Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, με τον μύθο ή καλύτερα – για να μην παρερμηνεύουμε τους όρους – την ιστορία , το θεματικό άξονα στον οποίο κινείται το συγκεκριμένο βιβλίο : τρεις φίλοι, ο Τάσος Καλαβρυνός, δημοσιογράφος, η Ευρυδίκη Ζησίμου, δικηγόρος και η Χρύσα Παπαστάμου, λογοτέχνης-μεταφράστρια ξανασυναντιούνται σε έναν ξενώνα μετά από χρόνια και με αφορμή τα γενέθλια της τελευταίας θα ανασύρουν από το παρελθόν έρωτες, μίση, γλυκά ενθύμια, πικρές αναμνήσεις. Στο σκηνικό έρχεται να προστεθεί με τρόπο και ρόλο καταλυτικό ένας τέταρτος ήρωας, ο δημοσιογράφος Δημήτρης Δελής που συνδέεται άμεσα και με τα τρία πρόσωπα – πρωταγωνιστές μέσω ενός μυστικού που θα αποκαλυφθεί σταδιακά αλλάζοντας δραματικά τις ζωές όλων.

Υπάρχει, λοιπόν, ένας κεντρικός μύθος που αναφέρεται στις σχέσεις των ηρώων και αρχίζει και τελειώνει με έναν ύμνο στην αγάπη. Πρόκειται επομένως για μυθιστόρημα; Η αλήθεια είναι ότι πληρούνται οι απαραίτητοι όροι για να ευσταθεί αυτός ο χαρακτηρισμός. Υπάρχει η απαραίτητη χρονική και περιγραφική έκταση (το βιβλίο χωρίζεται σε δέκα κεφάλαια με υποενότητες), η πλοκή προχωρά σε βάθος και πλάτος, δηλ. διακτινώνεται σε διαφορετικά χρονικά και χωρικά επίπεδα και βέβαια η πολυπροσωπία είναι ξεκάθαρη. Οι χαρακτήρες μάλιστα δεν περιγράφονται με τρόπο στατικό, αντιθέτως παρουσιάζονται με τρόπο δραματικό, καθώς μέσα από τις κινήσεις και τη συμπεριφορά τους αποκαλύπτεται ο βαθύτερος ψυχισμός τους. Ο Τάσος Καλαβρυνός «ένας γόης, ένας άνδρας που το πετσί του μύριζε σιγουριά, αμαρτία και πρόκληση» όπως οι αγαπημένοι του λογοτέχνες, ο Καραγάτσης, ο Χέμινγουεϊ, ο Όσκαρ Ουάιλντ (Θύμιζε ….. χρόνια, σ. 9). Στον αντίποδά του ο εξάδελφός του Στράτος, ο «βραβευμένος ποιητής, ο σεμνός γλυκός άνθρωπος», ανταγωνιστής του στην καρδιά της Χρύσας (Ο ένας ήσυχος…… δηκτικό χιούμορ, σ. 22). Η Χρύσα, πάλι, «με δυο μεγάλα αθώα γλυκά μάτια, πάντα ευγενικά, επιμελής» (Με επιδερμίδα ….. φίλους, σ.25) και η άσπονδη φίλη της Ευρυδίκη « η κακιά μάγισσα» που ποτέ δεν συμπάθησε τη Χρύσα και πάντα διεκδικούσε τον αγαπημένο της Τάσο (Η Ευρυδίκη ....... κοινό, σ. 25). Τελευταίος αλλά εξίσου σημαντικός ο ήρωας που θα αλλάξει τις ζωές όλων, ο Δημήτρης Δελής, γιος του Τάσου και φιλόδοξος δημοσιογράφος, όχι όμως αρκετά νάρκισσος για να μπορέσει να ανταγωνιστεί τον πατέρα (Ώρες-ώρες …….. γιατί όχι; σσ. 48-49). Τα βασικά αυτά πρόσωπα πλαισιώνονται από ένα πλήθος δευτεραγωνιστών που λειτουργούν συμπληρωματικά ως προς την παρουσίαση των κεντρικών χαρακτήρων (μητέρα, θεία, σύζυγοι, φίλοι, συνάδελφοι).
Ως εδώ όλα καλά και – θα έλεγε κάποιος αυστηρός κριτής – όχι ιδιαιτέρως πρωτότυπα ή τουλάχιστον όχι αρκετά για να μας προσφέρουν κίνητρο ανάγνωσης. Όμως εκτός από τους ήρωες του βιβλίου (στους οποίους θα επανέλθουμε αργότερα) υπάρχει κι ένας μύθος που δεν εξελίσσεται ευθύγραμμα αλλά μας αιφνιδιάζει ευχάριστα με τις ανατροπές του ή – κατά τον δόκιμο φιλολογικό όρο – με τα δραματικά απρόοπτά του και τις διαρκείς μεταβάσεις-άλματα από το παρόν στο παρελθόν και αντίστροφα. Κι ενώ συνήθως τα δραματικά απρόοπτα εμφανίζονται σε ένα προχωρημένο σημείο της δράσης, εδώ εκδηλώνονται αρκετά νωρίς. Στον ξενώνα όπου συναντιούνται οι ήρωές μας η Χρύσα θα υποστεί ένα σοβαρό καρδιακό επεισόδιο κι αυτό θα αποτελέσει την αφορμή για να ανοίξουν οι ασκοί του Αιόλου (Όλα έγιναν …. του Τάσου, σ. 43). Λίγο αργότερα η Ευρυδίκη εξομολογείται ότι και την ίδια δεν την περιμένει καλύτερη μοίρα : … σε εμένα είχε ήδη γίνει η τιμή να ειδοποιηθώ με επίσημο έγγραφο από τον Άρχοντα των ψυχών. Κι έπειτα η προσήμανση : ούτε το όνομά του δεν μπορώ να γράψω…. Τι κρίμα που δεν έχω δικαίωμα, τουλάχιστον όχι ακόμη, να τον αποκαλέσω όπως η καρδιά μου θα ήθελε… Ποιον; Σε ποιον αναφέρεται; Αυτή είναι η πρώτη νύξη, ο πρώτος υπαινιγμός για την αποκάλυψη ενός μυστικού, του μυστικού που συνδέει τους τέσσερις πρωταγωνιστές. Ο θάνατος της μητέρας της Χρύσας, όπως κι ο απρόσμενος θάνατος του πρώτου συζύγου της, η εξαπάτησή της από τον επίδοξο δεύτερο, η απώλεια του παιδιού της διαμορφώνουν την εικόνα ενός τραγικού ήρωα που πλήττεται διαρκώς από τη μοίρα χωρίς να το έχει επιλέξει ο ίδιος. Όμως άλλο τόσο τραγική είναι και η αριβίστρια Ευρυδίκη που αμφισβητεί τη δύναμη του έρωτα αλλά στο τέλος γίνεται θύμα του. Η τραγικότητα εντείνεται από την πάλη ανάμεσα στον έρωτα και το θάνατο, αλλά και το παιχνίδι ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα : ποια είναι η μητέρα του Δημήτρη, η Χρύσα ή η Ευρυδίκη; (Τι είναι τελικά …. παπαγαλίζω , σ. 245). Η αποκάλυψη έρχεται σταδιακά από τη ίδια την Ευρυδίκη που αποφασίζει για μια φορά στη ζωή της, την τελευταία να πει την αλήθεια : Θα στα πω ….. ότι ζεις (σ.405). Ο έρωτας, λοιπόν, στο κέντρο του σύμπαντος, ο έρωτας ο παθιασμένος, ο έρωτας ο απελπισμένος, ο έρωτας ο καταδικασμένος, ο έρωτας που ολοκληρώνεται με το θάνατο. Όταν η αλήθεια αποκαλύπτεται, ο θάνατος φαντάζει σαν τη μόνη λύτρωση για τους ήρωες. Η Χρύσα πεθαίνει μαζί με τον μοναδικό αλλά πάντα απόντα από τη ζωή της αγαπημένο της Τάσο σε ένα δυστύχημα που η ίδια προκαλεί οδηγώντας το αυτοκίνητο στον γκρεμό και εκείνος την ακολουθεί αδιαμαρτύρητα : Η συγγνώμη κι η αγάπη ….για πάντα (σ. 467). Με το θάνατο των δύο ηρώων και την ανάγνωση των επιστολών του Τάσου από την Ευρυδίκη έρχεται η συγχώρεση και αποκαθίσταται η ισορροπία σε πρόσωπα και σχέσεις. Η Ευρυδίκη συγχωρεί τους νεκρούς, ο Δημήτρης Δελής συγχωρεί τον πάντα απόντα πατέρα του κι αποδέχεται τη φυσική μητέρα του : Μέσα σε μία μέρα ….. και ψέμα (σσ. 493-494).
Όσα, λοιπόν, ποτέ δεν είπανε οι ήρωες μεταξύ τους στο παρελθόν, τους αποκαλύφθηκαν από τα παιχνίδια της μοίρας σε μεταγενέστερο χρόνο μέσα από επιστολές, ημερολόγια και εξομολογήσεις της τελευταίας στιγμής. Η άρνηση δεν και το απόλυτο στη δήλωσή του χρονικό επίρρημα ποτέ στον τίτλο του βιβλίου θέτει εξαρχής ερωτήματα, αλλά ταυτόχρονα υπαινίσσεται ότι δε θα μείνουν ως το τέλος αναπάντητα. Ο τίτλος, επομένως, μας προϊδεάζει για μυστικά που δεν ειπώθηκαν όταν έπρεπε, αλλά θα αποκαλυφθούν με το πλήρωμα του χρόνου.
Επειδή όμως στην ερμηνεία ενός λογοτεχνικού κειμένου δεν είναι μόνον ο τίτλος που με τα σημαινόμενα του μας τραβά ή μας αφήνει αδιάφορους, θα πρέπει να ασχοληθούμε λίγο και με το συγγραφέα του και την εμπλοκή του στο δημιούργημά του. Εδώ μας περιμένει μια ευχάριστη έκπληξη : η Νία Μαγγέλου δεν είναι μια πρωτοεμφανιζόμενη και μάλιστα με αξιώσεις στα λογοτεχνικά πράγματα. Στην πραγματικότητα αποκτά σάρκα και οστά μέσα από τη συνύπαρξη τεσσάρων διαφορετικών συγγραφέων που προσέφεραν τα αρχικά γράμματα των ονομάτων τους για τη σύνθεση ενός λογοτεχνίζοντος ψευδωνύμου : Νι από τον Δημήτρη Νίκου, ΑΜα από την Ευρυδίκη Αμανατίδου,Αγγέλ από τον Τάσο Αγγελίδη – Γκέντζο και λου από τη Χρύσα Λουλοπούλου. Ευτυχής σύμπτωση το κοινό κάποιων γραμμάτων στα επώνυμά τους που επέτρεψε την αρμονική γειτονία τους. Κι αν η ύπαρξη του αρκτικόλεξου δεν μας πείθει για την άμεση εμπλοκή τους στο δημιούργημά τους, σίγουρα μας απαλλάσσει από κάθε αμφιβολία η ονομαστική ταύτιση με τους ήρωες. Τάσος, Χρύσα, Ευρυδίκη, Δημήτρης : πράγματι οι ήρωές μας είναι οι συγγραφείς, αλλά μόνο για να εξυπηρετηθεί πρακτική και όχι ουσιαστική σκοπιμότητα. Δεν αφηγείται δηλαδή ο καθένας τη δική του πραγματική προσωπική ιστορία, απλώς δανείζουν στους ήρωές τους τη δική τους λογοτεχνική φωνή και είδος γραφής. Έτσι, η Χρύσα ανοίγει το βιβλίο με αφήγηση τριτοπρόσωπη που προϋποθέτει έναν αφηγητή παντογνώστη, καταγραφέα και παρατηρητή των πάντων. Καμία προσωπική εμπλοκή, σπάνια ο αφηγητής αφήνεται σε προσωπικά σχόλια· μόνο η παρουσία του ελεύθερου πλάγιου λόγου (δεν μπόρεσε να του ομολογήσει, με μια μικρή πίκρα σκέφτηκε, δεν το χωρούσε το μυαλό της κλπ.) μας επιτρέπει να αντιληφθούμε την παντογνωσία του αφηγητή που δε θα μπορούσε να είναι άλλος από τη γλυκύτατη και συμπαθέστατη σε όλους μας Χρύσα. Η αφήγηση ξεκινάει από το τώρα και προχωρώντας κινείται αντίθετα, δηλ. με αναδρομές στο παρελθόν για να επιστρέψει τελικά στο παρόν της ιστορίας. Εξίσου ουδέτερες με αυστηρά πληροφοριακό χαρακτήρα είναι και οι επικεφαλίδες από αυτά τα αφηγηματικά κομμάτια (13 Μαρτίου 2011, στον ξενώνα, Την επόμενη μέρα στην ιδιωτική κλινική κοκ. ) ορίζοντας τόπο και χρόνο. Αλλά μήπως έτσι δεν ήταν και η ίδια η Χρύσα σε όλη της τη ζωή, απλή και ξεκάθαρη; Μετά τη ισορροπημένη και ήρεμη αφήγηση ακολουθεί η περισσότερο προσωπική και γεμάτη ένταση επιστολή με αποστολέα τον εκρηκτικό και γεμάτο αντιφάσεις Τάσο : 10 επιστολές, όσες και τα κεφάλαια του βιβλίου που απευθύνονται σε β΄ πρόσωπο σε 10 διαφορετικά πρόσωπα που επηρέασαν τη ζωή του Τάσου, δίνοντας έτσι μια πλήρη εικόνα για το χαρακτήρα του και μάλιστα από πρώτο χέρι. Εδώ βέβαια κυριαρχεί απολύτως το συναίσθημα και η εσωτερική εστίαση, δηλ. ο ομιλών ξεγυμνώνει τον εαυτό του και μόνον τον εαυτό του μπροστά μας και μάλιστα με μία διάθεση αυτάρεσκη και κάποτε προκλητική : Ποιες ήταν ……. με τη μισή Αθήνα (σ. 29).
Η τρίτη πλευρά του τριγώνου δεν είναι παρά η Ευρυδίκη που εκθέτει τον εαυτό της μέσα από το ημερολόγιό της, στο οποίο καταγράφει με απόλυτη ακρίβεια και με τρόπο γραμμικό (δηλ. χωρίς να παραβιάζει την κίνηση του χρόνου προς τα μπρος) τις εντυπώσεις της ημέρας : Τα ανθρώπινα δεν βρίσκονται …. παρανομιών (σ. 36). Ιδιαιτερότητα : σε κάθε ημερολογιακή καταγραφή του παρόντος παρεμβάλλεται και μία καταγραφή από ημερολόγιο του παρελθόντος, για να αποκτήσουμε έτσι μια εικόνα του πώς η Ευρυδίκη αντιλαμβάνεται κι ερμηνεύει τα πράγματα. Σημείωση : οι προσφωνήσεις της Ευρυδίκης κλιμακώνονται ακολουθώντας την εξέλιξη της δράσης ως εξής : αγαπημένο μου ημερολόγιο, μισητό μου ημερολόγιο, πιστό μου ημερολόγιο, δηκτικό μου ημερολόγιο, επίμονό μου ημερολόγιο, έμπιστό μου ημερολόγιο, τακτικό μου ημερολόγιο, δαιμονικό μου ημερολόγιο, απογοητευμένο μου ημερολόγιο, μάταιό μου ημερολόγιο, βλοσυρό μου ημερολόγιο, άχρονο και μοναχικό μου ημερολόγιο.
Τέλος στο μέσο του τριγώνου, εκεί όπου συναντιούνται οι διχοτόμοι του, ο Δημήτρης που στο τέλος κάθε κεφαλαίου σα να έρχεται να συνδυάσει όλα όσα έχουν καταθέσει οι προηγούμενοι διατηρώντας την κυριαρχία του α΄ προσώπου (ισχυρό το εγώ στους τρεις από τους πρωταγωνιστές) και προσθέτοντας το δικό του προσωπικό ύφος που θυμίζει δοκιμιακό λόγο με σχόλια του τύπου : Οι γυναίκες …. επιβεβαιώνει(σ. 397) ή Περίεργο πράγμα …. επιβάτης (σ. 449). Παρεμβάλλονται ερωτήσεις από μια συνέντευξη που δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Αινιγματικοί ακόμη και οι τίτλοι των συγκεκριμένων ενοτήτων.
Σε κάθε κεφάλαιο του βιβλίου οι τέσσερις διαφορετικοί τρόποι γραφής διαδέχονται ο ένας τον άλλον με τη σειρά που περιγράψαμε. Δεν έχουμε επομένως να κάνουμε με ένα σύνηθες μυθιστόρημα ούτε ως προς το τεχνικό του κομμάτι ούτε ως προς το περιεχόμενό του. Η διαφορετικότητα των δημιουργών του δε θίγει σε τίποτα το αποτέλεσμα. Τα τέσσερα λογοτεχνικά είδη που εφαρμόζονται δεν ακρωτηριάζουν το κείμενο ούτε του στερούν τη συνοχή του. Διαπλέκονται τόσο αρμονικά ώστε να αποδίδουν με απόλυτη ευστοχία τους χαρακτήρες των ηρώων από τους οποίους προέρχονται. Επιτυγχάνει, λοιπόν, τον στόχο του το συγκεκριμένο λογοτέχνημα; Σε κάθε επίπεδο είτε αυτό αναφέρεται στα τεχνικά του χαρίσματα είτε στους κεντρικούς νοηματικούς του άξονες : Οι σχέσεις των ανθρώπων, πάντα πολύπλοκες, ακόμη κι όταν δεν κρύβονται από πίσω τους συνωμοσίες, σπάνια ορίζονται απόλυτα από τους ίδιους, με την έννοια ότι δεν είναι η λογική αυτή που πάντα τις προσδιορίζει. Τα πάθη με κυρίαρχο εκείνο του έρωτα σημαδεύουν τις ζωές και μάλιστα συχνά με τρόπο ανεπανόρθωτο. Αλλά η αγάπη βρίσκει πάντα το δρόμο της κι οδηγεί – ακόμη κι αν το τίμημα είναι βαρύ – στη λύτρωση.Ταξίδια είναι τελικά …. αφετηρίας (σ. 493)

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

Μιχάλης Σπέγγος: Ανεμόσκαλα

Μια χώρα απαξιωμένη, μια κοινωνία κουρέλι. Μια γειτονιά υποβαθμισμένη, πολυφωνική πια, φάτσες άγνωστες κι εκεί ανάμεσα ο Ηλίας, ο Αρτέμης, ο φαρμακοποιός, ο Αριστείδης κι ο Λέανδρος.
Ένα χρόνο πριν από το σήμερα. Οι παλιοί βλέπουν και δεν αναγνωρίζουν, ο κόσμος τρέχει, αλλάζει, το κακό σέρνεται σαν το φίδι ύπουλα. Το κακό που ο Ηλίας βλέπει αλλά αγνοεί καθώς βγαίνει στο φως, της ημέρας κι αυτό που του χαρίζει η πίστη του. Μεγάλη Εβδομάδα, κατάνυξη, οικογενειακές συνήθειες, πώς να ομολογήσει όμως πως τίποτα δεν είναι το ίδιο; Κι οι συζητήσεις με τον Αρτέμη; Κι οι κουβέντες αντιπαραθέσεις για πολιτική και θρησκεία; Διαφωνίες, και νερό στο κρασί τους, άσε τα θαύματα για όσους πιστεύουν, κι οι άλλοι να τα εξηγούν με τους νόμους της φυσικής. Ο χορός της σταγόνας, το μαρτύριο της σταγόνας.
Να φύγει, να φύγει ο Ηλίας, όλα σε αυτό συνηγορούν. Για ένα καλύτερο μέλλον για τις κόρες του, την Κατερίνα και τη Μαρία του, για την Κούλα του, την σύντροφό του των είκοσι δύο χρόνων. Και να αφήσει το πατρικό του σπίτι; Κι εκείνη την ανεμόσκαλα που μικρός ανέβαινε για να πηδήσει ξανά στον κήπο;
Στην εκκλησία η εικόνα δακρύζει. Ο πόνος της Παναγίας, το μαρτύριο του Θεανθρώπου. Μπα! Είναι τα κλιματιστικά που δεν τα συντήρησε ο Αστέρης χρόνια. Το έκλεισε κι αυτός το μαγαζί. Έμπλεξε με άλλους τρεις, συμμορία, φοβέρες, πταίσματα και μετά τα πλημμελήματα, μέχρι το ύψιστο κακούργημα.
Ποιος μετακίνησε την ανεμόσκαλα; Πού να πατήσει τώρα ο Ηλίας; Έφτασε στην κορυφή μόνος του για να δει πως όλα ήταν ένα τίποτα. Έγιναν μηδέν, γιατί οι θεωρίες έπεσαν στον γκρεμό που έχασκε από κάτω. Δεν θα στρέψει το μάγουλο. Όταν το κακό χτυπάει τη δική σου πόρτα, το μυαλό σου γεμίζει εκδίκηση. Εκδίκηση για τον χαμό των άλλων, μα αυτός είναι ένας Ιούδας. Πίστεψε και αμφισβήτησε, πρόδωσε. Κι η Βίβλος πεταμένη με μανία στο πάτωμα, τα δικά του τριάντα αργύρια. «Με ανάγκασε να τον προδώσω, το θέλησε να τον προδώσω». Το αποχαιρετιστήριο σε έναν πρώην Ελέω Θεού.
Οι ήρωες του μυθιστορήματος, αγκομαχούν κουβαλώντας τον δικό του σταυρό ο καθένας, έχοντας ασπαστεί τις θεωρίες που έφτιαξαν ανεμικά σκαλοπάτια για τη σκάλα που χάνεται στα σύννεφα. Τι υπάρχει εκεί; Ποιος ξέρει; Ομιχλώδες τοπίο, τόσο όσο ανάλογη ή αντίστροφα ανάλογη είναι η πίστη και η έρευνα.
Η Ανεμόσκαλα είναι ένα μυθιστόρημα πάνω στην πίστη σαν συνείδηση, σαν συνήθεια, σαν ελεγχόμενο προϊόν σκέψης, σαν αυθεντία. Στο Tractatus, ο Βιτγκενστάιν αναφέρεται στην ανεμόσκαλα στην οποία ανεβαίνει κανείς για να την πετάξει μακριά. Το πράττει εκείνος που χρησιμοποιεί ως βοήθημα θεωρητικά σχήματα που αξιώνουν τον βίο του, για να φθάσει στο σημείο όπου μπορεί να εννοήσει χωρίς και πέρα από αυτά. Για όσα δεν γνωρίζουμε, πρέπει να σωπαίνουμε; Μπορεί να σωπαίνει ο άνθρωπος; Η ελεύθερη βούληση του δίνει το δικαίωμα να δέχεται ή να αμφισβητεί.
Στο κεφάλαιο Κοσμολογία και Ηθική από το βιβλίο του «Δαίμονες και διάβολος στην Ελλάδα» ο κοινωνικός ανθρωπολόγος Τσαρλς Στιούαρτ αναφέρεται στην πίστη που στοχεύει στη μείωση της απόστασης ανάμεσα στο θείο και το ανθρώπινο, με πρότυπα ατομικής και κοινωνικής δράσης. Αγάπη, αφοσίωση και υπακοή γίνονται ο συνεκτικός κρίκος για την οικογένεια. Κατά επέκταση για τη θρησκεία και την πολιτική εξουσία. Ίσως εδώ κολλάει το «Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» που ειρωνικά αποδίδει ο Αρτέμης στον Ηλία, μόνιμη αφορμή των μεταξύ τους αντιπαραθέσεων. Και τον πιστό όμως Ηλία θα μιάνει το μικρόβιο της αμφιβολίας, έως και την απόρριψη. Απόρριψη δύο φορές, με τη διάπραξη και της αυτοχειρίας.
Πιστεύω πως το μυθιστόρημα του Μιχάλη Σπέγγου είναι μια ανεμόσκαλα που καλούμαστε να ανέβουμε χωρίς άλλο βοήθημα πέρα από την ευρηματική αφήγηση του συγγραφέα για να αναρωτηθούμε ποιες είναι οι δυνάμεις που ορίζουν τη ζωή μας. Εγώ είμαι για όλους ή εγώ είμαι για εμένα; Για ποιον πόλεμο ετοιμαζόμαστε, σε ποιον αγώνα θα υπάρξουμε σταυροφόροι;
Ένα δημιούργημα γεμάτο βαθιά νοήματα, μια γραφή που αναλύει τις ανησυχίες του ανθρώπου, μια κατάθεση πάνω στα όρια του ορατού και του αόρατου, του υπαρκτού και του μεταφυσικού. Μια μυθιστορηματική διαδρομή στη ζωή κάποιων που δεν διαφέρουν από αυτούς που περπατούν δίπλα μας ή μήπως είμαστε εμείς οι ίδιοι, πίσω από τις κλειστές πόρτες του σπιτιού μας, του ίδιου μας του εαυτού;
Στα συν του μυθιστορήματος: O τρόπος που ο συγγραφέας καλύπτει και αποκαλύπτει μέσα από το πέπλο των διαφορετικών οπτικών αφήγησης. Η ελευθερία στον αφηγηματικό χρόνο που κάνει πιο δραματική την αφήγηση. H χρήση της γλώσσας, τόσο σκληρής και χειμαρρώδους ή τόσο γαλήνιας και ήπιας άλλοτε ώστε οι χαρακτήρες να μείνουν ζωντανοί, χωρίς υπερβολές ή ανούσια κλισέ. Οι ευσεβείς, οι κουρασμένοι επαναστάτες, οι κατά παρέκκλιση παραβάτες, οι εν δυνάμει «νονοί», οι άνθρωποι και τα ανθρωπάκια, έχουν όλοι τη θέση τους αποδίδοντας ανάγλυφα την εικόνα του σήμερα. Ενός σήμερα όπου κάθε θύμα μπορεί να μετατραπεί σε θύτη στα μάτια του ανυποψίαστου τρίτου. Όπως ανυποψίαστα ξεκινά να διαβάζει κανείς στην Ανεμόσκαλα τα αποσπάσματα των εκκλησιαστικών κειμένων για τη Σταύρωση. Αθώα σαν να παρακολουθεί τη λειτουργία των Παθών, θυμίζοντας τον χορό της σταγόνας ή όπως εύστοχα τονίζει ο Αρτέμης στο τέλος, πως το μεγάλο μυστικό δεν είναι αν υπάρχει ή όχι η ανεμόσκαλα, αλλά πού οδηγεί.

Κλείνοντας, θέλω να ευχαριστήσω ακόμη μία φορά τον Μιχάλη Σπέγγο που κάθε φορά που τον διαβάζω μού δίνει τροφή για περαιτέρω αναζητήσεις. 
Η Ανεμόσκαλα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα. 

Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

Στο φως και το σκοτάδι, σημασία έχει μονάχα η ζωή

Ατέλειωτα τηλεφωνήματα, ατέλειωτες βόλτες. Κυριακή μεσημέρι κι ο Δημήτρης στο τηλέφωνο με ρωτάει για τα βασανιστήρια και τους δεσμοφύλακες στον Μεσαίωνα. Αργά το βράδυ Τετάρτης, χειμώνας στους δρόμους της Αθήνας, και μου μιλάει για την τρίτη εκδοχή του Άρη, του κεντρικού του ήρωα. Τηλέφωνο μεταμεσονύκτιο, και ο Δημήτρης μού ανακοινώνει ότι του ήρθε ξαφνικά μέσα στο τρόλεϊ μια ιδέα, κατέβηκε δεν ξέρω πόσες στάσεις νωρίτερα από το σπίτι του και κάθισε στην είσοδο μιας πολυκατοικίας για να γράψει. Κάποιο απόγευμα, μιλάμε για τον Παράδεισο και την Κόλαση και ξέρω πως όσα μου λέει, θα τα διαβάσω κάπου μέσα στο μυθιστόρημα.
Αυτά κι άλλα πολλά, θα μπορούσα να αναφέρω σαν μικρά περιστατικά, στιγμές στον χρόνο της γραφής του μυθιστορήματος που παρουσιάζουμε σήμερα.
Μιλώντας για το «σημασία έχει μονάχα η ζωή» θα ξεκινήσω από τη… γεωμετρία.
Λέμε πως στη ζωή όλα είναι ένας κύκλος και το κάθε τι έχει αρχή και τέλος. Δεν ξεφεύγεις, είναι σαν να ξεκινάς από ένα σημείο κι αφού διανύσεις την πορεία, φτάνεις ξανά εκεί. Αρχή και τέλος, ζωή και θάνατος. Η ζωή λοιπόν κάνει τον κύκλο της, μια σχέση διανύει επίσης τον δικό της κύκλο. Ακόμη και τα βιβλία κάνουν τον κύκλο τους και το περιεχόμενό τους πάλι ένας κύκλος είναι, όσες ανατροπές κι αν έχει. Ο ήρωας θα κάνει αυτά που του αντιστοιχούν κατά επιταγή του χαρακτήρα του ή ακόμα και του ίδιου του συγγραφέα του.
Κι έρχεται το «Σημασία έχει μονάχα η ζωή» να ταράξει τη γεωμετρική σχέση. Η ζωή των ηρώων του κινείται σε ένα τρίγωνο. Στην αρχή ήταν ο Άρης, μια μικρή κάθετη γραμμή. Κάθετος στις απόψεις του, θα επαναστατήσει ενάντια στον βάναυσο πατέρα του, θα φύγει από το σπίτι και θα πορευτεί μόνος του. Η γραμμή μεγάλωνε, αγγίζοντας όμως πάντα μια άλλη, αυτήν της Πηνελόπης, της παιδικής του φίλης. Μαζί στα δύσκολα, εύκολα δεν υπήρχαν για κανέναν από τους δύο. Η εύθραυστη υγεία της Πηνελόπης και η φυσική ιδιομορφία της τη δείχνουν αν όχι τέρας, πάντως παράταιρη στα μάτια της πάντα κρίνουσας κοινωνίας. Όχι όμως και στα μάτια του Άρη που την αγκαλιάζουν με αγάπη. Κι αυτή με τη σειρά της είναι η μόνη που ξεκλειδώνει το αδιαπέραστό του βλέμμα. Ο αληταράς Άρης, ετοιμοπόλεμος θεός, μονόχνοτος, αυτοκαταστροφικός, χαμένος ανάμεσα σε ματαιωμένα όνειρα και εφιάλτες. Και η πιστή Πηνελόπη, δίπλα του, κοντά του. Μια παρτίδα ντόμινο θα φέρει την Έλλη στην παρέα τους. Μια οπτασία με μακριά μαύρα μαλλιά, δυναμική κι αδύναμη μαζί. Τρίτη γραμμή και το τρίγωνο αποκτά το σκαληνό σχήμα. Άνισες όλες οι πλευρές, με μεγαλύτερη της Έλλης. Μπαίνει στη ζωή τους προσφέροντας αυτό που έχει ανάγκη ο καθένας τους. Φιλία που για τον Άρη γίνεται έρωτας, φιλία που για την Πηνελόπη γίνεται άλλοτε μητρικό χάδι κι άλλοτε ζήλεια για αυτό που η ίδια δεν μπορεί να προσεγγίσει.
Τα πάθη ανομολόγητα, υποβόσκουν, κρύβονται πίσω από μια κορνιζαρισμένη φωτογραφία. Και η ζωή μειώνεται, μαζεύεται, γίνεται ένα μικρό κουβάρι ασπρόμαυρα ξέφτια που κάπου ανάμεσά τους προβάλει κι ένα κουρελάκι πολύχρωμο.
Σαν αυτή την Κυριακή… Μια Κυριακή που θέλουν να είναι ντυμένη με διαφορετικά χρώματα. Δεν ζητούν τίποτα περισσότερο παρά να ξεφύγουν από μια πόλη που το γκρίζο της κάνει αφόρητη την καθημερινότητά τους.
Ο Άρης, η Έλλη, η Πηνελόπη. Δεν έχουν τίποτα, μονάχα ο ένας τον άλλον, αυτό όμως είναι αρκετό για μια διαφορετική Κυριακή.
Μια εκδρομή σε ένα τοπίο που τους γοητεύει. Μια φάρσα που ξεκινάει σαν αθώο αστείο, ένα παιχνίδι για να καλοπιάσουν τη μέρα τους, να την ξεγελάσουν. Ύβρις; Τι άλλο, όταν ξαφνικά τα χρώματα αλλάζουν κι ο χρόνος παγώνει και αυτός; Δεν της αρέσουν της ζωής τα αστεία των άλλων, μόνο τα δικά της ορίζουν τους κανόνες του παιχνιδιού.
Τέσσερις εικόνες.
Εικόνα πρώτη: Μια γυναικεία τσάντα γεμάτη τσαλακωμένα όνειρα, η απότομη αλλαγή της διάθεσης, το νευρικό βλέμμα της Έλλης καρφωμένο στην οθόνη ενός κινητού. Έτσι ξεκίνησαν όλα. Κι εκεί, στα κοφτερά βράχια, τρεις φίλοι παίζουν μια παρτίδα ντόμινο. Δεν έχουν υπολογίσει ότι με μια κίνηση ο ένας θα παρασύρει τον άλλον και θα πέσουν όλοι μαζί, σαν τις πλάκες του παιχνιδιού. Σαν τη μυθική συνονόματή της, η Έλλη θα γκρεμιστεί ματαιώνοντας τη διαφυγή της.
Μια Κυριακή κι οι τρεις γίνονται δύο. Ένα αστείο, μια απρόβλεπτη αντίδραση και η πτώση. Η ζωή γελάει δυνατά, τους κρατάει γερά τώρα, στήνει ξανά το παιχνίδι και τους προτείνει μια τελευταία παρτίδα. Για τους δύο που έμειναν πίσω δεν υπάρχει το τεκμήριο της αθωότητας ούτε το περιβόητο κανένα έγκλημα, καμία ποινή χωρίς νόμο. Η δικαιοσύνη στην περίπτωσή τους είναι πραγματικά τυφλή.
Εικόνα δεύτερη: Μαύρα ρούχα, βόλτες στη σκοτεινή πλευρά της πόλης. Εφιαλτικές παραισθήσεις, δαιμόνια που βασανίζουν αγίους, άγγελοι που βασανίζουν δαίμονες. Σκίτσα που ζωγραφίζουν όνειρα, ατέλειωτα σενάρια σε μια τελειωμένη πραγματικότητα. Ασπρόμαυρες γραμμές πλασμένες από μια επιθυμία που γίνεται αφόρητη. Ένα τρομαγμένο πρόσωπο που απεικονίζεται στο εξώφυλλο ενός δίσκου. Ένα ξυράφι με περίτεχνη λαβή. «Κι η σύγχυση θα γίνει ο επιτάφιός μου καθώς σέρνομαι σ’ ένα ραγισμένο, σπασμένο μονοπάτι». Το τέλος για τον Άρη.
Εικόνα τρίτη: Ένα αφιλόξενο σπίτι κι ένα αφιλόξενο σώμα. Κλωστές που σπάνε, κλυδωνίζοντας την ισορροπία. Δρόμοι, ζάλη, η νύχτα στα όρια, ύπνος σε ένα παγκάκι. Σκοτάδι και φως, υγρασία και θαλπωρή, ξανά η παράξενη λευκοντυμένη γυναίκα. Ήρθε να κάνει μια συμφωνία. Ο νόμος, η έρευνα, το αστυνομικό τμήμα. Σαν έκθεμα σε μουσείο, αξιοπερίεργο της φύσης και της αυθεντίας των ανθρώπων. Ένα κελί κι η τελευταία επιθυμία σφαδάζει γραμμένη με αίμα στον τοίχο. Οι συγγνώμες των άλλων είναι πάντα άκαιρες. Το τέλος για την Πηνελόπη.
Εικόνα τέταρτη: Λευκά φώτα, ακινησία. Ο χρόνος που τρέχει, ο χρόνος που σταμάτησε. «Λυπήσου αυτούς, που μια φορά με φτερά ζούσαν, και τα χάνουν, και δεν τους μένει άλλη χαρά, παρά η χαρά πως θα πεθάνουν…» Όχι! Είναι όμορφοι αυτοί οι στίχοι του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, κατάρα όμως κουβαλούν. Μια ακόμη μάχη. Οι κανόνες του παιχνιδιού αλλάζουν. Μια παρτίδα ντόμινο στήνεται ξανά. Μα γιατί κανείς τους δεν είχε σκεφτεί την κίνηση που λέγεται αγάπη;
Ο Δημήτρης Νίκου γράφει ένα μυθιστόρημα αφιερωμένο στην ίδια τη ζωή, καμωμένο με τα δικά του όνειρα, σκέψεις, ελπίδες. Το ντύνει μουσικά με Ραχμάνινοφ και Κίνγκ Κρίμσον, το στολίζει με σκίτσα από κόμικς και ζωγραφικούς πίνακες. Το νησί των νεκρών, οι πειρασμοί του Αγίου Αντωνίου, ένα πορτρέτο του Χέμινγουέι. Παίζει με το κολασμένο μαύρο και το παραδεισένιο λευκό, χρώματα του ντόμινο, την ασπρόμαυρη πλευρά της ζωής, για να οδηγήσει τον αναγνώστη στη συνείδηση του κόκκινου. Η ροή του αίματος, η ταχύτητα και η ακινησία του, έναρξη ζωής και παύση θανάτου είναι μια πρώτη ερμηνεία. Είναι όμως και το πάθος, η προσπάθεια, η αγάπη, από και για τον εαυτό μας, από και για τους άλλους. Να αγαπήσουμε τις πληγές μας για να τις θρέψουμε, να βιώσουμε κάθε στιγμή σαν δοκιμασία που κι αν τσαλακώσει τα φτερά μας, θα μας κάνει πιο επίμονους να βρούμε τον τρόπο να πετάξουμε ξανά προς τα όνειρά μας.
Η γραφή του Δημήτρη Νίκου ξεφεύγει από τα στεγανά που ορίζει η κατηγοριοποίηση. Ερωτοτροπεί ανάμεσα στο ψυχολογικό θρίλερ και το δοκίμιο. Ακολουθεί άλλοτε τα σκοτεινά μονοπάτια και τις απότομες στροφές του δρόμου που με αγωνία διανύουν οι ήρωες. Κι άλλοτε ακουμπάει σε εκείνα τα απρόσμενα σημεία ξεκούρασης που κάθε δύσκολη πορεία προσφέρει σαν ανάπαυλα. Εκεί που το ζοφερό, η αγωνία και το σπάραγμα κορυφώνονται, έρχεται πεισματικά το όνειρο, η ανάγκη της ψυχής να ξεπεράσει τα στεγανά της περίκλειστης σάρκας. Και στον κίνδυνο της απώλειας ο συγγραφέας αντιπαραθέτει την δοκιμασία της αγάπης μέχρις ότου η μονομερής, ατελής γνώση γίνει συνολική και τέλεια.
Έχοντας παρακολουθήσει από την αρχή του τη δημιουργία αυτού του μυθιστορήματος, την πάλη ανάμεσα στις ιδέες και τα όνειρα, τα θέλω και τα πρέπει της συγγραφικής νομοτέλειας, θεωρώ πως ο Δημήτρης Νίκου κατόρθωσε να δείξει στον αναγνώστη ότι «σημασία έχει μονάχα η ζωή», η ζωή που ως δώρο και όχι ως βάρος μάς δόθηκε. Ο δρόμος που έχει να διανύσει ο καθένας μας είναι δύσκολος, όμως «αγάπα και όλα ανατρέπονται» όπως θα διαβάσουμε λίγο πριν το τέλος.
Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Δημήτρη Νίκου, συνοδοιπόρο μου στο φως και το σκοτάδι, που μου έκανε την τιμή να μοιραστεί τις σκέψεις και τους προβληματισμούς του στο ταξίδι της γραφής.

Πολυχώρος Αίτιον, Αθήνα, Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2013

Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

Ευρυδίκη Αμανατίδου: Το στοίχημα

Γκυστάβ Μορώ: "Ο χορός της Σαλώμης"
1876
Εγώ κι ο Μηνάς ήμασταν φίλοι αδερφικοί. Γεννηθήκαμε μαζί, μαζί και στο σχολείο, και στο στρατό πάλι μαζί. Όλη η ζωή μας μια πλάκα! Τα χρόνια που πέρασαν μας άφησαν αδιόρθωτους. Γιατί τα παλιά χούγια δεν κόβονται.
Εγώ κι ο Μηνάς είχαμε μια αδυναμία -οι άλλοι την έλεγαν ελάττωμα-, τα στοιχήματα.
Εγώ κι ο Μηνάς το βλέπαμε διαφορετικά. Δεν ήμασταν τζογαδόροι. Δεν ποντάραμε σε άλογα, σε ρουλέτες, σε ομάδες ποδοσφαίρου. Ποντάραμε σε ανθρώπινες συμπεριφορές.
Δεν με καταλαβαίνετε; Είναι απλό! Βλέπαμε κάποιον στο δρόμο και στοιχηματίζαμε αν θα στρίψει αριστερά ή δεξιά. Στο εστιατόριο, ξεχωρίζαμε έναν στην τύχη κι αναρωτιόμαστε ποιο φαγητό θα διαλέξει. Στο λεωφορείο, το στοίχημα για τον εκλεκτό μας ήταν σε ποια στάση θα κατέβει. Είχαμε όμως στοιχηματίσει ακόμα και για τον τύπο του άνδρα που θα διάλεγε η κοινή μας φίλη η Ερμιόνη, για το αν θα γεννήσει αγόρι ή κορίτσι η Μαίρη, για το αν και πότε θα πάρει προαγωγή ο Γεράσιμος.
Οι γνωστοί μας κουνούσαν το κεφάλι και μας αποκαλούσαν πορωμένους. Δεν ενοχλούσαμε κανέναν, το παιχνίδι ήταν ιδιωτικό.
Ώσπου κάναμε την εξαίρεση και μπάσαμε κι άλλον στα δικά μας. Καλύτερα όμως να σας πω την ιστορία από την αρχή.
Την Αμαλία τη γνωρίσαμε στο πάρτι κάποιου παλιού συμμαθητή. Δεν ξέρω πώς έγινε, ήταν ξημερώματα κι είχαμε μείνει οι τρεις μας να μιλάμε ενώ ο παλιός συμμαθητής κατάκοπος έσερνε τα πόδια του μαζεύοντας ποτήρια και τασάκια. Κολλήσαμε. Γίναμε μια παρέα. Μεταξύ αστείου και σοβαρού, της εκμυστηρευτήκαμε το πάθος μας.
Στην αρχή μας κοίταξε δύσπιστα. Μετά έβαλε τα γέλια.
«Έλα μωρέ, με κοροϊδεύετε!»
«Στο είπα!» έκανε μουτρωμένος ο Μηνάς.
«Σοβαρολογούμε» επέμεινα εγώ.
Δε ξέρω τι θέλαμε να παραστήσουμε. Ή μάλλον ξέρω! Τσιμπηθήκαμε και οι δυο μαζί της, με το που την είδαμε. Δεν λέω έρωτας κεραυνοβόλος, αυτά είναι λόγια γυναικεία. Είχε όμως αυτή η κοπέλα κάτι που σε έκανε να τη θέλεις συνέχεια δίπλα σου, κι εννοώ όχι μόνο ως φίλη.
Να το χαρακτηρίσω επίδειξη δεν πάει, άλλος θα το έλεγε χαζομάρα. Πάντως, της τα είπαμε όλα λες και ήταν ένα παιχνίδι συναρπαστικό και πρωτόγνωρο. Καμιά φορά τα λόγια περνάνε απαρατήρητα, το πώς τα λες όμως μένει. Εν προκειμένω, ο τρόπος μας έδωσε στην Αμαλία να καταλάβει πως την είχαμε πατήσει μαζί της, όσο για τα λόγια μας, εντυπώθηκαν τόσο στο μυαλό της που έγιναν η αιτία των κατοπινών μας δεινών.
Τα γατίσια μάτια της μας κοίταξαν περιπαιχτικά.
«Μπαίνω κι εγώ στο παιχνίδι!» είπε ανέμελα.
«Τι εννοείς;» τη ρώτησα.
«Στοιχήματα δεν βάζετε; Αυτή τη φορά, θα είσαστε αντίπαλοι. “Ποιος θα με κερδίσει”, αυτό θα είναι το στοίχημα κι εγώ το έπαθλο!»
«Τι κυνισμός!» ειρωνεύτηκα, από μέσα μου όμως είπα πως τούτη εδώ σκεφτόταν σαν άντρας.
Λάθος εκτίμηση… Γιατί η Αμαλία σκεφτόταν αποκλειστικά και μόνο σαν γυναίκα.
Ο Μηνάς, τύπος πιο ανέμελος, δεν κάθισε να το φιλοσοφήσει και πολύ. «Εγώ είμαι μέσα» ανακοίνωσε γλαρωμένος, γιατί μη ξεχνιόμαστε, ήταν και ξημερώματα.
Δεν είχα παρά να δεχτώ κι εγώ. Ξεπέρασα τις όποιες υποψίες για το λάκκο που είχε η φάβα κι είπα το ναι.
«Με κάνετε περήφανη!» είπε η Αμαλία σαν μάνα που ξεπροβοδίζει τα παιδιά της για τον πόλεμο κι εγώ δεν ήξερα αν μας δούλευε ή όχι.
Ο έρωτας είναι τυφλός. Τυφλοί κι εμείς, γίναμε υποχείρια της Αμαλίας.
Ο Μηνάς με βεβαίωσε πως ήταν μόνο ένα παιχνίδι.
«Έλα μωρέ! Πώς κάνεις έτσι; Λες και σε πάνε για εκτέλεση! Εγώ το βρίσκω πολύ ερεθιστικό».
Δεν ήθελα να μαλώσουμε. Όσα χρόνια γνωριζόμασταν, δεν είχαμε ανταλλάξει πικρή κουβέντα. Θα μου πείτε τώρα, τι ήθελα και δέχτηκα; Όμως το παιχνίδι απαιτούσε δύο παίκτες, όρος απαράβατος. Και για να μιλήσουμε ειλικρινά, ντρέπομαι που το λέω, την ήθελα την Αμαλία, σαν κολασμένος την ήθελα.
Στην αρχή, όλα ήταν αθώα. Τα στοιχήματα ήταν της τάξης όσων βάζαμε μέχρι τότε. Απλές επιβεβαιώσεις των κανόνων της στατιστικής, όπως πόσες φορές θα ανοίξει η πόρτα της καφετέριας που καθόμασταν, τι θα φάει η απέναντι παρέα στο εστιατόριο, πόσο θα πληρώσει. Η Αμαλία, μαζί μας πάντα, έβγαζε ένα δερμάτινο σημειωματάριο, μας κοίταζε για λίγο πονηρά και σαν τους καθηγητές στο σχολείο, σημείωνε τις επιδόσεις μας. Και κάθε φορά, αυτός που κέρδιζε πόντους στα χαρτιά της, κέρδιζε -έτσι έλεγε- και στην καρδιά της. Και του χάριζε ένα χάδι ή ένα πεταχτό φιλί ενώ ο άλλος έμενε να ξεροψήνεται και να κοιτάζει σαν λιγούρης.
Τότε ήταν που αρχίσαμε να ψυχραινόμαστε με τον Μηνά. Και δεν στενοχωριέμαι τόσο γι’ αυτό όσο για το που δεν την κάναμε πέρα την Αμαλία όσο ήταν ακόμη καιρός. Εμείς ήμασταν πάντα αχώριστοι, κι είχε έρθει αυτή να μπει στη μέση. Αυτά όμως ήταν φωτεινά διαλείμματα του ταλαιπωρημένου μου μυαλού, μια και τον περισσότερο καιρό βρισκόμουν σε κωματώδη κατάσταση περιμένοντας την επόμενη παραξενιά της Αμαλίας.
Τα πράγματα ξέφυγαν όταν το παιχνίδι άλλαξε όρους.
«Πόσο βαρετά είναι όλα!» ξεφύσηξε μια μέρα η καλή μας. «Με απογοητεύετε! Πώς θα διαλέξω, όταν και οι δύο είσαστε τόσο προβλέψιμοι;»
Απορημένοι ζητήσαμε εξηγήσεις. Δηλαδή σαν τι έπρεπε να κάνουμε για να εξυψωθούμε στους άρπαγες οφθαλμούς της;
Μας κοίταξε αινιγματικά. Στο τέλος αποφάνθηκε.
«Θα κινδυνεύατε για χάρη μου;» ρώτησε αθώα.
«Τι εννοείς;» αντιγύρισα.
«Ας πούμε, να κλέβατε κάτι για μένα» έσκασε η βόμβα.
«Δεν είσαι στα καλά σου!» αντέδρασα.
«Κακό παιδί! Τι ζήτησα;» είπε δήθεν απογοητευμένη. «Ενώ ο Μηνάς, ξέρω πως θα κάνει ό,τι του ζητήσω». Και λέγοντας αυτά, η ξεδιάντροπη πήγε και τρίφτηκε σαν γάτα πάνω του.
Ο Μηνάς αναψοκοκκίνισε.
«Ε, δεν είναι και σοβαρό! Άλλοι κλέβουν για την πλάκα τους» υπερψήφισε την απαίτηση της Αμαλίας που είχε μετατραπεί ξάφνου σε άλλη Σαλώμη χωρίς τα επτά πέπλα και τον χορό της. 
Ακόμα και τώρα απορώ με τον εαυτό μου που ακολούθησα, όταν την επόμενη μέρα μάς έσυρε στο πολυκατάστημα της περιοχής. Το ότι υπήρχαν φρουροί δεν αποτελούσε εμπόδιο για την Αμαλία, ίσα-ίσα που έκανε το στοίχημα πιο ζουμερό.
«Αχ Πέτρο! Καθόλου δεν με θέλεις!» γουργούρισε βλέποντας πως είχα εκνευριστεί. «Ενώ ο Μηνάς θα έκανε τα πάντα για μένα! Κι εγώ, τι ζητάω; Κάτι μικρό κι ασήμαντο, για να μου αποδείξετε πως με αγαπάτε».
Τι εξευτελισμός! Έπρεπε εκεί μέσα στον κόσμο να της αστράψω ένα χαστούκι να συνέρθει. Άμα ήταν έτσι, ας την έπαιρνε ο Μηνάς!
«Εγώ δεν φοβάμαι», είπε ο Μηνάς. «Θα δοκιμάσω! Τι στο καλό, άλλοι το κάνουν επάγγελμα».
Δεν κοκκινίζω εύκολα, όμως το πρόσωπό μου είχε πάρει το χρώμα του παντζαριού καθώς έβλεπα τον Μηνά να πλησιάζει ένα πάγκο με μικροσκοπικά μπλουζάκια και να ψάχνει αδιάφορα. Μια κοπέλα της ασφάλειας κατευθύνθηκε προς το μέρος μου. Έγινα ακόμα πιο κόκκινος και νευρικός λες και πήγαινα εγώ να κλέψω! Της χαμογέλασα εντελώς ηλίθια. Ήτανε κι όμορφη, πανάθεμά την!
Από απέναντι, η Αμαλία παρακολουθούσε περιπαιχτικά. Την κοίταξα, κοίταξα ξανά την κοπέλα της ασφάλειας και να σας πω κάτι; Μία δεν έπιανε η Αμαλία μπροστά της! Τι ήταν άλλωστε; Ένα κακομαθημένο παλιοκόριτσο που επειδή είχε λεφτά κι εμφάνιση, νόμιζε πως τους έπαιζε όλους στα χέρια της.
Τότε ήταν που ένα παιδάκι άρχισε να τσιρίζει.
«Μαμά! Μαμά! Αυτός ο κύριος κλέβει! Κοίτα! Να, κοίτα!» κι όλο τράβαγε τη μητέρα του από το μανίκι.
«Σταμάτα Ηλία! Δεν σου είπα να είσαι φρόνιμος;»
Ο μικρός όμως επέμενε.
«Αφού σου λέω τον είδα! Βούτηξε ένα μπλουζάκι!»
«Θα φας μιαν ανάστροφη! Δεν σου είπα να μαζεύεις τη γλώσσα σου;»
Ο Μηνάς κατευθυνόταν βιαστικός στην έξοδο. Η κοπέλα της ασφάλειας μιλούσε τώρα στο ασύρματο. Γύρισε και με κοίταξε απογοητευμένη, λες και ήξερε πως εμένα και τον Μηνά κάτι μας έδενε. Τα υπόλοιπα έγιναν σε δευτερόλεπτα. Προτού κάνω βήμα, δυο άλλοι της ασφάλειας είχαν προλάβει τον Μηνά και του ζητούσαν διακριτικά να τους ακολουθήσει. Η Αμαλία είχε γίνει άφαντη.
Η συνέχεια σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι λίγο ως πολύ γνωστή. Δεν θα μιλήσω για το ρεζιλίκι, αυτό είναι το λιγότερο. Με την αγωνία του Μηνά στενοχωριόμουν, που όλο περίμενε να εμφανιστεί η Αμαλία, αυτή όμως πουθενά.
Ευτυχώς ο Μηνάς γλίτωσε τη δίωξη. Ο υπεύθυνος του πολυκαταστήματος, ένα καλό παλικάρι, παραδόξως με πίστεψε. Γιατί βέβαια δεν μου πήγαινε να αφήσω τον Μηνά στην τύχη του. Τι σόι φίλοι ήμασταν; Μοιράστηκα την ντροπή μου με τον ξένο άνθρωπο και του εξήγησα πώς είχαμε φτάσει μέχρι εκεί. Ίσως ο πόνος κι η πίκρα στη φωνή μου, ίσως το παράπονο, να άγγιξαν κάποιο ευαίσθητο σημείο. Χαλάλι του τού Μηνά!
Τώρα θα μου πείτε τι μου φταίτε που σας ζαλίζω τόση ώρα!
Για μένα αυτή η ιστορία είχε καλό τέλος αφού ήταν η αφορμή να γνωρίσω τη Χριστίνα, τη φρουρό ντε! Είμαστε κοντά ένα εξάμηνο μαζί. Είμαστε καλά! Δε ξέρω πού θα μας βγει, νοιώθω όμως άλλος άνθρωπος, τέρμα τα στοιχήματα.
Να μπορούσα να πω το ίδιο και για τον Μηνά! Το φαντάζεστε; Εμείς που ήμασταν αχώριστοι, έχουμε να ιδωθούμε σχεδόν δίμηνο. Βλέπετε η Αμαλία τον πιλατεύει ακόμα. Κι αυτός τρέχει ξοπίσω της σαν ηλίθιος.
Προχτές με πήρε τηλέφωνο. Ο Μηνάς! Να μου πει για το τελευταίο βίτσιο της καλής του. Τι σκαρφίστηκε η άτιμη; Του ζήτησε να παραστήσει τον ζητιάνο. Για μια ωρίτσα μόνο, για χάρη της! Κι έπειτα αυτή θα είναι δική του.
«Λες ρε φίλε να την κερδίσω;» με ρώτησε όλο αγωνία ο Μηνάς.
Κι εγώ ακόμα ψάχνω να του απαντήσω κάτι.


Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Βάσια Ακαρέπη: Μια νύχτα που κράτησε χρόνια

Η Κασσάνδρα κυνηγάει την έμπνευση για το «δυνατό» μυθιστόρημα, όπως την προέτρεψε η εκδότριά της. Ένα χωριό πάνω από μια λίμνη, τόπος καταγωγής της ηρωίδας, θα γίνει το καταφύγιο για το σώμα, το πνεύμα και την ψυχή της. Ή μήπως όχι; Η συνάντηση με τον αινιγματικό Μάρκο θα σταθεί αφορμή για το ξεκίνημα μιας ιδιότυπης σχέσης. Μιας σχέσης όπου το παρελθόν θα καθορίσει το κάθε της βήμα.
Ξεκίνησα να διαβάζω το πρώτο μυθιστόρημα της Βάσιας Ακαρέπη με μια πολύ θετική διάθεση. Έχοντας συναντήσει τη δημιουργό, είχα να εισπράξω μόνο θετικά μηνύματα από έναν άνθρωπο γλυκομίλητο, χαμηλών τόνων, αλλά με έξυπνες παρατηρήσεις στην δίωρη κουβέντα που είχαμε. Διαπίστωσα πως οι απόψεις μας ταυτίστηκαν σε πολλά σημεία, περισσότερο όμως εξακρίβωσα με ανακούφιση ομολογώ, πως είχα μπροστά μου ένα άτομο σοβαρό που βλέπει τη γραφή σαν λειτούργημα και θεία κοινωνία μαζί. Πως μιλάει για τα βιβλία και τα μάτια της λάμπουν, πως οι λέξεις της στάζουν όνειρα κι ελπίδες που γιγαντώνονται μέσα από την έκφρασή τους στο χαρτί.
Ξεκίνησα να διαβάζω το «μια νύχτα που κράτησε χρόνια» κι ένιωσα πως έμπαινα σε μια λίμνη, ίσως και αυτή που περιγράφει η Βάσια Ακαρέπη δια στόματος της ηρωίδας της, της Κασσάνδρας. Βυθίστηκα απολαυστικά στο νερό, νιώθοντας όσα με απασχολούσαν να απομακρύνονται, χαλάρωσα και αφέθηκα. Έγινα θαμώνας στο Κουκούλι, κάθισα στον νεραϊδότοπο παρατηρώντας τα ενωμένα δέντρα και την παράξενη ιστορία τους. Κρυφοκοίταξα πίσω από τα παντζούρια κατασκοπεύοντας τις κινήσεις του Μάρκου και της Κασσάνδρας.
Ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο και ήταν σαν να μου μιλούσε και η ηρωίδα και η συγγραφέας, να μου μιλούσε εξηγώντας μου το πώς κάτι μετουσιώνεται από αφηρημένο σε συγκεκριμένο χωρίς να πέσει στην κοινοτοπία των τσιτάτων της γραφής. Τι είναι η γραφή αλήθεια; Ποια είναι η σχέση του συγγραφέα με τα κείμενά του; Τι επιδιώκει να προσφέρει στον αναγνώστη του; Κρίνει και κρίνεται με κάθε λέξη, ξεκινώντας ένα ταξίδι που ο προορισμός του φαντάζει εξωτικός. Αυτό το εξωτικό είναι που μας γεμίζει ενθουσιασμό, γιατί μας είναι άγνωστο, πρωτόγνωρο, ασυνήθιστο, και αν ελλοχεύουν κίνδυνοι, αυτοί δεν είναι ικανοί να ματαιώσουν το ταξίδι μας. Σε αυτό λοιπόν το μυθιστόρημα η Βάσια Ακαρέπη μιλάει απλά, τρυφερά, ανθρώπινα για τους φόβους, τα πάθη, τα μυστικά, την ψυχοσύνθεση των ηρώων της, αλλά και αυτού του ίδιου του συγγραφέα, στην ώρα ανάμεσα στη νύχτα και τη μέρα, στην ώρα του τίποτα που όμως είναι τα πάντα.
Σίγουρα δεν αρκεί μόνο η διάθεση για να ολοκληρώσεις ένα έργο. Απαιτείται ταλέντο, αποδοχή του ότι θα αποδομήσεις τον εαυτό σου για να τον ανασυγκροτήσεις, μα περισσότερο απ’ όλα ειλικρίνεια και σεβασμός στον ίδιο τον άνθρωπο και σε αυτά τα πολλά και λίγα, τα σημαντικά και ασήμαντα που στοιχειοθετούν τη ζωή του. Το να μπορείς τέλος να κάνεις τον εαυτό σου πρώτα κι έπειτα τους άλλους, να μπουν μέσα στην ιστορία. Γιατί κάθε αφήγηση είναι το δικό μας παρελθόν, η δική μας ζωή, μια ονειροπαγίδα που θα φυλακίσει τους δαίμονες και θα μας ελευθερώσει από τα πάθη και λάθη όχι απλά για να ξεφύγουμε πρόσκαιρα, αλλά για να δούμε πως ο δρόμος που ανοίγεται μπροστά μας έχει κι αυτός τη σημειολογία του.
Άριστες οι εντυπώσεις μου από το μυθιστόρημα, όχι μόνο για τον τρόπο που η δημιουργός του έδεσε την πλοκή της κρατώντας τους άσους στο μανίκι της, χωρίς όμως να παραπλανεί ή να κατευθύνει τον αναγνώστη, αλλά και γιατί είναι πολύ ελπιδοφόρο να βλέπεις πως μέσα σε αυτόν τον καταιγισμό συγγραφικών πονημάτων που διακρίνει εκτός άλλων την εποχή μας, υπάρχουν και αυτά που αξίζει να διαβάζεις ξανά και ξανά. 

«Μια νύχτα που κράτησε χρόνια» από τις εκδόσεις Μίνωας. Θα σας κρατήσει σίγουρα κοντά της.