Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2012

Μαρία Χανιώτου: Το πέρασμα για τον Τσεσμέ

Η Βασιλεία από μικρή θα αναγκαστεί να αποδείξει πόσα μπορεί να αντέξει ο άνθρωπος. Για να ξεφύγει από το αδιέξοδο της συναισθηματικής και υλικής φτώχειας, θα αφήσει την Ικαρία για να βρεθεί σε μια Αθήνα που αποδεικνύεται αφιλόξενη. Στριμωγμένη σε μια καμαρούλα, η Βασιλεία, καταπονημένη από τον κάματο της ημέρας, φτιάχνει τα δικά της παραμύθια κι ονειρεύεται τον πρίγκιπά της. Κι αυτός μέλλει να είναι ο Σταύρος. Ο έρωτας της ζωής της. Ο άνδρας που δαμάζει τις χορδές του βιολιού και την καρδιά της Βασιλείας.

Δεν της μέλλει να χαρεί, για κάποιους εξάλλου οι μικρές στιγμές ευτυχίας είναι δώρο που η μοίρα δεν το χαρίζει εύκολα. Ακόμη κι όταν ο πατέρας της επιστρέφει από την ξενιτιά της Αμερικής, ακόμη κι όταν η Βασιλεία κάνει τη δική της οικογένεια, ο πόλεμος σαρώνει τις καλές στιγμές. Και τότε, η γυναίκα από πέτρα καλείται να ξεπεράσει τα ανθρώπινα όρια. Ένα πέρασμα για μια καλύτερη ζωή, ένα πέρασμα για την ελευθερία. Λίγα ναυτικά μίλια που οι αντίξοες συνθήκες τα κάνουν δυσθεώρητη απόσταση έως το σημείο που όλα μπορεί να αλλάξουν. Όλα ή τίποτα τελικά; Όχι, δε θα γράψω κάτι παραπάνω, παρά θα αφήσω τον κάθε αναγνώστη να βυθιστεί στη μαγεία του κειμένου.

Και είναι αλήθεια μαγικές οι λέξεις με τις οποίες η συγγραφέας Μαρία Χανιώτου ανασυνθέτει μια αληθινή ιστορία παραθέτοντας το πλήρες ιστορικό υπόβαθρο της εποχής. Μιας εποχής σκληρής που όμως στις μέρες που διανύουμε θα μας θυμίσει ότι όλα κάνουν κύκλο σε αυτή τη ζωή. Η ευτυχία από τη δυστυχία και την ανέχεια κρέμεται πάντα σε μια κλωστή. Αν είσαι κάποιος σαν τη Βασιλεία, τότε έχεις θέληση και δύναμη να προσπαθήσεις για το διαφορετικό όσο κι αν αυτό το πολυπόθητο ζητούμενο μοιάζει χιμαιρικό.

Ζωντανοί χαρακτήρες, άνθρωποι με πάθη, αληθινοί με μία λέξη, δίνουν ζωή στο μυθιστορηματικό τόνο. Οι διάλογοι, άλλοτε με τοπικούς ιδιωματισμούς και άλλοτε σε μία απλή γλώσσα, αυτή που ονομάζουμε γλώσσα της ψυχής, αποδίδουν ανάγλυφα την ανάβαση του κάθε ήρωα στον προσωπικό του Γολγοθά. Αν θέλουμε να μετρήσουμε τι μπορεί να καταφέρει κανείς -όσα δε βάζει ο νους κι η λογική, θα συμπλήρωνα- δεν έχουμε παρά να σταματήσουμε λίγο τον αναγνωστικό μας χρόνο στο μεγαλειώδες έβδομο κεφάλαιο, όπου κάτω από τον τίτλο άνοιγμα στο πέλαγος περιγράφονται οι προσπάθειες μιας χούφτας εξαντλημένων ανθρώπων να περάσουν από το ξερονήσι στον Τσεσμέ.

…Οι στρατιώτες μπήκαν με φωνές να φοβερίσουν όποιον κρυβόταν εκεί. Περίμεναν πως θα βρουν άνδρες πάνοπλους, με τα όπλα στον ώμο έτοιμους για όλα. Έκαναν μερικά βήματα προς τη μάζα που είχε μαζευτεί στη μέσα μεριά της σπηλιάς. Αμέσως οι φωνές τους σταμάτησαν. Έπεσε νεκρική σιωπή. Τα παιδιά χώθηκαν κάτω απ’ τα φουστάνια των γυναικών. Τα σκελετωμένα πλάσματα απέναντί τους προσπάθησαν να σεστηθούν στα πόδια τους για να τους βρει με αξιοπρέπεια το βόλι. Άοπλοι, με μάτια πεταγμένα απ’ τις κόχες τους. Ο Διονύσης άνοιξε το βήμα του και έφθασε όσο πιο γρήγορα γινόταν κοντά τους. Ανησύχησε. Οι στρατιώτες, αμούστακα αγόρια, ξεριζωμένα από την πατρίδα τους, πολεμώντας γιατί τους έλαχε και όχι γιατί το επεδίωξαν, βλέποντας τους άμοιρους ανθρώπους, έπεσαν κάτω και προσκυνούσαν το χώμα κι έκαναν τον σταυρό τους. «Μαντόνα Μαρία», ψιθύριζαν….σελ. 242-243

Μέσα από τις σελίδες του μυθιστορήματος, αναδύεται ανάγλυφο το πολιτικό και κοινωνικό καθεστώς λίγο πριν και λίγο μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Δε νομίζω πως θα μπορούσαν να περιγραφούν καλύτερα οι αντιλήψεις και τα πάθη του χθες. Ο αναγνώστης παρασύρεται στη δίνη των γεγονότων και με τη δεινότητα της αφήγησης, καθώς γράφεται ο μυθιστορηματικός επίλογος, αισθάνεται κι ο ίδιος δικαιωμένος.

Και από εδώ, εύχομαι στη συγγραφέα Μαρία Χανιώτου πολλά και δημιουργικά ταξίδια!

Τρίτη, 24 Ιουλίου 2012

Άλλαν Πέρσυ: Όσκαρ Ουάιλντ, 99 μαθήματα σοφίας για μια ευτυχισμένη ζωή εδώ και τώρα

Άγγελος ή δαίμονας; Αμφισβητίας, στιγματισμένος από τη βικτωριανή ηθική, συμπορευόμενος με την ηδονισμό ή τη δική του φιλοσοφία των αισθήσεων. Δανδής και αδιάφορος ως προς συμπεριφορές ξένες με τη δική του, κυκλοφορεί με εξεζητημένο ντύσιμο και μπλαζέ ύφος, κάτι που γινόταν αποδεκτό μόνο σε ορισμένους κύκλους του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα.

Ο Ουάιλντ αντιλαμβανόταν ότι η εποχή που ζούσε ήταν γεμάτη ασχήμιες. Μη μπορώντας να τις αντιμετωπίσει, προτιμούσε να βυθιστεί στο δικό του ηδονιστικό κόσμο, ναρκισσιστής και γεμάτος αφορισμούς για οτιδήποτε οι άλλοι δεν κατανοούσαν. Από τη μία ήθελε να ασκήσει κριτική στην κοινωνία και από την άλλη επεδίωκε με αυτόν τον τρόπο η ίδια κοινωνία να τον θαυμάσει. Βιτριολικός και πνευματώδης, λέγεται πως τα τελευταία του λόγια, κοιτώντας τους τοίχους του δωματίου του ήταν: «ή θα φύγει αυτή η ταπετσαρία ή θα φύγω εγώ».

Στα 99 μαθήματα σοφίας για μια ευτυχισμένη ζωή εδώ και τώρα, ο Άλλαν Πέρσυ μεταφέρει τις σκέψεις του Ουάιλντ σε σημερινές καταστάσεις δίνοντάς μας έναν τρόπο να αντιμετωπίσουμε αυτά που θεωρούμε εσφαλμένα αδιέξοδα και να αντλήσουμε τη μεγαλύτερη δυνατή απόλαυση από τη ζωή.

Απολαυστικό το κείμενο, διαβάζεται απνευστί ξανά και ξανά, ακολουθώντας την αρίθμηση των σελίδων ή και με εντελώς τυχαία σειρά. Όπως και να γίνει η ανάγνωσή του, είναι σίγουρα η αφορμή να σκεφτούμε πόσο οι αφορισμοί αυτοί είναι κάτι που ενστερνιζόμαστε ή όχι.

Σίγουρα όλοι κατανοούμε πως το να ζούμε δε σημαίνει απλά να υπάρχουμε. Αυτό το εκλαϊκευμένο μεροδούλι-μεροφάι απασχολεί τον μέσο άνθρωπο, ειδικά στις μέρες μας. Ας φιλοσοφήσουμε την ύπαρξή μας ζώντας κάθε στιγμή μας σαν να είναι μοναδική ή απλά σαν να είναι η τελευταία. Η ενασχόληση με το παρελθόν συνεπάγεται το μηδενισμό του μέλλοντος. Ποιος ο λόγος να ελπίζει κανείς στον Παράδεισο, αφού οι φίλοι του δε θα βρίσκονται εκεί; Προτιμότερος είναι ο διαχωρισμός των ανθρώπων σε γοητευτικούς ή βαρετούς, παρά σε καλούς και κακούς.

Σαρκαστικός πάντα, ο Ουάιλντ δηλώνει πως τα βράδια όταν σκέφτεται τα ελαττώματά του, πέφτει αμέσως για ύπνο. Ο ίδιος λατρεύει τις απλές απολαύσεις. Είναι το τελευταίο καταφύγιο των περίπλοκων ανθρώπων. Το αποδεικνύει εξάλλου συνδυάζοντας την πολυτέλεια με την απλότητα. Όταν έμενε στο Γκραν Οτέλ Βολτέρ στη Γαλλία δειπνούσε με αυγά, φασόλια και σαλάτα, ενώ σε άλλες περιστάσεις λάτρευε την τρούφα και τα στρείδια.

Η τραγωδία των γηρατειών δεν είναι πως είσαι γέρος, αλλά πως υπήρξες νέος. Ο χρόνος που περνά άσκοπα απασχολεί ιδιαίτερα αυτόν τον πολύπλοκο διανοούμενο που δηλώνει πως περνάμε χρόνια χωρίς να ζούμε καθόλου και ξαφνικά ολόκληρη η ζωή μας επικεντρώνεται σε μία και μόνη στιγμή. Κι αυτός ο εκπρόσωπος του κινήματος του αισθητισμού, όπου η τέχνη εξυπηρετεί την τέχνη και την απόλαυση του ωραίου με τις αισθήσεις κι όχι μία συμβολική, ηθική, ωφελιμιστική θεωρητική αξία, κραυγάζει να του δοθούν τα περιττά, γιατί τα αναγκαία μπορούν όλοι να τα έχουν. Τίποτα δεν μπορεί να γιατρέψει τη ψυχή περισσότερο από τις αισθήσεις. Για τον Ουάιλντ ο κόσμος είναι ένα θέατρο όπου όμως η διανομή των ρόλων είναι χάλια. Αμεροληψία δεν υπάρχει παρά μόνο όταν εκφραζόμαστε για τα πράγματα που δε μας ενδιαφέρουν πραγματικά.

Απαισιόδοξος είναι αυτός που γκρινιάζει για τον θόρυβο όταν η ευκαιρία τού χτυπάει την πόρτα. Τις δικές του ευκαιρίες σίγουρα τις τίμησε ο Ουάιλντ, όσο και να τις πλήρωσε ακριβά. Συμβολικά τουλάχιστον μία τέτοια ευκαιρία ήταν και η στιγμή που κλήθηκε να απολογηθεί για την έκταση της σχέσης του με τον νεώτερό του Λόρδο Άλφρεντ Ντάγκλας. Μιλάει για την αγάπη που δεν τολμάμε να την αποκαλέσουμε με το όνομά της, αυτήν που είναι εξιδανικευμένη και πνευματική, από την οποία απορρέουν τα έργα τέχνης, αυτή στην οποία ο Πλάτωνας στήριξε τη φιλοσοφία του, αυτή που ενέπνευσε τα σονέτα του Μικελάντζελο και του Σαίξπηρ, αυτή που δυστυχώς παρανοήθηκε στην εποχή που ζούσε. Αλλά μια ιδέα που δεν είναι επικίνδυνη, δεν αξίζει να αποκαλείται ιδέα λέει κάπου αλλού και προτρέπει να δημιουργήσουμε οι ίδιοι τον εαυτό μας, να γίνουμε εμείς το ποίημά μας. Να τον αγαπήσουμε, γιατί αυτό θα είναι το ξεκίνημα ενός ισόβιου ειδυλλίου. Πραγματικά πολύτιμα είναι αυτά που έχουμε στη ψυχή μας, αυτά που κανείς δεν μπορεί να κλέψει.

Όπως δηλώνει ο ίδιος, στη ζωή υπάρχουν δύο τραγωδίες: Η μία είναι να αποκτάς αυτό που θέλεις και η άλλη να μην το αποκτάς. Έτσι ήταν και η δική του ζωή. Ίσως και να απόκτησε ή να επεδίωξε να αποκτήσει πράγματα σε λάθος εποχή. Σε μια εποχή υποκρισίας και πουριτανισμού, ο Όσκαρ Ουάιλντ επέλεξε να ζήσει στα άκρα που τον οδήγησαν τελικά στο περιθώριο. Αν ήταν σύγχρονός μας, σίγουρα η φιλοσοφία του δε θα ξένιζε κανέναν. Ίσως όμως τότε, να μην τον μνημόνευε και κανείς. Το πάθος εξάλλου πάντα εμπεριέχει ένα ηθικό στίγμα που αμβλύνει ή οξύνει ο τόπος και ο χρόνος.

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2012

Tweet stories: Λογοτεχνία σε 140 χαρακτήρες

Προ καιρού είχα παρουσιάσει στο ιστολόγιό μου τον διαγωνισμό των μικροδιηγημάτων που τότε βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη. 371 από τις εκατοντάδες συμμετοχές επιλέχτηκαν για να γεμίσουν τις σελίδες του ψηφιακού βιβλίου Tweet stories: Λογοτεχνία σε 140 χαρακτήρες το οποίο μπορείτε να κατεβάσετε ελεύθερα και δωρεάν http://www.openbook.gr/2012/03/tweet-stories.html. Εμπνευστής της προσπάθειας αυτής ο Γιάννης Φαρσάρης που εισάγει πάντα καινά δαιμόνια. Στον ίδιο οφείλεται και η επιμέλεια της έκδοσης με την υποστήριξη της http://www.openbook.gr/ και ένα εντυπωσιακό εξώφυλλο από τον Στέλιο Καλογεράκη.

Ο προβληματισμός του όλου σχεδίου ήταν το αν μπορεί η λογοτεχνία να λειτουργήσει στο ασφυκτικό πλαίσιο της πολύ μικρής φόρμας που χαρακτηρίζει τις αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα, όπως επισημαίνει στον πρόλογό του ο ίδιος ο Γιάννης Φαρσάρης.

Η απάντηση είναι οι ψηφιακές σελίδες που ο καθένας μας έχει τη δυνατότητα να ξεφυλλίσει και να απολαύσει πραγματικά την εφευρετικότητα του ανθρώπινου νου.

371 τα επιλεγέντα μικροδιηγήματα από την πένα γνωστών ή και πρωτόπειρων γραφέων με το δικό του στυλ και ύφος το καθένα.

Τρυφερότητα και ευαισθησία, ο κυνισμός της πραγματικότητάς μας, το κυνήγι της χίμαιρας, ειρωνεία, χιούμορ, συγκίνηση, άλλοτε σαν γνωμικά ή μικρά ανέκδοτα, άλλοτε σαν ποιήματα, σαν αφορισμοί, σημερινά παραμύθια, απλές διαπιστώσεις έντεχνα διατυπωμένες. 371μικροδιήγηματα που δίνουν άφθονα ερεθίσματα στον αναγνώστη τους.

Το νούμερο 14 είναι η δική μου συμμετοχή. Θέλω και από εδώ να ευχαριστήσω τον Γιάννη Φαρσάρη και φυσικά όλους τους συνοδοιπόρους συμμετέχοντες.

Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2012

Η συγγραφέας Μαρία Χανιώτου για το φύλακα στο φάρο

Ευχαριστώ πολύ τη συγγραφέα Μαρία Χανιώτου για την επίσκεψή της στο φάρο μου. Μπορείτε να γνωρίσετε το ιστολόγιό της πατώντας http://maria-xaniwtou.pblogs.gr/


Γράφει η Μαρία Χανιώτου


Πλοκή χωρίς ανάσα θα το χαρακτήριζα με μια πρόταση το βιβλίο της Ευρυδίκης. Μαθήματα ζωής , τίποτα δεν μένει ατιμώρητο, όλα σε αυτή τη ζωή πληρώνονται. Με δεξιοτεχνία απλώνει το κάθε κεφάλαιο. Ο αναγνώστης αναμένει το επόμενο προσπαθώντας και εκείνος να συμμετάσχει στο μυστήριο με υποθετικές λύσεις. Αλλά όσο προχωρά στην ανάγνωση διαπιστώνει πόσο έξω έχει πέσει στις προβλέψεις του.

Η Eλένα όταν έπαιρνε τον δρόμο για την Ελλάδα νόμιζε πως έχει δυο σκοπούς. Να βρει τον κακότυχο σφραγιδόλιθο και να σκορπίσει την στάχτη της μάνας της στο Ιόνιο.

«Ήταν δώδεκα ακριβώς, το μεσημέρι μιας τέλειας καλοκαιρινής ημέρας, όταν τελικά η Eλένα σκόρπισε τις στάχτες της Σοφίας Στολτς».Γράφει η Ευρυδίκη στο τέλος του κεφαλαίου. Η Ελένα θεώρησε με το να πραγματοποιήσει την τελευταία επιθυμία της μάνας της πως ολοκλήρωσε και τον σκοπό της. Μα η μάνα .... την ακολουθεί.... Το ταξίδι αυτό ήταν απλά η αφορμή για να βρεθεί προ γεγονότων που δεν είχε καν φανταστεί. Η ίδια η ζωή της θα πάρει άλλη διάσταση. Η δυναμική όσο και εγωίστρια Ελένα θα πάρει πρώτη το δικό της μάθημα.

Η συγγραφέας μας παραπλανά μας αφήνει να νομίζουμε πως μαζί με την ηρωίδα ψάχνουμε τον σφραγιδόλιθο όμως παρότι αυτό βρίσκεται σε πρώτο πλάνο η ίδια η ζωή αναμοχλεύει καταστάσεις που για λίγο μαζί με την Ελένα θα ξεχάσουμε γιατί ξεκινήσαμε από την Ελβετία. Περίτεχνα μας μπάζει εκεί που θέλει η συγγραφέας. Δεν εντυπωσιάζει με βαρύγδουπο λόγο. Η Ευρυδίκη κάνει κατάθεση ψυχής. Καθώς προχωρά η πλοκή μας οδηγεί σε μυστήρια που δεν θα είχε πάει ο νους και του πλέον ευφάνταστου αναγνώστη.

Ένα δείγμα γραφής θα παραθέσω μοναχά.

Ο φάρος.. ο φάρος του! Δεν υπήρχε άλλη ζωή ούτε γι' αυτόν ούτε για τον φάρο. Δεν υπήρχε ζωή ούτε χωρίς εκείνη. Τον είχαν προδώσει όλοι τους! Έπεσε στα γόνατα κι έσκυψε μέχρι που ακούμπησε το χώμα σαν να ήθελε να κάνει ένα τελευταίο προσκύνημα σε τούτη τη γη. Σφάλισε τα μάτια και μία μόνο εικόνα πέρασε πίσω από τα κλειστά του βλέφαρα. Μια τρυφερή παιδική παλάμη που έψαχνε να χωθεί στη δική του. Του ήρθε λιγοθυμιά. Έγειρε στο πλάι κι άδειασε από μέσα του ξίδι και χολή. Κι ήταν σαν να έβγαινε μαζί και η τελευταία του πνοή.

Αμανατίδου Ευρυδίκη

Γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου και ολοκλήρωσε τις σπουδές της στη Νομική Σχολή. Ασχολήθηκε με μεταφράσεις, την έκδοση ενός εξειδικευμένου νομικού περιοδικού σχετικού με την εγκληματολογία, καθώς και με τη συγγραφή παιδικών θεατρικών έργων.

Έχει βραβευτεί από το Υπουργείο Πολιτισμού για το θεατρικό της έργο" Ένα καπέλο για τον καθηγητή. Έχει τύχει τιμητικής διάκρισης στο Λασκαρίδειο Διαγωνισμό Διηγήματος. Έχουν εκδοθεί τα έργα της "ένα καπέλο για τον καθηγητή. "Στη Μεσόγειο κολυμπούν παράξενοι θεοί". Από τις εκδόσεις Μίνωας κυκλοφορούν επίσης τα μυθιστορήματα της "Σιωπηλή πέτρα" και "Η ακριβή ανάσα του νερού".

Διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο

Αρχές καλοκαιριού, κάποια χιλιόμετρα μακριά από το πολύβουο λιμάνι της Ηγουμενίτσας. Ο φάρος δεσπόζει αδιάφορος, στα ανθρώπινα δράματα, ανεπηρέαστος από ένα τραγικό έγκλημα. Υπομένει απλώς τη φθορά του χρόνου ή περιμένει την επιστροφή του φύλακά του;

Τρεις εβδομάδες γεμάτες πάθη και μυστήριο, καθώς αλλεπάλληλα μυστικά έρχονται στην επιφάνεια και τέσσερις οικογένειες οδηγούνται σε μια θανάσιμη σύγκρουση. Ποιος είναι τελικά ο θύτης και ποιο το θύμα; Τα γεγονότα διαδέχονται καταιγιστικά το ένα μετά το άλλο και η Ελένα αναρωτιέται αν το στοίχημα που έβαλε ήταν τελικά με τον ίδιο το διάβολο.

Για να επισκεφθείτε το ιστολόγιο της συγγραφέως πατήστε εδώ.

Θα ήθελα να ευχηθώ κάθε καλό στη συγγραφέα, να συνεχίσει με τον ίδιο ζήλο το έργο της. Χαίρομαι να διαβάζω. Μα χάρηκα ακόμα πιο πολύ όταν διάβασα αυτό το πόνημα της Ευρυδίκης. Και να τονίσω πως αξιόλογα έργα και πολύτιμα υπάρχουν σε όλους τους εκδοτικούς οίκους. Αρκεί να τα ψάξουμε.

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012

Δημήτρης Αλεξίου: Αλάτι κόκκινο

Το ξημέρωμα της 26ης Ιουλίου του 2001 βρίσκει τη Σκύρο μουδιασμένη να μετρά τα σημάδια του Εγκέλαδου. Και σαν ο άνθρωπος να θέλει να προσθέσει κι αυτός τη δική του ικανότητα να προξενεί την απώλεια και την καταστροφή, η θεοσεβούμενη Κοκαλένια θα βρει το πτώμα μιας νέας κοπέλας, κρεμασμένο σε ένα ξωκλήσι.

Σημαδεμένη από τη γέννα, έμελλε στην Καλλιώ να αφήσει την τελευταία της πνοή στο νησάκι του Αγίου Ερμολάου, εκεί που γεννήθηκε πριν δεκαέξι χρόνια. Αυτοκτονία ή έγκλημα; Ο αστυνόμος Ψαθάς και ο βοηθός του Κορνήλιος καταφθάνουν από την Αθήνα για να διαλευκάνουν την υπόθεση. Μια υπόθεση όμως που περιπλέκεται καθώς οι ώρες περνούν.

Φήμες, δοξασίες, μισές αλήθειες, ψέματα με υποκειμενικές διαβαθμίσεις, λέξεις-κλειδιά που μπορεί να ρίχνουν φως στο μυστήριο, μπορεί απλά να αποτελούν το έναυσμα εσωτερικής αναζήτησης ή μιας σκωπτικής ειρωνείας προς έναν κόσμο με διαφορετικά θέλω και αξίες.

Πόση σημασία δίνει κανείς στην ανθρώπινη ζωή όταν οι προκαταλήψεις την έχουν τοποθετήσει ήδη στο περιθώριο; Πόσο ανοιχτόμυαλη μπορεί να είναι μια περιχαρακωμένη κοινωνία; Πόσο δεμένος νιώθει ένας άνθρωπος με τις ρίζες του; Αλλάζει ο χρόνος τις νοοτροπίες ή διαρκώς ο άνθρωπος κωφεύει και αναπροσαρμόζει τις παρωπίδες του;

Αυτό που πραγματεύεται ο συγγραφέας είναι η έννοια του στίγματος και της κάθε είδους αποξένωσης. Το αλάτι κόκκινο θα μπορούσε να είναι μία πραγματεία πάνω σε ζητήματα φιλοσοφίας και ηθικής. Πολύ σοφά ο Δημήτρης Αλεξίου διάλεξε να ενδυθούν οι προβληματισμοί του την αστυνομική πλοκή, εντάσσοντας στο δικό του μύθο θέματα ουσίας, κάνοντας τον αναγνώστη να αναρωτηθεί, να προβληματιστεί, να δώσει τη δική του κατάθεση. Ανάλογα πράττει εξάλλου και ο αντισυμβατικός ήρωάς του καθώς ενδιαφέρεται να προσεγγίσει τα βαθύτερα αίτια με το δικό του εσωτερικό τρόπο και όχι να αποκαλύψει απλά ένα δολοφόνο. Δε θέλει να στιγματίσει ο ήρωας Ψαθάς όπως δεν το επιθυμεί και ο συγγραφέας-δημιουργός του. Ο Αλεξίου με μια ιδιαίτερη γραφή δεν επιχειρεί εκ παραλλήλου να γκρινιάξει όσον αφορά τα κακώς κείμενα ή απλά να σατιρίσει για εντυπωσιασμό. Νομικός ο ίδιος, προσεγγίζει το σημείο όπου ο τύπος και η ηθική συγκρούονται, το αναλύει και το επαναπροσδιορίζει.

Η έννοια του στίγματος και της διαφορετικότητας έχει πολλές διαβαθμίσεις και εκφάνσεις. Η στολή του επαγγέλματός μας, η καταγωγή, ακόμη και ένα φυσικό σημάδι στο πρόσωπο, οδηγούν από μόνα τους την πλειονότητα των ανθρώπων σε έκφραση παγιωμένων απόψεων και στην επικόλληση της χαρακτηριστικής ετικέτας στο μέτωπο αυτού που δεν ακολουθεί τα ειωθότα. Ο Ηλίας είναι σημαδεμένος, γιατί είναι ξένος. Η Καλλιώ έχει την παραμόρφωση στο πρόσωπο, η Φραντσέζα είναι αλκοολική και κακή επιρροή για τα νέα παιδιά.

Σασπένς και λεπτή ειρωνεία διατρέχουν τον κορμό του μυθιστορήματος. Γλώσσα στρωτή, διανθισμένη με την ντοπιολαλιά της Σκύρου όπου οι περιστάσεις το καλούν, αντικομφορμιστές οι ήρωες με κύριο εκπρόσωπο, τον πρωταγωνιστή αστυνόμο Ψαθά. Θα μπορούσε να είναι ποιητής, δεν είναι όμως παρά ένας απλός άνθρωπος που προσπαθεί να τιμήσει με τον τρόπο του το επάγγελμα που έχει επιλέξει. Ίσως γιατί βλέπει πως «όλες οι ανθρώπινες ζωές δεν στοιχίζουν το ίδιο, δεν πονάνε το ίδιο, δεν αντιμετωπίζονται το ίδιο». Γι’ αυτό κι εκείνος κουβαλάει δύο σημειωματάρια μαζί του, πανομοιότυπα: το ένα για τον αστυνομικό, το άλλο για τον άνθρωπο. Ο Ψαθάς βρίσκει τον εαυτό του με αυτό το τέχνασμα, όπως άλλοι ήρωες μη θέλοντας «να κουρσευτούν» καταφεύγουν στην παγανιστική μεταμφίεση, στις αφηγήσεις παραμυθιών, σε ό,τι μπορεί να σημαίνει το δικό τους ποίημα.

Πολλά θα μπορούσε να γράψει κανείς για το Αλάτι κόκκινο και εξ αφορμής αυτού. Δεν είναι όμως αυτό το ζητούμενο. Ο καθένας εξάλλου βρίσκει πάντα το δικά του μηνύματα μέσα από ιστορίες άλλων. Για το τέλος λοιπόν δανείζομαι μία παράγραφο από τα παραμύθια της Ειρήνης που εμβόλιμα παρεμβάλλονται ανάμεσα στην εξέλιξη του μύθου προκρίνοντάς τον με το δικό τους τρόπο.

«Και η Συλβάνα που έβγαζε αγάπη απ’ τον ιδρώτα της, που με κάθε φιλί σακάτευε τον πόνο και σκορπούσε κάθε έγνοια, που κάθε δάκρυ της έφτανε για να ξεχάσει όποιος το έγλειψε τη θλίψη και την πείνα, μοίραζε σε όλους αυτό που είχε πια. Γιατί είχε πολλή αγάπη να δώσει. Και κάθε νύχτα που μοίραζε την αγάπη του κορμιού της, έκανε ακόμα πιο λαμπερό το δέρμα της κι ακόμα πιο δυνατή τη φωτιά των μαλλιών της. Και την αγάπη ζητούσαν πια όλοι οι άντρες, μικροί και μεγάλοι, νέοι και γέροι, παντρεμένοι και ελεύθεροι, γιατί όλοι τη χρειάζονταν. Και έμοιαζαν ζωντανοί και χαρούμενοι για καιρό, σαν να τους άγγιξε ο Θεός και να τους έδειξε την ευτυχία και δούλευαν με χαρά, έπαιζαν με τα παιδιά τους και ήταν τρυφεροί με τις γυναίκες τους»…Σελ. 76-77, από το κεφάλαιο «Τα παραμύθια της Ειρήνης ΙΙ-Συλβάνα».

Αλάτι κόκκινο: ένα μυθιστόρημα που συνδυάζει τον ρεαλισμό της καθημερινότητάς μας με το λυρισμό και το ονειρικό του μύθου, του θρύλου και της αλληγορίας.

Εύχομαι και από εδώ στον Δημήτρη Αλεξίου να είναι καλοτάξιδο!