Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

Δημήτρης Ταλιάνης: Ημέρα Τρίτη-Μετέωρα

Το άγριο και απροσπέλαστο τοπίο, την ομορφιά και το δέος παρακολούθησε ο φωτογραφικός φακός του Δημήτρη Ταλιάνη. Στάθηκε σε αυτό το σύμπλεγμα από τεράστιους σκουρόχρωμους βράχους που δίνουν την εντύπωση ότι αιωρούνται στους ουρανούς. Ένας μυστηριώδης γεωλογικός σχηματισμός για τον οποίο δεν έχουμε ξεκάθαρη γνώση ούτε αναφορά στην ελληνική μυθολογία. Ας ανατρέξουμε στη Γένεση και τη δημιουργία του κόσμου. «Και είπε ο Θεός, να μαζευτούν τα νερά που βρίσκονται κάτω από τον ουρανό σε ένα σημείο και να φανερωθεί η ξηρά. Κι έτσι έγινε. Κι ο Θεός ονόμασε την ξηρά γη και τη συγκέντρωση του νερού θάλασσα. Και μετά είπε ο Θεός, η γη να γεννήσει βλάστηση και πράσινο και καρποφόρα δέντρα κι έτσι έγινε. Την τρίτη ημέρα της δημιουργίας».

Αυτό το απρόσιτο τοπίο αποτέλεσε ιδανικό καταφύγιο για ασκητές και ερημίτες, για κυνηγημένους που βρήκαν εκεί την ασφάλεια και τη γαλήνη. Πώς τον ενδέκατο ή κατά άλλους τον δέκατο αιώνα, μπόρεσε ανθρώπινο πόδι να πατήσει σε αυτή τη σκάλα του ουρανού; Το πιο πιθανό είναι οι πρώτοι ασκητές να έμπηξαν στο βράχο σιδερένιους πασσάλους, όπως κάνουν οι σημερινοί αναρριχητές και βήμα-βήμα να έφτασαν στην κορυφή. Έχουν βρεθεί εξάλλου τέτοιοι σιδερένιοι πάσσαλοι σε αρκετούς βράχους.

Πόση επιμονή και υπομονή χρειάζεται αλήθεια για να γίνει κάτι τέτοιο; Σε αυτόν τον τόπο το μεγαλείο της φύσης ενώνεται με αυτό του ανθρώπου για να μας αποδώσει και να θαυμάσουμε κάπου ανάμεσα στον ουρανό και τη γη τα είκοσι τέσσερα μοναστήρια, απαράμιλλης αισθητικής, διαδόχους των λιτότατων κελιών όπου διέμεναν οι πρώτοι ασκητές.

Στο λεύκωμα αυτό παρουσιάζονται για πρώτη φορά ιερά κειμήλια, ξυλόγλυπτα, χρυσοκέντητα άμφια, φορητές εικόνες απαράμιλλης αξίας και τοιχογραφίες του κορυφαίου αγιογράφου Θεοφάνη.

Από τις εκδόσεις Τοπίο

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

12/12/12, Οκτώ ιστορίες για μία πλατεία: Συλλογικό έργο

Πλατεία Συντάγματος

12 Δεκεμβρίου 2012, ώρα 22:30

Στη Βουλή γίνεται η συζήτηση για τον Προϋπολογισμό του 2013, που θα ψηφιστεί τα

μεσάνυχτα. Στην πλατεία χιλιάδες κόσμου διαδηλώνουν εναντίον των νέων μέτρων.

Ένας ξαφνικός έντονος σεισμός προκαλεί την διακοπή της ρευματοδότησης μέσα και

έξω από τη Βουλή. Από το σημείο αυτό ξεκινάνε οι οκτώ ιστορίες.

Οκτώ ιστορίες μέσα στην εποχή της κρίσης από οκτώ διαφορετικές φωνές. Τρυφερές, αγωνιστικές, σκληρές, αισιόδοξες και μη, η κάθε μία έχει τη δική της δύναμη, καταλήγοντας στο «αυτό που μας χωρίζει, είναι αυτό που μας ενώνει».

Χιλιάδες λαού, ο καθένας έχει τη δική του οπτική και τους δικούς του λόγους να βρίσκεται στην πλατεία. Όλοι περιμένουν, μέσα και έξω από τη Βουλή, με συντροφιά τις σκέψεις και τις αναμνήσεις τους, απαραίτητο συμπλήρωμα της αντιασφυξιογόνου μάσκας και του μπουκαλιού με το νερό. Κι αν ακόμη όλους αυτούς δεν τους διαπερνάει το ίδιο ιερό μένος ή ένα ρίγος ωμής οργής, το ταρακούνημα της γης ανατρέπει τα δεδομένα, σαν να ταρακουνάει και το ίδιο το ανθρώπινο μυαλό για να το φέρει στα συγκαλά του. Σίγουρα η κλίμακα μέτρησης της έντασης του σεισμού δεν είναι ίδια για όλους ανάλογα με το πόσο χοντρό είναι το πετσί της συνείδησής τους ή σε τι βάθος κρύβονται τα καλά κομμάτια του ανθρώπινου εαυτού τους. Για άλλους ο τριγμός είναι επιφανειακός, για κάποιους οι ρωγμές τριχοειδείς.

Σε τέτοιες καταστάσεις δύο τινά συμβαίνουν: ώρα για να βγει στην επιφάνεια το μεγαλείο της ψυχής, αυτό που αποκαλούμε ανθρωπιά, ή πάλι να δείξει κανείς πόσο ποταπός και φιλοτομαριστής μπορεί να γίνει.

Οι οκτώ ιστορίες, όση πίκρα κι αν κρύβουν, περιστρέφονται γύρω από την αντίδραση του ανθρώπου κάτω από ειδικές συνθήκες, συνθήκες πίεσης και πανικού. Θα ακολουθήσει ο κόσμος που είναι συγκεντρωμένος στην πλατεία τις διαπιστώσεις που έχει στο κατάστιχό της η ψυχολογία της μάζας; Θα γίνουν όχλος, κραυγή και θάνατος, θα αποσχιστούν από το σύνολο και θα κοιτάξουν τον εαυτό τους; Πόσο ισχυρό είναι το ατομικό θέλω μπροστά στη γενική προσταγή; Η συλλογική κρίση και ύφεση είναι ίδια με την προσωπική; Υποτέλεια υπάρχει μόνο στην εξουσία ή και σε άλλες θεότητες όπως η πλεονεξία, η εγωπάθεια, η ματαιοδοξία; Μα θα μου πείτε αυτά είναι ελαττώματα. Ακόμη όμως και αυτά όταν εθελοτυφλούμε μπροστά τους, θεοποιούνται.

Ήρθε λοιπόν η ώρα της καθόδου στον Άδη για ένα λαό ή της καταπόντισης της εξουσίας; Σκοτάδι στην πλατεία, μα μέσα στο σκοτάδι γεννιέται η ελπίδα, η συντροφικότητα, η αλληλεγγύη μετά από τον πρώτο πανικό. Μέσα στο περικαλλές κτίριο, το φως επανέρχεται με βοηθητικές γεννήτριες, το σκοτάδι του μυαλού όμως παραμένει.

Οκτώ ιστορίες που έχουν αφορμή τη σημερινή κρίση, αλλά την αιτία τους σε κάθε είδους κρίση χωρίς χρόνο και τόπο. Η ηρωίδα της Κατερίνας Θωμαδάκη ψάχνει να βρει μια παλιά της αγάπη, οπότε η συγκέντρωση στην πλατεία είναι η ευκαιρία της, είναι θέμα στατιστικής και πιθανοτήτων. Κανένας αγώνας δεν πάει χαμένος παρά μόνο αυτός που δεν έγινε, φαίνεται να πιστεύει σε όλη της τη ζωή η Μαρία της Ελένης Κοφτερού. Ο σκύλος της συγκέντρωσης, μαθητής του Λουκάνικου, κατά τον δημιουργό του, Στέφανο Λίβο, αντιλαμβάνεται πως και οι άνθρωποι μπορούν τελικά να δουν καλύτερα στο σκοτάδι. Ο Βασίλης Πουλημενάκος συμπεραίνει πως ακόμη και οι εξωγήινοι της Βουλής μπορούν να γίνουν αστέρια που κατεβαίνουν στην πλατεία, γιατί το φως βρίσκεται μέσα στην καρδιά και το μυαλό μας. Στα χέρια της Μαρίας Ρογδάκη ένα μονοδιάστατο πανό φιλοσοφεί για την αφθαρσία και τη διαχρονικότητα των μηνυμάτων. Μια κάμερα ασφαλείας δανείζεται τη φωνή του Νικόλα Σμυρνάκη και εκφράζει την ανυπακοή της οπτικοποιώντας το δικό της σενάριο για τη νύχτα στην πλατεία ή μήπως αυτή είναι η πραγματικότητα; Χαρισματικός είναι αυτός που η φωνή του μιλάει στην καρδιά και όχι στα αυτιά, τότε σβήνουν όλοι οι φόβοι, καταλήγει ο Γιάννης Φαρσάρης. Ελλειμματικός προϋπολογισμός, ελλειμματική προσοχή, κι ένας Δούρειος ίππος που μηχανεύεται ο Μιχάλης Χαραλαμπάκης για τους πολιτικούς τους «δώρα φέροντας».

12/12/12, Οκτώ ιστορίες για μία πλατεία ή εκεί όπου η οργή λαού και η φωνή θεού συγκλίνουν. Συλλογή οκτώ διηγημάτων από την Openbook.gr σε ελεύθερη διανομή με τη μορφή ψηφιακού βιβλίου.

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

Γιάννης Φαρσάρης:Εβδόμη εσπερινή

Ανοίγω την ηλεκτρονική βιβλιοθήκη του Openbook.gr και διαβάζω την Εβδόμη Εσπερινή του Γιάννη Φαρσάρη, μία συλλογή δώδεκα μικρών ιστοριών.

Ολοκλήρωσα την ανάγνωση και το πρώτο που σκέφτηκα είναι το πόσο απίστευτες δυνατότητες προσφέρει το διαδίκτυο σήμερα. Εν προκειμένω, η ελεύθερη διανομή των διηγημάτων μού έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσω μία χαρισματική γραφή και να ταυτιστώ τόσο ώστε να αναρωτηθώ τι είναι η εβδόμη εσπερινή για εμένα.

Ας το πάρουμε κυριολεκτικά: Επτά η ώρα το απόγευμα είναι η στιγμή που ο οργανισμός ζητάει να χαλαρώσει από την ταλαιπωρία της υπόλοιπης ημέρας. Μεταφορικά πάλι, είναι εκείνο το ηλικιακό σημείο όπου κάποια όνειρα τσαλακώνονται, όπου το άγχος και η καθημερινότητα έχουν καβαλήσει το δικό τους καλάμι και μας παίρνουν μαζί τους σε ένα ταξίδι άσχετο με αυτό που εμείς είχαμε σχεδιάσει.

Ποιος είναι ο κοινός άξονας της Εβδόμης Εσπερινής; Αυτός ακριβώς ο συμπιεσμένος χρόνος, ο χρόνος που σαν έφηβοι και φρέσκοι ενήλικες δουλεύαμε ψιλό γαζί και τώρα έχει φτάσει να μας καταδυναστεύει.

Μιλώντας σε δεύτερο πρόσωπο ο Γιάννης Φαρσάρης απευθύνεται στον εαυτό του και σε όλους μας.

Μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει ο πετυχημένος τίτλος κι ο ήρωας βιώνει την κάθε ημέρα ίδια με την προηγούμενη, γεμάτη μεν, αλλά τι ειρωνικό! γεμάτη αλλεπάλληλα κενά, ώσπου μια νύχτα το χέρι του ζωγραφίζει όνειρα σε ένα κομμάτι χαρτί.

Θα κάτσω σπίτι, θ’ αράξω σπίτι και μια βραδιά στο σπίτι γεμίζει μαγεία καθώς ο ήρωας βυθίζεται στη σαγήνη της μουσικής, απολαμβάνοντας έναν ελληνικό καφέ, διαβάζοντας ένα αγαπημένο βιβλίο.

Οκτωβριανή ενδοσκόπηση, όπου ένας μήνας είναι το έναυσμα για σκέψεις, μία κατάταξη και ανακατάταξη του χρόνου, μία ατομική οκτωβριανή επανάσταση.

Απροσδόκητη λιακάδα, όπου η μουντάδα της καθημερινότητας σπάει από την εμφάνιση του ήλιου στον ουρανό και στην καρδιά του ήρωα. Ώρα αν όχι για ένα παγωτό μέσα στο χειμώνα, τουλάχιστον για την απόλαυση ενός αχνιστού καφέ κι αναπαυτικού αράγματος χαζεύοντας τους περαστικούς.

Έρως ανίκατε μάχαν, στην καρδιά του χειμώνα, ένας φτερωτός θεός που δεν έχει εποχές και αδιαφορεί για το χρόνο.

Μύρισε άνοιξη, κι αρχίζει το γρήγορο ταξίδι καθώς ο άνθρωπος αλλάζει ταχύτητα όπως ένα δάχτυλο διατρέχει την διαδρομή στα τεταρτημόρια του κύκλου των εποχών, όπως ένα δευτερόλεπτο αρκεί για να μυρίσεις ένα λουλούδι και να καταλάβεις πως η άνοιξη μπήκε στη ζωή σου.

Όνειρο εαρινής νυκτός, για να μην είναι όλος ο χρόνος το δεκαπενθήμερο των διακοπών, σημασία έχει να δώσουμε τη μάχη μας με το χρόνο και να τον νικήσουμε για να περνάμε καλά και τις υπόλοιπες τριακόσιες πενήντα ημέρες του.

Μπορώ να έχω τετρακόσια δράμια ονείρου δωρεάν, γιατί το μόνο που δεν πληρώνεται είναι το να ονειρεύεται κανείς.

Ανήκομεν εις στην Βίσσην, και πόση αλήθεια κρύβεται σε μια νύχτα διασκέδασης πίσω από τη βιτρίνα της γκλαμουριάς;

Άστρα μη με μαλώνετε ή αλλιώς αφήστε τα ωροσκόπια κατά μέρους, τα άστρα είναι για να τα χαζεύουμε στον ουρανό.

Η φανέλα με το 1, ή ο τερματοφύλακας χωρίς το φόβο πριν από το πέναλτυ.

Ένα τσιγάρο πριν, ένα sms μετά, ή θα μπορούσε να είναι και το αντίθετο, θεές και εκτονώσεις σε πράσινο τερέν.

Μικρά και ασήμαντα που όμως διανθίζουν την καθημερινότητά μας, στιγμές που κλέβουμε από το χρόνο, τον ξεγελάμε κλείνοντάς του το μάτι. Υπάρχει ομορφιά γύρω μας, καθώς οι εποχές πάνε κι έρχονται, ομορφιά που έχουμε μέσα μας σφραγισμένη σε μικρά μπουκαλάκια, σκονισμένα, με ετικέτες ξεθωριαμένες. Υπάρχουν όμως, φυλαγμένα. Αρκεί να μην ξεχάσουμε το σημείο που τα έχουμε αποθηκεύσει. Την ευκαιρία την έχουμε πάντα. Όλα τα άλλα είναι δικαιολογίες από αυτές τις οποίες ο χρόνος αρέσκεται να ακούει, για να κάνει καλά τη δουλειά του.

Εβδόμη Εσπερινή και δώδεκα αναζητήσεις του ονείρου ακόμη και μέσα στην πιο πεζή καθημερινότητα.

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

Δημήτρης Ταλιάνης: Αμπελόεσσα γη

Ο Άμπελος ήταν ευνοούμενος του θεού Διονύσου. Λέγεται πως κάποτε που μάζευε σταφύλια ανεβασμένος σε ένα δέντρο, έπεσε και σκοτώθηκε. Θέλοντας να τον τιμήσει, ο Διόνυσος έδωσε το όνομά του στο φυτό που γεννά τον καρπό.

Η γη της αμπέλου, η αμπελόεσσα γη κατά τον Όμηρο, αποτέλεσε τη θεματογραφία της έκθεσης του Δημήτρη Ταλιάνη, καλλιτεχνικού φωτογράφου, που έλαβε χώρα στον πολυχώρο Black Duck στην Αθήνα από 1-11 Μαρτίου.

Τριάντα φωτογραφίες απεικονίζουν το όργωμα, κλάδεμα, ξεβλάστωμα, τον τρύγο, στο βορρά και το νότο της Ελλάδας, σε στεριά και νησιά, στη γη που η άμπελος καρποφόρησε από τα μέσα της τρίτης προ Χριστού χιλιετίας.

Όπως γράφει ο λογοτέχνης Πάνος Θεοδωρίδης τα κείμενα του οποίου συνοδεύουν τις φωτογραφίες, ο Δημήτρης Ταλιάνης παραμένει πιστός στην εξιστόρηση της σχέσης του ανθρώπινου εργόχειρου μέσα στο φυσικό τοπίο και μοναχικός μάστορας της χαμένης τέχνης του οπτικού σχολίου.

Είχα την τύχη να επισκεφτώ την έκθεση και φεύγοντας να με συνοδεύει η φωτεινότητα και φρεσκάδα που ανάβλυζαν οι φωτογραφίες και η όμορφη κουβέντα με τον δημιουργό τους που με ευγένεια και προθυμία μιλάει για τη θέση πίσω από το φακό. Φωτογραφίες ολοζώντανες, που καθώς τις κοιτάζεις από απόσταση, σου ψιθυρίζουν να έρθεις κοντά τους, να κάνεις ένα κι ακόμη ένα βήμα, νιώθεις έντονη την επιθυμία να μπεις στο κάδρο. Θέλεις να πατήσεις την οργωμένη γη, να χαθείς μέσα στο φωτεινό πράσινο των αμπελώνων, να ακουμπήσεις τα απογυμνωμένα κλαδιά και να τινάξεις τις στάλες της βροχής, να νιώσεις κι εσύ το χιόνι να λιώνει στα χέρια σου.

Μαγνητίστηκα από αυτή τη φωτογραφία του τσαμπιού που το συνόδευε η πρόταση με παρμένα απ’ τον ήλιο αχνάρια κι είχα την εντύπωση ότι λίγο να άπλωνα το χέρι μου θα άγγιζα τις ρόγες, εγκυμονούσες, ανυπόμονες να σκάσουν το χυμό τους.


Με εντυπωσίασε η αγέραστη ομορφιά όπου τα φύλλα της αμπέλου στολίζονται χαλκώματα, φέρνοντας στο νου φιλάρεσκες θηλυκές φιγούρες. Στάθηκα λίγο παραπάνω στην τελευταία φωτογραφία, Σαντορίνη το τέλος του τρύγου. Εδώ πρωταγωνιστής πλέον είναι ο άνθρωπος, καθώς η γη έχοντας δώσει το γέννημά της, έχει αποτραβηχτεί πια από την εστίαση του φακού και παραχωρεί τη θέση στον απλό μεροκαματιάρη, βιοπαλαιστή, το τέλος ενός κύκλου και η αρχή ενός άλλου. Κι αυτή η εντύπωση σού δίνεται, ότι εκεί στη θάλασσα, όλα ξεπλένονται και τα παίρνει το κύμα που σκάει πίσω από την πλάτη του άνδρα που στοιβάζει τόσο αρμονικά τα κοφίνια, ακολουθώντας τη νομοτέλεια της φύσης. Προσέχω το βλέμμα του άνδρα, μού φαίνεται μελαγχολικό σαν το τοπίο, το σκέφτομαι ξανά και χαμογελάω. Αυτό είναι και το νόημα της έκθεσης: η συνεχής δημιουργία, το πέρασμα του χρόνου που αφήνει αδιάφορη τη γη καθώς συνεχίζει όπως εκείνη σοφά γνωρίζει, το έργο της. Κι ο άνθρωπος; Συνοδοιπόρος, φθαρτός αυτός, αγγίζει έστω και λίγο την αθανασία, δουλευτής και πρωτεργάτης.

Τριάντα φωτογραφίες, τριάντα συνομιλίες με τη γη της αμπέλου, ένα οπτικό ταξίδι στο φθαρτό και το αιώνιο, στον κόπο και τη δημιουργία, στο πέρασμα των εποχών και του χρόνου, ένα ταξίδι που ξεκινάει από τον τρύγο στους αμπελώνες του Πόρτο Καρράς στη Θεσσαλονίκη το 1990 για να συνεχιστεί σαν οδοιπορικό σε όλη την Ελλάδα.

Ο Δημήτρης Ταλιάνης έχει δημιουργήσει περισσότερα από σαράντα φροντισμένα φωτογραφικά λευκώματα που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Τοπίο. Οι φωτογραφίες του έχουν κατά καιρούς φιλοξενηθεί σε ατομικές εκθέσεις στις γκαλερί «3» και «Αργώ» στην Αθήνα, «Ιανός» και «Μύλος» στη Θεσσαλονίκη, «Αργώ» στη Λευκωσία, στο μουσείο κυκλαδικής τέχνης, στην ελληνοαμερικανική ένωση, στο μουσείο φυσικής ιστορίας απολιθωμένου δασούς Λέσβου, στο ελληνικό ινστιτούτο της Βοστόνης, στο Βόλο, την Κέρκυρα, το Ηράκλειο, τη Μυτιλήνη κ.α Από το 1986 μέχρι σήμερα, έχουν γίνει περισσότερες από τριακόσιες προβολές ηχοραμάτων σε συνέδρια, φεστιβάλ και πνευματικά ιδρύματα, όπως ο καθεδρικός ναός της Αγ. Τριάδας στη Νέα Υόρκη, τα πανεπιστήμια της Γενεύης, του Περθ στη Δ. Αυστραλία και του Harvard (έδρα Σεφέρη) στη Βοστόνη.

Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2012

σιωπηλή πέτρα-η λύτρωση

…Έτρεχε παραπατώντας, γυρίζοντας το κεφάλι να δει αν τα φαντάσματα τον ακολουθούσαν. Δεν τους έβλεπε, άκουγε μόνο τα βήματα κι εκείνο το βόμβο από τα μηχανήματα που δούλευαν έξω από το ορυχείο. Εκεί θα πήγαινε, δε θα τον έβρισκε κανείς! Από το φως πέρασε στο ημίφως κι από εκεί στο απόλυτο σκοτάδι. Τρελός από το φόβο του πια, έψαχνε κάπου να κρυφτεί, δε θα τον έβρισκαν, αυτός τις ήξερε τις στοές και με κλειστά μάτια. Ψηλάφισε το νοτισμένο χώμα, γεύτηκε τη μούχλα, μέχρι που τα δάχτυλά του αγκυλώθηκαν στα σκλήθρα. Η Λάμια! Το γέλιο του αντήχησε και δόνησε τη γη. Στα τυφλά ξεκάρφωσε τις σανίδες με μανία, τη δύναμη που του είχε δώσει η τρέλα του. Μπήκε στο στενό διάδρομο, σκόνταψε κι έπεσε στα τέσσερα, τους είχε ξεγελάσει, δε θα τολμούσαν να τον ακολουθήσουν. Πίσω του ακούστηκε ένας τρομερός πάταγος. Δεν έδωσε σημασία ακόμα κι όταν το σύννεφο της σκόνης που ξεχυνόταν τον τύλιξε ολόκληρο. Οι παλάμες του είχαν μουδιάσει, αυτός όμως γελούσε. Τα μάτια του συνήθισαν το απόλυτο σκοτάδι, έβλεπε καλύτερα, ξεχώριζε τα σχήματα που διαγράφονταν. Άκουγε την ανάσα του που έβγαινε αγκομαχώντας, όμως τώρα μπορούσε να σηκωθεί ξανά, να περπατήσει σαν άνθρωπος στα δυο του πόδια.

Κοίταξε τον τεράστιο θόλο μαγεμένος. Το φως που τρύπωνε από το άνοιγμα στα βράχια σχημάτιζε μια γαλαζοπράσινη κηλίδα σαν ένα κρεβάτι πάνω στην άμμο. Επιτέλους, μπορούσε να ξεκουραστεί. Ξάπλωσε κουρνιάζοντας σαν το έμβρυο. Λίγο προτού κλείσει τα μάτια τού φάνηκε πως είδε μια γυναικεία μορφή να του χαμογελάει σιωπηλά. Τα χείλη του της ανταπέδωσαν ένα στρεβλό μορφασμό…

Απόσπασμα από το μυθιστόρημά μου «Σιωπηλή πέτρα», εκδόσεις Μίνωας, σελ. 412-413.