Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

Η γη αποκαλύπτει τα μυστικά της

Ένα ανήσυχο πνεύμα, η αγάπη για την ίδια τη γη και η έμφυτη νεανική περιέργεια οδηγούν τον Νικήτα σε…..

«….Όταν είσαι παιδί, δεν καταλαβαίνεις τον πραγματικό κίνδυνο, δε δίνεις προσοχή στα λόγια των μεγαλύτερων, πιστεύεις πως όλα λέγονται απλά για να σε τρομάξουν. Δε χρειάστηκε καν να ξεκαρφώσω τις σανίδες, πέρασα ανάμεσα. Η στοά έμοιαζε βομβαρδισμένο τοπίο. Μύριζε μούχλα, ο αέρας ήταν σχεδόν ανύπαρκτος. Με τη βοήθεια του φακού από καθαρή περιέργεια άρχισα να ψάχνω. Ψηλάφιζα τα τοιχώματα μέχρι που βρήκα το λαγούμι. Χώθηκα μέσα προχωρώντας σκυφτός. Κάποιος ενήλικος θα μπορούσε μόνο μπουσουλώντας να το διασχίσει. Συνέχισα να προχωράω ψηλαφίζοντας μέχρι που το χέρι μου άγγιξε κάτι. Τρόμαξα, δεν μπορούσα να καταλάβω τι ήταν, όμως το τράβηξα και το πήρα στα χέρια μου. Το παράξενο ήταν πως ο αέρας που λίγο πριν ήταν σχεδόν ανύπαρκτος ξαφνικά έμοιαζε να ανανεώνεται από κάπου, ενώ παράλληλα ένα αχνό φως ερχόταν από το βάθος του λαγουμιού. Λίγα μέτρα πιο κάτω μπορούσα ήδη να σηκωθώ και να προχωράω κανονικά. Το φως είχε γίνει περισσότερο και νόμιζα πως ανέπνεα την αύρα της θάλασσας. Ακόμα λίγο κι είχα βρει τη σπηλιά, τη σπηλιά που η έξοδός της, όπως θα ανακάλυπτα αργότερα, ήταν λίγο παραπάνω από το χαμόσπιτο της χήρας. Το φως κι ο αέρας έμπαιναν από εκείνο το άνοιγμα στους βράχους σαν ένα παράθυρο στο Αιγαίο. Κοίταξα γύρω με περιέργεια και μετά αυτό που τόση ώρα κρατούσα στο χέρι μου, το αντικείμενο που είχα αποσπάσει από τα τοιχώματα του λαγουμιού. Έμοιαζε με το πάνω μέρος ενός αγάλματος».

«Τι αγάλματος;» ρώτησα με κομμένη την ανάσα.

«Εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσα να καταλάβω. Χρόνια αργότερα ήξερα πια πως ήταν ένα κυκλαδικό ειδώλιο».

Ένιωσα τα χέρια μου να τρέμουν, το στόμα μου να στεγνώνει.

«Τι απέγινε;» μπόρεσα να αρθρώσω.

Τα μάτια του έμοιαζαν να φωτίζονται από μια εσωτερική φλόγα. Στο πρόσωπό του είχε απλωθεί το χαμόγελο άνδρα χορτασμένου από έρωτα.

«Ήταν τόσο όμορφο! Μια τέλεια μορφή που μου έκαιγε τα χέρια. Ένιωθα πως η θέση του ήταν εκεί, πως του άξιζε ένας τόπος λατρείας. Το έκρυψα ανάμεσα στις γρανιτένιες πτυχές. Ήταν το δικό μου μυστικό, κανένας δε θα το έβρισκε, κανένας δε θα μπορούσε να το αρπάξει. Αυτή η γυναικεία μορφή ήταν ο πρώτος μου έρωτας. Αυτή ήταν για μένα η σιωπηλή πέτρα, και μετά ήρθες εσύ, η μετενσάρκωσή της, η δική μου θεά!»…

Απόσπασμα από το μυθιστόρημά μου «Σιωπηλή πέτρα», εκδόσεις Μίνωας, σελ. 143-145.

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

Η νύχτα της φωτιάς

Μια βραδιά γιορτής καταλήγει σε μία θανάσιμη αντιπαλότητα.

…«Στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας οι φωτιές του Αϊ-Γιάννη ανάβονται στις 24 Ιουνίου. Λίγες περιοχές της βόρειας Ελλάδας μεταφέρουν το έθιμο στις παραμονές των Χριστουγέννων ή τις πρώτες μέρες του καινούριου χρόνου. Σε τούτο το νησί τις φωτιές τις ανάβουν το βράδυ στις 28 Αυγούστου, την παραμονή της γιορτής, κι αυτός που θα πηδήξει ψηλότερα ανεβαίνει στην εκτίμηση όλων. Για τους έφηβους είναι η ευκαιρία τους να γίνουν άντρες!» κατέληξε γελώντας και έδειξε προς τη μεριά του Νικήτα και του φίλου του, που μόλις είχαν κάνει την εμφάνισή τους.

Τα όργανα σταμάτησαν απότομα, το ίδιο και οι μεθυσμένες φωνές, καθώς ο συριστικός ήχος του ξύλου που σκίζεται από τη φωτιά και οι πρώτες κοκκινόασπρες σπίθες γέμισαν την ατμόσφαιρα…

Μου φάνηκε αστείο. Δεν υπήρχε περίπτωση να πηδήξει κανείς αυτό τον τεράστιο σωρό. Τότε πρόσεξα τις δύο καινούριες φωτιές που έκαιγαν στις γωνίες του Π των τραπεζιών, δορυφόροι της μεγάλης που μάνιαζε ακριβώς στη μέση. Ο ήχος του τύμπανου ξανάρχισε υπόκωφος, μουντός. Τα διαστήματα ανάμεσα στα χτυπήματα συντόμευαν, λες κι ο οργανοπαίχτης ήθελε να ξυπνήσει τα ναρκωμένα αίματα. Ένας ανήσυχος ψίθυρος ανέβηκε από τα τραπέζια, καθώς ο καθένας έριχνε αμήχανες ματιές στο διπλανό του.

Ο Αργύρης Κώστογλου σηκώθηκε και κοίταξε αφ’ υψηλού τους παρευρισκόμενους. Η πρόθεσή του ήταν ολοφάνερη. Κανείς δε θα του έκλεβε την παράσταση. Κανείς δε θα του έπαιρνε την πρωτιά. Ξεκούμπωσε τρία κουμπιά από το πουκάμισό του κι ανέβασε τα μανίκια, εκθέτοντας το μεγαλύτερο μέρος από το δασύτριχο στέρνο του στη διαστροφή της φωτιάς. Ο καπνός σηκωνόταν ψηλά διαστρεβλώνοντας τα πρόσωπα. Το τύμπανο σταμάτησε και νεκρική σιγή απλώθηκε, καθώς το παγωμένο χαμόγελο στο πρόσωπο του Κώστογλου έγινε σαρκαστικό. Απομακρύνθηκε μερικά βήματα, πήρε βαθιά ανάσα κι έτρεξε προς τη μεσαία φωτιά δρασκελίζοντάς τη με απίστευτη ευκολία. Ένας θαυμασμός ανάκατος με φόβο και το τύμπανο που ξανάπιασε να χτυπάει δαιμονισμένα διαδέχτηκαν τη σιωπή…

Ο Αργύρης Κώστογλου, πρώην διευθυντής των ορυχείων του νησιού και ο Παντελής Έξαρχος, υπεύθυνος αρχαιολόγος των ανασκαφών φαίνεται να έχουν χρεωστούμενα που κουβαλούν από ένα μακρινό παρελθόν.

…«Δυναμώστε τη φωτιά!» φώναξε άγρια ο Αργύρης Κώστογλου συνεχίζοντας το αρρωστημένο παιχνίδι.

Κάποιοι πλησίασαν κι άλλο προσάναμμα. Οι φλόγες υψώθηκαν μανιασμένες. Ο Αργύρης Κώστογλου περίμενε μια στιγμή μόνο προτού ορμήσει στη φωτιά. Ο Παντελής, σαν να είχε προβλέψει την κίνησή του, ξεκίνησε ταυτόχρονα, με αποτέλεσμα οι δυο τους να βρεθούν αντιμέτωποι στο μέσο ακριβώς και να αναγκαστούν να περάσουν τη φωτιά στρέφοντας το σώμα τους στα πλάγια.

«Κι άλλη φωτιά!» φώναξε ο Κώστογλου σε παροξυσμό.

Η προσταγή εκτελέστηκε αμέσως. Η φωτιά έτρωγε με μανία τα ξύλα, απειλώντας να καταστρέψει οτιδήποτε προσπαθούσε να καταλαγιάσει την ακόρεστη βουλιμία της και υπενθυμίζοντας πως κανένας δε θα μπορούσε να την περάσει σώος. Θυμήθηκα τους αναστενάρηδες. Μόνο αν είχε πίστη κανείς!

Ολόγυρα τα πρόσωπα έστεκαν κομπάρσοι μιας βουβής ταινίας, με το κρασί να έχει αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά τους. Μια γιορτή με θρησκευτικό χαρακτήρα είχε καταλήξει σε παγανιστικό τελετουργικό. Περίμεναν αυτή τη νύχτα του Αυγούστου για να εξαγνιστούν ή να γίνουν υποχείρια του Αργύρη Κώστογλου; Αυτός ο τελευταίος και ο Παντελής έμοιαζαν οι μόνοι νηφάλιοι ή και οι δυο τους ήταν πιο μεθυσμένοι από όλους από μια ζωώδη δύναμη που τους έκανε να αισθάνονται τα ισχυρά αρσενικά που έπρεπε να αλληλοσπαραχθούν;…

Απόσπασμα από το μυθιστόρημά μου «Σιωπηλή πέτρα», εκδόσεις Μίνωας, σελ. 81-84.

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

Νίκος Διακογιάννης: Ο ύπνος των αγαλμάτων

Ο Μάνος, χαμένος στη μετάφραση του τελευταίου μυθιστορήματος του Ζοζέ Σαραμάγκου «το γάλα των αγαλμάτων» επηρεάζεται από τον αγαπημένο του συγγραφέα. Αναρωτιέται για όσα διάβασε, για τα αγάλματα που ζωντανεύουν, για τους ανθρώπους που αγαλματοποιούνται. Μία εκ παραλλήλου –ή μήπως όχι-, επίσκεψη στο νέο Μουσείο της Ακρόπολης δυναμιτίζει τον κόσμο του.

Κάποτε η μετάφραση τελειώνει και ο Μάνος έχει κάθε λόγο να «πηγαίνει τη ζωή με χίλια!» Και τότε….Έμβια και άβια ενώνονται, διαμελίζονται, ανασυνθέτονται σε έναν πραγματικό εφιάλτη ή μία εφιαλτική πραγματικότητα; Η ρευστότητα της ύλης και η σχετικότητα των πάντων, η μη υπαγωγή στην αιτιώδη συνάφεια όσον αφορά τα ανθρώπινα οδηγούν στο παράλογο ή στην τελική επικράτηση της λογικής;

Ψάχνουν τα αγάλματα μία εκδίκηση; Καταγγέλλουν άραγε την αδιαφορία, την ματαιοδοξία, την αναλγησία του ανθρώπινου είδους;

Η Καρυάτιδα με τους λυτούς βοστρύχους και το διάφανο δωρικό πέπλο είναι άραγε η προειδοποίηση για το μένος των αγαλμάτων που έχουν ξεριζωθεί από τον τόπο τους, για αυτούς που βαυκαλίζονται ότι διατηρούν τη μνήμη ή απλά για εμάς τους ανθρώπους που ως έλλογα αλλά υπερφίαλα όντα ξεπεράσαμε εαυτόν και γίναμε θεοί αψηφώντας κάθε άλλη δύναμη;

Θεωρούμε άραγε το χρόνο στατικό προσδίδοντάς του μία ιδιότητα των αγαλμάτων και συνεχίζουμε τον ύμνο στην ύλη, ενώ καλά καλά δεν έχουμε ενστερνιστεί ποια είναι η ουσία των πραγμάτων; Εξακολουθούμε τον περιδινισμό σε ένα σύμπαν γνωστό και ορατό νομίζοντας ότι όλα βρίσκονται γύρω και μπροστά μας ενώ πρακτικά δεν είμαστε παρά ένα ασήμαντο σημείο στον γαλαξιακό ορίζοντα;

«Ποιος είσαι εσύ ανόητε άνθρωπε που με έστησες για να σου θυμίζω το μεγαλείο σου μέσα στο κρύο, τη βροχή, το χιόνι, τον άνεμο, την λάβα του καλοκαιριού, τις μέρες και τις ώρες που η επιφάνειά μου αναστενάζει από τις πληγές της φύσης; Ποιος είσαι εσύ που αδιαφορείς ακόμη και για εμένα σαν απλό αντικείμενο με το να με ρυπαίνεις, να με ακρωτηριάζεις, να γεμίζεις μουτζούρες το σώμα μου, να γράφεις πάνω του λόγια δήθεν σοφά ή πρόστυχα, να με στήνεις και να με ξεστήνεις ανάλογα με τα σημεία των καιρών; Δε με σέβεσαι, δε με σεβάστηκες ποτέ! Ήρθε η ώρα να σε εκδικηθώ ή μήπως να σε αναχαιτίσω; Η θερμοκρασία θα πέσει και ένας πυρετός θα σε καταλάβει, θα ζητάς γάλα απεγνωσμένα στην ύστατη προσπάθειά σου της απάρνησης για μία ακόμη φορά των ευθυνών σου και στην αναζήτηση της ασφάλειας του μητρικού μαστού, της επιστροφής στη μήτρα. Και μετά θα κοιμηθείς, ενώ ο κόσμος γύρω σου θα βυθίζεται σε ακόμη μεγαλύτερο χάος, μέχρι ίσως την τελική καταστροφή. Ή μήπως περιμένω ότι μέσα στον βαθύ σου ύπνο, μέσα στη βουβή στατικότητα της αγαλμάτινης κορμοστασιάς σου κάτι ζεστό και υγρό θα κυλήσει ξανά μέσα σου, αυτό που θα σε κάνει να βροντοφωνάξεις τελικά το όχι πια, αυτό που είχες ξεχάσει όσο ήσουν ζωντανός αλλά και νεκρός μαζί; Περιμένω, και αν υπάρχει ελπίδα σε αυτόν τον κόσμο, τότε τα μάγια θα λυθούν. …Μέχρι τότε θα καλέσω κοντά σου τον Ύπνο, γιο της Νύχτας και του Ερέβους, αυτόν που αποκοιμίζει τους κουρασμένους καθώς τους ραντίζει με ένα κλαδί μουσκεμένο από τη δροσιά της λήθης, καθώς τους ποτίζει από ένα κέρας υπνωτικούς χυμούς, καθώς πάνωθέ τους κουνάει τα φτερά του. Μια ομίχλη θα σε τυλίξει άνθρωπε, και τότε γάλα θα ζητήσεις και ο χρόνος θα σταματήσει μέχρι να δεις την τιμωρία ή τη σωτηρία…»

Κάπως έτσι άκουγα το μονόλογο των αγαλμάτων καθώς διάβαζα το μυθιστόρημα του Νίκου Διακογιάννη. Και ομολογώ ότι είχα καιρό να εντυπωσιαστώ, να προβληματιστώ, να αναζητήσω τη δεύτερη ανάγνωση σε κάτι που εξ απαλών ονύχων θα μπορούσε να περάσει σαν ακόμη ένα σενάριο καταστροφολογίας. «Ο ύπνος των αγαλμάτων» είναι το σήμαντρο του κινδύνου, σήμαντρο καμωμένο από τη γραπτή κατάθεση μίας αληθινής, ανθρώπινης φωνής. Είναι όμως ταυτόχρονα και ένας συλλεκτικός πλούτος μνήμης όσον αφορά αυτά που κρίνονται ή θεωρούνται έργα τέχνης. Είναι η σημειολογία της ανθρώπινης ύπαρξης, εξέλιξης και συνέχειας, μια βαθιά τομή στην κοινωνία, μία κατάδυση στα άδυτα της ανθρώπινης ύπαρξης. Χρησιμοποιώντας μία γλώσσα προσιτή και πολύ ζωντανή, με μία αρμονική συρραφή κλασσικών και νέων μορφών επικοινωνίας και ενημέρωσης, ο συγγραφέας μάς προσφέρει ένα δώρο πολύτιμο. Θέλοντας και μη θα παίξουμε κι εμείς με τις λέξεις, θα ανατρέξουμε σε όμοιους ήχους, ρίζες, ετυμολογίες: Άγαλμα, αγάλλομαι, αγλάισμα, γάλα, γαλαξίας, ακολουθώντας το νήμα που οδηγεί στο τελικό αμάλγαμα που είναι το κράμα αλλά και η πεμπτουσία, η επίτευξη της διατήρησης της μνήμης και της ανθρωπιάς.

«Ο ύπνος των αγαλμάτων»: η εναγώνια αναζήτηση μιας άλλης πραγματικότητας πέρα από το ορατό και δεδομένο, η ύβρις και η κάθαρση.

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2012

Γιάννης Πλιώτας: Τα ουγγρικά ψάρια

Το κάποτε μεγαλεπήβολο σχέδιο του καθαρισμού της Παμβώτιδας φαίνεται να έχει εισβάλει για τα καλά στις σελίδες του μυθιστορήματος του Γιάννη Πλιώτα «τα ουγγρικά ψάρια».

Σε μια σαρωτική παρωδία, ο συγγραφέας ξεπλένει τη στασιμότητα της επαρχίας αλλά και γενικεύοντας, τη μούχλα που φαίνεται να έχει καλύψει όλη τη χώρα, ξεκουνώντας τον κεντρικό του ήρωα από το βόλεμα κάπου ανάμεσα στα μπαράκια και τις καφετέριες, την ηλιοθεραπεία στην παραλία και την αναζήτηση στο διαδίκτυο.

Μα τι είναι αυτό που θα αποτελέσει την κινητήριο δύναμη ώστε ο Γιάννης (ο ομώνυμος ήρωας) να εγκαταλείψει το μικρόκοσμο του σερφαρίσματος, του καλού χτυπήματος ενός φραπέ, της αναζήτησης της τέλειας ποιητικής έκφρασης, να αφήσει μετέωρη ως και την απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον ένα μυθιστόρημα τελειώνει πιο γρήγορα αν ξεκινήσεις να το διαβάζεις από τη μέση;

Ο παλιός του γνώριμος Χάκερ βρίσκεται άραγε στα πρόθυρα της αποκάλυψης μίας παγκόσμιας συνωμοσίας; Και πάνω που όλα θα ξεκαθαρίσουν κάτω από τον ανελέητο ήλιο μιας Αυγουστιάτικης ημέρας, με κινηματογραφική ταχύτητα σκοτεινές δυνάμεις τον απαγάγουν. Σε κλάσμα νανοδευτερολέπτων, ο Γιάννης θα ενώσει τις δυνάμεις του με το φίλο Μάγο, ένα φιλοσοφημένο μπάρμαν και λίγο μετά, καθώς η ενδελεχής αναζήτηση σε όγκους σκουπιδιών θα αποδώσει θεαματικά αποτελέσματα, ένας πρώην παλαιστής, ένας αδέκαστος διαιτητής, μία τραγουδίστρια και άλλες εμβληματικές φιγούρες θα συσπειρωθούν σαν μια γροθιά παλεύοντας με το....

Σιγά μην σας τα αποκαλύψω όλα! Αυτό που έχω μόνο να πω είναι το να επαναλάβω μία παράγραφο του βιβλίου: «σύμφωνα με τις φήμες, (τα ουγγρικά ψάρια) θα έτρωγαν τη μόλυνση. Τα ουγγρικά ψάρια έγιναν πελώρια, έφαγαν το καταπέτασμα, πολλαπλασιάστηκαν ανεξέλεγκτα και πλέον άρχισαν να επιτίθενται σε γλάρους, κωπηλάτες και ψαρόβαρκες». Σας θυμίζει κάτι; Ίσως τους επιτήδειους και αυτοανακηρυχθέντες σωτήρες ή μήπως τον καλοβολεμένο εαυτό μας; Να ψάξουμε αλήθεια να βρούμε το νόημα της ζωής στη διαφορά που μπορεί να έχει από το προηγούμενο μοντέλο του ένα εξελιγμένο κινητό τηλέφωνο; Να αναλωθούμε σε μια παλινδρόμηση της καθημερινότητας; Να αναζητήσουμε τον μίτο του γρίφου εμπλεκόμενοι σε έναν κυκεώνα ενώ η λύση βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας;

Σημασία όμως έχει πάντα το ταξίδι και όχι ο προορισμός. Πόσο μάλλον όταν αυτό το ταξίδι γίνεται παρέα με φίλους! Τι είναι τελικά τα ουγγρικά ψάρια; Ένα νουάρ μυθιστόρημα, μια σαρωτική σάτιρα ή μια αυτοσαρκαστική μυθιστορία; Η απάντηση είναι και πάλι το ταξίδι, ένα ταξίδι που μοιάζει να μην έχει κανένα νόημα και όμως αυτή είναι όλη του η μαγεία, αφού αυτό που μένει στο τέλος είναι το ότι τη ζωή την βλέπουμε όπως θέλουμε εμείς και όχι όπως αυτή ορίζει.

«Ουγγρικά ψάρια» ή εκεί που άνθρωποι και πιράνχας μπορούν να συγκατοικήσουν σε μία πραγματικότητα όπου και το πιο απίθανο είναι ένα συνηθισμένο μέρος της!

Από τις Βορειοδυτικές εκδόσεις.