Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

Σάσα Στάνισιτς: Πώς επισκευάζει ο στρατιώτης το γραμμόφωνο

Η εφηβεία του Αλεξάνταρ σηματοδοτείται από το θάνατο του παππού Σλάβκο και τον εμφύλιο που διχάζει τη χώρα που λίγα χρόνια πριν ονομαζόταν Γιουγκοσλαβία. Οι ευτυχισμένες μέρες στο Βίζεγκραντ, τη μικρή πόλη στον ποταμό Ντρίνα, παίρνουν τέλος καθώς Σέρβοι και Βόσνιοι συγκρούονται και εξοντώνονται στη δίνη του αλληλοσπαραγμού. Το 1992, ο δεκατετράχρονος Αλεξάνταρ και οι γονείς του γίνονται πρόσφυγες, καταφεύγουν στη Σερβία και αμέσως μετά στη Γερμανία όπου εγκαθίστανται στο Έσσεν. Ο Αλεξάνταρ νοσταλγεί την πατρίδα του και ελπίζει σε ένα γυρισμό μόλις ο πόλεμος τελειώσει.

Στα χρόνια που περνούν, έχοντας κληρονομήσει το μαγικό ταλέντο της αφήγησης από τον παππού του και χρησιμοποιώντας τη φαντασία του ανασυνθέτει την παιδική του ηλικία σε ένα Βίζεγκραντ που θυμίζει μια ατέλειωτη γιορτή, με ιστορίες γεμάτες πάθος και συναίσθημα που μόνο το Βαλκανικό αίμα ξέρει να γεννά.

Γράφει γράμματα και προσπαθεί να βρει την Ασίγια, την παιδική του σύντροφο της ημέρας που ο πόλεμος ξεκίνησε.

Παράλληλα, προσπαθεί να κρατήσει τη μνήμη του παππού του ζωντανή, να κρατήσει την πατρίδα του ζωντανή.

Δέκα χρόνια μετά, το 2002, γυρίζει ξανά στο Βίζεγκραντ με την ελπίδα να βρει την Ασίγια, αλλά και τη χαμένη του ζωή να συνεχίζει από εκεί όπου την άφησε. Εικόνες, ήχοι και πρόσωπα από τα παιδικά του χρόνια αναμιγνύονται με το σήμερα αφήνοντας την πίκρα του ότι τίποτα δεν είναι όπως παλιά. Αποκομμένος από τη Βοσνία του σήμερα, κλείνει τον κύκλο της αφήγησής του με την επιστροφή του στον τάφο του αγαπημένου του παππού

Ένα πρωτότυπο μυθιστόρημα, μια νεανική φωνή που αξίζει να ακουστεί. Ο συγγραφέας δεν περιορίζεται σε μια συμβατική πλοκή. Σαν τη φαντασία του που δεν γνωρίζει όρια, έτσι και η διάρθρωση του μυθιστορήματος ξεφεύγει από τα καθιερωμένα, εστιάζοντας στην αυτοτέλεια των ιστοριών-αναμνήσεων. Τα κεφάλαια μπορούν να διαβαστούν αυτοτελώς σαν μικρές ανθρώπινες ιστορίες όπου το γέλιο, ο πόνος, η χαρά και η λύπη αποτυπώνονται σε κάθε γραμμή.

Χαρισματικός λόγος, ο νεαρός συγγραφέας είναι γλωσσοπλάστης. Χρησιμοποιεί τη σύνταξη της γερμανικής γλώσσας, όμως το ότι αυτή δεν είναι η μητρική του, βοηθάει ακόμη περισσότερο στο να κατανοήσουμε το λόγο της πατρίδας του, χειμαρρώδη, υπερβολικό, συναισθηματικό, ένα καταιγισμό λέξεων γεμάτες ήχους και μυρωδιές.

Καταπληκτικές σκηνές, όπως η περιγραφή της εγκατάστασης της εσωτερικής τουαλέτας στο σπίτι των προπάππων του, η αντιπαράθεση του θανάτου του παππού με το ταυτόχρονο ρεκόρ του δρομέα Καρλ Λιούϊς, το φαγοπότι όπου η περιγραφή των φαγητών καταλαμβάνει από μόνη της δυο σελίδες, ο ποδοσφαιρικός αγώνας μεταξύ Σέρβων και Βοσνίων στη διάρκεια μιας προσωρινής κατάπαυσης του πυρός, η επιστροφή στον τάφο του παππού, τα μηνύματα στους αυτόματους τηλεφωνητές στο Σαράγιεβο, η ιστορία με το πόσες φορές πέθανε ο Τίτο.

Οι χαρακτήρες γοητευτικοί και ιδιόρρυθμοι συνάμα, διασταυρώνονται με κότες στα κεραμίδια, αγελάδες που δε χωράνε να ανέβουν στην πολυκατοικία, ψάρια με γυαλιά και μουστάκια. Κι από την άλλη, ο όλεθρος του πολέμου, οι μικτές οικογένειες που φεύγουν κατατρεγμένες, τα πτώματα που ρίχνονται στον ποταμό Ντρίνα.

«Πώς ο στρατιώτης επισκευάζει το γραμμόφωνο», ένας συμβολικός τίτλος με το χαλασμένο γραμμόφωνο να παραπέμπει στον κατακερματισμό της Γιουγκοσλαβίας, ενός πολυφωνικού κράτους όπου κάποτε το διαφορετικό δεν ενοχλούσε. «Εμείς είμαστε το γραμμόφωνο, εμείς είμαστε τα τραγούδια!» φωνάζουν οι Σέρβοι στρατιώτες που φεύγουν με το γραμμόφωνο υπό μάλης.

Ένα μυθιστόρημα αμερόληπτο, συγκινητικό, βαθιά ανθρώπινο, γεμάτο παράδοξο, ειρωνεία, σαρκασμό, χιούμορ, ονειροφαντασία.

2 σχόλια:

  1. H περιγραφή οπωσδήποτε μας ωθεί... προς το βιβλιοπωλείο.
    Είναι πάντα συγκλονιστικά τα βιώματα ανθρώπων που έζησαν τη βία των πολέμων, των ξεριζωμών, της προσφυγιάς...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σας ευχαριστώ για το σχόλιό σας! Εν προκειμένω δεν είναι μόνο τα βιώματα, αλλά και ο βαθιά ανθρώπινος τρόπος της αφήγησης, η αίσθηση της αισιοδοξίας μέσα στο μαύρο του πολέμου...

    ΑπάντησηΔιαγραφή