Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2011

Νικόλ-Άννα Μανιάτη: Και η ελπίδα γύρισε ξανά

Η Ειρήνη προσπαθεί να σώσει ένα γάμο χωρίς τη γεύση του έρωτα, αγνοεί όμως ότι το ρολόι της ζωής της προχωράει ανάποδα. Μια αθώα βόλτα σε μια ονειρική παραλία, η απόλαυση του τοπίου και η απεικόνισή του σε φωτογραφίες είναι από τα τελευταία πράγματα που κάνει προτού ένας ομηρικός καυγάς από τηλεφώνου ξεκινήσει την αντίστροφη μέτρηση. Το ταξίδι του γυρισμού από τον Πλαταμώνα στην Αθήνα δε θα τελειώσει ποτέ, γιατί κάποιοι έχουν αποφασίσει διαφορετικά. Κάποιοι αψηφούν το θείο δώρο της ζωής παίρνοντας στα χέρια τους το ρόλο του Θεού. Θα γίνει το ανατριχιαστικό ατύχημα της Ειρήνης το ξεκίνημα για ένα διαφορετικό ταξίδι; Μπορούμε να πάρουμε στα χέρια μας τη ζωή μας, είμαστε ικανοί να εκτιμήσουμε το δώρο της δεύτερης ευκαιρίας, υπάρχει ελπίδα ακόμη κι εκεί που όλα φαίνονται να τελειώνουν;

Το «Η ελπίδα γύρισε ξανά» είναι το μυθιστόρημα με το οποίο ο λογοτεχνικός κόσμος γνώρισε την Νικόλ-Άννα Μανιάτη. Η συγγραφέας στήνει με αριστουργηματικό τρόπο την πλοκή της, οδηγώντας τον αναγνώστη με μαεστρία, στα δικά του συμπεράσματα. Αυτό όσον αφορά το κομμάτι της ανάλυσης χαρακτήρων και της ψυχολογικής εμβάθυνσης. Με σιγουριά η πένα της διυλίζει το λόγο των ηρώων εμφυσώντας τους ζωντάνια και πάθη σε τέτοιο βαθμό ώστε να αναρωτιέται κανείς μήπως είναι πρόσωπα υπαρκτά. Οι διάλογοί της είναι ολοζώντανοι, απόλυτα ταιριαστοί με τους χαρακτήρες που τους εκφέρουν. Με τη φειδώ του μέτρου, η συγγραφέας κινεί τους ήρωες μέσα στην καθημερινότητά τους.

Καταπιεσμένα αισθήματα και συναισθήματα κηρύσσουν το δικό τους πόλεμο σε ένα μέτωπο όπου ο αναγνώστης παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα στην ουδέτερη ζώνη. Κι σε αυτό το σημείο βρίσκεται η δεξιοτεχνία της συγγραφικής πένας. Εκεί που όλα βαίνουν επιτέλους αρμονικά, η Νικόλ-Άννα Μανιάτη δεν αφήνει τον αναγνώστη να ησυχάσει. Όχι! Ο καιρός της ειρήνης δεν έχει έρθει ακόμη. Μέσα από μια καταιγιστική δράση, παρακολουθούμε εννεοί τα απρόοπτα και τις ανατροπές κι είναι σαν να κάνουμε μικρά βήματα μέχρι να μπούμε κι εμείς στο πεδίο της μάχης. Κι εκεί, θα σταθεί αδύνατον να μη δηλώσουμε συμμετοχή!

Η Νικόλ-Άννα Μανιάτη επιχειρεί κάτι που όσο εύκολο κι αν φαίνεται, σας πληροφορώ πως δεν είναι καθόλου! Το να κρατήσεις σε αγωνία κάποιον, το να δώσεις αυτά που έχεις εσύ σαν συγγραφέας στο μυαλό σου, να τα αποδώσεις στο γραπτό λόγο, είναι το συνδυαστικό αποτέλεσμα πολλών συστατικών που αν βρίσκονται στις σωστές αναλογίες, είναι απόλυτα σίγουρο ότι το εγχείρημα θα στεφθεί με επιτυχία. Τι χρειάζεται; Γνώση των ανθρώπινων, ρεαλισμός, σωστή αλληλουχία, μεστή περιγραφή και πάνω από όλα η αίσθηση του μέτρου γενικότερα. Η συγγραφέας έχει και κατέχει όλα αυτά σε τέτοιο βαθμό ώστε ο αναγνώστης να συμμετέχει και συμπάσχει και να οδηγείται στην κάθαρση μαζί με τους ήρωες με την αίσθηση της δικαιοσύνης και της δικαίωσης.

Ολοκλήρωσα την ανάγνωση του «και η ελπίδα γύρισε ξανά» με ένα χαμόγελο στα χείλη αναγνωρίζοντας τη συγγραφική δεινότητα και το τι σημαίνει να κατέχεις την τέχνη του γραπτού λόγου. Αλλά και με τη σκέψη ότι η ελπίδα υπάρχει παντού και πάντα, ακόμη κι εκεί όπου έχει σημάνει η ενδεκάτη ώρα είτε αυτή έχει να κάνει με μια ανθρώπινη σχέση είτε με μια ζωή.

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Ελ Ρόι: Ματριόσκα

«Τι με κοιτάς; Δε μπόρεσα κι ας έτρεξα, μα φρόντισα να μη χαθώ. Λίγα από εσένα έκλεψα και πέταξα, μέσ’ στον αέρα σου θα ζω!»

Όλο το νόημα του «Ματριόσκα» του νέου αποκτήματος των Βορειοδυτικών εκδόσεων συμπυκνώνεται σε αυτούς τους στίχους, από το κομμάτι Σκηνή 0403 του cd που συνοδεύει το βιβλίο.

Τη ματριόσκα τη γνωρίζουμε σαν την ρωσική ξύλινη κούκλα, την φιγούρα με τα μυστικά. Η κούκλα μέσα στην κούκλα, καθώς ανοίγοντάς την, αποκαλύπτονται όλο και μικρότερα αντίγραφά της μέχρι να φτάσουμε στο τελευταίο κομμάτι που δε λέει να ανοίξει. Υπάρχει άραγε εκεί μέσα ένα όνειρο που δεν ξέφτισε, ελπίδες που δεν αποδείχτηκαν φρούδες;

Τίποτα δεν είναι μόνο αυτό που βλέπουμε, εξάλλου η όραση και η αντίληψη του υπαρκτού κόσμου δεν είναι παρά μία σχετική αναπαράσταση. Υπάρχουν όνειρα που γεννούν ελπίδες, άνθρωποι που έχουν πολύ λιγότερα από εμάς κι όμως μπορούν να κάνουν ταξίδια έστω και με το νου, σίγουρα πάντα με την ψυχή τους. Όπως υπάρχουν και αυτά που μας εγκλωβίζουν σε έναν φαύλο κύκλο, μια διαδρομή που περνάει ξανά και ξανά από τα ίδια σημεία αφήνοντάς μας μόνο μία ανάσα που κι αυτή βγαίνει κοφτή.

Τι είναι λοιπόν η Ματριόσκα; Ένα πολυσυλλεκτικό έργο, αποτέλεσμα κοινής προσπάθειας δεκατριών ανθρώπων που μέσα σε εννέα μήνες (από τον Ιανουάριο έως το Σεπτέμβριο του 2011), έδωσαν μία εξαιρετική σύνθεση λόγου, εικόνας και μελωδίας.

Έντεκα ιστορίες βασισμένες σε γεγονότα που ίσως κάποιοι αναγνωρίζουμε, έντεκα ασπρόμαυρες φωτογραφίες, οκτώ μουσικές συνθέσεις είναι το πολυδύναμο σύνολο που αιχμαλωτίζει όραση και ακοή, το σύνολο που σε κάνει να ανατρέξεις ξανά και ξανά προς τα πίσω, να συνδυάσεις εκείνα τα λόγια, τις σκέψεις, τα όνειρα κάποιων ανθρώπων κοντά ή μακριά σου, αυτών που σου είναι άγνωστοι, όμως δε σε αφήνουν να αδιαφορήσεις. Θα σου μιλήσουν για τη μοναξιά, την αποξένωση, την απομόνωση, το στίγμα του διαφορετικού. Την καταπίεση, την υποδούλωση, τον εξαναγκασμό σε σιωπή. Το ποδοπάτημα της ψυχής, τον ευτελισμό του ανθρώπου.

Έντεκα ιστορίες για κάποιους που αρνούνται να υποταχτούν, γιατί η ψυχή και το πνεύμα είναι που συντηρούν το σώμα και το κάνουν να αναζητήσει σανίδες σωτηρίας, σανίδες που άλλοτε θα το ταξιδέψουν στη γη της επαγγελίας και άλλοτε θα το βουλιάξουν πάνω στην προσπάθεια που και αυτή όμως είναι αρκετή. Ταξίδια αγκαλιά με τα σωθικά ενός φορτηγού, μαγικά φανταστικά ταξίδια στο παράθυρο ενός τρένου, ταξίδια συμφιλίωσης με το θάνατο, δανεικές στιγμές από τη ζωή των άλλων, χέρια που προσπαθούν να τινάξουν από πάνω τους τη μεγάλη γαλάζια κουρτίνα, να ξεφύγουν από τη σχισμή του χρόνου, να σκαλίσουν την απόγνωση της διάστασης ανάμεσα στην ουτοπία και την πραγματικότητα, να χρωματίσουν με ένα καλοξυσμένο μολύβι τους λευκούς τοίχους της απομόνωσης, να γρατζουνίσουν σε μια κιθάρα ένα τραγούδι αγάπης κι ευγνωμοσύνης, χέρια που βάζουν φωτιά στο σώμα για να δώσουν οι στάχτες το φως, χέρια που αγγίζουν το μοναχικό δέντρο με τα περήφανα κλαδιά.

Έντεκα ιστορίες για τη διαφορετικότητα που ζητάει να αγαπηθεί και έντεκα φωτογραφίες που δίνουν μία άλλη διάσταση στην ανάγνωσή τους μαζί με τους ήχους της μουσικής που σπρώχνει το νου να πετάξει ψηλότερα από όλα αυτά και να παρατηρήσει πιο προσεκτικά την παράδοξη γη που κατοικούμε.

Τότε, ίσως όλοι συνειδητοποιήσουμε ότι το σπίτι μας δεν είναι το νησί μας, ότι η απόσταση του αναπαυτικού καναπέ από την πόρτα μας είναι μερικά βήματα μόνο κι ότι εκεί έξω περιμένει η πραγματικότητα σαν τον κακό λύκο του παραμυθιού. Περιμένει και το δικό μας χέρι να αλλάξει το τέλος του.

Ματριόσκα: ένας εκρηκτικός μηχανισμός που περιμένει να τον πυροδοτήσετε.

Στο πολυσυλλεκτικό έργο συμμετείχαν οι:

Για τις ιστορίες: Βασίλης Κωστάκης, Άκης Βαίου, Βασίλης Ντούρος, Γιάννης Φαρσάρης.

Για τη μουσική: Γιάννης Καρακατσανίδης, Αριστοτέλης Καλύβας, Δημήτρης Τσαπάρας, Χρήστος Κυριακόπουλος, Ανθή Κύρκου, Αποστόλης Τζίμας, Νάσσια Ριμπά, Θωμάς Νάστος, Βασίλης Κωστάκης.

Οι φωτογραφίες είναι του Ηλία Κατσούρα.

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

Λάμια: όταν ο μύθος και η παράδοση γεννούν ιδέες.

Το να ανατρέχει κανείς στους μύθους και τις παραδόσεις είναι κάτι το συναρπαστικό. Ταξιδεύει πίσω στο χρόνο ενώνοντας παρελθόν και παρόν, γεννώντας το μέλλον.

Το όνομα Λάμια αναφέρεται πολλές φορές στο μυθιστόρημά μου Σιωπηλή πέτρα Η σημασία του στοιχειώνει τις σκέψεις, τα όνειρα ακόμη και την καθημερινότητα της κεντρικής ηρωίδας, της αρχαιολόγου Ίριας Φλεριανού. Θα γίνει εμμονή και εφιάλτης κι ακόμη κι όταν το απωθεί, εκείνο έρχεται να ξαναμπεί στη ζωή της.

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, η Λάμια, βασίλισσα της Λιβύης, ήταν μία από τις πολλές γυναίκες που ερωτεύτηκαν το Δία και ως εκ τούτου δεινοπάθησαν από τη ζηλόφθονη Ήρα. Τα παιδιά που γεννιούνται από την ένωση της Λάμιας με το Δία αρπάζονται από την Ήρα και βρίσκουν τραγικό τέλος. Η Λάμια τρελαίνεται και σε εκδίκηση σκοτώνει τα νεογέννητα παιδιά άλλων μανάδων. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, η Ήρα καταδίκασε επίσης τη Λάμια στο μαρτύριο της αϋπνίας, ο Δίας όμως της χάρισε τη δυνατότητα να βγάζει τα μάτια της και να τα ξαναβάζει στη θέση τους ώστε να μπορέσει να υποφέρει την τιμωρία της.

Η λαϊκή παράδοση θέλει τη Λάμια ένα τερατόμορφο φάντασμα που κατασπαράζει ανθρώπους. Η κατοικία της βρίσκεται σε δαιδαλώδη υπόγεια και περιοχές κοντά σε νερά και δεν είναι λίγοι οι γενναίοι που προσπαθούν να την σκοτώσουν με σπαθί και να ανοίξουν την κοιλιά της για να βγάλουν από μέσα ζωντανούς όσους έχει καταβροχθίσει. Το όνομά της μέχρι τις μέρες μας χρησιμοποιείται σαν απειλή από τις μανάδες για να συνετίσουν τα άτακτα παιδιά τους.

Στη Σιωπηλή πέτρα, Λάμια ονομάζεται η περιβόητη επικίνδυνη στοά των ορυχείων του νησιού όπου γίνεται η ανασκαφή και η πρώτη αναφορά σε αυτήν γίνεται μέσω ενός παλιού βιβλίου κάποιου Μπαρτολομέι το οποίο τιτλοφορείται Περιηγητής της Μεσογείου.

Να τι διαβάζει η ηρωίδα:

…«Η ονομασία των στοών των ορυχείων είχε διεγείρει την περιέργειά μου. Φαντάστηκα πως η αναφορά στη μυθολογία συνειρμικά συνδυαζόταν με την επικινδυνότητα των γαλαριών αυτών. Οι ντόπιοι δεν ήταν πρόθυμοι να εξηγήσουν. Ο μύθος της Λάμιας που κατάπινε τα παιδιά των άλλων μανάδων, παίρνοντας εκδίκηση για τα χαμένα δικά της, με βασάνιζε καθημερινά. Προσπάθησα να μπω στη γαλαρία, όμως φυλασσόταν μέρα νύχτα λόγω επικινδυνότητας. Οι κατολισθήσεις ήταν συνεχείς και τα μέτρα ασφαλείας αυστηρά, ώστε να μη θρηνήσει ο τόπος άλλα θύματα. Μέχρι την ημέρα που έφυγα από το νησί δεν κατόρθωσα να λύσω το μυστήριο που περιέβαλλε τη Λάμια»...

Σιωπηλή πέτρα, απόσπασμα από τη σελίδα 39, εκδόσεις Μίνωας

Η φωτογραφία είναι από τον πίνακα Η Λάμια (από τον Herbert James Draper, 1909)

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

Η ανασκαφή ξεκινάει

Η Ίρια Φλεριανού, νεαρή αρχαιολόγος, συμμετέχει σε μια ανασκαφή που γίνεται σε ένα μικρό νησί του Αιγαίου. Μαζί με το ημερολόγιο της ανασκαφής όπου καταγράφει τις καθημερινές δραστηριότητες, ενημερώνει και το δικό της ημερολόγιο αποτυπώνοντας στις σελίδες του τα συναισθήματα πίσω από τη λατρεία των τύπων.

…Η ομάδα επιτέλους συγκεντρώθηκε. Το έδαφος αποψιλώθηκε από ρίζες και ζιζάνια και χωρίστηκε σε τετράγωνα. Στήσαμε ένα μεγάλο κιόσκι για τα εργαλεία και τον εξοπλισμό. Το κακό ήταν πως δεν υπήρχε μια σκιά, ένα δέντρο να ξαποστάσεις. Ο ήλιος χτυπούσε αλύπητα.

Από την κοινότητα μας έστειλαν πέντε μεγάλες μπλε ομπρέλες. Στήσαμε τέντες, προσπαθώντας να φτιάξουμε μια όαση μέσα στην έρημο. Πάψαμε να βλέπουμε τον τόπο σαν τουρίστες. Δε μαγευόμασταν από τη θάλασσα που έβρεχε την απόκρημνη ακτή πεντακόσια μέτρα δυτικά μας. Ούτε από τη Χώρα που άσπριζε νοτιοανατολικά.

Μόνο σκάβαμε, κοιτούσαμε με προσοχή, ψάχναμε, πληγώναμε τα χέρια μας παρά τα προστατευτικά γάντια, η γλώσσα μας ένα κομμάτι λάστιχο να παλεύει να βρει δροσιά στο στεγνό στόμα. Οι εργάτες έσκαβαν κι ένα τραγούδι ανέβαινε στα χείλη τους. Τους έβλεπα με τις άσπρες τρύπιες τους φανέλες, ένα μαντίλι δεμένο στο κεφάλι κι άλλο ένα στο λαιμό. Σαν να ήταν συγχρονισμένοι, άφηναν τον κασμά και την αξίνα, έπιναν μια γουλιά νερό, σκούπιζαν τα χείλη με την ανάστροφη του χεριού και συνέχιζαν…

Σιωπηλή πέτρα, εκδόσεις Μίνωας, απόσπασμα από τις σελίδες 25-26.