Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Ο θησαυρός της Κέρου

Ο περιβόητος θησαυρός της Κέρου ήταν κάτι που με απασχόλησε όταν ξεκίνησα να γράφω τη Σιωπηλή Πέτρα. Σκεφτόμουν σαφώς το μυστήριο που περικλείει το ακατοίκητο νησί, όπου συντελέστηκε μία από τις μεγαλύτερες λαθρανασκαφές του 20ου αιώνα. Πόσες εικασίες δεν έγιναν πάνω στο ποια ήταν η χρησιμότητά του! Να υπήρξε νεκροταφείο; Εργαστήριο κατασκευής ειδωλίων; Ιερό;

Το γεγονός είναι ότι από την Κέρο έχουν συγκεντρωθεί μέχρι σήμερα γύρω στα 500 τμήματα ειδωλίων, περίπου τόσα τμήματα μαρμάρινων αγγείων, περισσότερα από 1500 κομμάτια μαρμάρινων φιαλών και άλλα τόσα από πήλινα αγγεία. Ένας μεγάλος αριθμός από σπασμένα ειδώλια καθώς και 12 ακέραια, ο ονομαζόμενος «θησαυρός της Κέρου» έπεσε στα χέρια αρχαιοκάπηλων.

Αυτό που ενισχύει το μυστήριο της Κέρου δεν είναι μόνο ο μεγάλος αριθμός των ειδωλίων, αλλά κυρίως το ότι αυτά βρέθηκαν σε θραύσματα. Ειπώθηκε ότι τα έσπασαν οι αρχαιοκάπηλοι σκάβοντας και αυτή ήταν η άποψη που επικρατούσε. Σήμερα όμως αποδεικνύεται ότι τα ειδώλια ήταν σπασμένα από την Πρωτοκυκλαδική εποχή. Ο λόρδος Ρένφριου που διενεργεί ανασκαφές εκεί και έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με το θέμα της Κέρου, πιστεύει πως η θραύση των ειδωλίων δεν έγινε στο νησί, αλλά αποτελούσε μέρος ενός θρησκευτικού τελετουργικού που ξεκινούσε αλλού και ολοκληρωνόταν με την εναπόθεσή τους στο ιερό της Κέρου. Στη θέση Δασκαλιό αποκαλύφθηκε πρόσφατα ένα κτίριο μήκους 16 μέτρων κατασκευασμένο από μάρμαρο Νάξου. Ακόμη ανασκάφηκε ένα κυκλικό κτίριο στην κορυφή του λόφου όπου βρέθηκαν γύρω στα 350 θαλάσσια βότσαλα, τοποθετημένα εκεί, άγνωστο από ποιον και για ποιο λόγο, αφήνοντάς μας επίσης με την απορία αν το κτίριο αυτό ήταν ιερό ή απλά ένα παρατηρητήριο.

Πολλά τα ερωτήματα, πολλές οι υποθέσεις μέχρι να γίνουν βεβαιότητα οδηγώντας τη φαντασία πίσω στο χρόνο. Κάπως έτσι η αρχαιολογία και η συγγραφή συναντήθηκαν και τράβηξαν ένα σύντομο αλλά πολύ γοητευτικό κοινό μονοπάτι σε ένα μικρό νησί του Αιγαίου όπου όλα ξεκινούν με την εκεί εγκατάσταση μιας αρχαιολογικής αποστολής.

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

Σιωπηλή πέτρα: η αρχή



Μια αρχαιολογική αποστολή σε ένα απομονωμένο νησί των Κυκλάδων πυροδοτεί μια σειρά γεγονότων που ανατρέπουν τη ζωή των ηρώων. Αρχές καλοκαιριού 1981. Το πλοίο της άγονης γραμμής αποβιβάζει μια ετερόκλητη ομάδα σε ένα λησμονημένο νησί του Αιγαίου. Αποσκευές τους, τα εργαλεία για μια ανασκαφή. Είναι όμως μόνο το αρχαιολογικό ενδιαφέρον που τους συνδέει ή κάτι βαθύτερο;
Η Ίρια, νεαρή αρχαιολόγος, δε γνωρίζει πως η αναζήτηση των μυστικών της γης θα φέρει στην επιφάνεια όχι μόνο ευρήματα αλλά και ένα μέρος από το σκοτεινό παρελθόν. Λίγους μήνες μετά, το νησί σαν κατάρα έχει καταστρέψει τη ζωή της. Χαμένη στα σκοτάδια του μυαλού της θα χρειαστεί πολύ χρόνο και αρκετή ψυχική δύναμη για να επιστρέψει και να αντιμετωπίσει το παρελθόν.
Μια χειμωνιάτικη νύχτα του 2002, ένα ελικόπτερο αποβιβάζει τη μοναδική επιβάτιδά του σε μια μικροσκοπική γωνιά του Αιγαίου. Αποσκευές της, ο φωτογραφικός της εξοπλισμός, ένα νεανικό ημερολόγιο και η δίψα για εκδίκηση. Είναι ο λόγος της επίσκεψής της αυτός που υποστηρίζει ή μήπως γνωρίζει περισσότερα από όσα αποκαλύπτει;
Πώς ξεκίνησε η σιωπηλή πέτρα;
Πάντα με συνάρπαζαν τα αρχαιολογικά ευρήματα. Η αδυναμία μου όμως ήταν τα κυκλαδικά ειδώλια. Από τα πιο παραγνωρισμένα κάποτε, αντικείμενα ακατανόητα που προκαλούσαν χλευασμό, έφτασαν τον εικοστό αιώνα με την επίδραση του μοντερνισμού και την έμπνευση που προσέφεραν στους Μπρανκούζι, Μουρ και άλλους εκπροσώπους του κινήματος, να εντυπωσιάζουν με το μυστήριο και τον απλό αισθησιασμό τους. Από τα κυκλαδικά ειδώλια, αυτό της μητέρας θεάς ή θεάς της γονιμότητας ερμηνεύτηκε ως σύμβολο της αιώνιας ζωής, η ανώτερη δύναμη και προστάτιδα των γυναικών, η ίδια η γη από την οποία όλα προέρχονται.
Πολλές φορές τα κυκλαδικά ειδώλια τράβηξαν πάνω τους τα φώτα της δημοσιότητας με τις αστρονομικές τιμές που έφτασαν σε δημοπρασίες, με την κατά καιρούς αμφισβήτηση της γνησιότητάς τους και τη λεηλασία του θησαυρού της Κέρου.
Μόλις πρόσφατα πληροφορηθήκαμε από τα ΜΜΕ ότι σε μια δημοπρασία του οίκου Christies στη Νέα Υόρκη δαπανήθηκαν 17 εκατομμύρια δολάρια για το κυκλαδικό ειδώλιο της εγκυμονούσας. Η αγοραπωλησία είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ελλάδα όχι μόνο λόγω της προέλευσης του ειδωλίου, αλλά και λόγω του ότι ο Ρόμπιν Σάιμς (από τα χέρια του οποίου είχε περάσει το συγκεκριμένο αντικείμενο) ήταν μπλεγμένος με την υπόθεση της Σχοινούσας.
Όσο για τη λεηλασία του θησαυρού της Κέρου, η μεγάλη λαθρανασκαφή διαπιστώθηκε το 1963 και ο πρώτος που πήγε εκεί ήταν ο Κόλιν Ρένφριου. Αυτό που είδε ξεκάθαρα ήταν η μεγάλη ευκολία με την οποία κάποιος μπορούσε να συλλέξει ανενόχλητος (όπως και είχε ήδη γίνει, καθώς όλη η δυτική πλευρά του νησιού ήταν ανασκαμμένη και το τοπίο κατεστραμμένο. Δεκατρία χρόνια αργότερα σε μια έκθεση στην Καλσρούη με τίτλο «η τέχνη των Κυκλάδων» μέρος του «θησαυρού της Κέρου» κάνει την εμφάνισή του. Η Ελλάδα ολιγωρεί, δεν υποβάλει αίτημα διεκδίκησης για αυτά τα «άγνωστης προέλευσης» αντικείμενα και έτσι αργότερα τα βρετανικά δικαστήρια θα απορρίψουν την προσφυγή της, το 1990, κατά της δημοπρασίας του οίκου Sothebys, όπου παρουσιάστηκε προς πώληση ο «θησαυρός της Κέρου». Το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης κατορθώνει να αγοράσει 58 κυκλαδικά ειδώλια και άλλα 17 η Εμπορική Τράπεζα, ενώ το ίδρυμα Ν.Π.Γουλανδρή απέκτησε άλλα 6 μέσα στα επόμενα χρόνια. Και έτσι ένας τμήμα του θησαυρού επέστρεψε στα πάτρια εδάφη.
Η επίσκεψή μου στο μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης ήταν ένα ταξίδι σε ένα μυστηριακό παρελθόν, κάτι σαν μυσταγωγία. Περιδιαβαίνοντας ανάμεσα στα εκθέματα, ο μύθος της Σιωπηλής πέτρας άρχισε να εξελίσσεται στη φαντασία μου. Αφουγκράστηκα τους ψιθύρους τους και κάθισα στον υπολογιστή μου.

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Άντζελα Πίτλινγκερ: Νάραντελ, η μάχη της σκιάς και τα αρχαία μυστικά

Σεπτέμβριος του 2011, Ζάππειο! Περίπτερα με βιβλία κάθε είδους, βιβλία και άλλα βιβλία!! Και κάπου ανάμεσα στα πολύχρωμα εξώφυλλα, πρόβαλε μία κοκκινομάλλα νεράιδα. Δυο φωτεινά πανέξυπνα μάτια κι ένα υπέροχο χαμόγελο που μάγεψε όχι μόνο εμένα, αλλά και όλους όσοι την γνώρισαν. Έφερε μαζί της ένα μυθιστόρημα από τη χώρα του φανταστικού και τώρα που το σκέφτομαι, τι άλλο μπορούσε να γράψει αυτό το υπέροχο πλάσμα που σε κερδίζει και μόνο με την παρουσία του! Όταν η Άντζελα μου ζήτησε να παρουσιάσω το βιβλίο της, δέχτηκα χωρίς κανέναν ενδοιασμό. Πώς αλλιώς; Πιστεύω ότι είναι από αυτά τα χαρισματικά άτομα που σε τραβούν κοντά τους χωρίς να σου αφήσουν το ελάχιστο περιθώριο να αιτιολογήσεις αυτό που συμβαίνει.

Πέρα όμως από συναισθηματισμούς και προσωπικές προτιμήσεις, και μόνο το ότι η Άντζελα Πίτλινγκερ γράφει ένα ιδιότυπο και ίσως λίγο πιο παραγνωρισμένο είδος λογοτεχνίας, είναι ένας άθλος για τα ελληνικά δεδομένα. Στη χώρα μας η λογοτεχνία του φανταστικού έχει ελάχιστους εκπροσώπους γραφής και το είδος στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στα μεταφρασμένα ευπώλητα. Οπότε η τιμώμενη συγγραφέας αξίζει τα πρώτα συγχαρητήρια για την τόλμη του ανήσυχου πνεύματός της και για την γεμάτη χρώματα και εικόνες φαντασία της.

Η λογοτεχνία του φανταστικού έχει να κάνει με μία γραφή που δεν είναι εξωπραγματική όπως πολλοί θέλουν να πιστεύουν. Η αναφορά σε πλάσματα και καταστάσεις πέραν του κόσμου αυτού μπορεί να ξενίζει κάποιους, αλλά κερδίζει μια όλο και μεγαλύτερη αναγνωστική μερίδα και αυτό για τους εξής λόγους:

Κάθε τι ανθρώπινο είναι ρευστό. Αυτό που χθες φαινόταν πέραν του ελλόγου, απλησίαστο για τα δεδομένα της εποχής του, σήμερα θεωρείται κάτι αυτονόητο και μέρος της καθημερινότητας. Το ίδιο συμβαίνει με κάτι απρόσιτο στο τώρα, όμως ο ανθρώπινος νους είναι γνωστό ότι δεν είναι πεπερασμένος.

Κάθε τι ανθρώπινο έχει να κάνει με αξίες παγκόσμιες και σταθερές, αξίες που ενυπάρχουν σε κάθε είδος γραφής. Και η λογοτεχνία του φανταστικού έχει σαν κύρια αναφορά τη βάση της ανθρώπινης ύπαρξης, τα ιδανικά της αγάπης, της σύμπνοιας, της ελευθερίας, της αναζήτησης της ευτυχίας, αλλά και τον προαιώνιο αγώνα ανάμεσα στο Κακό και το Καλό.

Κάθε τι ανθρώπινο έχει πολλές εκφράσεις και εκφάνσεις. Τι διαφορά αλήθεια έχει στην αναγνωστική απόλαυση αν αυτό που θα διαβάσουμε είναι η ιστορία που μπορεί να συμβεί σε εμάς ή στον άνθρωπο της διπλανής πόρτας από την ιστορία που διαδραματίζεται σε όντα μορφολογικά ιδιότροπα που σίγουρα δεν τα συναντάμε στην καθημερινότητά μας;

Σημασία για εμένα έχει η ψυχή του συγγραφέα και σίγουρα ο κάθε άνθρωπος που παιδεύεται με τη γραφή έχει κάτι να καταθέσει στον αποδέκτη του έργου του. Και αυτό φυσικά δεν είναι ένα παραμύθι ή ένα ευφάνταστο αποκύημα, αλλά κάτι που σκλαβώνει τις αισθήσεις μαγευτικά μόνο και μόνο για να μας κάνει να δούμε πέρα από τα ανθρώπινα στεγανά. Να χαλαρώσουμε, να αφεθούμε και να ψάξουμε τους εαυτούς μας, να ψηλαφίσουμε την ύπαρξή μας και να ονειρευτούμε και επιδιώξουμε ένα καλύτερο αύριο. Ίσως είναι και ένα έμμεσο μάθημα που δίνουν πλάσματα κόσμων που δεν έχουμε γνωρίσει ακόμη, αλλά πώς αλήθεια είμαστε σίγουροι ότι δεν υπάρχουν, αφού το μόνο που γνωρίζουμε είναι τα του δικού μας πλανητικού συστήματος;

Ας μεταφερθούμε όμως στο βασίλειο του Νάραντελ κι ας μάθουμε κάποια πράγματα για τη μάχη της Σκιάς και τα αρχαία μυστικά.

Το Νάραντελ μπορεί να χαρακτηρισθεί σαν μία κοινωνία ουτοπική για τα δικά μας δεδομένα, όχι όμως και για αυτά των υπηκόων του. Δέκα χρόνια πριν από το σήμερα του μυθιστορήματος, οι φυλές που ζουν εκεί έχουν πετύχει την αναχαίτιση του Κακού και την εξόντωση του εκπροσώπου του. Φυλές πολεμοχαρείς και άλλες ειρηνικές, φυλές που οι εκπρόσωποί τους μοιάζουν ξωτικά και νεραϊδογεννήματα, κι άλλοι πάλι που έχουν απεριόριστες μαγικές ικανότητες και είναι γνώστες πανάρχαιων μυστικών, πλάσματα φτερωτά και πλάσματα που έχουν την ικανότητα να εναλλάσσουν την ομορφιά με την ασχήμια, κι ανάμεσά τους κάποιοι που ζουν εξόριστοι, γιατί δε θέλησαν να συμβιβαστούν με τα ανθρώπινα ζητούμενα. Αυτοί είναι το Νάραντελ, μια μεγάλη στεριά και μικρότερα κομμάτια μέσα στη θάλασσα, όπως το νησί του Κρόνου. Δάση πυκνά και απαραβίαστα, βουνά όπου το κρύο μπορεί να παραλύσει το ανθρώπινο σώμα στη στιγμή, εύφοροι τόποι, τόποι μίζεροι όπου οι άνθρωποι επιβιώνουν ίσα ίσα, η μεγάλη Λίμνη όπου κυριαρχεί η πανέμορφη Λύρα, η έρημος που οριοθετεί το τρομερό χάσμα του Αντάν και πάνω ψηλά σε αυτή τη χώρα της συμβίωσης, της πραγματικής και της πλασματικής φιλίας, το μάτι που εποπτεύει, η καστροπολιτεία του Νάραντελ, εκεί από όπου ο αυτοκράτορας Γκρελ κυβερνά τους υπηκόους του.

Πρόσκαιρη και επίπλαστη είναι όμως η ευτυχία, τόσο ρευστή πραγματικά η έννοιά της, αγαθό υπό αμφισβήτηση και διακυβευόμενο ες αεί. Το κακό δεν αργεί να κάνει την εμφάνισή του σε τρία διαφορετικά σημεία του βασιλείου. Σε ένα δάσος κοντά στον παλάτι θα βρεθεί το πτώμα μιας νέας γυναίκας, στο Ντάργουιν αλλεπάλληλες επιθέσεις και σφαγιασμοί κοπαδιών και στο νησί του Κρόνου, ανακαλύπτεται μία αποτρόπαιη μαζική δολοφονία. Υπάρχει κάποια σύνδεση ανάμεσα στα τρία συμβάντα ή το κακό χτυπάει χωρίς σχέδιο και ανεξέλεγκτα;

Οι υπόγειες δυνάμεις βρυχώνται και ανασυντάσσονται και μερικές φορές το αίμα των αθώων δεν σκορπιέται χωρίς λόγο. Πώς να λυτρωθούν οι ψυχές που βασανίζονται, τι σημαίνει αλήθεια η λύτρωση για όλους και για τον καθένα; Ανάμεσα σε αυτούς που ορίζονται χαρισματικοί, ποιοι είναι εκείνοι στους οποίους ανήκει δικαιωματικά ο τίτλος; Οι ανθρώπινες αδυναμίες βασανίζουν μόνο τον απλό λαό ή ακόμη και αυτόν που πρέπει να δείχνει και να είναι ο ισχυρότερος όλων; Και τέλος, η αγάπη μπορεί να είναι τόσο δυνατή ώστε να εξορίσει μια ανθρώπινη ύπαρξη αλλά να ελευθερώσει μια καρδιά;

Δεν είναι μόνο αυτά τα ερωτήματα, ερωτήματα που η απάντησή τους εξελίσσει το μύθο και άλλα που απαντούν σε αιώνιους προβληματισμούς, αλλά και άλλα ων ουκ έστιν αριθμός που προβάλλουν και προβληματίζουν μέσα από τις σελίδες του μυθιστορήματος.

Η γραφή της Άντζελας Πίτλινγκερ απλή και κατανοητή, σαν να ακούς μια τρυφερή μητέρα να ψιθυρίζει ένα παραμύθι μαζί με ένα νανούρισμα στο παιδί της ή άλλοτε πάλι σαν να ακούς τον άχρονο αφηγητή να σου μεταφέρει με το δικό του τρόπο τα ανθρώπινα πάθη, εκεί όπου κάτω από την όποια πέτρα θα σηκώσεις, θα βρεις το κακό να παραμονεύει σαν το φαρμακερό φίδι. Η συγγραφέας με τον ίδιο τρόπο θα μιλήσει για την αγάπη και την τρυφερότητα, με τον ίδιο και για τον όλεθρο και το θάνατο και αυτό είναι που κάνει αυτό το μυθιστόρημα όχι παραμύθι, αλλά κάτι πραγματικό μέσα στην αλληγορία του.

Οι ψίθυροι του δάσους και των ξωτικών, το γλέντι των μάγων, οι καυγάδες των Γκόντρουμ, τα πειράγματα του Αντού, ο έρωτας του ξεχωριστού Μάνταφαρ, ο πόνος του Γκρελ, οι οραματισμοί του Ρελίκ, οι σκηνές της μάχης, η εξημέρωση του μοναδικού μονόκερου, ακόμη και η μυρωδιά του θανάτου που πλανάται πάνω από την ακτή της Ακάν θα κάνουν τον αναγνώστη να ζήσει μια μοναδική εμπειρία.

Άντζελα, σε ευχαριστώ που μπήκες στη ζωή μου και εύχομαι επιτυχία σε κάθε σου βήμα!!!

Το παραπάνω κείμενό μου διαβάστηκε στην παρουσίαση του μυθιστορήματος της Άντζελας Πίτλινγκερ «Νάραντελ, η μάχη της Σκιάς και τα αρχαία μυστικά», την Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2011, στο βιβλιοπωλείο «Στάχυ» στον Πειραιά.

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

Βασίλης Μόσχης: Χιλιάδες χρώματα στα μάτια της

Η μυρσίνη ή πιο γνωστή σε εμάς μυρτιά ήταν αφιερωμένη στη θεά Αφροδίτη της Πάφου. Το φυτό συνδέθηκε επίσης με την ερωτική αγωνία της Φαίδρας που ο μύθος την ήθελε να τρυπά τα φύλλα της μυρτιάς για να εκδικηθεί την Αφροδίτη, καθώς δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει τον έρωτα του Ιππόλυτου. Υπάρχουν βέβαια πολλές ακόμη εκδοχές που έχουν να κάνουν με τα αδιέξοδα που προκάλεσε η ομορφιά της μυθικής Μυρσίνης που συνδεόταν με το φθόνο και το μένος.

Στέκομαι στα παραπάνω και ξεκινάω μαζί σας το μαγικό ταξίδι στον κόσμο της κεντρικής ηρωίδας του μυθιστορήματος του Βασίλη Μόσχη «Χιλιάδες χρώματα στα μάτια της».

Πάντα όταν πιάνω στα χέρια μου ένα βιβλίο, κοιτάζω ώρα τον τίτλο και το εξώφυλλό του. Το «Χιλιάδες χρώματα στα μάτια της» κέντρισε άμα τη εμφανίσει του το αναγνωστικό μου ενδιαφέρον, αφενός γιατί ο τίτλος και μόνο με προϊδέασε για κάποιον συμβολισμό και κατά δεύτερον το εξώφυλλο κυριολεκτικά ταξίδεψε τη φαντασία μου! Ένα λιβάδι με μαργαρίτες και παπαρούνες, μαγευτικά χρώματα, άνοιξη, ζωή και ζωντάνια, αλλά και το πρόσκαιρο καθώς όλοι γνωρίζουμε ότι τα λουλούδια του αγρού κρατούν ελάχιστα τη ζωντανή ομορφιά τους. Όταν τα κόψεις από τον τόπο τους, μαραζώνουν. Εκεί τους πρέπει να βρίσκονται, και όχι ψεύτικα στολίδια σε ένα ξένο περιβάλλον.

Ξεκινώντας την ανάγνωση, σκέφτηκα ότι η ιστορία της Μυρσίνης δε θα μπορούσε να απεικονιστεί με πιο πετυχημένο συμβολισμό. Και όχι μόνο αυτό, αλλά έδεσε και με το ότι το ίδιο όνομα ήταν συνδεδεμένο με την ομορφιά και τη ματαιοδοξία της στην αρχαιότητα.

Η ομορφιά ενός κήπου σε ένα κοντινό αλλά απρόσιτο παρελθόν, η ομορφιά μιας πόλης που ακόμη και οι θεοί φθόνησαν, η ομορφιά της Μυρσίνης που τραβάει τα βλέμματα. Η Μυρσίνη κουβαλάει πάνω σε ένα πλοίο που την παίρνει μακριά από την πυρπολημένη Σμύρνη, τα όνειρά και τις ελπίδες της. Μαζί με την μεγαλύτερή της Αγγέλα που θα υπάρξει φίλη, μάνα και αδερφή- ίσως για να αναπληρώσει τη δική της χαμένη μέσα στον πανικό της φυγής οικογένεια-φωλιάζει στην Αθήνα προσπαθώντας να ανασυντάξει τη ζωή της, να αποδεχτεί το γκρέμισμα ενός ανέμελου αλλά σύντομου παρελθόντος και να αφήσει τον εαυτό της να ονειρευτεί ξανά. Μια αντρική φωνή θα την μαγέψει, μια αντρική αγκαλιά θα την ταξιδέψει εκεί που δεν υπάρχει ο απόηχος του μίσους και του αναίτιου σπαραγμού και θα την κάνει να πιστέψει πως δικαιούται ένα μικρό κομμάτι σε αυτό το απέραντο οικόπεδο που λέγεται «ευτυχία». Πόσο γρήγορα γκρεμίζονται τα όνειρα, πόσο γρήγορα ο πιο λαμπρός ήλιος κρύβεται από μολυβένια σύννεφα που φέρνουν βροχή κι εφιάλτες; Και μετά να περιμένεις να ξαστερώσει ξανά ξυπνώντας με την πολύτιμη θύμηση αυτού του κήπου του φορτωμένου γιασεμιά, μενεξέδες και αγιόκλημα!

Σε κάποιους η ευτυχία χαρίζεται απλόχερα, στους περισσότερους όμως είναι όνειρο που χάνεται καθώς ένα απότομο ξύπνημα σε αποτραβάει από τη γλυκιά χαύνωση του ύπνου. Και ξαφνικά βρίσκεσαι να αναρωτιέσαι αν θα τα βγάλεις πέρα, διχάζεσαι, κάνεις ένα βήμα μπροστά και δύο πίσω, ψάχνεις κάπου να ακουμπήσεις, αλλά το μόνο που βλέπεις είναι ότι έχεις μπροστά σου μία Μυρσίνη που σαν αμνός του Θεού έχει επιλεχτεί να κουβαλήσει στις πλάτες της όλες τις αμαρτίες του κόσμου. Ποια να ήταν άραγε η δική της αμαρτία; Ότι ερωτεύτηκε, ότι αγάπησε, ότι υπήρξε εύπιστη; Γιατί; Αν δεν ήταν η καταστροφή της Σμύρνης, τώρα θα έκανε βόλτες στην πολύβουη αποβάθρα της, θα απολάμβανε το θαλασσινό αεράκι, τα γλυκίσματα και τα τζελάτα, θα σεργιάνιζε στις συνοικίες διαλέγοντας ακριβά και αιθέρια υφάσματα, θα γελούσε, μα πάνω από όλα θα είχε την οικογένειά της.

Μια πατρίδα στην άλλη πλευρά του Αιγαίου, όνειρα που αφυδατώνονται στην Αθήνα, συγκρούσεις και παραλογισμοί, μια νέα πορεία στη Θεσσαλονίκη. Τόποι, αρώματα, χρώματα, ένα παράθυρο που ανοίγει σε μια θάλασσα για να ξυπνάει γλυκά τον πόνο ή πάλι για να κάνει την ηρωίδα να πάρει μεγάλες αποφάσεις. Να βλέπει την καταιγίδα να ξεσπάει, αλλά να μη λιγοψυχάει, να βλέπει τα κύματα να σπάνε, κι αυτή να είναι δυνατή, κι όταν δεν το καταφέρνει κι αυτό, να γράφει στην Αγγέλα της.

Χιλιάδες χρώματα στα μάτια της Μυρσίνης, χρώματα που η παλέτα της ζωής ανακατεύει όπως αυτή θέλει κι αλλάζει τη ζωγραφιά που η μικρή κοπέλα έχει κατά νου. Όπως αλλάζει τους τόπους, τις γειτονιές, τα σπίτια, εκεί που η ευημερία και η μιζέρια, η ευτυχία και η ατυχία, το δάκρυ και το γέλιο χωρίζονται μόνο από μερικά στενά. Για κάποιους είναι γραφτό να παρακολουθούν ευτυχισμένες ιστορίες από μακριά, να κάνουν όνειρα καταδικασμένα να πεθάνουν προτού γεννηθούν. Πώς να πάρει η Μυρσίνη μιαν απόφαση όχι μόνο για αυτήν αλλά και για μια ακόμη ζωή; Τα ζυγιάζει, τα αποφασίζει, τα σκέφτεται ξανά κι όλο λέει αν ήταν αυτό, αν γινόταν εκείνο! Η τελική της επιλογή δείχνει την ενδόμυχη ανάγκη της για αγάπη. Παίρνει μιαν απόφαση και παλεύει να φανεί αντάξιά της, όμως ο φόβος που τη συντροφεύει από τη χαμένη της πατρίδα, επιτείνεται από τη μοναξιά της καρδιάς της.

Η Μυρσίνη δε μπορεί να ζήσει με το μυστικό της, το πάθος που αποδείχτηκε λάθος, πρέπει να αγνοήσει τι λέει η καρδιά της για μία ακόμη φορά και να πράξει το σωστό. Όμως η ζωή έχει άλλα σχέδια, κάθε στροφή της κρύβει κάτι απρόσμενο, κάτι που η καμπύλη σε εμποδίζει να δεις. Το παράθυρο που άνοιξε ελπιδοφόρα στο Θερμαϊκό θα σφαλίσει και ακόμη και μια περιποιημένη αυλή στις προσφυγικές γειτονιές του Βύρωνα δε θα προστατέψει την Μυρσίνη από το φθόνο και τα αρπακτικά χέρια. Η πίεση είναι μεγάλη, για μία ακόμη φορά η ζωή μοιάζει να ορίζεται από τους άλλους. Και καθώς τα χρόνια κυλάνε, χρώματα κι αρώματα ενός νέου τόπου εμφανίζονται. Ενός νέου τόπου κι ενός νέου έρωτα στην αλυσίδα της ζωής. Ένα νησί που γαληνεύει στον Αργοσαρωνικό, καθώς η θαλάσσια αύρα ανακατώνεται με το άρωμα των λεμονιών, καθώς η γλύκα και η πίκρα του έρωτα μπαίνουν ορμητικά από ένα ακόμα ανοιχτό παράθυρο.

Η ζωή στον Πόρο μοιάζει ανείπωτα γλυκιά καθώς το νησί ξυπνάει από το λήθαργο του χειμώνα για να υποδεχτεί νεανικές φωνές που φέρνουν μαζί τους τον έρωτα αλλά και κομμάτια από ένα καλά κρυμμένο παρελθόν. Η μοίρα παρακολουθεί χαμογελώντας με υπομονή, σκύβει πάνω από αγκαλιασμένα σώματα κάτω από το ολόγιομο φεγγάρι, διαβάζει αδιάκριτα ερωτικά γράμματα που ταξιδεύουν από το Βόσπορο στο Σαρωνικό. Συνομωτεί, αλλά αυτό δεν το γνωρίζουν ούτε οι αθώοι ούτε οι ένοχοι. Η μοίρα έχει υπομονή, τα σχέδιά της είναι σαν τον ιστό της αράχνης. Διάφανα και πολύπλοκα, που αν κάνεις το σφάλμα και ξεγελαστείς, εγκλωβίζεσαι σε ένα κόσμο που σε καταπίνει καθώς καταποντίζεται.

Η γραφή του Βασίλη Μόσχη μας ταξιδεύει μαγικά καθώς μέσα και πίσω από τις λέξεις του, βρίσκεται η λεπτομέρεια της κίνησης, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Μέσα από μια αρμονική συνύπαρξη της φυσικής πορείας των ηρώων διαφαίνεται και η πορεία των συγκρούσεων λογικής και καρδιάς, νου και ψυχής. Πάθη, αντιπαραθέσεις, ανατροπές ορίζονται από την συγγραφική πένα με τον ίδιο τρόπο που η ζωή καταγράφει καθημερινά. Τόποι του άλλοτε ζωντανεύουν μπροστά μας μέσα από τις εμβόλιμες παραθέσεις ιστορικών στοιχείων, συνηθειών της εποχής, μέσα από μια εκπληκτική συρραφή προσώπων πραγματικών με αυτά που ο μύθος και η πλοκή ορίζουν ούτως ώστε ο αναγνώστης να εκμεταλλεύεται στο έπακρο τις δυνατότητες να ταυτιστεί ή να πασχίσει μαζί με τους ήρωες. Έντεχνα ο συγγραφέας τον οδηγεί στην κατανόηση των πράξεων των ηρώων του, στην κατανόηση της ίδιας της ζωής, γιατί τι άλλο είναι το «χιλιάδες χρώματα στα μάτια της» παρά η δύναμη του ανθρώπου πάνω από όλα, η δυνατότητα που δίνεται στο χαρισματικό έλλογο ον να δει όχι τα επτά χρώματα της ίριδας, αλλά το απεριόριστο μέσα από το πεπερασμένο της ίδιας του της ύπαρξης!

Ο χρόνος κύλησε αγέρωχα και αφέθηκε να κάνει τη δουλειά του όπως αυτός ξέρει. Μετά από τις δύσκολες εποχές, εξαντλημένος και αυτός πια, αποφάσισε να αλλάξει το σκηνικό. Κουράστηκε να απλώνει γκρίζα χρώματα στις ψυχές των ανθρώπων. Άπλωσε την παλέτα του και διάλεξε τα πιο φωτεινά του χρώματα και τα μοίρασε σπάταλα. Και ένιωσε και αυτός καλύτερα

Αγαπητέ Βασίλη, εύχομαι κάθε επιτυχία με χιλιάδες χρώματα στη συγγραφική σου πορεία!!!

Το μικρό απόσπασμα σε πλάγια γράμματα είναι από τη σελίδα 459 του μυθιστορήματος και περιέχει ένα όλο νόημα μήνυμα αισιοδοξίας.

Το παραπάνω είναι το κείμενο που έγραψα και διάβασα στις 12/11/2011 στις δύο παρουσιάσεις που έγιναν από το Βιβλιοπωλείο Φλωράς στον Πειραιά και το Μαρούσι για το μυθιστόρημα του Βασίλη Μόσχη «Χιλιάδες χρώματα στα μάτια της».

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Το χάρισμα του ραβδοσκόπου

Κι αυτοί που έχουν το χάρισμα, αγρίμια είναι ή πάλι μισοί άνθρωποι μισοί ξωτικά, νεραϊδογέννητα πλάσματα.

…Ο Στράτος άναψε τη δάδα, τη στερέωσε και χούφτωσε το γυρτό ραβδί. Με σφαλιστά τα μάτια ανοιγόκλεισε τρεις φορές την παλάμη του γύρω από τους ρόζους του μέχρι που ένιωσε πως το ραβδί ήταν η συνέχεια του δικού του χεριού. Προχωρώντας με αργά βήματα έσυρε την άκρη του ραβδιού κατά μήκος του ασκητηρίου, ενώ κρατούσε το άλλο χέρι στο ύψος της καρδιάς του. Οι παλμοί του άλλοτε έπεφταν και άλλοτε αυξάνονταν ελάχιστα. Ήξερε πως ό,τι κι αν υπήρχε θα το καταλάβαινε. Θα αισθανόταν πρώτα το ελαφρύ τίναγμα του ραβδιού και μετά το ρίγος θα διαπερνούσε την παλάμη, θα ανέβαινε στον καρπό, θα του έφερνε ένα γαργάλημα στους ώμους, κι από εκεί θα διακλαδιζόταν στο νου και στην καρδιά του.

Οι παλμοί του έπεσαν ξανά και το ραβδί τινάχτηκε από τα χέρια του. Η μυρωδιά της μούχλας κάλυψε τα πάντα και από κάπου μακριά άκουσε έναν ψίθυρο. Κρύος ιδρώτας κυλούσε μέσα από το πανωφόρι του. Ο Στράτος άνοιξε τα μάτια και κοίταξε ίσια μπροστά του, ακριβώς στο σημείο που τα βράχια σχημάτιζαν μια εσοχή, όπου με το ζόρι χωρούσε να ξαπλώσει ένα ανθρώπινο σώμα. Γονάτισε στο υγρό χώμα ψηλαφώντας τα κουρέλια από τα υπολείμματα ενός αυτοσχέδιου στρώματος που χρονολογούνταν δεκαετίες πριν. Τα παραμέρισε κι έχωσε την παλάμη του κατά μήκος του σημείου όπου κάποτε αναπαυόταν ένα ανθρώπινο κεφάλι. Αναγκάστηκε να συρθεί ξαπλωμένος ανάσκελα, και κλείνοντας τα μάτια, για να αποφύγει τα χώματα, τράβηξε ένα δερμάτινο πακέτο…

Η ακριβή ανάσα του νερού, σελ 349-350, εκδόσεις Μίνωας.